Legislator Swiss Legal AI Agent European & Swiss Legal Corpus
1237/2015 AI generated

1237/2015 · 1237/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1237/2015
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)

AI generated

Απόφαση 1237 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1237/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία ...

Headnote / Official Regeste

AI generated
Απόφαση 1237 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1237/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 1237/2015

Απόφαση 1237 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1237/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., (α.ι. 11 και 16), 2) Χ. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., (α.ι. 11), 3) Μ. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., (α.ι. 11), 4) Π. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., (α.ι. 11), 5) Χ. Ρ. του Π., κατοίκου ..., (α.ι. 11), 6) Γ. Ρ. του Π., κατοίκου ..., (α.ι. 11), 7) Ι. Ρ. του Α., κατοίκου ..., (α.ι. 27), 8) Ν. Ρ. του Α., κατοίκου ..., (α.ι. 28), 9) Β. Ρ. του Α. και 10) Α. συζ. Β. Ρ., το γένος Ι. Π., κατοίκων ... και διαμενόντων προσωρινώς στη ..., (α.ι. 156), εκ των οποίων ο Π. Ρ. (4ος) παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο, πληρεξούσιο δικηγόρο τους Π. Ρ..

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κυριαζόπουλο, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-11-2009 και 5-1-2010 αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν με σαράντα δύο (42) αυτοτελείς αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις φυσικών προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων.

Εκδόθηκε η 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-6-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 12-2-2014 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ιωάννας Πετροπούλου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πέμπτου και έκτου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο 4ος των αναιρεσειόντων και πληρεξούσιος των λοιπών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ συνάγεται, ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημιώσεως λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παραλείψεως του προσωρινού) της αποζημιώσεως αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου. Εξάλλου, στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. τελευτ. του ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), όπως το εδάφιο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3193/2003, ορίζεται, ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριουμένου". Ως πρόσοδος, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμεταλλεύσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου ως εκ του είδους, της θέσεως, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή, στην οποία βρίσκεται. Έτσι, ως κριτήριο διαφοροποιήσεως και στοιχείο αξιολογήσεως αποτελεί προκειμένου περί αγροτικού ακινήτου, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και προκειμένου περί αστικού αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποιοι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο. Αλλά η πιο πάνω διάταξη δεν καθιερώνει αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά κριτήρια για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου, έτσι ώστε να θεωρείται, ότι παραβιάζεται στην περίπτωση, που το δικαστήριο δεν θα τα λάβει υπόψη ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια, παρά μόνο παρέχει οδηγίες, για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία και επιτρέπει στο δικαστήριο να λάβει υπόψη γι’ αυτό το σκοπό, αφού χρησιμοποιηθεί η λέξη "ιδίως", κάθε πρόσφορο κατά την ανέλεγκτη κρίση του συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα, έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερά την παραβίαση.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της παραβίασης ευθέως και εκ πλαγίου των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, διότι το Εφετείο, προσδιόρισε την αξία των απαλλοτριούμενων ακινήτων με κριτήριο, εκτός άλλων και τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, τις οποίες άλλωστε δεν προσδιορίζει αναφορικά με το χρόνο δημιουργίας τους και τον τρόπο που επηρεάζουν την αξία των απαλλοτριούμενων. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι και δη ο εκ τούτων από τον αριθμό 1 του ως ανωτέρω άρθρου και κώδικα ως απαράδεκτος αφού για τη διάγνωση της αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας οιοδήποτε κατά την κρίση του πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, και ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου και κώδικα ως αβάσιμος, διότι η μη παράθεση στην απόφαση του τρόπου δημιουργίας των οικονομικών συνθηκών τον κρίσιμο χρόνο καθώς και του τρόπου που επηρεάζουν την αξία των απαλλοτριούμενων ακινήτων, δεν προσδίδουν στην απόφαση έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ιδίου ως ανωτέρω άρθρου και κώδικα, σε σχέση με τα ΑΚΠ 28 και 156 απαλλοτριούμενα ακίνητα, διότι το Εφετείο, καθόρισε οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τα ακίνητα αυτά στο ποσό αντίστοιχα των 50 και 15 ευρώ ανά τ.μ. χωρίς να έχει συμπεριλάβει τα εν λόγω ακίνητα σε κάποια από τις παρατιθέμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση κατηγορία με βάση τα χαρακτηριστικά τους (εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, εντός οικισμού, με πρόσοψη ή μη στην Ε.Ο. ..., με θέα προς τη γέφυρα ...). Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου, αναφορικά με το σαφώς διατυπούμενο στην απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ως προς την αξία των απαλλοτριούμενων ως άνω ακινήτων. Επειδή, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και η αιτιολογημένη άρνηση αυτών ούτε τα συμπεράσματα που αντλεί το δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων καθώς και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Με τον πρώτο λόγο ωσαύτως της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, κατά τον προσδιορισμό της αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων, έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και συγκεκριμένα τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι επικαλούμενες ως ανωτέρω συνθήκες δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα του όρου έννοια, ήτοι αυτοτελή ισχυρισμό προς θεμελίωση του αιτήματος της ένδικης αίτησης με αντικείμενο τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, αλλά επιχειρήματα του δικαστηρίου για τον προσδιορισμό της αξίας των απαλλοτριούμενων στην καθορισθείσα. Περαιτέρω, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, κατά τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριούμενων με ΑΚΠ 11 και 16 ακινήτων δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό των έξι (6) πρώτων αναιρεσειόντων, κατά τον οποίο στα πλαίσια της προηγούμενης απαλλοτρίωσης για τα απαλλοτριούμενα ως ανωτέρω με ΑΚΠ 11 και 16 ακίνητα καθορίστηκε με τη 1207/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης με κρίσιμο χρόνο τον Σεπτέμβριο του 2000 στο ποσό των 53 ευρώ/τ.μ. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι ο επικαλούμενος ως άνω ισχυρισμός αποτελεί επιχείρημα των ως ανωτέρω αναιρεσειόντων προς υποστήριξη των απόψεών τους αναφορικά με την αξία των απαλλοτριούμενων και δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα του όρου έννοια.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως, να είναι ανάγκη να γίνεται χωριστή αξιολόγηση του καθενός. Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος όμως αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη διαβεβαίωση αυτή από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε και μόνον είναι κατ’ ουσίαν βάσιμος ο πιο πάνω λόγος. Με τους δεύτερο και τρίτο αναιρετικούς λόγους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριούμενων με ΑΚΠ 11 και 16 ακινήτων, δεν έλαβε υπόψη τ’ ακόλουθα μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα: α) Την 1207/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών με την οποία για τα απαλλοτριούμενα ως ανωτέρω ακίνητα καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως στο ποσό των 53 ευρώ/τ.μ. β) Το απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος της προηγούμενης απαλλοτρίωσης και γ) το απόσπασμα του κτηματολογικού πίνακα της προηγούμενης απαλλοτρίωσης. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι καθόσον, όσον αφορά το υπό στοιχείο α αποδεικτικό μέσο όπως προκύπτει από την επισκόπηση παραδεκτώς της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σαφής αναφορά γίνεται περί της λήψεως υπόψη για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων και της ως ανωτέρω 1207/2002 απόφασης του Εφετείου Πατρών και όσον αφορά τα λοιπά έγγραφα, διότι από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική διαβεβαίωση ότι για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού ως άνω πορίσματός του, έλαβε υπόψη όλα τα μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους προσκομισθέντα έγγραφα σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα επικαλούμενα ως άνω έγγραφα.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, εξ αιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση για την οποία προορίζεται, με την ίδια απόφαση, για τον καθορισμό της αποζημιώσεως, προσδιορίζεται και ιδιαιτέρα αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ’ αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνο την, εκ της απαλλοτριώσεως και μόνο της εκτάσεως του όλου ακινήτου, ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 31/2005).

Εξ άλλου, η νομική αοριστία της αγωγής δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα. Η τυχόν δε ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο αυτής των περιστατικών τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα με βάση αυτά, ώστε αυτό να είναι ως λογικό επακόλουθο αυτών, σαφές, ελέγχεται αντίστοιχα ως παράβαση με βάση τους από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 αναιρετικούς λόγους.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την με αρ. κατ. 125/25.11.2009 αίτηση των έξι πρώτων αναιρεσειόντων ως αόριστη κατά το αίτημά της περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα του με ΑΚΠ 11 ακινήτου τους 3.400,42 τ.μ. που κατέστη άρτιο αλλά μη οικοδομήσιμο, λόγω των αποστάσεων που απαιτεί το ΠΔ 209/1998 για την τοποθέτηση οικοδομών σε εκτός σχεδίου περιοχή με την αιτιολογία ότι οι αιτούντες επικαλούνται γενικώς το ως άνω Π.Δ., χωρίς όμως να εξειδικεύουν την εφαρμογή των όρων του επί του συγκεκριμένου ακινήτου. Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι ως ανωτέρω αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αληθώς από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου και κώδικα διότι το Εφετείο απέρριψε την αίτησή τους αυτή κατά το προαναφερόμενο αίτημά της ως αόριστη με την προεκτεθείσα αιτιολογία καίτοι κατά τα εκτιθέμενα στην αίτησή τους ζήτησαν τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα του με ΑΚΠ 11 ακινήτου τους των 3.400,42 τ.μ., το μεν και λόγω υψομετρικής αυτού διαφοράς κατά τέσσερα μέτρα από την υπό διάνοιξη οδό και στις δύο από τις τρεις πλευρές του ώστε να μηδενίζεται η δυνατότης οικοδόμησής του εξ αιτίας της διαφοράς αυτής, το δε διότι κατέστη τυφλό αφού καταργείται η υπάρχουσα πρόσβαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση παραδεκτώς (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της με αρ. κατ. 125/2009 αίτησης των έξι πρώτων αναιρεσειόντων προς θεμελίωση του περί ιδιαιτέρας αποζημιώσεως αιτήματος επικαλέστηκαν εκτός από το μη άρτιο και οικοδομήσιμο και τα ως άνω περιστατικά που μειώνουν την αξία του απομένοντος μετά την απαλλοτρίωση ακινήτου ΑΚΠ 11 (ΑΠ 539/2015).

Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τη με αρ. κατ. 126/2009 αίτηση του ένατου και της δέκατης των αναιρεσειόντων ως αόριστη, κατά το αίτημά της περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα του με ΑΚΠ 156 ακινήτου τους επιφανείας 3.854,86 τ.μ. και 11.308,12 τ.μ. καθόσον όπως δέχθηκε "α) για το τμήμα των 3.854,86 τ.μ., που απομένει μετά την απαλλοτρίωση του με ΑΚΠ 156 ακινήτου από το μείζον άρτιο και οικοδομήσιμο ακίνητο (οικόπεδο) των αιτούντων, το οποίο τμήμα που απομένει, είναι, κατ’ αυτούς, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, γιατί οι αιτούντες δεν προσδιορίζουν το χρόνο δημιουργίας του αρχικού ακινήτου, στοιχείο κρίσιμο καθόσον απ’ αυτό, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 1 του Π.Δ. 24/1985, κρίνεται το αναγκαίο ελάχιστο εμβαδόν για την κατά παρέκκλιση αρτιότητα του απομένοντος εκτός της απαλλοτριώσεως τμήματος αυτού και συνακόλουθα η μείωση ή μη της αξίας του και β) για το άλλο τμήμα των 11.308,12 τ.μ. που απομένει μετά την απαλλοτρίωση του με ΑΚΠ 156 ακινήτου από το ίδιο μείζον ακίνητο των αιτούντων, το οποίο τμήμα που απομένει είναι, κατ’ αυτούς "τυφλό", γιατί δεν εκτίθεται αν το μείζον ακίνητο εξυπηρετείτο από δρόμο και με ποιο τρόπο κατέστη περίκλειστο το απομένον τμήμα του και επίσης δεν προσδιορίζεται το ύψος του αυτοκινητοδρόμου στο σημείο του ως άνω ακινήτου, ώστε να κριθεί και εν αμφισβητήσει ν’ αποδειχθεί η μείωση ή μη της αξίας του απομένοντος τμήματος". Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αληθώς από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου και Κώδικα, διότι το Εφετείο, απέρριψε την αίτησή τους αυτή κατά το προαναφερόμενο αίτημά της ως αόριστη, με την προεκτεθείσα αιτιολογία καίτοι με την αίτησή τους ζήτησαν τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης και διότι ο τεμαχισμός του με ΑΚΠ 156 ακινήτου τους στα ως ανωτέρω τμήματα δημιουργεί περιορισμένες δυνατότητες αξιοποίησής τους και η διέλευση των οχημάτων από την υπό κατασκευή οδό θα επιβαρύνει αυτά με ηχητική ρύπανση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση παραδεκτώς (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της ένδικης με αρ. κατ. 126/2009 αίτησης του ένατου και της δέκατης των αναιρεσειόντων, προς θεμελίωση του περί ιδιαιτέρας αποζημιώσεως αιτήματος επικαλέστηκαν εκτός από το μη άρτιο και οικοδομήσιμο και τα ως άνω περιστατικά, που μειώνουν την αξία του απομένοντος μετά την απαλλοτρίωση ακινήτου ΑΚΠ 156 (ΑΠ 539/2015).

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την με αριθμό κατάθ. 125/25-11-2009 αίτηση των έξι (6) πρώτων αναιρεσειόντων κατά το αίτημά της περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομένον εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα του με ΑΚΠ 11 ακινήτου τους (εκτάσεως 3.400,42 τ.μ.) και την από 24-11-2009 και με αριθμό κατάθ. 126/2009 αίτηση του ένατου και της δεκάτης των αναιρεσειόντων κατά το αίτημά της περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομένον εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα του με ΑΚΠ 156 ακινήτου τους (εκτάσεως 3.854,86 τ.μ. και 11.308,12 τ.μ.). Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το ως άνω αναιρούμενο τμήμα στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, πλην του εβδόμου και ογδόου, που κατέθεσαν και προτάσεις, μειωμένη, όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, πλην του εβδόμου και ογδόου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ