Legislator Case Law & Legislation
1237/2008 AI generated

1237/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1237/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1237 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1237/2008

Legislator headnote

AI generated

1237/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1237 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1237/2008

Keywords

AI generated
negligence of the employer employer bankruptcy adhesion civil claim dismissal for economic reasons refusal of employer unemployment insurance claimant
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1237 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1237/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α'1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Δαλιάνη (λόγω κωλύματος του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα), Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Χ, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γεώργιος Μπούσμπουρας.

Της αναιρεσιβλήτου : Ετερρόρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ψ και Σια Ε.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία δεν εκπροσώπησε πληρεξούσιος δικηγόρος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/01.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4514/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7605/2006 του Εφετείου . Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 26.02.2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 24.01.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην κρινόμενη υπόθεση η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, καίτοι αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού της παραπάνω δικασίμου καθώς και κλήσεως για εμφάνιση κατ' αυτή, επιδόθηκε νομίμως, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..... . Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης. Με βάση την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι είναι ελεύθεροι να διαμορφώνουν κατά βούληση τις έννομες σχέσεις τους. Έτσι μπορεί με σύμβαση να συμφωνηθεί μεταξύ του παραχωρούντος με αντάλλαγμα την εκμετάλλευση επιχειρήσεως προς άλλον και του προσώπου προς το οποίο γίνεται η παραχώρηση η ανάληψη εκ μέρους του τελευταίου της υποχρεώσεως της καταβολής εργοδοτικών εισφορών του χρησιμοποιουμένου προσωπικού, που οφείλονται και βεβαιώνονται από το ΙΚΑ, οι οποίες τυπικά βαρύνουν τον παραχωρούντα. Στην περίπτωση αυτή η ενοχή που δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλομένων και η έκταση της σχετικής παροχής διέπεται από τη σύμβαση και δεν έχουν εφαρμογή σε αυτήν οι διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 2, 15 παρ. 1, 17 παρ.1 και 24 παρ. 1 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, που ρυθμίζουν την τήρηση βιβλίων και την παροχή πληροφοριών προς το ΙΚΑ εκ μέρους των εργοδοτών περί των αριθμών του απασχολουμένου προσωπικού του, του χρόνου απασχολήσεως και του συμφωνημένου μισθού που αποτελεί τη βάση υπολογισμού των εισφορών.

Επομένως, για το ορισμένο της αγωγής του παραχωρούντος την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως κατά του αντισυμβαλλομένου του, με την οποία επιδιώκεται η καταβολή των ποσών που αντιστοιχούν στις εις βάρος του από το ΙΚΑ βεβαιωθείσες εργοδοτικές εισφορές, δεν απαιτείται η αναφορά του αριθμού των εργασθέντων και το ύψος των αποδοχών τους, αλλ' αρκεί η μνεία των σχετικών περί επιβολής των εισφορών πράξεων του ΙΚΑ και των βεβαιωθέντων με αυτές χρηματικών ποσών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής της αναιρεσίβλητης εταιρείας η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι με τα αναφερόμενα μεταξύ αφενός αυτής και αφετέρου του αναιρεσείοντος και των συνεργατών του (που δεν είναι διάδικοι) παραχώρησε στους αντισυμβαλλομένους της τη χρήση και εκμετάλλευση νυκτερινού κέντρου διασκεδάσεως για τις περιόδους ("σαιζόν") 1996 -1997 και 1997 - 1998, κατά τις οποίες θα λειτουργούσε στο όνομα της εταιρείας. Ότι ο εναγόμενος ανέλαβε τη υποχρέωση, από κοινού και εις ολόκληρον με τους συνεργάτες του, να πληρώνουν το ΙΚΑ του προσωπικού που θα χρησιμοποιηθεί ...". Ότι αθέτησε την υποχρέωση αυτή, με συνέπεια να βεβαιωθεί από το ΙΚΑ, με την έκδοση σχετικών πράξεών του για εισφορές, πρόσθετες επιβαρύνσεις και σχετικά έξοδα εκτελέσεως, το συνολικό ποσό των 87.937,72 ευρώ, του οποίου την καταψήφιση ζητεί η ενάγουσα. Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι μ' αυτήν ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι ο αντίδικός της, ως έχων κατ' ουσίαν την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως και ασκών τη διαχείρισή της, ανέλαβε την υποχρέωση να πληρώσει τις εργοδοτικές εισφορές του απασχολούμενου υπό οποιαδήποτε ιδιότητα προσωπικού και μάλιστα οποιαδήποτε ποσά, είτε οφειλόμενα είτε βεβαιούμενα, για την αυτή αιτία. Επομένως, η αγωγή στην οποία ιστορείται ότι τα ζητούμενα ποσά, μη καταβληθέντα από τον εναγόμενο, βεβαιώθηκαν εις βάρος της ενάγουσας με τις ειδικώς μνημονευόμενες πράξεις του ΙΚΑ, είναι ορισμένη και από την άποψη αυτή παραδεκτή, έστω και αν δε γίνεται σε αυτή ειδικότερη αναφορά του αριθμού των απασχοληθέντων, του χρόνου απασχολήσεως και του ύψους των αποδοχών τους, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος, εκ του αριθμού 14 (όχι και 1) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατ' ορθήν υπαγωγή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Με το από 24-10-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό που συνήφθη στην Αθήνα η ενάγουσα εταιρεία με την τότε επωνυμία "Ψ - Α και Σία Ε.Ε." υπομίσθωσε στον εναγόμενο ένα κατάστημα, που βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού ....., το οποίο είχε εκμισθώσει και λειτουργούσε στο όνομά της ως νυκτερινό κέντρο διασκεδάσεως, προκειμένου αυτός να το εκμεταλλευτεί με τον συνεργάτη του Β για δύο χειμερινές περιόδους (1996 - 1997 και 1997 - 1998). Η επιχείρηση θα εξακολουθούσε να λειτουργεί υπό την επωνυμία της ενάγουσας, ουσιαστικά όμως θα ασκείτο από τον εναγόμενο και τον εκάστοτε συνεργάτη του, οι οποίοι θα εισέπρατταν αποκλειστικά τα έσοδα από την εκμετάλλευσή του. Για τη χρήση του μισθίου καταστήματος ορίστηκε ως αντάλλαγμα για την περίοδο 1996 - 1997 το ποσό των 23.000.000 δραχμών, καταβλητέο σε δόσεις. Δυνάμει του όρου 5 του άνω συμφωνητικού, ο εναγόμενος ανέλαβε και την υποχρέωση να πληρώνει, μαζί με τον εκάστοτε συνεργάτη του, τις εισφορές του ΙΚΑ του προσωπικού που θα εχρησιμοποιείτο στο άνω κατάστημα, το οποίο τυπικά εφέρετο να απασχολεί ως εργοδότιδα η ενάγουσα. Η παραπάνω σύμβαση λειτούργησε κανονικά κατά την πρώτη συμφωνηθείσα περίοδο 1996 - 1998, όταν δε έληξε η διάρκειά της, η ενάγουσα με νέο ιδιωτικό συμφωνητικό, την 1-9-1998, παραχώρησε εκ νέου στον εναγόμενο και τον νέο συνεργάτη του Γ, τη χρήση και εκμετάλλευση του παραπάνω καταστήματος για την επόμενη χρονική περίοδο (σεζόν) 1998 - 1999, αντί συνολικού ανταλλάγματος 15.000.000 δραχμών, με τους ίδιους κατά τα λοιπά ως άνω όρους, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβανόταν και η πρόσθετη υποχρέωση του εναγομένου για την καταβολή των άνω εισφορών του ΙΚΑ. Σε εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων ο εναγόμενος χρησιμοποίησε και εκμεταλλεύθηκε το κατάστημα κατά το χρονικό διάστημα 1996 -1999, χωρίς όμως να τηρήσει την πρόσθετη ειδική συμβατική του υποχρέωση να καταβάλει τις εισφορές προς το ΙΚΑ, με αποτέλεσμα να επιβληθούν σε βάρος της ενάγουσας οι καθυστερούμενες οφειλόμενες εισφορές, προσαυξήσεις και έξοδα του ΙΚΑ για τους εργαζομένους στο μίσθιο κατάστημα, αφού η επιχείρηση λειτουργούσε στο όνομά της. Περαιτέρω το Δικαστήριο στην απόφασή του αναφέρει ειδικώς τις σχετικές πράξεις επιβολής εισφορών (ΠΠΕ) και παραστατικά που εξέδωσε το ΙΚΑ με τα συγκεκριμένα ποσά, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 87.937,72 ευρώ, σημειώνει δε ότι ορισμένες από τις εν λόγω ΠΠΕ "αφορούσαν επισκευαστικές - τροποποιητικές εργασίες που έγιναν από τον εναγόμενο στο πάτωμα του καταστήματος χωρίς ενημέρωση της ενάγουσας, και για τις οποίες οφείλονταν, κατ' ορθή ερμηνεία της σύμβασης κατ' άρθρα 173, 200 ΑΚ, ασφαλιστικές εισφορές, με χρέωση του εναγομένου". Ακολούθως το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή είναι βάσιμη κατ' ουσίαν. Ενόψει της κατά τα άνω διαμορφώσεως της αγωγικής βάσεως και των πραγματικών παραδοχών του Εφετείου, κατά τις οποίες τα βεβαιωθέντα από το ΙΚΑ ποσά αφορούν προσωπικό που χρησιμοποιήθηκε από τον εναγόμενο, που είχε αναλάβει αδιακρίτως τη σχετική υποχρέωση έναντι της ενάγουσας, το δικαστήριο της ουσίας, με την ως άνω κρίση του, αφενός δεν παραβίασε τις μη εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 2, 15 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 24 παρ. 1 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ και αφετέρου διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ο δε αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, η παραδοχή του Εφετείου ότι μεταξύ των οφειλομένων είναι και κονδύλια εργοδοτικών εισφορών για επισκευαστικές εργασίες δεν αποτελεί πράγμα μη προταθέν. Διότι εμπεριέχεται στον αγωγικό ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής εργοδοτικών εισφορών για το χρησιμοποιούμενο από αυτόν προσωπικό, ο οποίος διατυπώνεται γενικώς, χωρίς να κάνει διάκριση των εισφορών με βάση το είδος των υπηρεσιών που το προσωπικό αυτό παρέχει.

Συνεπώς, ο τέταρτος εκ του αριθμού 8 (κατ' ορθή υπαγωγή όχι και 1 και 14) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την εν λόγω παραδοχή έλαβε υπόψη πράγμα μη προταθέν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι η υποχρέωσή του για την πληρωμή εργοδοτικών εισφορών αφορούσε κατά τη σύμβαση μόνο τις χειμερινές περιόδους. Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που διαλαμβάνονται σ' αυτό. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η πλημμέλεια υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου αποδίδει σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και όχι όταν, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει, από λανθασμένη εκτίμηση, σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση των πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Συνακολούθως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, που αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της παραμορφώσεως του από 24-10-196 συμφωνητικού μεταξύ των διαδίκων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Διότι όπως διατυπώνεται το αναιρετήριο, όπου η αιτίαση εντοπίζεται ειδικότερα στο ότι το δικαστήριο δέχθηκε όχι ότι το εν λόγω συμφωνητικό έχει περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, αλλ' ότι αποδείχθηκαν γεγονότα διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στο έγγραφο, η αποδιδόμενη στην απόφαση πλημμέλεια συνίσταται όχι σε διαγνωστικό λάθος, κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά σε σφάλμα εκτιμήσεως του περιεχομένου του. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου οι ερμηνευτικοί των δικαιοπραξιών κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό η αμφιβολία ως προς την έννοια της δηλώσεως της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να γίνεται εμμέσως (Ολ.ΑΠ 26/2004), χωρίς να διατυπώνεται αυτή ρητώς και πολύ περισσότερο να εξειδικεύεται από ποιο σημείο ακριβώς της δικαιοπραξίας συνάγεται το κενό ή η αμφιβολία. Στην προκειμένη περίπτωση από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού προηγουμένως διαπίστωσε εμμέσως ασάφεια της συμβάσεως ως προς την εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ανάληψη της υποχρεώσεως καταβολής ασφαλιστικών εισφορών σε σχέση ειδικότερα με την απασχόληση προσωπικού για την εκτέλεση επισκευαστικών - τροποποιητικών εργασιών. Επομένως ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., διότι εφάρμοσε τους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες χωρίς να διευκρινίζει από ποιο ακριβώς σημείο της επίδικης συμβάσεως συνήγαγε το όποιο κενό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.2.2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 7605/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9.5.2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ