Legislator Case Law & Legislation
1237/2007 AI generated

1237/2007 · 1237/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1237/2007
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 1237 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1237/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1΄ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο ΝικάκÎ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 1237/2007

Απόφαση 1237 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1237/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Νοτάρη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ε. & Κ. Καψάλης Α.Ε.", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ψ1, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αρίστιππο Μαστρογιάννη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 639/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3641/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-12-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 8-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ. πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψεως πραγμάτων που δεν προτάθηκαν παραδεκτώς και συγκεκριμένα του απαραδέκτως με την προσθήκη των πρωτοδίκων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων προταθέντος ισχυρισμού περί σιωπηράς καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως του αναιρεσείοντος με οικειοθελή αποχώρηση από την εργασία του (σιωπηρή παραίτηση). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρωτοδίκων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων, ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός τους είχε προβληθεί παραδεκτά δια του κυρίου σώματος και όχι με την προσθήκη των εν λόγω προτάσεών τους. Από τα άρθρα 167, 232, 233, 238, 669, 672, 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας που έγινε στο όνομα του νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού το οποίο δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση είναι ανυπόστατη. Στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη έναντι του μισθωτού, ο οποίος έπαυσε να προσέρχεται στην υπηρεσία του εξαιτίας της ανυπόστατης καταγγελίας, για την πληρωμή μισθών υπερημερίας. Αν όμως, μετά την ανυπόστατη καταγγελία, ο μισθωτός προσφέρεται στην παροχή των υπηρεσιών του και το νομικό πρόσωπο τις αποκρούει τότε περιέρχεται πλέον τούτο σε υπερημερία και υποχρεώνεται να καταβάλει στον εναγόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές υπερημερίας. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του ν. 2112/20, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4558/30, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του για λόγο που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχείας ή στην κατά το ν. 3514/28 στράτευση αυτού, αλλά σε άλλη αιτία, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, την αιτία και τη χρονική διάρκεια αυτής, καθώς και την υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του μισθωτού, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική και ανεξάρτητα από την πρόθεση του μισθωτού να λύσει ή όχι την εργασιακή σύμβαση, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρά δήλωση βουλήσεώς του να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή σιωπηρά εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως. Τέλος οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. α΄ και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, στην περίπτωση που αφορά σε παραβίαση των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο μετά την ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: Η πρώτη των εναγομένων και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρία "Ε και Κ Καψάλης ΑΕ" συστήθηκε το Φεβρουάριο του 2000, με σκοπό τη δημιουργία και εκμετάλλευση εστιατορίων και συναφών επιχειρήσεων, και από τις 25-10-2000 λειτουργεί ένα πολυτελές εστιατόριο στην ...., με το διακριτικό τίτλο "....". Στις 4-10-2000 αυτή προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως μπάρμαν, αντί ημερομισθίου 12.000 δραχμών. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ο ενάγων απασχολήθηκε στην πρώτη εναγόμενη, αρχικά ως μπάρμαν και από το Σεπτέμβριο του 2001, λόγω μειώσεως της κινήσεως στο μπαρ του εστιατορίου, ως μπάρμαν και ως βοηθός του υπεύθυνου τροφοδοσίας και μετρ του εστιατορίου ...... και πρόσφερε κανονικά τις υπηρεσίες του στην πρώτη εναγόμενη μέχρι τις 24-1-2002. Στις 23-1-2002 ο Ζ1, μη διάδικος στην παρούσα κατ' έφεση δίκη (τρίτος εναγόμενος), στον οποίο η δεύτερη εναγόμενη Ψ1, νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνουσα σύμβουλος της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, είχε παραχωρήσει άτυπα την εξουσία να ελέγχει το προσωπικό και να δίνει σ' αυτό εντολές και οδηγίες σχετικά με την άσκηση των καθηκόντων του, ζήτησε από τον ενάγοντα να δώσει ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία θα χρησιμοποιούσε η πρώτη εναγόμενη εργοδότριά του προς αντίκρουση αγωγής του πρώην υπαλλήλου της Φ1, που επρόκειτο να συζητηθεί στις 25-1-2002. Στις 24-1-2002 ο ενάγων, καθ' υπόδειξη του προαναφερόμενου Ζ1, μετέβη στο γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου της εργοδότριάς του Δ. Κολοκοτρώνη, όπου του επιδείχθηκε το κείμενο της ένορκης βεβαιώσεως και του ζητήθηκε να βεβαιώσει ένορκα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών το περιεχόμενό του. Ο ενάγων αρνήθηκε, επειδή το κείμενο που του επιδείχθηκε παρουσίαζε ανακρίβειες και ανέφερε γεγονότα τα οποία δεν είχαν υποπέσει στην αντίληψή του. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πρώτης εναγόμενης ενημέρωσε αμέσως τηλεφωνικά τον τρίτο εναγόμενο, ο οποίος εξοργίστηκε και απευθυνόμενος προς τον ενάγοντα, προς τον οποίο είχε τείνει το ακουστικό ο πιο πάνω δικηγόρος, του δήλωσε ότι απολύεται. Ο πιο πάνω Ζ1 δεν ήταν μέτοχος ούτε νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης ΑΕ. Σύμφωνα δε με το άρθρο 20 του 23-10-99 καταστατικού της τελευταίας το ΔΣ αυτής μπορεί να αναθέτει εγγράφως την άσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του, καθώς και την εκπροσώπηση της εταιρείας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα μέλη ή όχι αυτού. Μεταξύ των πράξεων που μπορούσαν να ανατεθούν σε τρίτο πρόσωπο, σύμφωνα με την πιο πάνω αναφερόμενη στο καταστατικό διαδικασία, περιλαμβάνεται και η πρόσληψη και απόλυση του προσωπικού. Όμως στον Ζ1 δεν είχε δοθεί η εξουσία καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων του προσωπικού, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 20 του καταστατικού της πρώτης εναγόμενης, έπρεπε να έχει γίνει εγγράφως, αλλά και με το άρθρο 217 εδ. β΄ ΑΚ, καθόσον η καταγγελία συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη προϋποθέτει έγγραφο τύπο γι' αυτό και η δήλωση προς τον Ζ1 έπρεπε να υποβληθεί στον ίδιο ως άνω έγγραφο τύπο. Επομένως, ο Ζ1 στον οποίο δεν προέκυψε ότι είχε ανατεθεί από ΔΣ της πρώτης εναγόμενης η αρμοδιότητα να απολύει το προσωπικό δεν είχε αρμοδιότητα από το νόμο ή το καταστατικό της εργοδότριας να απολύσει τον ενάγοντα, γι' αυτό και η δήλωσή του προς αυτόν ότι απολύεται είναι ανυπόστατη, ανεξάρτητα του ότι έγινε χωρίς τις διατυπώσεις του νόμου και γι' αυτό η εργοδότρια δεν υπέχει ευθύνη για την καταβολή μισθών υπερημερίας. Στη συνέχεια ο ενάγων, που θεώρησε εαυτόν θιγέντα από τη συμπεριφορά του Ζ1, δεν προσήλθε στην εργασία του στις 25, 26 και 28/11/2002 (Παρασκευή. Σάββατο και Δευτέρα). Στις 29-1-2002 και ώρα 12 η πρώτη εναγόμενη κοινοποίησε στον ενάγοντα το από 28-1-2002 εξώδικό της με το οποίο τον καλούσε αμέσως με την επίδοση αυτού να προσέλθει στην εργασία του δηλώνοντάς του ότι διαφορετικά θα τον θεωρούσε αδικαιολόγητα απόντα και οικειοθελώς αποχωρήσαντα. Την ίδια ημερομηνία και περί ώρα 18.20 ο ενάγων κοινοποίησε στην εναγόμενη το από 28-1-2002 εξώδικό του, στο οποίο ανέφερε ότι απολύθηκε αδικαιολόγητα μέσω του Ζ1 λόγω της αρνήσεώς του να καταθέσει σε βάρος του Φ1, ότι ουδέποτε αυτός αρνήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, ότι είναι πρόθυμος να επανέλθει στην εργασία του και καλούσε την εργοδότριά του να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωσή του εντός τριών ημερών, δηλώνοντάς της συγχρόνως ότι σε αντίθετη περίπτωση θα ασκούσε όλα τα νόμιμα δικαιώματά του. Η πρώτη εναγόμενη ακολούθως στις 6-2-2002 κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 5-2-2002 έγγραφη δήλωσή της με την οποία δήλωνε ότι θεωρούσε την αδικαιολόγητη μη προσέλευσή του στην εργασία από 25-1-2002 έως 5-2-2002 ως οικειοθελή παραίτηση την οποία και αποδέχεται και προέβη σε αναγγελία οικειοθελούς αποχωρήσεως μισθωτού στον ΟΑΕΔ. Ο ενάγων, που στις 28-1-2002 προσέφυγε στην επιθεώρηση εργασίας παραπονούμενος για τη μη νόμιμη από 24-1-2002 καταγγελία της συμβάσεώς του, δεν προσήλθε στην εργασία του από τις 25 -1-2002 λόγω της ως άνω συμπεριφοράς του Ζ1 για τον οποίο όμως γνώριζε ότι δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριάς του. Επίσης, αυτός δεν προσήλθε για να προσφέρει την εργασία του ούτε μετά την 28-1-2002 πρόσκληση της τελευταίας, που του κοινοποιήθηκε στις 29-1-2002, περιοριζόμενος να δηλώσει ότι προσφέρει τις υπηρεσίες του και είναι πρόθυμος να επανέλθει στην εργασία του με την από 28-1-2002 δήλωσή του, Όμως, η πιο πάνω ρηματική μόνο προσφορά της εργασίας του, που μάλιστα έγινε μετά την πρόσκληση της εναγόμενης εργοδότριάς του να προσέλθει στην εργασία του, δεν συνιστά πραγματική και προσήκουσα προσφορά της εργασίας του, αφού αυτός όφειλε να προσέρχεται στο κατάστημα της πρώτης εναγομένης και να προσφέρει την εργασία του, λαμβανομένου κυρίως υπόψη και του ότι προσκλήθηκε γι' αυτό από αυτή. Ως εκ τούτου, με βάση τα πιο πάνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν αποδεικνύεται, μετά την από 24/1/2002 ανυπόστατη καταγγελία, υπερημερία της εναγομένης εργοδότριας εφόσον δεν προέκυψε πραγματική και προσήκουσα προσφορά της εργασίας του ενάγοντος και απόκρουση αυτής από τη εργοδότρια ούτε δήλωση της τελευταίας ότι δεν αποδέχεται την εργασία του και ως εκ τούτου αυτή (πρώτη εναγόμενη) δεν του οφείλει μισθούς υπερημερίας. Περαιτέρω, η αποχή του ενάγοντος από την εργασία του από τις 25-1-2002, δηλαδή μετά την κατά τα άνω ανυπόστατη καταγγελία που έγινε από τον Ζ1, για τον οποίο ο ενάγων γνώριζε ότι δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριάς του, αφού νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ήταν η δεύτερη εναγόμενη Ψ1, γεγονός γνωστό σε αυτόν, η συνέχιση της αποχής από την εργασία του και μετά την από 28-1-2002 πρόσκληση της εργοδότριας να προσέλθει στην εργασία του διότι άλλως θα εθεωρείτο ότι απεχώρησε οικειοθελώς, η μετά την ως άνω πρόσκληση εξώδικη δήλωσή του προς την εργοδότρια ότι είναι πρόθυμος να επανέλθει στην εργασία του χωρίς ποτέ να το πράξει, ενώ συγχρόνως, με τη ίδια εξώδικη δήλωσή του, ζητεί να του καταβληθεί αποζημίωση απολύσεώς, η ενέργειά του να καταθέσει την ίδια ημέρα κοινοποιήσεώς της ως άνω εξώδικης δήλωσης στη εργοδότριά του, ήτοι στις 29-1-02, ως μάρτυρας αποδείξεως του Φ1 (κατά της εργοδότριάς του), γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν είχε πρόθεση να επανέλθει στην εργασία του και ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι η δήλωσή του να επανέλθει στην εργασία του που έκαμε την ίδια ημέρα προς την πρώτη εναγόμενη, είναι προσχηματική και η συνεχόμενη απόχή του από την εργασία του μέχρι τις 5-2-2002 θωρείται, κατ' αντικειμενική κρίση, λαμβανομένων υπόψη της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ότι συνιστά σιωπηρή δήλωση βουλήσεως του ενάγοντος για τη λύση της συμβάσεως εργασίας και ως εκ τούτου αυτός δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας ή αποζημίωση απολύσεως. Ακολούθως το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως και των προσθέτων λόγων των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε αποφανθεί αντιθέτως, δηλαδή ότι όχι ο αναιρεσείων αλλά η πρώτη των αναιρεσιβλήτων προήλθε την 6-2-2002 σε σιωπηρή καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς τα πρωτοδίκως γενόμενα δεκτά κεφάλαιά της για αναγνώριση της ακυρότητας της ως άνω καταγγελίας και για επιδίκαση μισθών υπερημερίας στον αναιρεσείοντα. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών και συγκεκριμένα εκείνους των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, με προσφυγής τους κανόνες αυτούς, αναφορικά με τη συνδρομή οικειοθελούς αποχωρήσεως (σιωπηράς παραιτήσεως) του αναιρεσείοντος, εναρμονίζεται με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προπαρατεθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέοντες, λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-12-2004 αίτηση του .... για αναίρεση της 3641/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ