Supreme Court allows appeal against labor contract termination due to statute of limitations error by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against a first-instance judgment dismissing a labor contract termination claim based on the statute of limitations. The appellant argued the lower court erred in applying Articles 914, 932, and 937 of the Civil Code regarding the calculation of the limitation period. The Court found this error constituted a reversible defect under Article 559 of the Code of Civil Procedure, ordering the case remitted for retrial while rejecting the appellant's separate claim regarding insufficient reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 932, 937 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A lower court's erroneous application of limitation period statutes constitutes a reversible defect warranting the remittal of the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1236 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1236/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Γ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Δικαίο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία ………, που εδρεύει στον ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα, (πρώην ……..), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δευκαλίωνα Ρεδιάδη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/1/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3897/2015 εν μέρει οριστική, 4914/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 503/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/10/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παρ. 3 περιπ. Β υποπερ. δ του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 495 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου και όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε εκ νέου στη συνέχεια με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22.12.2016) με χρόνο έναρξης ισχύος του από 23 Ιανουαρίου 2017 (άρθρο 45 αυτού), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατ' αποφάσεων Εφετείου (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται από 23.1.2017 στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθ. 3 και 5 (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας) και 592 παρ. 1 (γαμικές διαφορές, διαφορές από ελεύθερη συμβίωση, διαφορές από σχέσεις γονέων και τέκνων και λοιπές οικογενειακές διαφορές).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 25.10.2019 και με αριθμό κατάθεσης 1096/89/2019 αίτησης αναίρεσης της με αριθμό 503/6.9.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με αντικείμενο την επιδίκαση στον ενάγοντα -αναιρεσείοντα από την εναγομένη -αναιρεσίβλητη αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του, που προκλήθηκε από ναυτικό εργατικό ατύχημα, ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη του με αριθμό ….
ηλεκτρονικού παραβόλου ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ και της από …. απόδειξης ηλεκτρονικής του πληρωμής μέσω της Τράπεζας Πειραιώς για την άσκηση της ένδικης αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 144/2019).
Με την κρινόμενη από 25.10.2019 και με αριθμό κατάθεσης 1096/89/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 503/6.9.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία συνεκδίκασε την από 5.2.2018 και με αριθμό κατάθεσης 1304/89/2018 έφεση και τους από 20.9.2018 και με αριθμό κατάθεσης 1017/205/2018 πρόσθετους λόγους έφεσης του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και την από 2.2.2018 και με αριθμό κατάθεσης 1301/88/2018 έφεση και τους από 7.1.2019 και με αριθμό κατάθεσης 9/5/2019 πρόσθετους λόγους έφεσης της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, δέχθηκε τυπικά και τις δύο εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους έφεσης, απέρριψε κατ' ουσία την από 5.2.2018 έφεση και τους από 20.9.2018 πρόσθετους λόγους έφεσης του ενάγοντος -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος, δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 20.9.2018 έφεση και τους από 7.1.2019 πρόσθετους λόγους έφεσης της εναγομένης -εκκαλούσας- αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε τη με αριθμό 4914/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και τη συμπροσβαλλόμενη με αυτή με αριθμό 3897/2015 εν μέρει οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δικάσει αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών την από 19.1.2015 και με αριθμό κατάθεσης 932/507/2015 αγωγή, είχε δεχθεί εν μέρει αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη και είχε υποχρεώσει την εναγομένη -αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα -αναιρεσείοντα το ποσό των 19.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 24.9.2015 και, επιπλέον, είχε αναγνωρίζει την υποχρέωσή της να του καταβάλει το ποσό των 94.800 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 24.9.2015 ως αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών και ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, την οποία υπέστη κατά το ναυτικό εργατικό ατύχημα, που περιγράφεται στις πρωτόδικες αποφάσεις.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω παραγραφής των αξιώσεων που ασκήθηκαν με αυτή. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης στον αναιρεσείοντα στις 26.9.2019, σύμφωνα με τη σφραγίδα που έχει τεθεί στο πρώτο της φύλλο από τον δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου … ...
και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου … στις … ημέρα …. , δηλαδή την επομένη των μη εξαιρετέων (Σαββάτου - Κυριακής και 28ης Οκτωβρίου) ημερών (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγω αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 932 Α.Κ. και 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 Α.Κ. συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται αξίωση αποζημίωσης υπέρ του ζημιωθέντος για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (ΑΠ 401/2020, ΑΠ 747/2018, ΑΠ 1489/2007).
Επίσης κατά το άρθρο 261 εδαφ. α του ΑΚ η παραγραφή διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με την άσκηση της αγωγής,δηλαδή με την επίδοση αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ1405/2019, ΑΠ950/2015) και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Το διακοπτικό, δηλαδή. αποτέλεσμα της παραγραφής που επέφερε η έγερση της αγωγής αίρεται με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, η οποία απορρίπτει την αγωγή για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν εγερθεί αγωγή μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της απόφασης, οπότε αναβιώνει η διακοπή της παραγραφής.
Ως επανέγερση δε της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή, από τον διάδοχο του, κατά του ίδιου εναγομένου, ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή κατά του διαδόχου του, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία (ΑΠ 51/2021, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 125/2020, ΑΠ 1102/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Συνεπώς, η παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 69 παρ. 1δ και 218 του ΚΠολΔ, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1039/2020, ΑΠ 930/2017). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. (ΑΠ 134/2021, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009).
Εξ άλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1042/2020, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 1184/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων κύρους της (Ολ.ΑΠ 12/2000, ΑΠ 1642/2017).
Εξάλλου, από τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 561 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 355/2020).
Τέλος, η παράγραφος 2 του άρθρου 561 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ένδικων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης, αλλά επιτρέπει την εξέταση αν από την εκτίμηση διαδικαστικών εγγράφων, που περιλαμβάνει τη νοηματικά ορθή ανάγνωσή τους, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 904/2010, ΑΠ 231/2004).
Ειδικότερα, η νομική παραδοχή της κυριαρχικής εκτίμησης από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου της αγωγής τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι αυτή (η εκτίμηση) ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής (ΑΠ 1239/2020). Έτσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 (και όχι 8) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο αξίωσε για την εφαρμογή της διάταξης που εφάρμοσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 904/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 19.1.2015 και με αριθμό κατάθεσης 932/507/2015 ένδικη αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που καταρτίσθηκε στις 22.9.2000, προσλήφθηκε και ναυτολογήθηκε με την ειδικότητα του επίκουρου, σύμφωνα με τους όρους της οικείας Ελληνικής Συλλογικής Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας, στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό-οχηματαγωγό πλοίο "… ", που εκείνη την εποχή ανήκε στην εταιρεία "….", φέρουσα πλέον την επωνυμία "… Ανώνυμη Ναυτιλιακή Εταιρεία" και εφοπλίζετο από αυτή (δηλαδή από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη) .
Ότι από την πρόσληψή του και μέχρι τις …. παρείχε κανονικά την εργασία του επί του πλοίου. Ότι στις …. το πλοίο αυτό απέπλευσε από το λιμάνι του …. για να εκτελέσει το δρομολόγιο "….." και ότι κατά την προσέγγιση στη νήσο …. προσέκρουσε με όλη του την ταχύτητα στις βραχονησίδες "…." που βρίσκονται έξω από το λιμάνι της, με αποτέλεσμα μετά από λίγη ώρα να βυθιστεί υπό τις συνθήκες που αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή.
Ότι το ναυάγιο αυτό προκλήθηκε από ενδεχόμενο δόλο, άλλως από ενσυνείδητη αμέλεια των προστηθέντων οργάνων της πλοιοκτήτριας, εξαιτίας των υπαίτιων πράξεων και παραλείψεών τους, όπως αυτές ειδικότερα περιγράφονται στο δικόγραφο της αγωγής, καθώς και εξαιτίας των αναφερόμενων παραβάσεων των ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για την ασφάλεια των επιβατών και του πληρώματος των πλοίων.
Ότι ο ενάγων διασώθηκε χωρίς να τραυματιστεί, όμως λόγω του τρόμου και της ψυχικής ταλαιπωρίας που βίωσε κατά το ναυάγιο, υπέστη σοβαρότατο κλονισμό της ψυχικής του υγείας, βαρύτατης μορφής κατάθλιψη και ψυχωσική συνδρομή, εξαιτίας της οποίας κατέστη ανίκανος προς εργασία, η ανικανότητά του δ' αυτή είναι μόνιμη και διαρκής, εξέλιξη που διαγνώσθηκε μεταγενέστερα του ναυαγίου, αρχικά το έτος …..
και οριστικά το έτος ….. Ότι την …. προέβη στην κατάρτιση συμβιβασμού ενώπιον του Ειρηνοδίκη …. με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που του προκλήθηκε εξαιτίας της ψυχικής δοκιμασίας, στην οποία υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια του ναυαγίου. Ότι σύμφωνα με το συμβιβασμό αυτό, που περιέχεται στα με αριθμό 203/2000 πρακτικά του Ειρηνοδικείου …, εισέπραξε το καθαρό ποσό του ….
δρχ. παραιτούμενος ταυτόχρονα από οποιαδήποτε άλλη αξίωσή του από το ένδικο ναυάγιο. Ότι κατά το χρόνο του ανωτέρω συμβιβασμού, αφενός μεν δεν είχε διαύγεια και συνείδηση των πραττομένων του και των συνεπειών τους λόγω της μεγάλης ψυχικής ταραχής υπό την οποία βρισκόταν από το πρόσφατο ναυάγιο και δεν γνώριζε ότι τα προβλήματα στην ψυχική του υγεία δεν ήταν παροδικά αλλά μόνιμα και ότι θα εξελίσσονταν έτσι ώστε να καταστεί ανίκανος για εργασία, αφετέρου δε η εναγομένη του είχε δημιουργήσει την πεποίθηση δια του εκπροσώπου της ότι έχει υπογράψει ένα απλό πρακτικό συμβιβασμού, που αφορά μόνο την ταλαιπωρία του κατά τη νύκτα του ναυαγίου και ότι, εάν υπέγραφε τον συμβιβασμό, θα τον επαναπροσλάμβανε και θα τον στήριζε οικονομικά.
Ότι αργότερα, όταν, λόγω του ως άνω ναυαγίου, εκδηλώθηκαν περαιτέρω προβλήματα στην ψυχική του υγεία, τα οποία δεν θεραπεύονταν με τη φαρμακευτική αγωγή που ακολουθούσε, η εναγομένη, επικαλούμενη τον συμβιβασμό, αρνήθηκε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της να τον αποζημιώσει και να του καταβάλει χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της περαιτέρω ηθικής του βλάβη.
Ότι για το λόγο αυτό άσκησε σε βάρος της την από 13.9.2005 αγωγή του και στη συνέχεια την από 8.10.2010 αγωγή του, με τις οποίες ζήτησε για τις ως άνω αιτίες να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει ως αποζημίωση και ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης τα σε αυτές αναγραφόμενα κονδύλια, αναγνωριζόμενης, άλλως κηρυσσομένης της ακυρότητας του συμβιβασμού και οι οποίες απορρίφθηκαν η μεν πρώτη με τη με αριθμό 5396/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ως αόριστη, η δε δεύτερη με τη με αριθμό 2568/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς λόγω του παραχθέντος από την πρώτη απόφαση δικονομικού δεδικασμένου, αφού κρίθηκε ότι δια της εν λόγω (δεύτερης) αγωγής δεν διευκρινίσθηκαν επαρκώς οι κριθείσες αοριστίες σε σχέση με την υπαιτιότητα της εναγομένης και ότι κατόπιν αυτών ασκεί μέσα στην οριζόμενη από το νόμο προθεσμία την ένδικη αγωγή του, συμπληρώνοντας τα θέματα αυτής που κρίθηκαν αόριστα.
Ότι ο καταρτισθείς συμβιβασμός αφορά στην αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης μόνο για την ψυχική ταλαιπωρία που υπέστη κατά τη νύκτα του ναυαγίου και δεν καταλαμβάνει και τις ένδικες αξιώσεις του, δηλαδή την ηθική του βλάβη και την απώλεια εισοδήματος από τη βλάβη της υγείας του και την εξ αυτής προκληθείσα μόνιμη και πλήρη ανικανότητά του προς εργασία, καθόσον αυτός κατά το χρόνο κατάρτισης του συμβιβασμού δεν γνώριζε ποια ήταν η πραγματική κατάσταση της υγείας του, η δε ανωτέρω δυσμενής εξέλιξη αυτής διαπιστώθηκε σε μεταγενέστερο του συμβιβασμού χρόνο, αρχικά τον Ιούλιο …, όταν νοσηλεύθηκε στην ψυχιατρική κλινική "…" με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και οριστικά το έτος 2004, όταν διαπιστώθηκε αφενός το μη αναστρέψιμο της πάθησής του και αφετέρου η πλήρης και μόνιμη ανικανότητά του προς εργασία και ότι όλα τα ανωτέρω δεν ήταν γνωστά ούτε ήταν δυνατόν να διαπιστωθούν κατά το χρόνο κατάρτισης του από … συμβιβασμού.
Ότι εξαιτίας της απρόβλεπτης δυσμενούς εξέλιξης της υγείας του, υπέστη ηθική βλάβη, πέραν εκείνης στην οποία αφορά ο συμβιβασμός, για την οποία δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, καθώς και περαιτέρω ζημία συνιστάμενη στην απώλεια εισοδήματος. Ότι η άρνηση της εναγομένης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της με το πρόσχημα του συναφθέντος συμβιβασμού αντίκειται στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη (άρθρο 281 Α.Κ.), καθόσον αυτή εκμεταλλεύθηκε τη θέση ισχύος της, την αδυναμία του να διαπραγματευθεί και την διαταραγμένη ψυχολογική του κατάσταση.
Ότι, επιπρόσθετα, ο συμβιβασμός είναι άκυρος ως αντίθετος στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών, καθόσον κατά το χρόνο σύναψής του δεν είχαν διαγνωσθεί οι προαναφερόμενες δυσμενείς συνέπειες που το ναυάγιο προκάλεσε στην υγεία του, τις οποίες, εάν ο ίδιος γνώριζε, δεν θα προέβαινε στο συμβιβασμό που η εναγομένη επικαλείται για να αποφύγει την ικανοποίηση των ένδικων αξιώσεών του.
Ότι, τέλος, ο από …. συμβιβασμός είναι άκυρος καθόσον: α) οι ένδικες αξιώσεις του δεν ήταν γνωστές κατά το χρόνο κατάρτισης του συμβιβασμού και επομένως δεν κατέστησαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι παραιτήθηκε από αυτές, αφού κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη μονομερή παραίτηση από αξίωση, β) το καταβληθέν ποσό του συμβιβασμού υπολείπεται κατά ποσοστό άνω του 15% των αξιώσεών του, γ) κατά το χρόνο κατάρτισής του τελούσε σε τέτοια ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του και τον καθιστούσε ανίκανο για δικαιοπραξία και δ) ο συμβιβασμός συνήφθη λόγω πλάνης που του δημιούργησε η εναγομένη με την περιγραφείσα συμπεριφορά της, η οποία πλάνη διήρκησε έως το τέλος του έτους ….
Με βάση τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά, και όπως παραδεκτά περιόρισε πρωτοδίκως τα αιτήματά του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει με απόφαση, που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, το ποσό των 19.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης κα να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει:
α) ποσό 36.000 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη (απώλεια εισοδημάτων από αρχές του έτους 2001 και επί 14 έτη), β) ποσό 19.200 ευρώ για μελλοντική του ζημία (απώλεια εισοδημάτων για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής) και γ) ποσό 481.000 ευρώ ως επιπλέον χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όλα τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της από 13.9.2005 όμοιας αγωγής του, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής μέχρι την εξόφλησή τους.
Επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι ο συμβιβασμός εκτείνεται και στις ανωτέρω αξιώσεις του, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα αυτού για τους ως άνω λόγους, άλλως να κηρυχθεί αυτός άκυρος και συνακόλουθα να γίνει δεκτή η αγωγή του κατά τα αιτήματά του. Επικουρικότερα ζήτησε τα ως άνω ποσά λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 3897/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η οποία με οριστικές της διατάξεις απέρριψε: α) ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, β) ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από το 140 ΑΚ βάση της αγωγής (ακύρωση του ένδικου συμβιβασμού λόγω πλάνης) λόγω απόσβεσης του σχετικού δικαιώματος σύμφωνα με το άρθρο 157 ΑΚ και γ) ως απαράδεκτη την αξίωση για ακύρωση του συμβιβασμού ως καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας λόγω του δεδικασμένου που απορρέει από τη με αριθμό 5396/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που έκρινε την από 13.9.2005 ομοίου περιεχομένου αγωγή του ενάγοντος και απέρριψε αυτή λόγω αοριστίας, κρίνοντας ότι στην ένδικη αγωγή η συγκεκριμένη αξίωση παρίσταται καθ' όμοιο τρόπο αόριστη.
Κατά τα λοιπά έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη και, αφού εκτίμησε τις αποδείξεις, έκρινε ότι αποκλειστικώς υπαίτιοι της πρόκλησης του περιγραφόμενου στην αγωγή ναυαγίου είναι οι αναφερόμενοι προστηθέντες της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, καθώς και η ίδια η εναγομένη και, προκειμένου να διαπιστωθεί η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος και οι εξ αυτής συνέπειες, διέταξε πραγματογνωμοσύνη.
Μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης και την περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης, εκδόθηκε η με αριθμό 4914/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο: α) απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση παραγραφής όλων των αγωγικών αξιώσεων, που είχε προτείνει η εναγομένη -αναιρεσείουσα, κατά παραδοχή της σχετικής αντένστασης του ενάγοντος -αναιρεσείοντος, ότι η παραγραφή των επιδίκων αξιώσεων είχε διακοπεί με την άσκηση της από 13.9.2005 αγωγής, της από 8.1.2010 αγωγής και της από 27.10.2014 αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας ο ενάγων παραιτήθηκε με την ένδικη αγωγή, β) απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγή ως προς τα αιτήματά της για αναγνώριση της ακυρότητας του από 1.11.2000 συμβιβασμού λόγω δικαιοπρακτικής ανικανότητας του ενάγοντος -αναιρεσείοντος, λόγω αντίθεσής του στα χρηστά ήθη και ως καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας, γ) απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της εναγομένης -αναιρεσίβλητης και δ) αφού έκρινε ότι ο ενάγων -αναιρεσείων πάσχει από ψυχωσική συνδρομή με συναισθηματικούς συντελεστές -σχιζοφρένεια υπολειμματικού τύπου, εξαιτίας της οποία κατέστη ανίκανος για εργασία, πάθηση που συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ναυάγιο και αποτελεί απρόβλεπτη κατά το χρόνο σύναψης του από … συμβιβασμού δυσμενή εξέλιξη της υγείας του, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή για το ποσό των 113.800 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ύψους 100.000 ευρώ και σε αποζημίωση λόγω διαφυγόντος εισοδήματος ποσού 13.800 ευρώ, απορρίπτοντας την αξίωση για διαφυγόν εισόδημα χρονικού διαστήματος πέραν των 69 μηνών από το έτος 2001 ως κατ' ουσίαν αβάσιμη λόγω παραγραφής, κατ' αποδοχή της σχετικής ένστασης της εναγομένης-αναιρεσίβλητης.
Κατά της με αριθμό 4914/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και της συνεκκαλουμένης με αυτήν με αριθμό 3897/2015 εν μέρει οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, ο ενάγων -αναιρεσείων άσκησε την από 5.2.2018 (με αριθμό κατάθεσης 1304/89/2018) έφεση και τους από 20.9.2018 (με αριθμό κατάθεσης 1017/205/2018) πρόσθετους λόγους και η εναγομένη -εκκαλούσα αναιρεσίβλητη άσκησε την από 2.2.2019 (με αριθμό κατάθεσης 159/122/2018) έφεση και τους από 7.1.2019 (με αριθμό κατάθεσης 9/5/2019) πρόσθετους λόγους έφεσης.
Με την ως άνω έφεσή του και τους πρόσθετους λόγους έφεσης ο ενάγων -εκκαλών αναιρεσείων δεν προσέβαλε τα κεφάλαια και τις διατάξεις της με αριθμό 4917/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με τα οποία, όπως, ήδη αναφέρθηκε, απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγή ως προς την ιστορική της βάση και τα αιτήματά της για αναγνώριση της ακυρότητας του από 1.11.2000 συμβιβασμού λόγω δικαιοπρακτικής ανικανότητας του ενάγοντος -αναιρεσείοντος, λόγω αντίθεσής του στα χρηστά ήθη και ως καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας.
Επίσης, ο ενάγων -εκκαλών -αναιρεσείων δεν προσέβαλε με λόγους ή με πρόσθετους λόγους έφεσης και τα κεφάλαια και τις διατάξεις της συνεκκαλουμένης με αριθμό 3897/2015 εν μέρει οριστικής απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου, με τα οποία απορρίφθηκαν: α) ως μη νόμιμη η από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό επικουρική βάση της από 19.1.2015 ένδικης αγωγής, β) ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από το 140 ΑΚ βάση της (ακύρωση του ένδικου συμβιβασμού λόγω πλάνης) λόγω απόσβεσης του σχετικού δικαιώματος σύμφωνα με το άρθρο 157 ΑΚ και γ) ως απαράδεκτη τη βάση της για ακύρωση του συμβιβασμού ως καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας λόγω του δεδικασμένου που απορρέει από τη με αριθμό 5396/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που έκρινε την από 13.9.2005 ομοίου περιεχομένου αγωγή του και την απέρριψε λόγω αοριστίας.
Το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 503/2019 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους έφεσης των διαδίκων, δέχθηκε ως προς τα αφορώντα την έρευνα των αναιρετικών λόγων ζητήματα τα εξής: "Με τον πέμπτο και τον πρώτο πρόσθετο λόγους εφέσεως, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα επαναφέρει την πρωτοδίκως προταθείσα και εν μέρει απορριφθείσα ένστασή της περί παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως για το λόγο ότι από το εκτιθέμενο στην αγωγή χρόνο γεννήσεώς της μέχρι και την άσκηση της υπό κρίση αγωγής παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της εκ του άρθρου 937 ΑΚ πενταετίας, παραγραφή στην οποία υπόκειται η ένδικη αξίωση και η οποία δεν διεκόπη με την άσκηση των προγενέστερων, αναφερόμενων στην εκκαλουμένη αγωγών του ενάγοντος, διότι αυτές είχαν άλλη ιστορική και νομική αιτία.
Ο εφεσίβλητος ενάγων προτείνει με τις ενώπιον το παρόντος Δικαστηρίου από 7.2.2009 (εννοεί 2019) προτάσεις του την αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής με την άσκηση των προαναφερόμενων αγωγών, όπως ειδικότερα εκθέτει σε αυτές (προτάσεις). [...]. Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων -εφεσίβλητος με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς από 13.9.2005 (αριθ.
κατ. 7060/2005) αγωγή του κατά της εναγομένης - εκκαλούσας, που επιδόθηκε στις 23.9.2005, εξέθεσε ότι εργαζόταν ως ναυτικός στο πλοίο "…", πλοιοκτησίας της εναγομένης, το οποίο ναυάγησε στις …, (χωρίς να περιγράφει τα αίτια προκλήσεως του ναυαγίου ούτε περιστατικά υπαιτιότητας της εναγομένης και των υπ' αυτής προστηθέντων) και ότι για την χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ταλαιπωρία στην οποία ο ίδιος ως διασωθείς ναυαγός υποβλήθηκε, συνήψε με την εναγομένη, μετά από προτροπές και διαβεβαιώσεις δικές της, τον από … συμβιβασμό, παραιτούμενος από κάθε μελλοντική του αξίωση, ο δε συμβιβασμός αποτυπώθηκε στα υπ' αριθ. 203/2000 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Πειραιώς και δυνάμει αυτού κατεβλήθη στον ενάγοντα ποσό 2.500.000 δραχμών.
Ότι μετά το ατύχημα και με την πάροδο του χρόνου η υγεία του χειροτέρευε μέρα με τη μέρα και υπέστη κατάθλιψη βαρύτατης μορφής εξαιτίας της οποίας κρίθηκε ανίκανος προς εργασία κατά ποσοστό 67% λόγω ψυχιατρικής νόσου. Ότι οδηγήθηκε στον ανωτέρω συμβιβασμό εξαπατώμενος από την εναγομένη, η οποία μέσω των νομίμων εκπροσώπων της του παρέστησε ψευδώς ότι εάν δεχόταν την πρόταση συμβιβασμού θα τον επαναπροσελάμβανε στα πλοία της και θα τον στήριζε οικονομικά, πράγμα που δεν έπραξε και εάν ο ίδιος γνώριζε τις πραγματικές συνέπειες που είχε υποστεί από το ναυάγιο, δεν θα τον υπέγραφε.
Ότι ο ανωτέρω συμβιβασμός είναι άκυρος ως αντίθετος στα χρηστά ήθη και την καλή πίστη και ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητά αυτού σύμφωνα με τα άρθρα 140, 147, 150, 178 και 179 ΑΚ χωρίς να παραθέτει στη αγωγή περιστατικά, πλην των προαναφερομένων, που να συγκροτούν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων. Ζήτησε επίσης να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει ποσό ευρώ 36.000 για διαφυγόν εισόδημα από τις αρχές του έτους 2001 έως την άσκηση της αγωγής, ποσό ευρώ 19.200 για μελλοντική απώλεια εισοδήματος επί δύο έτη μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και ποσό 500.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 5396/2006 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως προς τη βάση της με την οποία εζητείτο η ακύρωση του συμβιβασμού λόγω απάτης εξαιτίας του ότι η αξίωση αυτή είχε υποπέσει στη διετή αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 157 ΑΚ, δηλαδή για ουσιαστικό απαράδεκτο [...] και όχι κατ' ουσίαν όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον τρίτο λόγο και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο εφέσεως Περαιτέρω, η ως άνω απόφαση απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς την από το άρθρο 179 ΑΚ βάση της, στην οποία αυτό έκρινε ότι υπαγόταν κατά τα λοιπά η αγωγή, για το λόγο ότι ο ενάγων δεν εξειδίκευε την επικαλούμενη από αυτόν απειρία, κουφότητα ή ανάγκη του ούτε την ύπαρξη προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ των εκατέρωθεν παροχών.
Η ανωτέρω απόφαση κατέστη τελεσίδικη με την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευσή της, η οποία έλαβε χώρα στις 8.11.2006, καθόσον κατ' αυτής δεν ασκήθηκαν ένδικα μέσα (αρθρ. 518 παρ. 2 όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το Ν. 4335/2015). Εντός εξαμήνου από την τελεσιδικία, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του προαναφερόμενου δικαστηρίου άλλη αγωγή, την από 8.1.2010 (αριθ.κατ. 1093/2010), που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 12.1.2010 και απερρίφθη τελεσιδίκως ως αόριστη με τις υπ' αριθ. 2568/2011 και 344/2014 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και (του) Εφετείου Πειραιώς, αντιστοίχως.
Ακολούθως, άσκησε εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση της τελευταίας αποφάσεως την από 27/10/2014 (αριθ. κατ. 6847/2014) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 5.11.2014, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με την άσκηση της υπό κρίση τώρα αγωγής. [...]. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προαναφερόμενη αγωγή του έτους 2005, ο ενάγων άσκησε την αξίωσή του για ακύρωση του αναφερόμενου συμβιβασμού λόγω απάτης και για αναγνώριση της ακυρότητάς του λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη και υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης κηρύξεως της ακυρότητας του συμβιβασμού ή της αναγνωρίσεως αυτής, ζήτησε να του επιδικασθεί αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επικαλούμενος ότι υπέστη βλάβη της υγείας του κατά το ένδικο ναυάγιο.
Στην υπό κρίση, όμως, αγωγή, ο ενάγων, ισχυρίζεται, κατά την κύρια βάση της, ότι λόγω μεταγενέστερης του ανωτέρω συμβιβασμού απρόβλεπτης και δυσμενούς εξελίξεως της υγείας του, υπέστη ζημία και νέα ηθική βλάβη, που δεν καλύπτονται από τον ανωτέρω συμβιβασμό και ζητεί αποζημίωση για ζημία που δεν προϋπήρχε του συμβιβασμού και δεν αποτέλεσε μέρος του περιεχομένου του, καθώς και χρηματική ικανοποίηση της νέας ηθικής βλάβης του, χωρίς να διώκει την ακύρωση ή την αναγνώριση της ακυρότητας του συμβιβασμού για οποιονδήποτε λόγο.
Επομένως, μεταξύ των δύο προαναφερόμενων αγωγών, δεν υπάρχει ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας των αξιώσεων που ασκήθηκαν με αυτές. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η αξίωση που ασκείται με την υπό κρίση αγωγή έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή εκ του άρθρου 937 ΑΚ, γιατί από το χρόνο που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή έλαβε ο ενάγων γνώση της δυσμενούς εξελίξεως της υγείας του και της εξ αυτής προκληθείσας ανικανότητάς του για εργασία (αρχικά το 2001 και οριστικά το έτος 2004) έως την άσκηση της υπό κρίση αγωγής το έτος 2015 παρήλθαν περισσότερα από πέντε έτη χωρίς να διακοπεί η παραγραφή με την άσκηση της από 13.9.2005 (αριθ.κατ. 7060/2005) αγωγής αφού αυτή αφορούσε αξίωση ερειδομένη επί διαφορετικής ιστορικής και νομικής αιτίας.
Ενόψει των ανωτέρω, η εκκαλουμένη εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες περί παραγραφής διατάξεις και ακολούθως απέρριψε την περί παραγραφής ένσταση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατ' ουσίαν ως προς την κύρια βάση της. Επομένως, πρέπει η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι του εκκαλούντος-ενάγοντος να απορριφθούν ως κατ'ουσίαν αβάσιμοι και να γίνουν δεκτοί η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι της εκκαλούσας-εναγομένης ως και κατ'ουσίαν βάσιμοι κατ'αποδοχή του πέμπτου λόγου εφέσεως και του πρώτου πρόσθετου λόγου.
Στη συνέχεια, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη (και η συνεκκαλουμένη), κατά τα εκκληθέντα μέρη τους, συμπεριλαμβανομένης και της διατάξεως περί δικαστικής δαπάνης, κι αφού κρατηθεί η αγωγή και δικασθεί η υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη λόγω παραγραφής της αξιώσεως που ασκήθηκε με αυτή".
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη ότι με την από 13.9.2005 αγωγή επιδιώκεται η ακύρωση ή η αναγνώριση της ακυρότητας του από 1.11.2000 συμβιβασμού και ότι υπό την προϋπόθεση αυτή αξιώνεται αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος λόγω της αδικοπραξίας της αναιρεσίβλητης, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον παραβίασε τα άρθρα 69 παρ. 1 δ και 218 του ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για σώρευση διαφορετικών αξιώσεων, κατ' άρθρο 218 του ΚΠολΔ, στην εν λόγω αγωγή.
Επίσης, με το τρίτο σκέλος του ως άνω λόγου αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβιάζοντας τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 69 παρ. 1 δ και 218 του ΚΠολΔ, ήχθη στην κρίση ότι οι επίδικες εξ αδικοπραξίας αξιώσεις του ενάγοντος-αναιρεσείοντος έχουν παραγραφεί.
Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο και το τρίτο σκέλος αυτού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αφενός οι διατάξεις των άρθρων 68 παρ. 1 δ και 218 του ΚΠολΔ, που φέρεται ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το Εφετείο, αποτελούν κανόνες δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και έτσι δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και αφετέρου η κήρυξη ή μη της παραγραφής της επίδικης αξίωσης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, καθόσον αυτός, όπως ήδη εκτέθηκε, αφορά τις ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές και η ένσταση παραγραφής των επίδικων αξιώσεων στηρίζεται στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ.
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, το οποίο επαναλαμβάνεται και στο δεύτερο λόγο αναίρεσης, που ερευνώνται ενιαία, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι το Εφετείο με την εσφαλμένη του παραδοχή ότι με την από 13.9.2005 αγωγή αξιώνεται η ακύρωση του συμβιβασμού και ότι υπό την προϋπόθεση της ακύρωσης τούτου αξιώνεται αποζημίωση συνεπεία του ναυαγίου του πλοίου "….", σε συνδυασμό με την επίσης εσφαλμένη παραδοχή του ότι ενάγων δεν σώρευσε με την αγωγή αυτή και αξίωση για αποζημίωση και για χρηματική ικανοποίηση που δεν περιλαμβάνονταν στον ως άνω συμβιβασμό, είχε ως συνέπεια να αχθεί στην εσφαλμένη του κρίση ότι η (αρχική) από 13.9.2005 αγωγή του έχει διαφορετική νομική και ιστορική αιτία σε σχέση με την ένδικη, από 19.1.2015, αγωγή του, με αποτέλεσμα να δεχθεί ότι για το λόγο αυτό δεν διακόπηκε η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ με την άσκηση της (αρχικής) από 13.9.2005 αγωγής και έτσι να απορρίψει την ένδικη αγωγή, κάνοντας δεκτή την περί παραγραφής ένσταση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης και απορρίπτοντας την προταθείσα από τον ενάγοντα -αναιρεσείοντα αντένσταση διακοπής της παραγραφής.
Από την επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου των από 13.9.2005 (με αριθμό κατάθεσης 7060/2005) και από 18.1.2010 (με αριθμό κατάθεσης 1093/2010) αγωγών προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 13.9.2005 αγωγή ο ενάγων -αναιρεσείων εκθέτει ότι στις 22.9.2000 προσλήφθηκε και ναυτολογήθηκε ως επίκουρος στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό- οχηματαγωγό πλοίο "…." ΝΠ 8193, που εκείνη την εποχή ανήκε στην εναγομένη -αναιρεσίβλητη και εφοπλίζετο από αυτήν, υπό τους όρους ναυτολόγησης που προβλέπονταν στην οικεία Ελληνική Συλλογική Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας.
Ότι το βράδυ της …, ενώ το ως άνω πλοίο, στο οποίο εργαζόταν, εκτελούσε προγραμματισμένο δρομολόγιο από τον … προς τη νήσο …, περί ώρα 22:30, καθώς πλησίαζε στο λιμάνι της …, προ του όρμου …. Της … προσέκρουσε στους βράχους "…." και άρχισε να βυθίζεται. Ότι ο ενάγων -αναιρεσίβλητος παρείχε συνδρομή προς τους επιβάτες, προκειμένου να εγκαταλείψουν το πλοίο και ότι στο τέλος το εγκατέλειψε και ο ίδιος, πέφτοντας στη θάλασσα και παλεύοντας περί τις δύο ώρες με τα κύματα, καθώς επικρατούσαν δυσμενέστατες καιρικές συνθήκες, μέχρις ότου συνελέγη από πλοίο που είχε σπεύσει προς βοήθεια των ναυαγών και μεταφέρθηκε στην…..
Ότι την 1.11.2000 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά υπέγραψε τη με αριθμό …. έκθεση πρακτικών συμβιβασμού, με βάση τον οποίο εναγομένη -αναιρεσίβλητη του κατέβαλε το ποσό των …. δραχμών, έχοντας την πεποίθηση ότι υπέγραφε ένα απλό πρακτικό συμβιβασμού, που αφορά μόνο την ταλαιπωρία του κατά τη νύκτα του ναυαγίου και ότι για οποιοδήποτε πρόβλημα παρουσιαστεί θα είχε την οικονομική στήριξη της εναγομένης-αναιρεσίβλητης εργοδότριάς του, όπως τον είχε διαβεβαιώσει ο δικηγόρος που την εκπροσωπούσε κατά τον εν λόγω συμβιβασμό.
Ότι, αν και μετά το ατύχημα και με την πάροδο του χρόνου η ψυχική του υγεία χειροτέρευε, η εναγομένη-αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη τον ως άνω από …. συμβιβασμό, που με απατηλή συμπεριφορά, πειθώ και φορτικότητα του είχε επιβάλει να υπογράψει, αρνιόταν κάθε οικονομική βοήθεια. Ότι εξαιτίας του ως άνω ναυαγίου, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα της εναγομένης -αναιρεσίβλητης και των προστηθέντων αυτής -πλοιάρχου και πληρώματος-, πάσχει από κατάθλιψη βαρύτατης μορφής, νοσηλεύτηκε πολλάκις σε νοσοκομείο, βρίσκεται υπό διαρκή ψυχιατρική παρακολούθηση και φαρμακευτική αγωγή και δεν δύναται από τις αρχές του έτους ….
να εργασθεί, με αποτέλεσμα να έχει απολέσει εισοδήματα συνολικού ύψους …. ευρώ και να απολέσει μηνιαίο εισόδημα ύψους 800 ευρώ για τα επόμενα μετά την επίδοση της από …. αγωγής δύο χρόνια, που με βεβαιότητα θα κέρδιζε από την εργασία του, εάν δεν αδυνατούσε να εργασθεί εξαιτίας της προκληθείσας από το ναυάγιο ασθένειάς του και ότι, επιπλέον, λόγω "του εφιάλτη που μετά το ναυάγιο βιώνει καθημερινά" έχει υποστεί ηθική βλάβη για την ικανοποίηση της οποίας δικαιούται το ποσό των ….
ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί :(α) να αναγνωρισθεί ως άκυρος ο διαλαμβανόμενος στη με αριθμό 203/2000 έκθεση πρακτικών συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Πειραιώς συμβιβασμός μεταξύ αυτού και της εναγομένης -αναιρεσίβλητης και (β) να υποχρεωθεί η εναγομένη-αναιρεσίβλητη και δια προσωπικής κράτησης των νομίμων εκπροσώπων της διάρκειας ενός έτους, να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 555.200 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της (από 13.9.2005) αγωγής για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης.
Με τη (δεύτερη) από 8.1.2010 αγωγή ο ενάγων, αφού επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της (αρχικής) από 13.1.2005 αγωγής ως προς την πρόσληψή του και τις συνθήκες του από 26.9.2000 ναυαγίου και διάσωσής του, στη συνέχεια εκθέτει με πιο αναλυτικό τρόπο τις συνθήκες υπό τις οποίες υπέγραψε τον από 1.11.2000 συμβιβασμό, με βάση τον οποίο έλαβε από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη το ποσό των 2.500.000 δραχμών, έχοντας την πεποίθηση ότι ο συμβιβασμός αυτός αφορά μόνο την ταλαιπωρία του κατά τη νύκτα του ναυαγίου και ότι η εναγομένη -αναιρεσίβλητη, δια του δικηγόρου που την εκπροσωπούσε στο συμβιβασμό, είχε αναλάβει την υποχρέωση να τον επαναπροσλάβει και να αποκαταστήσει κάθε μελλοντική του ζημία, περιγράφει με λεπτομέρεια την ψυχωσική συνδρομή και τη βαρύτατη κατάθλιψη, από την οποία, όπως διαπιστώθηκε πολύ μεταγενέστερα, πάσχει λόγω των όσων βίωσε κατά το ναυάγιο, εξαιτίας της οποίας από τις αρχές του έτους …..
δεν μπορεί να εργασθεί και αναφέρει ότι την 1.11.2004 κρίθηκε από υγειονομική επιτροπή ανάπηρος σε ποσοστό 67% και ανίκανος προς εργασία λόγω της ως άνω ψυχιατρικής της νόσου, η οποία, παρά τη ιατρική του παρακολούθηση και τη θεραπευτική του αγωγή, επιδεινώθηκε από το έτος 2005. Με βάση δε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και επικαλούμενος αφενός ότι το ναυάγιο της …..
προκλήθηκε από υπαιτιότητα της εναγομένης και των προστηθέντων αυτής, που δεν έδειξαν την ελάχιστη επιβαλλόμενη επιμέλεια περί την τήρηση των κανόνων της ναυτικής τέχνης και εμπειρίας, καθώς και λόγω της αναξιοπλοϊας του πλοίου και της εν γένει ακαταλληλότητάς του και αφετέρου τη επακολουθήσασα συμπεριφορά των οργάνων της, ο ενάγων -αναιρεσείων ζητεί :
α) να αναγνωρισθεί ως άκυρος ο διαλαμβανόμενος στη με αριθμό 203/2000 έκθεση πρακτικών συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Πειραιώς συμβιβασμός μεταξύ αυτού και της εναγομένης -αναιρεσίβλητης και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη -αναιρεσίβλητη, και με προσωπική κράτηση των νομίμων εκπροσώπων της διάρκειας ενός έτους, να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 555.200 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της (αρχικής) από 13.9.2005 αγωγής, άλλως από την επίδοση αυτής της αγωγής (δηλαδή της από 8.1.2010 αγωγής), που αναλύεται: (1) στο ποσό των 36.000 ευρώ για τα εισοδήματα από εργασία που απώλεσε από το έτος 2001 και μέχρι την άσκηση της από 13.9.2005 αγωγής, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη με τη με αριθμό 5396/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, (2) στο μηνιαίο ποσό 800 ευρώ για την αντιμετώπιση των στοιχειωδών του αναγκών, που αφορά σε χρονική περίοδο δύο ετών, αρχής γενομένης από την επίδοση της από 13.9.2005 αγωγής, άλλως από την επίδοση αυτής, (δηλαδή της από 8.1.2010, αγωγής) και (3) στο ποσό των 500.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης.
Από την ορθή ανάγνωση του περιεχομένου των ως άνω από 13.9.2005 (με αριθμό κατάθεσης 7060/2005) και από 8.1.2010 (με αριθμό κατάθεσης 1093/2010) αγωγών προκύπτει ότι ο ενάγων -αναιρεσείων δεν εξάρτησε την επιδίκαση των αγωγικών του αξιώσεων από την ακύρωση ή την αναγνώριση της ακυρότητας του συναφθέντος μεταξύ αυτού και της εναγομένης -αναιρεσίβλητης από 1.11.2000 συμβιβασμού, που περιλαμβάνεται στη με αριθμό 203/2000 έκθεση πρακτικών συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, αλλά προέβη στην κατ' άρθρο 218 του ΚΠολΔ σώρευση στο αυτό δικόγραφο δύο αξιώσεων, δηλαδή στη σώρευση τόσο του αιτήματος ακύρωσης ή αναγνώρισης της ακυρότητας του ως άνω συμβιβασμού για τους λόγους που εκθέτει, όσο και του αιτήματος αποκατάστασης της ζημίας και της ηθικής βλάβης, που ισχυρίζεται ότι υπέστη από το προκληθέν από υπαιτιότητα της εναγομένης -αναιρεσίβλητης και των προστηθέντων αυτής ναυάγιο του πλοίου "….", στο οποίο εργαζόταν.
Είναι δε αδιάφορο εάν η θεμελίωση της αγωγικής του αξίωσης για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση έχει προβληθεί αορίστως. Επίσης, μεταξύ των ως άνω από 13.9.2005 και από 8.1.2010 αγωγών και της ένδικης, από 19.1.2015, αγωγής, όπως εναργώς προκύπτει από το ήδη εκτεθέν περιεχόμενο της τελευταίας, υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας των από την επικαλούμενη αδικοπραξία (ναυτεργατικό ατύχημα) αξιώσεων του ενάγοντος -αναιρεσείοντος, που κατήχθησαν σε δίκη.
Περαιτέρω, από τις διαλαμβανόμενες κατά τα λοιπά παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι: (α) η πρώτη από τις πιο πάνω αγωγές (δηλαδή η από 13.9.2005 αγωγή) επιδόθηκε στην εναγομένη -αναιρεσίβλητη στις 23.9.2005, (β) επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 5396/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία απέρριψε την ως άνω αγωγή ως αόριστη και η οποία κατέστη τελεσίδικη με την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευσή της, που έλαβε χώρα στις 8.11.2006, καθόσον κατ' αυτής δεν ασκήθηκαν ένδικα μέσα (άρθρο 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το ν. 4335/2015) και συνακόλουθα στις 9.11.2009, (γ) εντός του εξαμήνου από την τελεσιδικία ο ενάγων-αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου τη (δεύτερη) από 8.1.2010 (με αριθμό κατ. 1093/2010) ομοίου ως άνω περιεχομένου αγωγή, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 12.1.2010 και η οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως ως αόριστη με τις με αριθμούς 2568/2011 και 344/2014 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς αντίστοιχα και (δ) ακολούθως άσκησε εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση της τελευταίας απόφασης την από 27.10.2014 (με αριθμό κατ. 6847/2014) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη -αναιρεσίβλητη στις 5.11.2014 και από το δικόγραφο της οποίας ο ενάγων -αναιρεσείων παραιτήθηκε με την άσκηση της ένδικης, από 19.1.2015, αγωγής.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής των επίδικων από αδικοπραξία αξιώσεων του ενάγοντος -αναιρεσείοντος που επέφερε η έγερση της από 13.9.2005 (αρχικής του) αγωγής, ήρθη με την έκδοση της τελεσίδικης με αριθμό 5396/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την ως άνω αγωγή ως αόριστη, δηλαδή την απέρριψε για λόγους μη ουσιαστικούς (άρθρο 263 παρ. 1 του ΑΚ).
Η διακοπή της παραγραφής αναβίωσε αρχικά με την έγερση της από 8.1.2010 αγωγής, η οποία έχει την ίδια νομική και ιστορική αιτία με την από 13.9.2005 αγωγή και ασκήθηκε μέσα στην προθεσμία των έξι μηνών από την απόρριψη της από 13.9.2005 αγωγής ως αόριστης. Μετά την τελεσίδικη απόρριψη της από 8.1.2010 αγωγής με τη με αριθμό 344/6.5.2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η διακοπή της παραγραφής των επίδικων από αδικοπραξία αξιώσεων αναβίωσε με την έγερση της από 27.10.2014 αγωγής, η οποία, έχοντας ταυτόσημο περιεχόμενο τόσο με την αρχική (από 13.9.2005) όσο και με τη δεύτερη (από 8.1.2010) αγωγή, ασκήθηκε μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση της με αριθμό 344/2014 απόφασης του Εφετείου αφού επιδόθηκε στις 5.11.2014 και στη συνέχεια με την ένδικη, από 19.1.2015 αγωγή, με την οποία ο ενάγων- αναιρεσείων παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 17.10.2014 αγωγής και στην οποία (ένδικη αγωγή), όπως ήδη εκτέθηκε, εμπεριέχονται και οι από αδικοπραξία (και συγκεκριμένα από το από 26.9.2000 προκληθέν από υπαιτιότητα της εναγομένης-αναιρεσίβλητης και των προστηθέντων αυτής ναυάγιο) αξιώσεις του ενάγοντος -αναιρεσείοντος, που σωρεύονται και στην αρχική από 13.9.2005 αγωγή, καθώς και σε όλες τις μεταγενέστερες αυτής μνημονευθείσες αγωγές.
Σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι επιδιωκόμενες με την ένδικη από 19.1.2015 αγωγή αξιώσεις αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος -αναιρεσείοντος, που ερείδονται στην, από υπαιτιότητα της εναγομένης -αναιρεσίβλητης και των προστηθέντων της, πρόκληση του από 26.9.2000 ναυάγιου του πλοίου "….", δεν έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, καθόσον η παραγραφή αυτών έχει διακοπεί κατά τον προαναφερθέντα τρόπο (άρθρα 261 εδαφ.
α και 263 του ΑΚ). Επομένως, το Μονομελές Εφετείο Πειραιά, που αποφάνθηκε αντίθετα, απέρριψε δηλαδή την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω παραγραφής των διαλαμβανομένων σε αυτήν ως άνω αξιώσεων του ενάγοντος -αναιρεσείοντος, δεχόμενο τη συναφή ένσταση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης και απορρίπτοντας την αντένσταση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, έχει υποπέσει στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον έχει παραβιάσει τα άρθρα 914, 932, 937 ΑΚ και 16 του Ν. 551/1915 σε συνδυασμό με τα άρθρα 261 εδαφ.
α και 263 του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών. Κατόπιν αυτού, το ήδη εκτεθέν δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, το οποίο επαναλαμβάνεται εκτενέστερα στο δεύτερο λόγο αναίρεσης και με το οποίο αποδίδεται στη με αριθμό 503/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς η ως άνω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος και, ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτός.
Όμως, το τρίτο (και τελευταίο) σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστο, καθόσον ο αναιρεσείων δεν εξειδικεύει συγκεκριμένες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στις περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων παραδοχές του Εφετείου και δεν προσδιορίζει ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση για να είναι επαρκής.
Κατόπιν αυτών, αφού, δηλαδή, ο ως άνω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης που περιέχεται στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου, καθώς και στο δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που κρίθηκαν ενιαίως, είναι δεκτός ως βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη από 25.10.2019 και με αριθμό κατάθεσης 1096/89/2019 αίτηση αναίρεσης, καθώς, παρέλκει πλέον η έρευνα και των λοιπών (δεύτερου κατά το ένα του σκέλος, τρίτου και τέταρτου) λόγων αυτής, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και οι από τους αριθμούς 14, 20 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες. Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που νικήθηκε, στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος με αριθμό 304729490959 1227 0059 ηλεκτρονικού παραβόλου ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στον αναιρεσείοντα.
Αναιρεί τη με αριθμό 503/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ