Supreme Court dismisses appeal against final court ruling on investment portfolio calculation damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Eurocorp Finance against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued errors in the calculation of damages based on hypothetical investment portfolios, but the court found the lower court's methodology sufficient. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the lower court's reasoning on the calculation of damages based on hypothetical portfolios is legally sound and free from procedural error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1236 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1236/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "EUROCORP FINANCE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" πρώην "EUROCORP SECURITES ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", πρώην "EUROCORP ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "ΑΒΑΞ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσουτσάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου α) του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Γ. Μ. του Ι., β) της αποβιωσάσης αρχικά ενάγουσας Κ. Μ., το γένος Χ. Π., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. συζύγου Χ. Κ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου α) του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Γ. Μ. του Ι., β) της αποβιωσάσης αρχικά ενάγουσας Κ. Μ., το γένος Χ. Π., 3) Χ. συζύγου Ι. Τ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου Λευκώνα Σερρών, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου α) του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Γ. Μ. του Ι., β) της αποβιωσάσης αρχικά ενάγουσας Κ. Μ., το γένος Χ. Π., 4) Α. συζύγου Π. Λ. , 5) Ε. Λ. του Π., 6) Ζ. Γ. του Π., 7) Ν. Μ. του Ι., 8) Α. Ζ. του Ν., 9) Χ. Μ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι. Μ. (και ήδη υπό 1) αναιρεσίβλητος) και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/8/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3631/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 7035/2014 μη οριστική και 3302/2017 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/11/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 16-11-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 3302/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι κατά της 3631/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 5-8-2005 αγωγή αυτών κατά της αναιρεσείουσας, περί καταβολής αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας. Μετά, δε, την εξαφάνιση, της πρωτόδικης ως άνω απόφασης, το Εφετείο δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτήν ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει το αναφερόμενο χρηματικό ποσό σε κάθε αναιρεσίβλητο. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 1806/1988, χρηματιστηριακή συναλλαγή θεωρείται κάθε αγοραπωλησία που καταρτίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία περί χρηματιστηρίων, καθώς και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση αγοραπωλησίας χρηματιστηριακών πραγμάτων και αξιών (περ γ). Στην τελευταία αυτή κατηγορία των χρηματιστηριακών συναλλαγών (παρεπόμενων - συναφών) υπάγεται και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας.
Η ανωτέρω σύμβαση (χρηματιστηριακή παραγγελία) έχει ως αντικείμενο αφενός την ανάληψη από τον χρηματιστή της υποχρέωσης να εκτελέσει, με την κατάρτιση κύριας χρηματιστηριακής σύμβασης, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρεογράφων (χρηματιστηριακών πραγμάτων) και αφετέρου την ανάληψη από τον πελάτη της υποχρέωσης να καταβάλει στον χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής, καθώς και το τίμημα των χρεογράφων που αποτέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής (ΑΠ 918/2019, ΑΠ 1592/2011).
Η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής, η οποία είναι γνωστή στη χρηματιστηριακή πρακτική ως σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 επ. του ΕΝ, επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. του ΑΚ, της οποίας αποτελεί ειδικότερη μορφή (ΟλΑΠ 624/1977, ΑΠ 854/2017).
Έτσι, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 713, 714, 718 και 719 ΑΚ, από τον συνδυασμό των οποίων προκύπτει, ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει, χωρίς αμοιβή, την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας του, σύμφωνα με τις οδηγίες του τελευταίου, σε περίπτωση δε που δεν του δόθηκαν οδηγίες, να πράξει για λογαριασμό εκείνου ό,τι υποσχέθηκε και κάθε τι που επιβάλλει η φύση της υπόθεσης και το συμφέρον του εντολέα του, παρέχοντας στον εντολέα, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της εντολής, πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση που του ανατέθηκε.
Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια την οποία καταβάλει στις συναλλαγές ο μέσος συνετός άνθρωπος (ΑΠ 112/2016, ΑΠ 1711/2012, ΑΠ 1115/2003). Σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης ή πλημμελούς εκπλήρωσης ή παράβασης των νομίμων υποχρεώσεών του, όπως παράλειψης οφειλόμενης από τον εντολοδόχο κατά την εκτέλεση της εντολής ενέργειας, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία, θετική και αποθετική, την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει ως γενεσιουργό αιτία πταίσμα του (ακόμη και ελαφρά αμέλεια), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 ΑΚ (ΑΠ 854/2017, ΑΠ 536/2016, ΑΠ 1359/2013, ΑΠ 595/2013, ΑΠ 1005/2009).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο χρηματιστής στα πλαίσια νόμιμης χρηματιστηριακής παραγγελίας ή ευρύτερου περιεχομένου σύμβασης διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου που έλαβε από τον εντολέα του χρήματα ή μετοχές προκειμένου να συνάψει νόμιμη κυρία χρηματιστηριακή σύμβαση ή προκειμένου να τα διαχειριστεί συνάπτοντας και τέτοιες συμβάσεις αντιστοίχως, αν παραλείψει οφειλόμενες συμβατικές υποχρεώσεις και συνεπεία αυτής της παράλειψης προκαλέσει ζημία στον εντολέα του, έχει υποχρέωση σε αποζημίωσή του (βλ.
ΑΠ 918/2019). Εφόσον συντρέχουν και οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, δηλαδή παράνομη και υπαίτια, έστω και με το βαθμό της ελαφράς αμέλειας, συμπεριφορά με την οποία συνδέεται αιτιωδώς η προκληθείσα ζημία, τότε η αξίωση αποζημίωσης θεμελιώνεται και στις διατάξεις των αδικοπραξιών των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ, οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων (ΑΠ 346/2018, ΑΠ 487/2017, ΑΠ 1675/2014, ΑΠ 637/2011).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ συνάγεται ότι όταν γεννιέται υποχρέωση προς αποζημίωση από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη, για τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας που επήλθε, λαμβάνεται καταρχήν υπόψη ο χρόνος της έκδοσης της απόφασης και ως τέτοιος θεωρείται κατά τους δικονομικούς κανόνες ο χρόνος της πρώτης συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1/1997, ΑΠ 1382/2011, ΑΠ 39/2009).
Δεν αποκλείεται όμως να αναχθεί ο προσδιορισμός του ύψους της ζημίας σε προγενέστερο χρόνο (ΑΠ 802/2013, ΑΠ 846/2003), ιδίως όταν η αξία διακυμαίνεται συνεχώς, όπως επί χρηματιστηριακής τιμής μετοχών και μπορεί να υπολογιστεί με βάση κάποιο άλλο χρονικό σημείο, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η αποζημίωση που θα επιδικασθεί από το δικαστήριο δεν θα υπερβαίνει την ανωτέρω αξία κατά το χρόνο της (πρώτης) συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως αυτή βεβαίως θα προκύπτει από τις αποδείξεις (ΑΠ 2047/2014).
Έτσι, ο υπολογισμός της ζημίας σε διαφορετικό χρόνο εκείνου της πρώτης συζήτησης της αγωγής στον πρώτο βαθμό, δεν ενέχει παράβαση της διάταξης του άρθρου 298 εδ. α' ΑΚ (ΑΠ 846/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση της, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο Γ. Π. ήταν παραγωγός χρηματιστηριακών εργασιών και με την από 22-3-1995 σύμβαση που είχε καταρτίσει με την αναιρεσείουσα χρηματιστηριακή εταιρεία και υπό τους περιγραφόμενους σ' αυτή ειδικότερους όρους, είχε συμφωνηθεί να μεσολαβεί αυτός ώστε οι πελάτες του να δίνουν παραγγελία (εντολή) στην χρηματιστηριακή εταιρεία να εκτελεί, με τη σύναψη κύριας χρηματιστηριακής σύμβασης, πράξεις αγοράς ή πώλησης μετοχών ή άλλων κινητών αξιών που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών.
Προς τούτο ο Γ. Π. θα διαβίβαζε στην χρηματιστηριακή εταιρεία τις εντολές αγοράς ή πώλησης αξιών που θα λάμβανε από τους πελάτες του και η εταιρεία θα προέβαινε το συντομότερο δυνατό στην εκτέλεση της σχετικής με την εντολή σύμβασης, με την επιμέλεια που αρμόζει στις χρηματιστηριακές συναλλαγές, επιδιώκοντας την, κατά το δυνατόν, καλύτερη και πλέον συμφέρουσα για τον πελάτη χρηματιστηριακή τιμή.
Ότι, οι αναιρεσίβλητοι υπήρξαν πελάτες του Γ. Π., καθόσον είχαν συμφωνήσει μαζί του, τον αναφερόμενο για καθένα χρόνο, να μεσολαβεί για την κατ' εντολή και για λογαριασμό τους διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων από την άνω εταιρεία. Η συνεργασία αυτή του Γ. Π. με τους αναιρεσίβλητους διήρκεσε μέχρι τις 27-2-1996.
Όμως, ο Γ. Π., παρά τα συμφωνηθέντα και τις υποσχέσεις του προς τους αναιρεσίβλητους, διαβίβαζε στη χρηματιστηριακή εταιρεία, όχι τις πραγματικές εντολές που του έδιναν οι εντολείς του, αλλά εντολές για συναλλαγές που αυτός αποφάσιζε διαφορετικές των εντολών των αναιρεσίβλητων. Για να μην αποκαλυφθεί, δε, αυτή η συμπεριφορά του, έστελνε, προς ενημέρωση αυτών των πελατών του, όχι τα πινακίδια των πράξεων που πραγματικά και σύμφωνα με τις διαβιβασθείσες εντολές πραγματοποιούσε η χρηματιστηριακή εταιρεία και τα οποία αυτή εξέδιδε, αλλά πινακίδια μη γνήσια που ο ίδιος κατασκεύαζε και εμφάνιζαν πράξεις αγορών και πωλήσεων μετοχών σε απόλυτη εναρμόνιση με τις εντολές τους και χαρτοφυλάκια που έδειχναν την ποσότητα, το είδος των μετοχών καθενός, την τιμή κτήσεως και την τρέχουσα αξία τους, καθώς και τα μετρητά καθενός, όπως επίσης, σ' αυτά (πινακίδια) εμφανίζονταν ότι οι τίτλοι και τα μετρητά που είχαν επενδύσει οι αναιρεσίβλητοι στο χρηματιστήριο, μέσω της άνω εταιρείας, παρουσίαζαν εξαιρετικά επικερδή πορεία.
Ότι η αναιρεσείουσα χρηματιστηριακή εταιρεία συνδέονταν συμβατικά με τους αναιρεσίβλητους με σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας. Ότι αυτή, ουδέποτε κατά το διάστημα λειτουργίας της συμβατικής σχέσης με τους αναιρεσίβλητους, ενημέρωσε αυτούς για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές που πραγματοποίησε για λογαριασμό τους και για την αξία του χαρτοφυλακίου τους, μολονότι είχε προς τούτο υποχρέωση, η οποία απορρέει τόσο από την υπ' αριθ. 103/7-2-1995 απόφαση του Δ.Σ.
της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να αποστέλλει απευθείας, τουλάχιστον μία φορά κάθε δέκα ημέρες, σε όλους τους πελάτες των παραγωγών λεπτομερή κατάσταση για όλες τις συναλλαγές που έγιναν για λογαριασμό τους στη συγκεκριμένη περίοδο, όσο και από τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αλλά και από τη συμβατική σχέση της εντολής, για τη διαφύλαξη και προστασία των συμφερόντων των εντολέων της.
Λόγω αυτής της παράλειψης, που οφείλεται σε υπαιτιότητα, με τη μορφή της αμέλειας του νομίμου εκπροσώπου της και των προστηθέντων υπαλλήλων της που ήταν αρμόδιοι για την ενημέρωση των πελατών, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επελθούσα ζημία των αναιρεσίβλητων, αφού αν είχε γίνει η ενημέρωση θα είχε διαπιστωθεί η διάσταση των εντολών τους με εκείνες που πραγματικά εκτελούνταν και θα διακόπτονταν η συνεργασία ή θα αποτρέπονταν η εξακολούθηση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του Γ.
Π. και η οποία συνιστά τόσο αθέτηση της συμβατικής υποχρέωσης (εντολής) όσο και αδικοπραξία, θεμελιώνεται ευθύνη της αναιρεσείουσας για αποζημίωση της ζημίας των αναιρεσίβλητων. Ως προς την κρίση αυτή δεν αναιρεσιβάλλεται η απόφαση. Περαιτέρω, ως προς τους ενδιαφέροντες αναιρετικούς λόγους η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ειδικότερα τα εξής: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την προαναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης (ήτοι της αναιρεσείουσας), οι ενάγοντες υπέστησαν την ακόλουθη ζημία:
Ο πρώτος ενάγων (Ι. Μ.) παρέδωσε στο δεύτερο των εναγομένων (ήτοι τον Γ. Π.), με κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό της συζύγου του, το ποσό των 10.802.408 δρχ (την 22-2-1995 δρχ 1.000.000, την 23-2-1995 δρχ 500.000, την 10-3-1995 δρχ 300.000, την 9-5-1995 δρχ 2.000.000, την 11-5-1995 δρχ 3.000.000, την 17-5-1995 δρχ 2.000.000, την 24-5-1995 δρχ 1.500.000, την 2-6-1995 δρχ 302.408), καθώς και μετοχές συνολικής αξίας 7.467.435 δρχ (30 μετοχές ΙΝΤΡΑΚΟΜ αξίας 6830 δρχ εκάστης, 180 μετοχές ΙΝΤΡΑΣΟΦΤ αξίας 3.567 δρχ εκάστης, 675 μετοχές Επιχειρ.
Αττ. Αξίας 1.105 δρχ εκάστης, 500 μετοχές ΚΛΩΝΑΤΕΞ -Κ αξίας 4.000 εκάστης, 1.380 μετοχές Κ. αξίας 1.420 δρχ εκάστης, 400 μετοχές ΚΛΩΝΑΤΕΞ - Π αξίας 2.650 δρχ εκάστης, 100 μετοχές ΙΟΝΙΚΗ αξίας αξίας 4.200 δρχ εκάστης, 100 μετοχές ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ αξίας 2.260 δρχ. εκάστης και 100 μετοχές ΒΙΟΜΗΧ. ΖΑΧΑΡΗΣ αξίας 3.890 δρχ. εκάστης), ποσά (μετρητά και μετοχές) τα οποία αυτός παρέδωσε στην πρώτη των εναγομένων, η οποία δημιούργησε στο όνομά του τον υπ' αρ. 1788 κωδικό, για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές του.
Επίσης, ο πρώτος ενάγων έστειλε απευθείας στην πρώτη των εναγομένων την 12-12-1995 το ποσό των 5.000.000 δρχ, την 4-1-1996, 2.850 ονομαστικές μετοχές ΠΕΙΡΑΙΩΣ LEASING αξίας 3.000 δρχ εκάστης, 40 μετοχές REMEK αξίας 1.360 δρχ εκάστης, 30 μετοχές YALCO αξίας 1.530 δρχ εκάστης και την 10-1-1996, 40 μετοχές RIOPESKA αξίας 2.265 δρχ εκάστης, ήτοι παρέδωσε στην πρώτη των εναγομένων μετρητά και μετοχές, συνολικής αξίας 32.190.743 δρχ ή 94.470,27 6.
Το χαρτοφυλάκιο του, με βάση τις εντολές που αυτός είχε δώσει (οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στα προσκομιζόμενα πινακίδια που του έστελνε ο δεύτερος των εναγομένων), έπρεπε την 27-2-1996 να έχει συνολική αξία (μετρητά και μετοχές) 41.709.979 δρχ (400 μετοχές ΚΛΩΝΑΤΕΗ - Κ αξίας εκάστης 6.055 δρχ, 4720 μετοχές ΚΛΩΝΑΤΕΞ - Π αξίας εκάστης 3.900 δρχ, 3000 μετοχές Μ. - Κ αξίας εκάστης 1.955 δρχ, 4500 μετοχές ΕΠΙΧΕΙΡ.
ΑΤΤ. αξίας εκάστης 1.385 δρχ και 2750 μετοχές ΠΕΙΡΑΙΩΣ LEASING αξίας εκάστης 3.010 δρχ και 504.979 δρχ σε μετρητά) το οποίο ο ενάγων περιορίζει στο ποσό των 41.672.979 δρχ. Ωστόσο, εξαιτίας των συναλλαγών τις οποίες διενήργησε η πρώτη των εναγομένων, για τις οποίες στην πραγματικότητα έδωσε εντολή ο δεύτερος των εναγομένων, εν αγνοία του πρώτου των εναγόντων (οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στα προσκομιζόμενα πινακίδια που εξέδωσε η πρώτη των εναγομένων) το χαρτοφυλάκιο του τελευταίου εμφάνιζε κατά την ίδια ημερομηνία συνολική αξία 7.424.633 δρχ (1400 μετοχές ΕΚΟΝ με τιμή 980 δρχ εκάστη, 200 μετοχές ΕΛΒΕ με τιμή εκάστη 1700 δρχ, 240 μετοχές ΚΛΩΝΑΤΕΞ (Π) με τιμή εκάστη 3880 δρχ, 1500 μετοχές Μ. (Κ) με τιμή εκάστη 1955 δρχ και 1.848.133 δρχ σε μετρητά).
Επομένως, η ζημία του πρώτου ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 34.248.346 δρχ ή 100.508,71€ (41.672.979 - 7.424.633). Ο αρχικά δεύτερος ενάγων (Γ. Μ.) παρέδωσε στο δεύτερο των εναγομένων την 7-7-1995 το ποσό των 700.000 δρχ. και την 3-8-1995 το ποσό των 1.000.000 δρχ. τα οποία αυτός παρέδωσε στην πρώτη των εναγομένων, η οποία δημιούργησε στο όνομά του τον υπ' αρ. 1893 κωδικό για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές του.
Επίσης, ο δεύτερος των εναγόντων έστειλε απευθείας στην πρώτη των εναγομένων την 3-1-1996, 40 μετοχές REMEK αξίας εκάστης 1360 δρχ, ήτοι παρέδωσε σ' αυτήν μετρητά και μετοχές, συνολικής αξίας 1.754.400 δρχ. Το χαρτοφυλάκιο του, με βάση τις εντολές που αυτός είχε δώσει (οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στα προσκομιζόμενα πινακίδια που του έστειλνε ο δεύτερος των εναγομένων) έπρεπε την 27-2-1996 να έχει συνολική αξία 3.236.138 δρχ, το οποίο περιορίζει στο ποσό των 3.202.388 δρχ (580 μετοχές ΚΛΩΝΑΤΕΞ - Π αξίας εκάστης 3900 δρχ και 750 μετοχές Μ. (Κ) αξίας εκάστης 1955 δρχ και χρεωστικό υπόλοιπο 492.112 δρχ).
Ωστόσο, εξαιτίας των συναλλαγών τις οποίες διενήργησε η πρώτη των εναγομένων, για τις οποίες στην πραγματικότητα έδωσε εντολή ο δεύτερος των εναγομένων, εν αγνοία του δευτέρου των εναγόντων (οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στα προσκομιζόμενα πινακίδια που εξέδωσε η πρώτη των εναγομένων) το χαρτοφυλάκιο του τελευταίου εμφάνιζε, κατά την ίδια ημερομηνία, συνολική αξία 52.000 δρχ (σε μετρητά).
Επομένως, η ζημία του δευτέρου ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 3.150.388 δρχ ή 9.245,45 € (3.202.388 - 52.000). Η αρχικά τρίτη ενάγουσα (Κ. Μ.) παρέδωσε στην πρώτη των εναγομένων την 12-12-1995 το ποσό των 5.000.000 δρχ, την 13-12-1995 το ποσό των 2.000.000 δρχ και την 3-1-1996 40 μετοχές REMEK αξίας 1.360 δρχ εκάστης, ήτοι μετρητά και μετοχές συνολικής αξίας 7.054.400 δρχ, αυτή δε δημιούργησε στο όνομά της τον υπ' αρ. 2168 κωδικό για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές της.
Το χαρτοφυλάκιο της, με βάση τις εντολές που αυτή είχε δώσει (οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στα προσκομιζόμενα πινακίδια που της έστελνε ο δεύτερος των εναγομένων) έπρεπε την 27-2-1996 να έχει συνολική αξία 11.877.750 δρχ, το οποίο περιορίζει στο ποσό των 11.771.678 δρχ (2.820 μετοχές ΚΛΩΝΑΤΕΞ (Π) αξίας εκάστης 3.900 δρχ και 450 μετοχές Μ. (Κ) αξίας εκάστης 1955 δρχ.).
Ωστόσο, εξαιτίας των συναλλαγών τις οποίες διενήργησε η πρώτη των εναγομένων, για τις οποίες στην πραγματικότητα έδωσε εντολή ο δεύτερος των εναγομένων, εν αγνοία της τρίτης των εναγόντων, (οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στα προσκομιζόμενα πινακίδια που εξέδωσε η πρώτη των εναγομένων) το χαρτοφυλάκιο της τελευταίας εμφάνιζε, κατά την ίδια ημερομηνία, συνολική αξία 1.974.550 δρχ (1010 μετοχές Μ. (Κ) αξίας εκάστης 1955 δρχ).
Επομένως, η ζημία της τρίτης των εναγόντων ανέρχεται στο ποσό των 9.797.128 δρχ ή 28.751,66 € (11.771.678 - 1.974.550). Η τέταρτη ενάγουσα (Α. Λ.) παρέδωσε στην πρώτη των εναγομένων την 31-8-1995 το ποσό των 10.000.000 δρχ και την 4-1-1996, 40 μετοχές REMEK αξίας εκάστης 1360 δρχ, ήτοι μετρητά και μετοχές συνολικής αξίας 10.054.400 δρχ, αυτή δε δημιούργησε στο όνομά της τον υπ' αρ. 1973 κωδικό γιά τις χρηματιστηριακές συναλλαγές της.
Το χαρτοφυλάκιο της, με βάση τις εντολές που αυτή είχε δώσει (οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στα προσκομιζόμενα πινακίδια που της έστελνε ο δεύτερος των εναγομένων) έπρεπε την 27-2-1996 να έχει συνολική αξία 16.203.015 δρχ (1540 μετοχές ΚΛΩΝΑΤΕΞ (Π) αξίας εκάστης 3900 δρχ, 1750 μετοχές Μ. (Κ) αξίας εκάστης 1955 δρχ, 3000 μετοχές ΕΠΙΧΕΙΡ.
ΑΤΤ. αξίας εκάστης 1385 δρχ και μετρητά ποσού 2.620.765 δρχ), ποσό το οποίο περιορίζει στο ποσό των 15.852.015 δρχ. Ωστόσο, εξαιτίας των συναλλαγών τις οποίες διενήργησε η πρώτη των εναγομένων, για τις οποίες στην πραγματικότητα έδωσε εντολή ο δεύτερος των εναγομένων, εν αγνοία της τέταρτης των εναγόντων (οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στα προσκομιζόμενα πινακίδια που εξέδωσε η πρώτη των εναγομένων) το χαρτοφυλάκιο της τελευταίας εμφάνιζε, κατά την ίδια ημερομηνία, συνολική αξία 7.850.845 δρχ με την αξία (ως προς τις μετοχές) της ημέρας που της καταβλήθηκε το ποσό αυτό. (9.350 μετοχές ΑΕΜΕΤ, 100 μετοχές ΕΛΛ.ΒΙΟΜ.ΖΑΧ., 100 μετοχές ΚΛΩΝΑΤΕΞ - Κ, 500 μετοχές Κ., 1000 μετοχές Μ. - Κ και 498.529 δρχ σε μετρητά).
Επομένως, η ζημία της τέταρτης των εναγόντων ανέρχεται στο ποσό των 8.001.170 δρχ ή 23.481 € (15.852.015 - 7.850.845). Η πέμπτη ενάγουσα (Ε. Λ.) παρέδωσε στο δεύτερο των εναγομένων το ποσό των 4.800.000 δρχ και την 6-6-1995 το ποσό των 200.000 δρχ, ποσά τα οποία αυτός παρέδωσε στην πρώτη των εναγομένων, καθώς και 40 μετοχές REMEK αξίας 1360 δρχ εκάστης, τις οποίες έστειλε απευθείας στην τελευταία την 3-1-1996, ήτοι παρέδωσε σ' αυτήν μετρητά και μετοχές, συνολικής αξίας 5.054.400 δρχ, το οποίο περιορίζει, με την αγωγή, στο ποσό των 4.957.150 δρχ, αυτή δε δημιούργησε στο όνομά της τον υπ' αρ. 1790 κωδικό για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές της.
Το χαρτοφυλάκιό της, με βάση τις εντολές που αυτή είχε δώσει (οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στα προσκομιζόμενα πινακίδια που της έστελνε ο δεύτερος των εναγομένων) έπρεπε την 27-2-1996 να έχει συνολική αξία 9.222.321 δρχ (1260 μετοχές ΚΛΩΝΑΤΕΗ (Π) αξίας εκάστης 3900 δρχ, 1500 μετοχές Μ. (Κ) αξίας εκάστης 1955 δρχ και 1.375.821 δρχ σε μετρητά).
Ωστόσο, εξαιτίας των συναλλαγών, τις οποίες διενήργησε η πρώτη των εναγομένων, εν αγνοία της πέμπτης των εναγόντων, (οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στα προσκομιζόμενα πινακίδια που εξέδωσε η πρώτη των εναγομένων) το χαρτοφυλάκιο της τελευταίας εμφάνιζε, κατά την ίδια ημερομηνία, μηδενική αξία. Επομένως, η ζημία της πέμπτης των εναγόντων ανέρχεται στο ποσό των 9.222.321 δρχ ή 27.064,77 €.
Ο έκτος των εναγόντων (Ζ. Γ.) παρέδωσε, κατά την έναρξη της συνεργασίας τους στον δεύτερο των εναγομένων το ποσό των 392.100 δρχ, 1400 μετοχές ΒΙΟΜΕΤΑΛ - Κ αξίας 400 δρχ, εκάστης και 250 μετοχές ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ αξίας 750 δρχ εκάστης, την 28-8-1995 το ποσό των 1.000.000 δρχ και την 4-9-1995 το ποσό των 2.000.000 δρχ, ποσά και μετοχές που αυτός παρέδωσε στην πρώτη των εναγομένων.
Επιπλέον δε απέστειλε στην τελευταία την 3-1-1996 μετοχές 100 RIOPESCA αξίας 1200 δρχ εκάστης και 100 REMEK αξίας 1200 δρχ εκάστης και την 31-1-1996 το ποσό των 5.000.000 δρχ, ήτοι της παρέδωσε σε μετρητά και μετοχές το συνολικό ποσό των 9.379.600 δρχ, το οποίο περιορίζει σε 9.139.600 δρχ, αυτή δε δημιούργησε στο όνομά του τον υπ' αρ. 1791 κωδικό για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές του.
Το χαρτοφυλάκιό του, με βάση τις εντολές που αυτός είχε δώσει (οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στα προσκομιζόμενα πινακίδια που του έστελνε ο δεύτερος των εναγομένων) έπρεπε την 27-2-1996 να έχει συνολική αξία 11.348.000 δρχ. (580 μετοχές ΚΛΩΝΑΤΕΞ - Π αξίας εκάστης 3.900 δρχ, 750 μετοχές Μ. - Κ αξίας εκάστης 1955 δρχ, 2000 μετοχές MAXIM αξίας εκάστης 1550 δρχ, 500 μετοχές ΕΠ1ΧΕΙΡ.
ΑΤΤ. αξίας εκάστης 1385 δρχ και 3.827.754 δρχ σε μετρητά). Ωστόσο, εξαιτίας των συναλλαγών, τις οποίες διενήργησε η πρώτη των εναγομένων, για τις οποίες στην πραγματικότητα έδωσε εντολή ο δεύτερος των εναγομένων, εν αγνοία του έκτου ενάγοντος, (οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στα προσκομιζόμενα πινακίδια που εξέδωσε η πρώτη των εναγομένων) το χαρτοφυλάκιο του τελευταίου εμφάνιζε, κατά την ίδια ημερομηνία, συνολική αξία 4.411.500 δρχ (680 μετοχές ΚΛΩΝΑΤΕΞ αξίας εκάστης 3900 δρχ και 900 μετοχές Μ. - Κ αξίας εκάστης 1955 δρχ).
Επομένως, η ζημία του έκτου των εναγόντων ανέρχεται στο ποσό των 6.936.500 δρχ ή 20.356,57 € (11.348.000 - 4.411.500). Ο έβδομος των εναγόντων (Ν. Μ.) παρέδωσε στην πρώτη των εναγομένων την 28-8-1995, 1700 μετοχές Λ. αξίας 950 δρχ εκάστης, την 6-9-1995, 500 μετοχές ΒΙΟΜ. ΖΑΧΑΡΗΣ αξίας 3.300 δρχ εκάστης, 150 μετοχές ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ αξίας 1800 δρχ εκάστης, 10 μετοχές ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ αξίας 2100 δρχ εκάστης, την 12-9-1995, 600 μετοχές ΜΑΚΛΩ αξίας 180 δρχ εκάστης, 133 μετοχές ΜΠΑΡΜΠΑΣΤΑΘΗΣ αξίας 1500 δρχ εκάστης, 1300 μετοχές ΑΛΛΑΤΙΝΗ αξίας 233 δρχ εκάστης, την 20- 9-1995 το ποσό των 350.000 δρχ, την 28-9-1995 το ποσόν των 300.000 δρχ και την 2-1-1996,2300 μετοχές ΗΡΑΚΛΗΣ αξίας 2.417 δρχ εκάστης, ήτοι μετοχές και μετρητά συνολικής αξίας 10.375.500 δρχ, το οποίο περιορίζει στο ποσό των 10.367.400 δρχ.
αυτή δε δημιούργησε επ' ονόματι του τον υπ' αρ. 1962 κωδικό για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές του. Το χαρτοφυλάκιό του, με βάση τις εντολές που αυτός είχε δώσει (οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στα προσκομιζόμενα πινακίδια που του έστελνε ο δεύτερος των εναγομένων) έπρεπε, την 27-2-1996, να έχει συνολική αξία 14.123.194 δρχ. (1380 μετοχές ΚΛΩΝΑΤΕΞ - Π αξίας εκάστης 3900 δρχ, 1750 μετοχές Μ. (Κ) αξίας 1955 δρχ εκάστης, 1000 μετοχές ΕΠΙΧΕΙΡ.
ΑΤΤ. αξίας 1385 δρχ. εκάστης, 300 μετοχές ΜΗΧΑΝΙΚΗ (Κ) αξίας 2920 δρχ εκάστης και 3.058.944 δρχ σε μετρητά). Ωστόσο, εξαιτίας των συναλλαγών, τις οποίες διενήργησε η πρώτη των εναγομένων, για τις οποίες στην πραγματικότητα έδωσε εντολή ο δεύτερος των εναγομένων, εν αγνοία του έβδομου ενάγοντος (οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στα προσκομιζόμενα πινακίδια που εξέδωσε η πρώτη των εναγομένων) το χαρτοφυλάκιο του τελευταίου εμφάνιζε, κατά την ίδια ημερομηνία, συνολική αξία 7.427.500 δρχ (3.900 μετοχές Μ. (Κ) αξίας εκάστης 1955 δρχ και 2 μετοχές ΜΠΑΡΜΠΑ ΣΤΑΘΗ αξίας εκάστης 1500 δρχ και συνολικά αξίας 7.627.500 δρχ.
και χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 204.992 δρχ, έναντι του οποίου της κατέβαλε 200.000 δρχ κι έτσι η καθαρή αξία διαμορφώθηκε στο ποσό των 7.427.500 δρχ). Επομένως, η ζημία του εβδόμου των εναγόντων ανέρχεται σε 6.695.694 δρχ ή 19.649,87 € (14.123.194 - 7.427.500). Ο όγδοος των εναγόντων (Α. Ζ.) παρέδωσε στην πρώτη των εναγομένων την 16-11-1995 το ποσό των 2.000.000 δρχ, την 4-1-1996 το ποσό των 1.000.000 δρχ και την 18-1-1996 το ποσό των 1.000.000 δρχ, ήτοι της παρέδωσε συνολικά το ποσό των 4.000.000 δρχ, αυτή δε δημιούργησε στο όνομά του τον υπ' αρ. 2118 κωδικό γιά τις χρηματιστηριακές συναλλαγές του.
Το χαρτοφυλάκιο του, με βάση τις εντολές που αυτός είχε δώσει (οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στα προσκομιζόμενα πινακίδια που του έστελνε ο δεύτερος των εναγομένων), έπρεπε, την 27-2-1996, να έχει συνολική αξία 4.253.943 δρχ (380 μετοχές ΚΛΩΝΑΤΕΞ (Π) αξίας 3900 δρχ εκάστης και 750 μετοχές Μ. (Κ) αξίας 1955 δρχ εκάστης και 1.305.693 δρχ σε μετρητά).
Ωστόσο, εξαιτίας των συναλλαγών, τις οποίες διενήργησε η πρώτη των εναγομένων, γιά τις οποίες στην πραγματικότητα έδωσε εντολή ο δεύτερος των εναγομένων, εν αγνοία του όγδοου ενάγοντος, (οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στα προσκομιζόμενα πινακίδια που εξέδωσε η πρώτη των εναγομένων) το χαρτοφυλάκιο του τελευταίου εμφάνιζε, κατά την ίδια ημερομηνία, συνολική αξία 3.733.210δρχ (250 μετοχές ΚΛΩΝΑΤΕΞ (Π) αξίας 3.900 δρχ εκάστης, 1000 μετοχές Μ. (Κ) αξίας 1955 δρχ εκάστης και μετρητά ποσού 803.210 δρχ).
Επομένως, η ζημία του όγδοου των εναγόντων ανέρχεται στο ποσό των 520.733 δρχ ή 1.528,20 ευρώ (4.253.943 - 3.733.210). Ο ένατος των εναγόντων (Χ. Μ.) την 23-1-1996 κατέθεσε στο λογαριασμό της πρώτης των εναγομένων το ποσό των 15.000.000 δρχ, αυτή δε δημιούργησε στο όνομά του τον υπ' αρ. 1792 κωδικό για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές του.
Το χαρτοφυλάκιό του, με βάση τις εντολές που αυτός είχε δώσει (οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στα προσκομιζόμενα πινακίδια που του έστελνε ο δεύτερος των εναγομένων) έπρεπε, την 27-2-1996, να έχει συνολική αξία 14.600.810 δρχ (760 μετοχές ΚΛΩΝΑΤΕΞ (Π) αξίας 3900 δρχ εκάστης, 1500 μετοχές Μ. αξίας 1955 δρχ εκάστης, 100 μετοχές;
ΜΑΧΙΜ αξίας 1530 δρχ εκάστης, 4.000 μετοχές ΕΠΙΧΕΙΡ. ΑΤΤ. Αξίας 1385 δρχ εκάστης και μετρητά ποσού 3.011.310 δρχ). Ωστόσο, εξαιτίας των συναλλαγών, τις οποίες διενήργησε η πρώτη των εναγομένων, για τις οποίες στην πραγματικότητα έδωσε εντολή ο δεύτερος των εναγομένων, εν αγνοία του ενάτου των εναγόντων (οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στα προσκομιζόμενα πινακίδια που εξέδωσε η πρώτη των εναγομένων) το χαρτοφυλάκιο του τελευταίου εμφάνιζε, κατά την ίδια ημερομηνία, συνολική αξία 12.444.638 δρχ (μετρητά ποσού 2.471.888 δρχ, 5850 μετοχές Μ. (Κ) αξίας 1955 δρχ εκάστης και οφειλή 600 μετοχών ΠΛΑΣΤΙΚΑ ΘΡΑΚΗΣ αξίας 2440 δρχ εκάστης.
Επομένως, η απ[ό την αιτία αυτή ζημία του ανέρχεται στο ποσό των 2.156.172 δρχ ή 6.327.72 ευρώ (14.600.810 - 12.444.638)". Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον για να προσδιορίσει τη ζημία των αναιρεσίβλητων από την διαπιστωθείσα υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της η οποία συνιστά αφενός αθέτηση της εκτιθέμενης συμβατικής υποχρέωσης αυτής, αφετέρου αδικοπραξία, που θεμελιώνει υποχρέωση προς αποζημίωση, έλαβε ως βάση υπολογισμού την ημερομηνία 27-2-1996 και όχι, ως όφειλε, το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Με το περιεχόμενο δε τούτο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 719, 914, 297, 298 και 330 ΑΚ και επίσης, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα τούτο, αφού δεν αναφέρει αν ο χρόνος προσδιορισμού της ζημίας των αναιρεσίβλητων, η οποία προκύπτει από τη χρηματική αποτίμηση των μετοχών που συνέθεταν το χαρτοφυλάκιο των αναιρεσίβλητων με βάση τις δοθείσες εντολές τους, είναι εκείνος της πρώτης συζήτησης στον πρώτο βαθμό της ένδικης αγωγής, ή της προγενέστερης αγωγής που είχαν ασκήσει, ούτε περιέχει παραδοχές που θα μπορούσαν να στηρίξουν νόμιμο υπολογισμό της ζημίας σε χρόνο πριν από τη συζήτηση της αγωγής, και δεν καθίσταται έτσι εφικτός ο έλεγχος της νομιμότητας υπολογισμού της ζημίας στον αναφερόμενο χρόνο που προηγείται της πρώτης συζητήσεως της αγωγής στον πρώτο βαθμό.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως προς τα δύο μέρη του. Ειδικότερα, το Εφετείο, σαφώς προσδιορίζει το χρόνο που λαμβάνει υπόψη για τον προσδιορισμό της αξίας των μετοχών, προκειμένου να υπολογίσει τη ζημία των αναιρεσίβλητων με βάση την αρχή της διαφοράς που προκύπτει από τα δύο περιουσιακά μεγέθη, ήτοι εκείνου που θα είχαν αν οι χρηματιστηριακές συναλλαγές είχαν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις εντολές τους, δηλαδή αν δεν είχε λάβει χώρα το ζημιογόνο γεγονός και εκείνου μετά την προσβολή.
Ως κρίσιμο χρόνο λαμβάνει την ημερομηνία 27-2-1996, δηλαδή το χρόνο που ζητούσαν με την αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι να υπολογιστεί η ζημία τους και κατά τον οποίο υπολόγιζαν την τιμή των μετοχών στο κλείσιμο της σχετικής συνεδρίασης του χρηματιστηρίου. Τούτο το χρόνο, κατά την ανέλεγκτη παραδοχή της, δέχεται η προσβαλλόμενη ως χρόνο κατά τον οποίο έληξε η συμβατική σχέση της εντολής των αναιρεσίβλητων με την αναιρεσείουσα και ανέκυψε η ζημία τους, οπότε, με τη διαπιστωθείσα συνδρομή, κατά το χρόνο τούτο, και των λοιπών όρων της αδικοπραξίας, δηλαδή την παράλειψη της συμβατικής και νόμιμης υποχρέωσης της αναιρεσείουσας στην οποία συνίσταται η παράνομη συμπεριφορά της, τη συνδρομή υπαιτιότητας αυτής με τη μορφή της αμέλειας, καθώς και την αιτιώδη συνάφεια της ζημίας με την ανωτέρω παράλειψη αυτής, γεννήθηκε απαίτηση των αναιρεσίβλητων για αποζημίωση, καθώς και αντίστοιχη ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση αυτών.
Εξάλλου, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι το ποσό της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε με βάση τον ανωτέρω χρόνο λήξης της σύμβασης εντολής, υπερβαίνει εκείνο που θα δικαιούνταν οι αναιρεσίβλητοι εάν ως χρόνος υπολογισμού της ζημίας λαμβάνονταν υπόψη ο χρόνος της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης της αγωγής.
Υπό τις παραδοχές αυτές ο χρόνος αυτός υπολογισμού της ζημίας, που είναι προγενέστερος του χρόνου της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης της αγωγής, δεν ενέχει παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς το Εφετείο, δεν έσφαλε προσδιορίζοντας την αξία των μετοχών στον ως άνω χρόνο, προγενέστερο εκείνου της πρώτης συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις. Επιπλέον, το Εφετείο διέλαβε σαφή και επαρκή αιτιολογία για το ζήτημα του χρόνου προσδιορισμού της ζημίας, ανάγοντας αυτόν στο χρόνο λύσης της συμβατικής σχέσης της εντολής που συνέδεε τους διαδίκους. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο διότι, προκειμένου να προσδιορίσει το ύψος της ζημίας των αναιρεσίβλητων και, συνεπώς, της καταβλητέας σ' αυτούς αποζημίωσης, δέχθηκε ότι το χαρτοφυλάκιο κάθε αναιρεσίβλητου κατά τον προσδιοριζόμενο ως άνω χρόνο 27-2-1996, θα έπρεπε, με βάση τις δοθείσες πράγματι εντολές τους, να ανέρχεται στα συγκεκριμένα μετρητά χρήματα και τον αριθμό μετοχών που εκτίθεται, χωρίς να αναφέρει όλες τις εντολές που αυτοί είχαν δώσει στον Γ.
Π., παραγωγό χρηματιστηριακών εργασιών, για να διαβιβάσει στην αναιρεσείουσα προς εκτέλεση, αν επρόκειτο για αγορά ή πώληση μετοχών, ποιας συγκεκριμένης εισηγμένης στο Χρηματιστήριο εταιρείας, τον αριθμό των μετοχών που αφορούσε κάθε εντολή, την τιμή αγοράς ή πώλησης, καθώς και αν οι εντολές αυτές θα εκτελούνταν, ήτοι αν οι χρηματιστηριακές συνθήκες (προσφοράς και ζήτησης) θα επέτρεπαν την εκτέλεση κάθε εντολής.
Αιτιάται με το περιεχόμενο του λόγου αυτού την απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν το χαρτοφυλάκιο κάθε αναιρεσίβλητου θα είχε πράγματι κατά τις 27-2-1996 τη σύνθεση που δέχθηκε η προσβαλλόμενη σε μετρητά χρήματα και μετοχές. Υπό τις παρατιθέμενες, όμως, ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο διαλαμβάνει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες αναφορικά με τον προσδιορισμό της ζημίας κάθε αναιρεσίβλητου, ήτοι υπολογισμού του ποσού που καθένας τούτων θα είχε σε μετρητά χρήματα και αξία μετοχών κατά τον κρίσιμο χρόνο που έλαβε υπόψη για τον προσδιορισμό της ζημίας, εάν δεν είχε μεσολαβήσει το αδικοπρακτικό γεγονός, καθώς και εκείνου που πράγματι είχε σε μετρητά και αξία μετοχών κατά το χρόνο αυτό, η διαφορά των οποίων συνιστά και τη θετική ζημία καθενός.
Προς τούτο, παραθέτει αφενός μεν το ποσό των μετρητών χρημάτων, αφετέρου την ποσότητα των συγκεκριμένων μετοχών των προσδιοριζόμενων, εισηγμένων στο Χρηματιστήριο, εταιρειών, που θα έπρεπε να υπάρχουν στο χαρτοφυλάκιο καθενός αναιρεσίβλητου, διαλαμβάνοντας την παραδοχή ότι το τελικό περιεχόμενο του χαρτοφυλακίου προκύπτει από τα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, προσκομισθέντα στη συζήτηση πινακίδια τα οποία ο παραγωγός Γ.
Π. έστελνε στους αναιρεσίβλητους για την απόδειξη εκτέλεσης των εντολών τους και στα οποία αποτυπώνονται όλες οι δοθείσες εντολές διαχείρισης του χαρτοφυλακίου, ήτοι οι πράξεις, αγορές και πωλήσεις, που ενεργήθηκαν με τις εντολές αυτές, από τις οποίες και με την εκτέλεση των απαραίτητων μαθηματικών πράξεων, κατέληξε στις συγκεκριμένες ποσότητες χρημάτων και μετοχών.
Η παράθεση στην απόφαση κάθε χωριστής εντολής που δόθηκε από τους αναιρεσίβλητους στο Γ. Π. δεν ήταν αναγκαία για την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, δεδομένου ότι αυτό δεν αποτελεί την αιτιολογία της απόφασης, αλλά την απόδειξη με βάση την οποία το Εφετείο κατέληξε στο τελικό περιεχόμενο που θα έπρεπε να έχει το χαρτοφυλάκιο σύμφωνα με τις εντολές που είχε δώσει κάθε αναιρεσίβλητος.
Με τον υπολογισμό δε αυτό, σαφώς και δέχεται το Εφετείο, ότι οι διαβιβασθείσες εντολές των αναιρεσίβλητων για αγορά ή πώληση των μετοχών τους και γενικά της διαχείρισης του χαρτοφυλακίου τους, θα εκτελούνταν, ώστε να πραγματοποιηθεί το εξαγόμενο τελικό αποτέλεσμα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 16-11-2017 αίτηση για αναίρεση της 3302/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EUROCORP FINANCE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" για αναίρεση της 3302/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)