Supreme Court dismisses appeal due to procedural defects and inadmissible arguments regarding evidence and deadlines.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant failed to file supplementary grounds of appeal thirty days prior to the hearing, rendering them inadmissible. Furthermore, the court rejected arguments challenging the lower court's findings on evidence and account balances as non-reviewable factual determinations. Consequently, the appeal was dismissed, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569(2) and 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Supplementary grounds of appeal are inadmissible if filed less than thirty days before the hearing. Arguments challenging the lower court's assessment of evidence or factual findings are inadmissible as they concern non-reviewable matters.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1236 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1236/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Παπακωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. συζύγου Γ. Τ., θυγατέρας Γ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παρασκευά Λιάρτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39663/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1645/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 530/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 1645/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1573/2017 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-9-2017 αίτησή της και τους από 22-3-2018 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης προϋποθέτει όπως, τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους να έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικώς οριστεί.
Η παράλειψη δε τήρησης των παραπάνω διατυπώσεων ή της μιας απ’ αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ143/1984, ΑΠ318/2017). Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 της από 29-12-1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με τον Ν. 1157/1981, καθιερώθηκε από 1 Ιανουαρίου 1981 πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, αρχόμενη από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή για το προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ κατά την παρ. 12 του ίδιου άρθρου, η διαδρομή των προθεσμιών, που τάσσονται από το νόμο ή τα δικαστήρια, αρχίζει από την επομένη ημέρα της επίδοσης ή του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της που λήγει τη 19.00 ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας.
Όπως συνάγεται από τη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσον επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων, οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας, πράγμα το οποίο ισχύει και επί της 30ήμερης προθεσμίας που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από τη δικάσιμο, ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ (ΟλομΑΠ 33/1996,ΑΠ332/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με πράξη του Προεδρεύοντος του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε για τη δικάσιμο της 23-4-2018.Η αναιρεσείουσα κατέθεσε το με χρονολογία 22-3-2018 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης στις 22 Μαρτίου 2018 σύμφωνα με την επισυναπτόμενη ...-3-2018 πράξη κατάθεσης, που συντάχθηκε από την αρμόδια γραμματέα, ενώ το επέδωσε στην αναιρεσίβλητη στις 23 Μαρτίου 2018,όπως προκύπτει από την .../23-3-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Δ.
Τ.. Έτσι, η τριακοστή ημέρα, από την επομένη της επίδοσης του δικογράφου των προσθέτων λόγω^ συμπίπτει με την 22 Απριλίου 2018,ημέρα Κυριακή, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του τρέχοντος έτους, ώστε η πιο πάνω 30ήμερη προθεσμία, παρατεινόμενη αντιστοίχως, λήγει την 7η της επόμενης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή στις 23 Απριλίου 2018, η οποία είναι και η δικάσιμος της υπόθεσης, η συζήτηση της οποίας έχει οριστεί για την 9.30 π.μ.
ώρα, μέχρι την οποία όμως δεν θα είχε συμπληρωθεί η 30ήμερη προθεσμία. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπρόθεσμα και ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτοι.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή τα μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ3/1997,ΑΠ851/2015).
Για να είναι ορισμένος ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιά ήταν τα πράγματα αυτά που έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, καθώς και τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα και ήταν νόμιμος (ΑΠ869/2017, 1730/2008).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου(ΑΠ551/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος: "Η ενάγουσα-εκκαλούσα(ήδη αναιρεσίβλητη),η οποία διατηρεί ατομική επιχείρηση κατασκευής και εμπορίας μεταλλικών ειδών οικιακής χρήσης, συνήψε στα πλαίσια της παραπάνω εμπορικής της δραστηριότητας, σύμβαση με την εναγομένη-εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα), υπό την αρχική μορφή της, ως ομόρρυθμης εταιρείας στη......, θέση της οποίας υπεισήλθε ήδη η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" ως καθολική διάδοχος της, δυνάμει της οποίας (σύμβασης) ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάζει και παραδίδει στην εναγομένη σιδερώστρες, με πρώτες ύλες που αυτή (εναγομένη) θα της παρέδιδε, για δε την εργασία της αυτή η εναγομένη θα της κατέβαλε αμοιβή. Προς εξυπηρέτηση της εν λόγω σύμβασης, οι διάδικοι συνήψαν παράλληλα σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, αορίστου χρόνου, στον οποίο συμφώνησαν να καταχωρούνται από την εναγόμενη, που θα τηρούσε το λογαριασμό, οι εκατέρωθεν απαιτήσεις, από τις οικείες επί μέρους συναλλαγές με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβήνονται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, σε τρόπο ώστε, το τυχόν εναπομείναν κατάλοιπο αυτού να αποτελέσει τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση.
Ειδικότερα και με βάση τους όρους της συμφωνίας αυτής, στο μεν πιστωτικό σκέλος του λογαριασμό η εναγομένη θα καταχωρούσε την εκάστοτε συνολική αξία των πρώτων υλών που θα παρέδιδε στην ενάγουσα με την ημερομηνία παράδοσης αυτών και την επωνυμία του εμπόρου προμηθευτή, την ποσότητα των χρημάτων που θα της κατέβαλε υπό την ένδειξη "μετρητά" με την αντίστοιχη ημεροχρονολογία καταβολής και υπό την ένδειξη "επιταγή" το ποσό των επιταγών, είτε εκδόσεώς της είτε τρίτων πελατών της, που θα εκχωρούσε σε αυτή (ενάγουσα), στο δε χρεωστικό σκέλος η ίδια θα καταχωρούσε, όταν η ενάγουσα θα της παρέδιδε σιδερώστρες, την ημερομηνία παράδοσης του εμπορεύματος, το είδος αυτού (σιδερώστρα με την ένδειξη "πλέγμα" ή με την ένδειξη "λαμαρίνα"), την ποσότητα που παραδόθηκε, την τιμή μονάδας κάθε σιδερώστρας (αναλόγως του είδους της) και τη συνολική αξία της παρτίδας που παραδόθηκε.
Ο παραπάνω αλληλόχρεος λογαριασμός κινήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 29-9-1992 έως και την 7-11-2002, οπότε και καταγγέλθηκε προφορικά από την ενάγουσα. Η εναγομένη συνομολογεί την τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού στη συνεργασία της με την ενάγουσα.....Επίσης συνομολογεί ότι η ίδια τηρούσε τις καρτέλες κίνησης του λογαριασμού, τις οποίες απέστειλε στην ενάγουσα προκειμένου να τις ελέγξει εξαιτίας της διαφωνίας τους περί της εκκαθάρισης του αλληλόχρεου λογαριασμού....Σύμφωνα με τις καρτέλες αυτές που προσκομίζει η ενάγουσα, το πιστωτικό σκέλος του αλληλόχρεου λογαριασμού εμφανίζει καταγραφές συνολικού ποσού 26.247.127 δραχμών και ήδη 77.027,51 ευρώ, που αφορούν την αξία των επιμέρους παρτίδων πρώτης ύλης που η εναγόμενη χορήγησε στην ενάγουσα κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, την ημερομηνία παραδόσεως κάθε παρτίδας και το όνομα του προμηθευτή καθώς και τις καταβολές χρημάτων από την εναγόμενη προς την ενάγουσα είτε με τη μορφή μετρητών είτε με επιταγές και τις αντίστοιχες ημερομηνίες.
Η εναγομένη δεν αρνείται ειδικά και συγκεκριμένα ότι έλαβαν χώρα οι παραδόσεις πρώτης ύλης και οι πληρωμές που είναι καταχωρημένες στις χειρόγραφες καταστάσεις, τις οποίες άλλωστε η ίδια τηρούσε και παρέδωσε στην ενάγουσα για τον έλεγχο του μεταξύ τους επιδίκου λογαριασμού, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα και επομένως, περί του ως άνω ποσού συνάγεται έμμεση ομολογία της (άρθρο 261 ΚΠολΔ).
Όμως περαιτέρω ισχυρίζεται ότι από τα σχετικά φύλλα εγγραφών, απουσιάζουν πλήρως οι ενδιάμεσες κινήσεις χρονικού διαστήματος 19 μηνών κατά τα έτη 1995-1996 και οι κινήσεις των δύο τελευταίων ετών της συνεργασίας τους. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης δεν αποδεικνύεται, καθόσον δεν προσκομίζει αντίγραφα των καρτελών που η ίδια τηρούσε από τα οποία να προκύπτουν ενδιάμεσες καταβολές και παραδόσεις, ούτε έγγραφα ή άλλα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει παράδοση πρώτης ύλης και η αξία της καθώς και πληρωμές κατά τα παραπάνω διαστήματα.
Η εναγομένη προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι έλαβαν χώρα καταβολές χρημάτων στην ενάγουσα και κατά τα έτη 2001 και 2002 προσκομίζει τιμολόγια έκδοσης της τελευταίας, των ετών αυτών, στα οποία είναι σημειωμένη η ένδειξη "εξοφλήθηκε". Από τα τιμολόγια όμως αυτά δεν αποδεικνύεται η καταβολή μετρητών, η οποία δεν γινόταν μεμονωμένα για κάθε τιμολόγιο, αλλά με τον τρόπο που προαναφέρθηκε.
Επίσης προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι παραδόθηκε στην ενάγουσα πρώτη ύλη και κατά το ενδιάμεσο διάστημα προσκομίζει αντίγραφο της καρτέλας της προμηθεύτριας της εταιρίας "... ΑΒΕΕ", στην οποία (καρτέλα) φαίνεται ότι η ίδια (εναγόμενη) προμηθευόταν λαμαρίνα από την εν λόγω εταιρία καθόλο το παραπάνω διάστημα των ετών 1995 1996,δεν αποδεικνύεται όμως εκ της καρτέλας αυτής ότι η προμήθεια της λαμαρίνας γινόταν για να παραδοθεί στην ενάγουσα για την κατασκευή σιδερωστρών.
Όσον αφορά το χρεωστικό σκέλος του αλληλόχρεου λογαριασμού που η ενάγουσα παραθέτει στην αγωγή της η εναγόμενη συνομολογεί τόσο τις ημερομηνίες όσο και τις ποσότητες των παραδοθέντων σε αυτήν, σιδερωστρών, οι οποίες ανέρχονται συνολικά σε 13.677 τεμάχια, αρνείται όμως την αναγραφόμενη τιμή μονάδας για κάθε σιδερώστρα, ισχυριζόμενη ότι στην τιμή κάθε σιδερώστρας που παραδινόταν υπολογιζόταν μόνο η αξία της εργασίας της ενάγουσας, ανερχόμενη σε 1.300 δραχμές και ήδη 3,82 ευρώ για τις σιδερώστρες πλέγματος και σε 1.000 δραχμές ή 2,94 ευρώ για τις σιδερώστρες λαμαρίνας, με αποτέλεσμα η συνολική αξία των παραδοθεισών σιδερωστρών να ανέρχεται σε 16.733,809 δραχμές ή 49.108,76 ευρώ.
Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος στην ουσία του, διότι από τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα, τηρούμενες όμως από την εναγόμενη καρτέλες του οικείου λογαριασμού, προκύπτει με σαφήνεια ότι η εναγομένη, σε αντίθεση με ό,τι ισχυρίζεται με τις προτάσεις της, δεν υπολόγιζε ως αξία της κάθε σιδερώστρας που της παρέδιδε η ενάγουσα μόνο το ποσό των 1.300 δρχ γι’ αυτές με πλέγμα και το ποσό των 1.000 δρχ γι’ αυτές με λαμαρίνα, αλλά το ποσό των 2.900 δρχ για τις πρώτες (που σημειωτέον αναφέρονται ως ατμού) και των 2.600 δρχ για τις δεύτερες, υπολογίζοντας συνεπώς στην αξία της κάθε σιδερώστρας και την αξία της πρώτης ύλης, που χρησιμοποίησε η ενάγουσα για την κατασκευή της και που επέστρεφε σ’ αυτήν (εναγόμενη) ενσωματωμένη σε κάθε σιδερώστρα.
Δεν διαφοροποιείται εξάλλου η ανωτέρω κρίση του παρόντος Δικαστηρίου από το γεγονός ότι η ίδια η ενάγουσα στα εκδιδόμενα από αυτήν τιμολόγια και δελτία αποστολής κάθε φορά που απέστειλε στην εναγομένη ποσότητες από τις σιδερώστρες που παρήγαγε, αναγράφει ως αμοιβή το ποσό των 1.300 και 1.000 δρχ, αντίστοιχα (ή 3.82 και 2;94 ευρώ ανάλογα) αφού ακριβώς το ποσό αυτό υπολόγιζε ως αμοιβή της για το έργο που είχε αναλάβει να εκτελέσει και εκτελούσε κάθε φορά, χωρίς να περιλαμβάνει και την αξία της πρώτης ύλης, που είχε χρησιμοποιήσει, διότι ενδεχόμενη τέτοια συμπερίληψη θα διόγκωνε πλασματικά το ποσό της αμοιβής της.
Άλλο θέμα συνεπώς η έκδοση των ανωτέρω τιμολογίων και άλλο η ορθή λογιστική βήμα προς βήμα παρακολούθηση του τηρούμενου για τις συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων αλληλόχρεου λογαριασμού, διότι κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων, η εκάστοτε παραδιδόμενη πρώτη ύλη καταχωρούνταν στον αλληλόχρεο λογαριασμό ως οικονομική αξία καταβληθείσα στην ενάγουσα, ήτοι, πιστωθείσα στην εναγόμενη και στην τιμή μονάδας κάθε σιδερώστρας που παρέδιδε στην τελευταία συμπεριλαμβανόταν μέρος της απαιτούμενης για την κατασκευή της πρώτης ύλης, καθώς και η αξία των εργατικών της (αμοιβή), ώστε να επέρχεται ισοσκελισμός μεταξύ της πρώτης ύλης που παραδιδόταν και των αντίστοιχων σιδερωστρών που κατασκευάζονταν από αυτήν.
Πράγματι, εφόσον η πρώτη ύλη που παραλάμβανε η ενάγουσα, επέστρεφε στην εναγομένη σταδιακά, έστω και με τη μορφή πλέον της σιδερώστρας και ενσωματωμένη σε αυτή, προκειμένου ο λογαριασμός να αποτυπώνει ορθά την οικονομική αυτή συναλλαγή μεταξύ των διαδίκων, έπρεπε να περιλαμβάνει στο αντίστοιχο σκέλος του - χρεωστικό για την εναγομένη-και την αξία της πρώτης ύλης που είχε ενσωματωθεί στην κάθε σιδερώστρα.
Από τα ίδια στοιχεία αποδεικνύεται ότι καθόλη τη διάρκεια της δεκαετούς και πλέον συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, η αμοιβή ανά είδος και μονάδα σιδερώστρας, παρέμεινε στην ίδια προαναφερόμενη κατά περίπτωση τιμή, ανεξαρτήτως των οικονομικών συνθηκών της κάθε εποχής και ιδίως της αύξησης του κόστους παραγωγής, όπως προκύπτει από τον ίδιο τον τηρούμενο λογαριασμό.
Μετά ταύτα στο σκέλος του λογαριασμού στο οποίο αναγράφεται η αξία της ποσότητας από σιδερώστρες που κάθε φορά παραδιδόταν στην εναγόμενη πρέπει λογιστικά να συμπεριληφθεί-όπως πράγματι συνέβαινε-και ποσό 21.883,200 δραχμών και ήδη 64.220,68 ευρώ (13.677 σιδερώστρες Χ 1.600 δρχ η καθεμία, ανεξαρτήτως πλέγματος-ατμού ή λαμαρίνας), ποσό που συνίσταται στην αξία της πρώτης ύλης, που η ενάγουσα παραλάμβανε από την εναγόμενη και χρησιμοποιούσε κάθε φορά για την κατασκευή και κατόπιν την επέστρεφε ενσωματωμένη στη σιδερώστρα, υπολογίζεται δε και για τα δύο είδη στο ποσό των 1.600 δραχμών ανά τεμάχιο, καθώς από το ποσό των 2.900 δρχ, που η εναγομένη αναγράφει στο λογαριασμό που τηρούσε ως αξία για κάθε σιδερώστρα ατμού, ισχυρίζεται εσφαλμένα ότι πρέπει να υπολογιστεί μόνο το ποσό των 1.300 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της εργασίας της ενάγουσας, ενώ από το ποσό των 2.600 ευρώ, που η εναγομένη αναγράφει στο λογαριασμό που τηρούσε ως αξία για κάθε σιδερώστρα λαμαρίνας, ισχυρίζεται εσφαλμένα ότι πρέπει να υπολογιστεί μόνο το ποσό των 1.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία της εργασίας της ενάγουσας.
Επομένως, προστιθεμένου του προαναφερομένου ποσού των 64.220,68 ευρώ στο ποσό των 49.108,76 ευρώ, στο οποίο η εναγομένη υπολογίζει και αποδέχεται ότι πρέπει, με βάση τους δικούς της υπολογισμούς, να ανέρχεται το άθροισμα του χρεωστικού για την ίδια σκέλους του λογαριασμού, προκύπτει σύνολο ύψους 113.329, 44 ευρώ, το οποίο είναι και το ορθό άθροισμα του σκέλους αυτού.
Αφαιρουμένου δε από το πιο πάνω άθροισμα, του ποσού των 77.027,59 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα το πιστωτικό για την εναγόμενη σκέλος του λογαριασμού, προκύπτει χρεωστικό γι’ αυτήν υπόλοιπο 36.301,85 ευρώ, το οποίο πρέπει να καταβληθεί στην ενάγουσα, αφού αυτό είναι και το εξαγόμενο υπέρ αυτής κατάλοιπο του λογαριασμού που προέκυψε κατά το κλείσιμο του στο τέλος της συνεργασίας των διαδίκων.".Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, στο οποίο είχε παραπεμφθεί η υπόθεση μετά την αναίρεση, με την 530/2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, της προηγούμενης 1645/2013 απόφασής του, αφού δέχθηκε την από 16-4-2010 έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την 39663/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) Δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως, έκανε εν μέρει δεκτή την από 16-1-2006 αγωγή της τελευταίας κατά της αναιρεσείουσας, τη ν οποία υποχρέωσε να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 36.301,85 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησής της η αναιρεσείουσα, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.8ΚΠολΔ,μέμφεται το Εφετείο, ότι με εσφαλμένη και αυθαίρετη εκτίμηση των εγγραφών στις καρτέλες, κατέληξε σε χρεωστικό σε βάρος της υπόλοιπο, μη υπολογίζοντας στο πιστωτικό σκέλος του λογαριασμού την μη καταχώριση των εγγραφών των ετών 1995-1996 και την προμήθεια της αναιρεσίβλητης με πρώτες ύλες και συνυπολογίζοντας εσφαλμένα στο χρεωστικό σκέλος το ποσό των 64.220,68 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην αξία της πρώτης ύλης. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω αοριστίας, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει με αυτόν ποιον, συγκεκριμένο ισχυρισμό ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πρότεινε παραδεκτά, ο οποίος συνιστούσε "πράγμα", ήτοι ένσταση στην αγωγή της αναιρεσίβλητης ή αντένσταση σε ένσταση της αναιρεσίβλητης, την οποία, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη ή έλαβε υπόψη χωρίς να προταθεί. Πλέον τούτου, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί, υπό την επίφαση επίκλησης του λόγου αυτού, πλήττει την εκτίμηση από το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία της υπόθεσης πραγματικών περιστατικών και την εκτίμηση από αυτό των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, επιχειρώντας απαράδεκτα την επανεκδίκαση της υπόθεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559αρ.10ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 17 του ν. 2915/2001, συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 104/2014).
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ’ άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 717/2016) ούτε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα, ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του (ΑΠ45/2014, 259/2007).Από τη διάταξη εξάλλου, του άρθρου 261εδ.βΚΠολΔ,που ορίζει ότι, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, από κείται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνδυαζόμενη με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων.
Επομένως, εφόσον υπάρχει τέτοια αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και, παρά ταύτα, το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, υποπίπτει στην από το άρθρο 559 αριθμ. 11βΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε. Επί συναγωγής δε ομολογίας από τη μη αμφισβήτηση των αγωγικών ισχυρισμών ο Άρειος Πάγος, επισκοπώντας τις προτάσεις (αρθρ.561παρ.2 ΚΠολΔ),ελέγχει μόνο αν πράγματι αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός, δεν μπορεί όμως να ελέγξει την κρίση του δικαστηρίου ως προς το αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνάγεται ή όχι ομολογία από την παράλειψη αμφισβήτησης, διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ530/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησής της, μέμφεται το Εφετείο, κατ’ επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559αριθμ.10 και (κατ’ εκτίμηση) 11βΚΠολΔ, αντίστοιχα, ότι: α) δέχθηκε την ύπαρξη του άνω επιδικασθέντος στην αναιρεσίβλητη χρεωστικού σε βάρος της υπολοίπου αυθαίρετα και χωρίς απόδειξη και β) δέχθηκε έμμεση ομολογία του ποσού των 77.027,51 ευρώ, το οποίο εμφανίζεται στο πιστωτικό σκέλος του λογαριασμού, καίτοι το αμφισβητούσε.
Ο ανωτέρω υπό στοιχείο α) λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις προσκομισθείσες από αυτούς ένορκες βεβαιώσεις και το σύνολο των εγγράφων που αυτοί είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί νόμιμα.
Επίσης, ο ανωτέρω υπό στοιχείο β) λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 17-11-2016 προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου, στις οποίες είχε ενσωματώσει και αυτές που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα όχι μόνο δεν αμφισβήτησε το αναγραφόμενο στις τηρούμενες από την ίδια χειρόγραφες καταστάσεις ποσό, που αντιστοιχούσε στην αξία των επιμέρους παρτίδων πρώτης ύλης που η ίδια χορηγούσε στην αναιρεσίβλητη και στις καταβολές χρημάτων από αυτή (αναιρεσείουσα) προς την τελευταία, αλλά αντιθέτως ρητώς ομολόγησε ότι ανέρχονταν στο ποσό των 74.865,71 ευρώ (σελ.9 των ενσωματωμένων προτάσεών της), ήτοι ποσό μικρότερο από αυτό των 77.027,51 ευρώ που δέχθηκε το Εφετείο ότι αντιστοιχούσε στο πιστωτικό σκέλος του λογαριασμού και το οποίο αφαίρεσε από το χρεωστικό, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Η με τον ίδιο αναιρετικό λόγο επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.8ΚΠολΔ,με την αιτίαση της εσφαλμένης απόδειξης του πιστωτικού σκέλους του λογαριασμού, είναι απαράδεκτη, ως αναγόμενη στην μη ελεγχόμενη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πραγματικό γεγονός, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Επομένως, κάθε ισχυρισμός του διαδίκου που στρέφεται κατά της βεβαίωσης του δικαστηρίου ότι δεν προσκομίστηκε αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε είναι απαράδεκτος(Ολ.ΑΠ30/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησής τη ς, μέμφεται το Εφετείο, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.11γΚΠολΔ,ότι δεν έλαβε υπόψη τα επικαλούμενα από την ίδια κρίσιμα για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δελτία αποστολής για το χρονικό διάστημα 1995-1996,από τα οποία προέκυπτε και κατά την διάρκεια αυτού, παράδοση προς την αναιρεσίβλητη πρώτων υλών. Δεδομένου όμως ότι, το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα "δεν προσκομίζει έγγραφα ή άλλα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει παράδοση πρώτης ύλης" κατά τα έτη 1995-1996, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, αφού ο στρεφόμενος κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης βεβαίωσης του δικαστηρίου, ισχυρισμός της αναίρεσε ίο υ σας, ότι είχε προσκομίσει τα ανωτέρω αποδεικτικά έγγραφα, είναι απαράδεκτος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ.176,183ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19 Σεπτεμβρίου 2017 αίτηση και τους από 22 Μαρτίου 2018 πρόσθετους λόγους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της 1573/2017 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ