Legislator Case Law & Legislation
1236/2017 AI generated

1236/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1236/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1236/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθ. 2146/2013 τελεσίδικη απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου που έκανε δεκτή την αγωγή κατά το επικουρικό της αίτημα. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
partly nationalised undertaking international Air Transport Association lack of standing of association airport operating company european works councils petrol station agreement
AI generated
1657/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
768/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
761/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1650/2025
Με την κρινόμενη από 20-5-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ, υπ' αριθμ. 2729/2023 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 23-9-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, με αίτημα κυρίως την αναγνώριση της ανυπαρξίας της υπ'αριθμ. 19/2019 απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που συγκροτήθηκε στην Αθήνα στα πλαίσια του άρθρου 27 της από 30-7-1956 σύμβασης κυρωθείσας με το ν. δ. 3560/1956, όπως τροποποιήθηκε, και επικουρικώς την ακύρωση αυτής, για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
1267/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1236 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1236/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... A.E.", που εδρεύει στο Νέο Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Σταύρο Ανδριόπουλο και 2) Νικόλαο Ανδρικόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Δεληγιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και με την οποία ζήτησε την ακύρωση και επικουρικώς την αναγνώριση της ανυπαρξίας της υπ’ αριθμ.3/2009 απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου του άρθρου 27 του ΝΔ 3560/1956, που εκδόθηκε επί της από 31-12-2007 αίτησης της ήδη αναιρεσείουσας.

Εκδόθηκε η απόφαση 2146/2013 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 24-2-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης, ανέγνωσε την από 21-12-2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το αναιρεσίβλητο με την από 22.1.2010 προς το Εφετείο Αθηνών αγωγή του, την οποία είχε απευθύνει κατά της αναιρεσείουσας, ζήτησε να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση και επικουρικά να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία της.

Εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθ. 2146/2013 τελεσίδικη απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου που έκανε δεκτή την αγωγή κατά το επικουρικό της αίτημα. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 901 περ. α’ ΚΠολΔ: "Μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας διαιτητικής απόφασης .... αν δεν συνομολογήθηκε συμφωνία διαιτησίας". Η ανωτέρω διάταξη είναι ουσιαστικού δικαίου και γι’ αυτό η παραβίασή της ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚπολΔ (ΑΠ 217/2004).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλομΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλομΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 ΝΔ 3560/1956: "Κυρούται η από 30 Ιουλίου 1956 υπογραφείσα σύμβασις μεταξύ του Δημοσίου και του Α. Ω. "περί Αεροπορικών Συγκοινωνιών". 2. Άπασαι αι διατάξεις της κατά τ’ ανωτέρω κυρουμένης συμβάσεως αποκτώσιν ισχύν Νόμου, δύνανται δε να τροποποιώνται ή καταργώνται δια συμφωνίας μεταξύ του αναδόχου και του Δημοσίου ...

κυρουμένης δια Β. Δ/τος ...". Σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση: Α.- "Το Δημόσιον παραχωρεί εις τον Ανάδοχον δια χρονικόν διάστημα είκοσι ετών ... 1. Το προνόμιον της αποκλειστικής εκμεταλλεύσεως πασών των υπό Ελληνικήν σημαίαν αεροπορικών μεταφορών εσωτερικού και εξωτερικού ... 2. Το προνομιακόν δικαίωμα της δι’ επιγείων μέσων εξυπηρετήσεως (Handling, Sernicing) των προσγειουμένων εις Ελληνικούς αερολιμένας ξένων αεροσκαφών ανηκόντων εις αεροπορικός επιχειρήσεις, αίτινες δεν θα διαθέτουν ίδια μέσα εξυπηρετήσεως. 3.

Το προνόμιον της αποκλειστικής μεταφοράς του αεροπορικού ταχυδρομείου... 4. Το προνόμιον της αποκλειστικής εγκαταστάσεως και εκμεταλλεύσεως του εν άρθρ. 17 της παρούσης προβλεπομένου συνεργείου..." (άρθρο 1). Β.- "1. Ο Ανάδοχος υποχρεούται, όπως εντός τριών μηνών από της κυρώσεως της παρούσης συμβάσεως και υπό τους όρους αυτής και τους Ελληνικούς Νόμους, συστήσει Ελληνικήν Ανώνυμον Εταιρείαν με έδραν τας Αθήνας και με σκοπόν την υπό τους όρους της Συμβάσεως εκμετάλλευσιν των εν άρθρω 1 παραχωρουμένων εις αυτόν προνομίων και αποκλειστικών δικαιωμάτων... 3.

Η κατά τα διατάξεις της παρούσης συμβάσεως συσταθησομένη Ανώνυμος Εταιρεία θα υποκατασταθεί από της συστάσεώς της αυτοδικαίως και άνευ εγγράφου εκχωρήσεως ή άλλης οιασδήποτε διατυπώσεως εις άπαντα ανεξαιρέτως τα εκ της παρούσης συμβάσεως απορρέοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Αναδόχου. Όπου εν τη παρούση συμβάσει γίνεται λόγος περί του αναδόχου νοείται από της συστάσεώς της, η ανωτέρω εταιρεία" (άρθρο 2).

Γ.- "Εν πάση ... περιπτώσει η ουσιαστική ιδιοκτησία και ο πραγματικός έλεγχος της Εταιρείας δέον να ανήκη εις πρόσωπα Ελληνικής Ιθαγένειας. Προς τούτο, η Γενική Συνέλευσις των μετόχων της Εταιρείας ουδέποτε λογίζεται εν απαρτία, ούτε δύναται να προχωρήσει εις συζήτησιν και αποφάσεις, αν τα 51% τουλάχιστον των διατιθεμένων και παρισταμένων εις εκάστην Συνέλευσιν ψήφων δεν ανήκουν εις μετόχους Ελληνικής Ιθαγενείας" (άρθρο 3 παρ. 2 εδ.

β). Δ.- "Επιτρέπεται όπως πάσαι ή τινές των ακολούθων δραστηριοτήτων: α) αεροπορικών μεταφορών εμπορευμάτων (Cargo Forwarding), β) εξυπηρετήσεως των εκτάκτων αεροπορικών μεταφορών ..., γ) παροχής υπηρεσιών εξυπηρετήσεως ξένων αεροσκαφών περί ης η παράγραφος 2 του άρθρου 1 της ισχυούσης Συμβάσεως, δ) αεροπορικών μεταφορών και εργασιών, περί ών η παρ. 5 του άρθρου 1 της ισχυούσης Συμβάσεως, ε) έτι δε και η κατά την παρ. 10 του άρθρου 7 της ισχυούσης Συμβάσεως εκμετάλλευσις ελικοπτέρων και μικρών αεροσκαφών, ασκώνται είτε ευθέως υπό της ώδε συμβαλλομένης Αναδόχου, είτε δια μιάς ή πλειόνων ανεξαρτήτων της Αναδόχου ανωνύμων εταιρειών, ειδικώς προς τον σκοπόν τούτον ιδρυομένων, ών η Ανάδοχος θα διατηρή υποχρεωτικώς το 51% τουλάχιστον των μετοχών.

Η ως άνω ανώνυμος εταιρεία ή εταιρείαι θα απολαμβάνουν όλων των κατά την ισχύουσαν Σύμβασιν προνομίων της Αναδόχου, εφαρμοζομένης και ως προς αυτάς της παρ. 3 του άρθρου 2 της ισχυούσης συμβάσεως ... 3. Η ... δικαιούται να μετέχη τουριστικών επιχειρήσεων πάσης φύσεως. Αι επιχειρήσεις αύται διέπονται υπό της κειμένης περί τούτων εκάστοτε νομοθεσίας, μη εφαρμοζομένης επί τούτων ουδεμίας διατάξεως της ισχυούσης και της παρούσης Συμβάσεως...." (άρθρο 4 παρ. 2, 3 που προστέθηκαν με το άρθρο 5 της κυρωθείσας με το ν.δ. 122/1969 συμβάσεως).

Ε.- "Εξαιρουμένων των περιπτώσεων, δι’ ας προβλέπεται εν τη παρούση έτερος τρόπος ρυθμίσεως, πάσα διαφορά, διένεξις ή διαφωνία, αναφυομένη μεταξύ του Δημοσίου και αναδόχου εκ της εφαρμογής της παρούσης Συμβάσεως, και όπου ακόμη, ειδικώς δεν προβλέπεται περί αυτής εν τη παρούση, αφορώσα την εκτέλεσιν ή ερμηνείαν των όρων αυτής, την έκτασιν των εκ ταύτης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και γενικώς οιονδήποτε ζήτημα προκύπτον εκ της παρούσης συμβάσεως, λύεται αποκλειστικώς δια διαιτησίας..." (άρθρο 27).

Εξάλλου, η ισχύς της ανωτέρω Συμβάσεως παρατάθηκε με δύο νεότερες συμβάσεις, που κυρώθηκαν με το ΝΔ 4262/1962 και το ΒΔ 862/1966 μέχρι της 6-10-1986 και "επί είκοσι ακόμη έτη από της λήξεώς της", αντιστοίχως. Με βάση τα κείμενα των ως άνω συμφωνιών και των κυρωτικών αυτών νόμων, κυρίως δε με βάση τον επιδιωχθέντα με αυτά σκοπό και τα μέσα, που προβλέφθηκε ότι θα χρησιμοποιούνταν για την επίτευξή του, είναι σαφές ότι -ανεξάρτητα από την επιλεγείσα μεθοδολογία και φρασεολογία- προέχον στοιχείο της όλης ρύθμισης είναι ο νομοθετικός χαρακτήρας αυτής και όχι εκείνος της συμβατικής σχέσης ιδιωτικού δικαίου.

Τούτο δε, διότι το κύριο έννομο αποτέλεσμα των ανωτέρω νομικών πράξεων (συμφωνιών και νόμων) ήταν η εκ μέρους ιδιώτη απόκτηση δικαιώματος μονοπωλιακής εκμετάλλευσης ενός οικονομικού τομέα (των αερομεταφορών και συναφών δραστηριοτήτων), πράγμα που δεν θα ήταν νομικά επιτρεπτό να γίνει χωρίς ειδικό νόμο.

Εκ τούτων συνάγεται περαιτέρω ότι η όλη (συμβατική και νομοθετική) ρύθμιση απέβλεπε και ίσχυε αποκλειστικά και μόνο στις σχέσεις μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εταιρείας "... ΑΕ" και όχι έναντι άλλων (τρίτων) προσώπων. Ειδικά μάλιστα για την διαιτητική επίλυση των διαφορών, που θα προέκυπταν από την σύμβαση, ορίσθηκε (στο προαναφερόμενο άρθρο 27) ότι αυτή αφορούσε διενέξεις "μεταξύ του Δημοσίου και Αναδόχου".

Βεβαίως, από το συνδυασμό της ρύθμισης αυτής προς τις λοιπές ως άνω διατάξεις συνάγεται ερμηνευτικά ότι η διαιτητική ρήτρα επεκτεινόταν και στις θυγατρικές εταιρείες, που ενδεχομένως θα συνιστούσε "η Ανάδοχος", σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της Σύμβασης (προστεθέν με ΝΔ 122/1969). Για την επέκταση όμως της εν λόγω διαιτητικής ρήτρας και στις θυγατρικές εταιρείες της αναδόχου "...

Α.Ε" πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες δύο προϋποθέσεις: α) Η μητρική εταιρεία, όχι απλά κατέχει κατά την ίδρυσή τους, αλλά και "διατηρεί υποχρεωτικώς" σε όλη τη διάρκειά τους το 51% των μετοχών των θυγατρικών εταιρειών. Τούτο συνάγεται ευθέως από τη γραμματική διατύπωση της διατάξεως με τη χρήση του ρήματος "διατηρεί", δηλαδή σε χρόνο ενεστώτα διαρκείας, και την προσθήκη -χάριν εμφάσεως- του επιρρήματος "υποχρεωτικώς".

Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και ο σκοπός της διατάξεως, που πρέπει να αναζητηθεί στη βούληση του νομοθέτη να υπαγάγει τις ιδρυόμενες από την ανάδοχο εταιρίες στον κύκλο των προνομίων αυτής και την επίλυση των διαφορών από την ενάσκηση των εν λόγω προνομίων στη διαιτητική διαδικασία του άρθρου 27 μόνον όσο διατηρείται η εξάρτησή τους από τη μητρική τουλάχιστον κατά ποσοστό 51% και όχι όταν έχουν αποκοπεί απ’ αυτήν εντελώς ή κατά συντριπτικό ποσοστό οπότε έχουν καταστεί μία ξένη, προς τη μητρική, εταιρία.

Και β) οι θυγατρικές (εταιρείες) δραστηριοποιούνται στις συγκεκριμένες δραστηριότητες, που έχει αναλάβει η μητρική να ασκεί με τη Σύμβαση έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και περιγράφονται λεπτομερώς στο ανωτέρω άρθρο 4 παρ. 2. Μία απ’ αυτές είναι και η δραστηριότητα της "παροχής υπηρεσιών εξυπηρετήσεως ξένων αεροσκαφών περί ης η παράγραφος 2 του άρθρου 1 της ισχυούσης Συμβάσεως".

Το δε άρθρο 1 παρ. 2 αναφέρεται στο "προνομιακό δικαίωμα της δι’ επιγείων μέσων εξυπηρετήσεως (handling, sernicing) των προσγειουμένων εις ελληνικούς αερολιμένας ξένων αεροσκαφών ανηκόντων εις αεροπορικάς επιχειρήσεις, αίτινες δεν θα διαθέτουν ίδια μέσα εξυπηρετήσεως". Σύμφωνα με τη διατύπωση των πιο πάνω διατάξεων, οι υπηρεσίες τροφοδοσίας (catering) ξένων αεροσκαφών δεν αναφέρονται ρητά στις "υπηρεσίες επίγειας εξυπηρέτησης".

Ούτε, εξάλλου, κατ’ ορθή ερμηνεία του εν λόγω άρθρου, θα μπορούσαν να υπαχθούν στις οριζόμενες από αυτό υπηρεσίες οι υπηρεσίες τροφοδοσίας (catering), δεδομένου ότι οι παρεχόμενες υπηρεσίες "επίγειας εξυπηρέτησης των ξένων αεροσκαφών" σχέση έχουν με την ασφαλή διενέργεια της αερομεταφοράς (επιβατών και εμπορευμάτων).

Είναι, δηλαδή, υπηρεσίες που είναι απαραίτητες αφενός για την ασφαλή πτήση του ίδιου του αεροσκάφους (όπως η συντήρηση, ανεφοδιασμός με καύσιμα, ασφαλής καθοδήγηση κατά την στάθμευση και αναχώρηση κ.λπ.) και αφετέρου για την ασφαλή διακίνηση και εξυπηρέτηση των επιβατών (όπως έλεγχος εισιτηρίων, παράδοση των αποσκευών και μεταφορά τους μέχρι τα συστήματα διαλογής κ.λπ.).

Και ναι μεν με το άρθρο 35 παρ. Α3 ν. 3492/2006 (ΦΕΚ Α 210/5.10.2006) ορίσθηκε ότι (από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού που είναι η δημοσίευσή του στην ΕτΚ - βλ. άρθρο 37) "ως υπηρεσίες που καταλαμβάνονται από τον όρο "δι’ επιγείων μέσων εξυπηρετήσεως" νοούνται οι λεπτομερώς αναφερόμενες στο Παράρτημα του π.δ. 285/1998 (άρθρο 26)", όπου στον παρατιθέμενο κατάλογο και με αριθμό 11 περιλαμβάνονται και οι υπηρεσίες τροφοδοσίας "catering", πλην όμως η κατά νομοθετική τροποποίηση ως άνω προσθήκη και των υπηρεσιών τροφοδοσίας στον κύκλο των κρίσιμων -για την ιδιότητα της θυγατρικής εταιρίας- δραστηριοτήτων ισχύει για το μετά την 5.10.2006 χρονικό διάστημα και επομένως δεν καταλαμβάνει αναδρομικά τις προ αυτού δραστηριότητες.

Επί πλέον, η από 5.10.2006 για το μέλλον προσθήκη και των υπηρεσιών τροφοδοσίας "catering" στις δι’ επιγείων μέσων εξυπηρετήσεις επιβεβαιώνει το προπαρατεθέν ερμηνευτικό συμπέρασμα για τον προηγηθέντα της νέας ρύθμισης χρόνο.

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το Φεβρουάριο του 2001 άρχισε η λειτουργία του Νέου Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών στα ..., πράγμα που επέβαλε υποχρεωτικά τη μεταστέγαση σε αυτό όλων των εταιρειών και επιχειρήσεων που ήταν εγκατεστημένες στον παλαιό αερολιμένα του Ελληνικού. Μεταξύ αυτών των εταιρειών ήταν και η εναγόμενη, που είχε συσταθεί το έτος 1976 ως θυγατρική της εταιρείας "...

Α.Ε.", η οποία, τότε, κατείχε άνω του 51% του εταιρικού της κεφαλαίου. Οι δραστηριότητές της ήταν η τροφοδοσία αεροσκαφών της ..., καθώς και ξένων αεροπορικών εταιρειών, όπως και η εκμετάλλευση κυλικείων στο χώρο του αεροδρομίου του Ελληνικού. Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της αυτών είχε ανεγείρει και κτιριακές εγκαταστάσεις στους χώρους του παλαιού αερολιμένα.

Ενόψει του γεγονότος ότι η μετεγκατάστασή της στο Νέο Αερολιμένα το 2001 ήταν πρόωρη, αφού η μεταξύ των διαδίκων Σύμβαση έληγε στις 6-10-2006, το Δημόσιο ανέθεσε στην αλλοδαπή εταιρεία "..." να προβεί σε αποτίμηση των ζημιών που θα υφίστατο η εναγόμενη από την εν λόγω μετεγκατάσταση. Πράγματι η πιο πάνω αλλοδαπή εταιρεία προέβη σε αποτίμηση της ζημιάς που θα υφίστατο η εναγόμενη, από την παραπάνω αιτία, καθορίζοντάς τη στο συνολικό ποσό των 1.260.670.000 δραχμών.

Το ποσό αυτό καταβλήθηκε από το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο στις 16-8-2000. Ακολούθως, η εναγόμενη ζήτησε αύξηση της καταβληθείσας αποζημίωσης, αίτημα που ικανοποιήθηκε, καθόσον το ενάγον κατέβαλε στην αντίδικο του, στις 18-10-2001, ως πρόσθετη αποζημίωση το ποσόν των 450.000.000 δραχμών. Στη συνέχεια και δη το έτος 2002 η εναγόμενη εταιρεία ιδιωτικοποιήθηκε, η δε συμμετοχή της "...

Αεροπορίας Α.Ε." στο εταιρικό της κεφάλαιο περιορίστηκε σε ποσοστό κάτω του 50%. Συγκεκριμένα, κατά το χρόνο ασκήσεως και συζητήσεως της από 31-12-2007 αγωγής της ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (ήτοι κατά τους μήνες Ιανουάριο-Ιούνιο του 2008, αλλά και μετέπειτα), η "...

Α.Ε." κατείχε μόνο το 10,21% των μετοχών της εναγόμενης εταιρείας, ενώ το 44,28% κατείχε η εταιρεία "... Α.Ε.", το 6,01% ο Σ.- Λ. Φ. και το υπόλοιπο ανήκε σε άλλους ιδιώτες. Ας σημειωθεί ότι αυτά δεν αμφισβητούνται από την εναγόμενη. Δεδομένου, λοιπόν, ότι η διαιτητική ρήτρα του άρθρου 27 της προαναφερόμενης Σύμβασης επεκτεινόταν και στις θυγατρικές εταιρείες της "...

Αεροπορίας Α.Ε." μόνο υπό δύο προϋποθέσεις α) να ασκούν αυτές κάποια από τις περιοριστικώς αναφερόμενες, στο άρθρο 4 παρ. 2 της Συμβάσεως, επιχειρηματικές δραστηριότητες που, ας σημειωθεί, όλες έχουν σχέση με την αερομεταφορά και β) να διατηρούσε η "... Α.Ε." το 51% τουλάχιστον των μετοχών, η εναγόμενη εταιρεία δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά να καταφύγει στο ανωτέρω Διαιτητικό Δικαστήριο.

Και τούτο γιατί, κατά τους χρόνους της ασκήσεως και συζητήσεως της ως άνω αγωγής της, αλλά και μετέπειτα, κατά τη διάρκεια της διαιτητικής δίκης, που είναι οι κρίσιμοι χρόνοι για τη νομιμοποίησή της, η εναγόμενη α) είχε ως δραστηριότητες την τροφοδοσία αεροσκαφών της ..., καθώς και ξένων αεροπορικών εταιρειών, όπως και την εκμετάλλευση κυλικείων, που δεν περιλαμβάνονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 4, αλλά στην παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου και β) η συμμετοχή της "...

Αεροπορίας Α.Ε." στο μετοχικό ης κεφάλαιο ήταν μόλις 10,21%, ήτοι πολύ κάτω του ορίου του 51%". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε και κατ’ ουσίαν την ένδικη αγωγή, κατά το επικουρικό αίτημά της περί αναγνωρίσεως της ανυπαρξίας της προσβαλλόμενης απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου για έλλειψη συμφωνίας διατησίας.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 901 ΚΠολΔ, 4 παρ. 2 και 27 της προαναφερόμενης, κυρωθείσας με το ΝΔ 3560/1956, από 30 Ιουλίου 1956 Σύμβασης, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ’ αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.

Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις (μεταξύ των οποίων και εκείνη της συμμετοχής της "... Αεροπορίας Α.Ε." στο μετοχικό κεφάλαιο της αναιρεσείουσας σε ποσοστό τουλάχιστον 51%) για την υπαγωγή της τελευταίας στις προαναφερθείσες συμβατικές (και νομοθετικές) ρυθμίσεις και, επομένως, δεν ίσχυε έναντι αυτής η επίμαχη διαιτητική ρήτρα.

Συνακόλουθα πληρούται το πραγματικό του κανόνα του άρθρου 901 ΚΠολΔ (για την αναγνώριση της ανυπαρξίας της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης) και όχι εκείνο του άρθρου 897 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα (για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης), όπως η αναιρεσείουσα αβάσιμα ισχυρίζεται. Είναι, συνεπώς, αβάσιμοι οι σχετικοί τρίτος και τέταρτος λόγοι, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα.

Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω σφάλματος που αναφέρεται στον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλομΑΠ 25/2003).

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο από τον αριθμό 8 περ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη του ως λόγο ανυπαρξίας της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν ασκούσε καμιά από τις προβλεπόμενες στην παρ. 2 του άρθρου 4 της Σύμβασης δραστηριότητες και κατά συνέπεια δεν επεκτεινόταν σ’ αυτήν η ισχύς της διαιτητικής ρήτρας του άρθρου 27 της Σύμβασης, χωρίς ωστόσο το ενάγον κι ήδη αναιρεσίβλητο να επικαλείται με την από 22.1.2010 ένδικη αγωγή του τέτοιο λόγο.

Επίσης, με το δεύτερο λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι, με το να δεχθεί ότι στις ως άνω υπηρεσίες "επίγειας εξυπηρέτησης ξένων αεροσκαφών" δεν υπάγεται "η τροφοδοσία, μεταφορά, φόρτωση και εκφόρτωση στο ξένο αεροσκάφος τροφίμων και ποτών" παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1 παρ. 2 της, κυρωθείσας με το ν. 3560/1956, από 30-7-1956 Σύμβασης.

Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού η προαναφερθείσα αιτιολογία κατά το δεύτερο σκέλος της, (που αφορά τη συμμετοχή της "... Αεροπορίας Α.Ε." στο μετοχικό της κεφάλαιο της αναιρεσείουσας σε ποσοστό πολύ κάτω του 51%), η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης.

Πέραν τούτου ο ως άνω δεύτερος λόγος είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, σύμφωνα άλλωστε και με τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες, αφού οι υπηρεσίες τροφοδοσίας "catering" υπήχθησαν για πρώτη φορά στην έννοια του όρου "δι’ επιγείων μέσων εξυπηρετήσεως" από 5.10.2006 με το άρθρο 35 Α3 ν. 3492/2006 και άρα δεν και άρα δεν περιλαμβάνονταν στην έννοια αυτών κατά το επίδικο διάστημα της κατά το έτος 2001 πρόωρης μετεγκαταστάσεως από τον παλαιό αερολιμένα στο νέο που συνιστά το ζημιογόνο γεγονός για τη θεμελίωση της αχθείσας σε διαιτησία διαφοράς αποζημιώσεως.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της, στα όρια του άρθρου 22 ν. 3693/1957, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Φεβρουαρίου 2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2146/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ