Legislator Case Law & Legislation
1236/2015 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against expropriation compensation, ordering retrial for specific property categories.

Case Number 1236/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the regional government's expropriation compensation decision, ordering a retrial for specific property categories. The plaintiffs argued that the compensation values were insufficient, while the state contended the assessment followed statutory guidelines. The court found the original decision legally flawed for certain properties but upheld it for others due to adequate reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 of Law 653/1977 and 33 paragraphs 1, 4, and 6 of Law 2971/2001; The Supreme Court may partially annul an administrative compensation decision if the valuation methodology is flawed for specific properties while remaining valid for others, necessitating a retrial for the affected assets.

Keywords

AI generated
expropriation compensation administrative valuation partial annulment property categories retrial procedure state liability legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 653/1977
Article 33 paragraphs 1, 4, and 6 of Law 2971/2001
Article 559 paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 178 paragraph 1, and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1236 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1236/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα και τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κυριαζόπουλο, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Χ. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 1), 1α) Κ. Ι. του Ν., κατοίκου ..., (α.ι. 1 και 3), 1β) Κ. Χ. του Ν., (α.ι. 1 και 3), 1γ) Κ. Σ. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 1 και 3), 1δ) Κ. Ε. του Ν., (α.ι. 1 και 3), 2) Κ. Ν. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 2), 3) Κ. Θ. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 2Α), 4) Ν. Α. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 2Β), 5) Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 2Γ), 6) Ν.

Α. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 2Γ), 7) Κ. Θ. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 2Γ), 8) Κ. Ν. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 2Γ), 9) Κ. Σ. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 2Γ), 10) Κ. Γ. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 2Γ), 11) Κ. Χ. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 2Γ), 12) Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 2Δ), 13) Ν. Α. του Ι., κατοίκου ..., (α.ι. 2Δ), 14) Κ. Θ. του Ι., κατοίκου ..., (α.ι. 2Δ), 15) Κ. Ν. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 2Δ), 16) Κ.

Σ. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 2Δ), 17) Κ. Γ. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 2Δ), 18) Κ. Χ. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 2Δ), 19) Κ. Χ. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 3), 20) Κ. Χ. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 4), 20α) Κ. Ι. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 2Γ, 2Δ και 4), 20β) Κ. Η. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 2Γ, 2Δ και 4), 20γ) Κ. Ε. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 2Γ, 2Δ και 4), 21) Α. Λ. του Θ., κατοίκου ... (α.ι. 5), 22) Γ.

Β. του Δ., κατοίκου ... (α.ι. 6), 23) Π. Α. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 7), 24) Π. Π. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 8), 25) Σ. Α. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 9), 26) Θ. Α. του Τ., κατοίκου ... (α.ι. 10), 27) Ρ. Ν. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 11), 28) Ρ. Χ. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 11), 29) Ρ. Μ. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 11), 30) Ρ. Π. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 11), 31) Ρ. Χ. του Π., κατοίκου ... (α.ι. 11), 32) Ρ.

Γ. του Π., κατοίκου ... (α.ι. 11), 32α) ΔΗΜΟΥ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ νομίμως εκπροσωπουμένου (α.ι. 12, 13, 15), 32β) ΔΗΜΟΥ ΑΝΤΙΡΡΙΟΥ, νομίμως εκπροσωπουμένου (α.ι. 12, 13, 15), 33) Σ. Γ. του Λ., κατοίκου ... (α.ι. 14), 34) Ρ. Ν. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 16), 35) Τ. Δ. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 17), 35α) Π. συζ. Δ. Τ., το γένος Κ. Ν., κατοίκου ... (α.ι. 17), 36) Τ. Π. του Ε., κατοίκου ... (α.ι. 18), 37) Ρ.

Ι. του Δ., κατοίκου ... (α.ι. 19), 38) Ρ. Δ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 20), 39) Ρ. Α. του Δ., κατοίκου ... (α.ι. 21), 40) Ρ. Δ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 21Α), 41) Ρ. Α. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 21Β), 42) Β. Π. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 22), 42α) Θ. Κ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 22), 43) Λ. Α. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 23), 44) Λ. Μ. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 23), 45) Ρ. Α. του Π., κατοίκου ... (α.ι. 24), 46) Τ.

Α. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 25), 47) Τ. Κ. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 25), 48) Τ. Α. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 25), 49) Τ. Β. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 25), 50) Μ. Α. του Λ., κατοίκου ... (α.ι. 26), 51) Ρ. Α. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 27), 51α) Ι. Ρ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 27), 52) Ρ. Α. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 28), 52α) Ν. Ρ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 28), 53) Κ. Α. του Δ., κατοίκου ... (α.ι. 29), 53α) Φ.

Κ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 29), 53β) Χ. Κ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 29), 54) Κ. Α. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 29Α), 55) Κ. Ι. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 29Β), 56) Κ. Α. του Δ., κατοίκου ... (α.ι. 29Γ), 57) Κ. Χ. του Δ., ... (α.ι. 29Γ), 58) Κ. Χ. του Δ., κατοίκου ... (α.ι. 29Δ), 59) Α. Β. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 30), 60) Α. Λ. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 30), 60α) Α. Ρ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 30), 60β) Χ.

Ρ., κατοίκου ... (α.ι. 30), 60γ) Ι. Ρ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 30), 61) Μ. Γ. του Δ., κατοίκου ... (α.ι. 32), 61α) Π. Β. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 32), 61β) Π. Β. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 32Α), 62) Κ. Χ. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 33), 62α) Β. συζ. Χ. Κ., κατοίκου ... (α.ι. 33), 63) Γ. Ν. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 34), 63α) Κ. συζ. Γ. Π., το γένος Ν. Γ., ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της Ι.

Γ. Π. και Ν. Γ. Π., κατοίκων ..., (α.ι. 34), 63β) Γ. Π. του Ι., ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του Ι. Γ. Π. και Ν. Γ. Π., κατοίκων ..., (α.ι. 34), 64) Ν. Β. του Θ., κατοίκου ... (α.ι. 35), 65) Ν. Μ. του Β., κατοίκου ... (α.ι. 35), 66) Μ. - Ν. Π. του Θ., κατοίκου ... (α.ι. 35Α), 67) Μ. Γ. του Α., (α.ι. 36), 68) Ν. Β. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 37), 69) Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 37), 70) Μ.

Α. του Π., κατοίκου ... (α.ι. 39), 71) Ν. Β. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 40), 71α) Ν. Φ. του Β., κατοίκου ... (α.ι. 40), 72) Μ. Α. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 41), 73) Μ. Χ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 41), 74) Α. Σ. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 42), 75) Α. Ε. του Η., κατοίκου ... (α.ι. 42), 76) Ν. Σ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 42Α), 77) Λ. Ι. του Κ., κατοίκου ... (α.ι. 43), 78) Λ. Χ. του Κ., κατοίκου ... (α.ι. 44), 79) Λ.

Μ. του Κ., κατοίκου ... (α.ι. 44), 80) Κ. Α. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 45), 82) Π. - Κ. Ο. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 45Β), 83) Θ. Γ. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 46), 84) Θ. Φ. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 46Α), 85) Ρ. Ν. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 47), 86) Ρ. Χ. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 47), 87) Ρ. Μ. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 47), 88) Ρ. Π. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 47), 89) Ρ. Χ. του Π., κατοίκου ... (α.ι. 47), 90) Ρ.

Γ. του Π., κατοίκου ... (α.ι. 47), 91) Μ. Π. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 48), 92) Ν. Σ. Δ., κατοίκου ..., (α.ι. 48), 93) Α. Δ. του Κ., κατοίκου ... (α.ι. 49), 94) Σ. Α. του Σ., κατοίκου ... (α.ι. 50), 95) Α. Σ. του Σ., (α.ι. 50), 96) Μ. Σ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 50), 97) Ι. Σ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 50), 98) Χ. Σ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 50), 99) Σ. Σ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 50), 100) Σ.

Α. του Σ., κατοίκου ... (α.ι. 51), 101) Ρ. Κ. του Π., κατοίκου ... (α.ι. 55), 101α) Φ. Ν. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 55), 102) Ρ. Δ. του Π., κατοίκου ... (α.ι. 56), 103) Σ. Α. του Σ., κατοίκου ... (α.ι. 57), 104) Ν. Σ. του Π., κατοίκου ... (α.ι. 58), 104α) Π. συζ. Σ. Ν., το γένος Α. Κ., κατοίκου ... (α.ι. 57, 58), 105) Ρ. Ι. του Π., κατοίκου ... (α.ι. 59), 106) Μ. Ε. του Λ., κατοίκου ... (α.ι. 60), 107) Π.

Ι. του Κ., κατοίκου ... (α.ι. 61), 108) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π. ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, (α.ι. 61), 109) Κ. Δ. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 62), 110) Π. Ι. του Κ., κατοίκου ... (α.ι. 63), 111) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π. ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, (α.ι. 63), 112) Μ.

Χ. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 68), 113) Α. Α. του Ε., κατοίκου ... (α.ι. 69), 114) Μ. χας Β. Α., κατοίκου ... (α.ι. 69Α), 114α) Δ. Α. του Β., κατοίκου ... (α.ι. 69Α), 114β) Φ. Α. του Β., κατοίκου ... (α.ι. 69Α), 115) Α. Ι. του Ε., κατοίκου ... (α.ι. 69Β), 116) Α. Ι. του Δ., κατοίκου ... (α.ι. 70), 116α) Σ. Δ. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 70), 117) Κ. Ε. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 71), 118) Κ. Χ. του Η., κατοίκου ... (α.ι. 71), 118α) Κ.

Α. του Η., κατοίκου ... (α.ι. 71), 119) Μ. Σ. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 73), 120) Σ. Γ. του Κ., κατοίκου ... (α.ι. 74), 120α) Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 121) Μ. Σ. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 75), 122) Μ. Α. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 76), 123) Σ. Χ. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 76Α), 124) Σ. Χ. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 77), 125) Σ. Π. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 78), 126) Σ. Γ. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 79), 127) Σ.

Ε. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 80), 128) Σ. Φ. ( χας Ν.), κατοίκου ... (α.ι. 81), 129) Σ. Χ. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 82), 130) Σ. Σ. ( χας Ι.), κατοίκου ... (α.ι. 83), 131) Σ. Γ. του Δ., κατοίκου ... (α.ι. 84), 132) Σ. Γ. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 85), 133) Σ. Σ. του Β., κατοίκου ... (α.ι. 85Α), 134) Κ. Λ. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 87), 135) Σ. Γ. του Η., κατοίκου ... (α.ι. 89), 136) Μ. Ν. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 89Α), 137) Σ.

Ε. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 90), 138) Α. Π. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 91), 138α) Π. χας Κ. Α., κατοίκου ... (α.ι. 91), 138β) Α. Α. του Κ., για λογαριασμό του και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα του Κ. Α., κατοίκου ... (α.ι. 91), 138γ) Ε. συζ. Α. Α. του Κ., για λογαριασμό της και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του Κ. Α., κατοίκου ... (α.ι. 91), 139) Α. Κ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 91), 140) Α.

Π. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 91Α), 140α) Π. χας Κ. Α., κατοίκου ... (α.ι. 91Α), 141) Α. Π. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 92), 141α) Π. χας Κ. Α., κατοίκου ... (α.ι. 92), 141β) Α. Α. του Κ., για λογαριασμό του και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα της Π. Α., κατοίκου ... (α.ι. 92), 141γ) Ε. συζ. Α. Α. του Κ., για λογαριασμό της και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της Π.

Α., κατοίκου ... (α.ι. 92), 142) Α. Π. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 92), 143) Μ. Γ. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 94), 144) Μ. Κ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 95), 144α) Σ. Μ. του Κ., κατοίκου ... (α.ι. 95), 145) Σ. Α. του Κ., κατοίκου ... (α.ι. 96), 146) Σ. Β. του Κ., κατοίκου ... (α.ι. 96), 147) Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., (α.ι. 98), 148) Π. Β. του Π., κατοίκου ... (α.ι. 99), 149) Π. Χ. του Β., κατοίκου ... (α.ι. 99), 150) Π.

Χ. του Β., κατοίκου ... (α.ι. 99Α), 151) Μ. Ι. του Β., κατοίκου ... (α.ι. 100), 152) Μ. Ι. του Β., κατοίκου ... (α.ι. 102), 153) Κ. Π. του Κ., κατοίκου ... (α.ι. 104), 154) Α. Ε. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 105), 155) Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., (α.ι. 105Α), 155α) Σ. Α. του Α., το γένος Α., κατοίκου ... (α.ι. 105Α), 156) Α. Γ. του Β., κατοίκου ... (α.ι. 106), 157) Α. Ζ. του Κ., κατοίκου ... (α.ι. 107), 158) Π.

Μ. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 108), 159) Α. Χ. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 109), 160) Α. Ι. του Σ., κατοίκου ... (α.ι. 110), 161) Α. Δ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 111), 162) Α. Σ. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 112), 163) Α. Γ. του Β., κατοίκου ... (α.ι. 113), 164) Τ. Π. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 115), 165) Τ. Α. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 115), 166) Κ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., (α.ι. 116), 167) Κ. Ι. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 116), 168) Π.

Α. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 117), 169) Π. Μ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 117), 170) Π. Φ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 117), 171) Μ. Ν. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 118), 172) Α. Δ. του Ν., κατοίκου ..., (α.ι. 119), 173) Α. Γ. του Β., κατοίκου ... (α.ι. 120), 173α) Ε. Α. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 120), 173β) Κ. Α. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 120), 173γ) Γ. Γ. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 120), 173δ) Ι. Γ.

του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 120), 173ε) Γ. Γ. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 120), 174) Α. Γ. του Β., κατοίκου ... (α.ι. 121), 174α) Ε. Α. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 121), 174β) Κ. Α. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 121), 174γ) Γ. Γ. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 121), 174δ) Ι. Γ. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 121), 174ε) Γ. Γ. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 121), 175) Κ. Χ. ( Ι.), κατοίκου ... (α.ι. 123), 176) Κ. Β. του Β., κατοίκου ... (α.ι. 124), 177) Κ.

Γ. του Β. , κατοίκου ... (α.ι. 124), 178) Κ. Π. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 125), 179) Κ. Δ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 125Α), 180) Α. Θ. του Κ., κατοίκου ... (α.ι. 126), 181) Λ. Δ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 126Α), 183) Α. Ε. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 128), 184) Α. Δ. του Β., κατοίκου ... (α.ι. 128), 185) Α. Β. του Δ., κατοίκου ... (α.ι. 128), 186) Α. Ε. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 129), 187) Α. Π. του Β., κατοίκου ... (α.ι. 129), 188) Α.

Β. του Δ., κατοίκου ... (α.ι. 129), 189) Λ. Γ. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 130), 190) Λ. Θ. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 130), 191) Π. - Λ. Γ. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 130), 192) Μ. - Λ. Μ. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 130), 193) Δ. - Λ. Ι. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 130), 194) Σ. - Λ. Κ. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 130), 195) Ζ. Σ. του Ε., κατοίκου ... (α.ι. 131), 196) Α. Π. του Β., κατοίκου ... (α.ι. 132), 197) Α.

Β. του Δ., κατοίκου ... (α.ι. 132), 197α) Α. Ε. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 132), 198) Π. Σ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 133), 199) Σ. Μ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 133), 200) Κ. Ε. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 133), 201) Π. Σ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 134), 202) Σ. Μ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 134), 203) Κ. Ε. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 134), 204) Χ. Μ. - Σ. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 134Α), 205) Χ. Γ.

του Κ., κατοίκου ... (α.ι. 134Α), 206) Χ. Β. του Κ., κατοίκου ... (α.ι. 134Α), 207) Χ. Β. του Χ., κατοίκου ... (α.ι. 136), 208) Χ. Ι. του Δ., κατοίκου ... (α.ι. 136), 209) Χ. Β. του Δ., κατοίκου ... (α.ι. 136Α), 210) Χ. Α. του Β., κατοίκου ... (α.ι. 136Α), 211) Χ. Δ. του Β., κατοίκου ... (α.ι. 136Α), 212) Χ. Ν. του Δ., κατοίκου ... (α.ι. 137), 213) Χ. Δ. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 137), 214) Σ. Δ. του Β., (α.ι. 138), 215) Σ.

Ν. του Β., κατοίκου ... (α.ι. 139), 216) Χ. Χ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 140), 217) Λ. Κ. του Ν., κατοίκου ... (α.ι. 141), 217α) Λ. Ι. του Κ., κατοίκου ... (α.ι. 141), 218) Λ. Π. του Σ., κατοίκου ... (α.ι. 143), 219) Λ. Α. του Σ., κατοίκου ... (α.ι. 143), 219α) Ο. συζ. Κ. Α., το γένος Ε. Μ., κατοίκου ... (α.ι. 143), 219β) Κ. Α. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 143), 220) Κ. Γ. του Ε., κατοίκου ... (α.ι. 144), 221) Κ.

Κ. του Ε., κατοίκου ... (α.ι. 144), 222) Κ. Ε. συζ. Ε., κατοίκου ... (α.ι. 144), 223) Θ. Α. του Κ., κατοίκου ... (α.ι. 144Α), 224) Θ. Α. του Κ., κατοίκου ... (α.ι. 146), 225) Θ. Α. του Κ., κατοίκου ... (α.ι. 146Α), 226) Μ. Ε. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 153), 227) Π. Ε. του Σ., κατοίκου ... (α.ι. 153), 227α) Θ. Α. του Κ., κατοίκου ... (α.ι. 153), 228) Μ. Π. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 153Β), 229) Σ. Μ.

του Α., κατοίκου ... (α.ι. 153Β), 230) Μ. Λ. του Δ., κατοίκου ... (α.ι. 154), 231) Μ. Γ. του Φ., κατοίκου ... (α.ι. 154), 232) Π. Δ. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 154Α), 233) Π. Ι. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 154Α), 234) Π. Κ. του Γ., κατοίκου ... (α.ι. 154Α), 235) Α. Σ. του Δ., κατοίκου ... (α.ι. 155), 236) Α. Ε. του Σ., κατοίκου ... (α.ι. 155), 237) Α. Ε. του Σ., κατοίκου ... (α.ι. 155), 238) Α. Ε. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 155), 239) Α.

Σ. του Δ., κατοίκου ... (α.ι. 155Α), 240) Α. Δ. του Σ., κατοίκου ... (α.ι. 155Α), 241) Α. Ε. του Σ., κατοίκου ... (α.ι. 155Α), 242) Α. Ε. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 155Α), 243) Ρ. Β. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 156), 244) Π. Α. του Ι., κατοίκου ... (α.ι. 156), 245) Μ. Β. του Α.‚ κατοίκου ... (α.ι. 159), 246) Χ. Α. του Θ., κατοίκου ... (α.ι. 159) και 247) Π. Ζ. του Α., κατοίκου ... (α.ι. 160).

Οι υπό στοιχ. 33ος, 96η και 97η των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γκεσούλη και οι υπό στοιχ. 1α, 1γ, 8ος, 9ος, 16ος, 20α, 20β, 20γ, 26ος, 32α, 32β, 35ος, 35α, 36ος, 60α, 60β, 60γ, 62α, 63α, 63β, 65η, 66η, 74ος, 75η, 77η, 80η, 94ος, 98ος, 99ος, 100ος, 108η, 109ος, 110ος, 111η, 113η, 114η, 114α, 114β, 115ος, 118ος, 118α, 119ος, 120ος, 120α, 131η, 143ος, 144α, 145η, 146η, 147ος, 148ος, 149ος, 150ος, 154η, 155η, 155α, 160ος, 161η, 168ος, 169η, 170η, 171ος, 172ος, 173α, 173β, 173γ, 173δ, 173ε, 174α, 174β, 174γ, 174δ, 174ε, 178ος, 179η, 216ος, 217α, 223ος, 224ος, 225ος, 226ος, 227ος και 227α εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι:

α) Στις 9-2-2014 απεβίωσε ο Χ. Κ. του Ν. - υπό στοιχ. 1β των αναιρεσιβλήτων και κληρονομήθηκε από τους Ι. Κ. του Ν. και Σ. Κ. του Ν. - υπό στοιχ. 1α και 1γ αντίστοιχα, που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, β) στις 9-9-2013 απεβίωσε η Ε. Κ. του Ν. - υπό στοιχ. 1δ των αναιρεσιβλήτων και κληρονομήθηκε από τους i) Ν.

Κ. του Ι., κάτοικο ... ii) Π. συζ. Κ. Π., το γένος Ι. Κ., κάτοικο ... iii) Α. Κ. του Σ., κάτοικο ..., iv) Ε. Κ. του Σ., κάτοικο ... και v) Ν. Κ. του Σ., κάτοικο ..., που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, γ) ο υπό στοιχ. 67ος Γ. Μ. του Α., έχει προαποβιώσει (22-7-2011) της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που ασκήθηκε στις 24-12-2012 και στη θέση του έχει υπεισέλθει ο νόμιμος κληρονόμος του Α.

Μ. του Γ., δ) ο υπό στοιχ. 95ος Α. Σ. του Σ. έχει προαποβιώσει (19-12-2012) της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που ασκήθηκε στις 24-12-2012 και στη θέση του έχουν υπεισέλθει οι νόμιμες κληρονόμοι του Μ. Α. Σ. και Ι. Α. Σ. - 96η και 97η των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, ε) αναφορικά με το ..., έχει χωρήσει διόρθωση του Κτηματολογικού Πίνακα και κατάτμησή του σε δύο ακίνητα, που είναι το ..., ως προς το οποίο διάδικοι είναι οι υπό στοιχ. 98ος και 99ος των αναιρεσιβλήτων και το νέο ..., ως προς το οποίο διάδικοι είναι οι υπό στοιχ. 95ος, 96η και 97η των αναιρεσιβλήτων και στ) το όνομα πατρός της υπό στοιχ. 131ης των αναιρεσιβλήτων Σ.

Γ. είναι "Δ." αντί του εσφαλμένου "Γ." που αναγράφηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο. Ο υπό στοιχ. 37ος των αναιρεσιβλήτων Ι. Ρ. παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.

Οι υπό στοιχ. 21ος και 102ος των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι. Ρ. και οι υπό στοιχ. 22η, 38η, 39ος, 40η, 41η, 101η, 101α και 105ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Ο υπό στοιχ. 30ος Π. Ρ. παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και οι υπό στοιχ. 27ος, 28ος, 29η, 31ος, 32ος, 34ος, 51α, 52α, 243ος και 244η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους. Ο υπό στοιχ. 61β των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Παπαναστασόπουλο.

Οι υπό στοιχ. 116, 116α, 219α και 219β εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Άτσιο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ανακαλεί την από 5-3-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) ο Δ. Σ. του Β. (214ος) απεβίωσε στις 21-1-2012 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμες κληρονόμοι του Χ. χα Δ. Σ. και Μ. Σ. του Δ., κάτοικοι ..., οι οποίες εκπροσωπούνται από τον ίδιο, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ρίζο.

Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-11-2009 και 5-1-2010 αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν με σαράντα δύο (42) αυτοτελείς αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις φυσικών προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-12-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 15-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου, του τρίτου λόγου και του τέταρτου λόγου και την απόρριψη των υπόλοιπων λόγων της από 21-12-2012 και με αριθμό κατάθεσης 78/2012 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 240/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων των άρθρων 18 επ. του Ν. 2882/ 2001. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 62 του Κ.Πολ.Δ., ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ.), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατό του (άρθρο 35 Α.Κ.). Εξάλλου, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 περ.

δ’ του Κ.Πολ.Δ., απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι εκείνο που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητά ως ανύπαρκτη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ίδιου Κώδικα), σε συνδυασμό με τις παραπάνω διατάξεις, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (προτού αποπερατωθεί η δίκη), αν μεν ο θάνατός του επήλθε μέχρι το πέρας της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, τότε, αν τηρηθούν και οι λοιπές νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης, με συνέπεια κάθε διαδικαστική πράξη, εκτός από την τυχόν εκδιδόμενη απόφαση, που επιχειρήθηκε μετά την διακοπή της δίκης και πριν από την επανάληψή της να είναι άκυρη.

Αν δε ο θάνατος έλαβε χώρα μετά το πέρας της συζητήσεως εκείνης, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, τότε, εφόσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ασκούμενο κατά της εν λόγω αποφάσεως ένδικο μέσο, επομένως και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνεται (ειδικώς όσον αφορά το τελευταίο ένδικο μέσο, σύμφωνα με το άρθρο 558 του Κ.Πολ.Δ.) κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, ενώ αν απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση προτού ασκηθεί η αναίρεσή του, με οποιοδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση.

Η αναίρεση συνεπώς που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α’ , 287 παρ. 1 και 290 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται με το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητας των κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως (Ολ.ΑΠ 22/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία, ο 67ος των αναιρεσιβλήτων Μ. Γ. του Αντωνίου είχε αποβιώσει στις 22-7-2011 πριν από την άσκηση της κρινόμενης αναιρέσεως που έγινε στις 24-12-2012, πλην όμως ο θάνατός του δεν είχε γνωστοποιηθεί και δεν ήταν γνωστός στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο όταν άσκησε την κρινόμενη αναίρεση και νόμιμα χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αναιρέσεως με τον παραστάντα εκ διαθήκης κληρονόμο του Α.

Μ. του Γ. (βλ. το με αρ. πρωτ. 42/20-4-2012 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, την υπ’ αριθμ. 123/ 2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και την υπ’ αριθμ. .../27-3-2012 συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Ειρήνης Νικολάου Μουτοπούλου), ο οποίος εκπροσωπήθηκε νόμιμα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γκεσούλη (βλ.

το υπ’ αριθμ. .../4-3-2015 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Ειρήνης Νικολάου Μουτοπούλου), ο 95ος των αναιρεσιβλήτων Σ. Α. του Σ., επικαρπωτής του 60% της με Α.Κ.Π. 50 ιδιοκτησίας, είχε αποβιώσει στις 19-12-2012 πριν από την άσκηση της κρινόμενης αναιρέσεως που έγινε στις 24-12-2012, πλην όμως ο θάνατός του δεν είχε γνωστοποιηθεί και δεν ήταν γνωστός στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο όταν άσκησε την κρινόμενη αναίρεση και νόμιμα χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αναιρέσεως με τις παραστάσες θυγατέρες του Σ.

Μ. του Α. και Σ. Ι. του Α., συγκυρίες κατά πλήρη κυριότητα της ως άνω ιδιοκτησίας μετά το θάνατό του (βλ. τον κτηματολογικό πίνακα της κτηματογραφήσεως, την υπ’ αριθμ. ...2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου Αθηνών, το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../28-12-2012 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Ναυπακτίας, τα με αρ.

πρωτ. 50686/2013, 18088/11-9-2013 και 9008/2013 πιστοποιητικά του Πρωτοδικείου Αθηνών, τα υπ’ αριθμ. 6794/4-9-2013 και 1976/26-9-2013 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου Αθηνών), οι οποίες παραστάθηκαν νόμιμα μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Γεωργίου Γκεσούλη (βλ. τα πρακτικά συνεδριάσεως) και ο 214ος των αναιρεσειόντων Σ. Δ. του Β.

είχε αποβιώσει στις 21-1-2012 πριν από την άσκηση της κρινόμενης αναιρέσεως που έγινε στις 24-12-2012, πλην όμως ο θάνατός του δεν είχε γνωστοποιηθεί και δεν ήταν γνωστός στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο όταν άσκησε την κρινόμενη αναίρεση και νόμιμα χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αναιρέσεως με τις παραστάσας μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, δηλαδή τη σύζυγό του Σ.

Χ. του Κ. και τη θυγατέρα του Σ. Μ. του Δ. (βλ. την υπ’ αριθμ. ...2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ειδικού Ληξιαρχείου του Υπουργείου Εσωτερικών Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../30-1-2012 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου Ναυπακτίας και τα υπ’ αριθμ. 44979/2012 και 1896/2012 πιστοποιητικά του Πρωτοδικείου Αθηνών), οι οποίες εκπροσωπήθηκαν νόμιμα από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Βασίλειο Άτσιο του Κυριαζή και Παναγιώτη Ρίζο του Νικολάου (βλ.

το υπ’ αριθμ. .../18-10-2014 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνας - Ζαχαρούλας Σωτηρίου Οιχαλιώτου). Εξάλλου, ο 1β των αναιρεσιβλήτων Κ. Χ. του Ν. έχει αποβιώσει στις 9-2-2014 (βλ. το με χαρακτηριστικό ασφαλείας ..._2014 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου), δηλαδή μετά από την άσκηση της κρινόμενης αναιρέσεως που έγινε στις 24-12-2012 και ο θάνατός του γνωστοποιείται από τους παραστάντας εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και αδελφούς του Κ.

Ι. του Ν. και Κ. Σ. του Ν., οι οποίοι δηλώνουν ταυτόχρονα ότι συνεχίζουν την βιαίως λόγω του θανάτου του διακοπείσα δίκη και των οποίων δεν αμφισβητείται η κληρονομική ιδιότητα (βλ. και την υπ’ αριθμ. .../8-9-2014 συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομιών ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Κονδυλίας Β. Παπαδημητρίου μαζί με το με αριθμ. .../2-10-2014 πιστοποιητικό μεταγραφής της υποθηκοφύλακα Ναυπάκτου), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν νόμιμα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γκεσούλη (βλ.

το υπ’ αριθμ. .../21-1-2015 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Αττικής Πηνελόπης συζ. Κων/νου Παπατριανταφύλλου και το υπ’ αριθμ. .../24-12-2014 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Κονδυλίας Βασιλείου Παπαδημητρίου) και η 1δ των αναιρεσιβλήτων Κ. Ε.

του Ν. έχει αποβιώσει στις 9-9-2013 (βλ. το με χαρακτηριστικό ασφαλείας ..._2013 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου), δηλαδή μετά από την άσκηση της κρινόμενης αναιρέσεως που έγινε στις 24-12-2012 και ο θάνατός της γνωστοποιείται από τους παραστάντας κληρονόμους της Κ. Ν. του Ι., Π. συζ. Κ. Π., το γένος Ι. Κ., Κ. Α. του Σ., Κ.

Ε. του Σ. και Κ. Ν. του Σ., οι οποίοι δηλώνουν ταυτόχρονα ότι συνεχίζουν την βιαίως λόγω του θανάτου της διακοπείσα δίκη και των οποίων δεν αμφισβητείται η κληρονομική ιδιότητα (βλ. και την υπ’ αριθμ. .../8-9-2014 συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομιών ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Κονδυλίας Βασιλείου Παπαδημητρίου μαζί με το με αριθμ. .../2-10-2014 πιστοποιητικό μεταγραφής της υποθηκοφύλακα Ναυπάκτου), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν νόμιμα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γκεσούλη (βλ.

το υπ’ αριθμ. .../21-1-2015 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Αττικής Πηνελόπης συζ. Κων/νου Παπατριανταφύλλου και το υπ’ αριθμ. .../24-12-2014 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Κονδυλίας Β. Παπαδημητρίου).

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.

Κατά το άρθρο 104 του Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως αυτή προστέθηκε με την διάταξη του άρθρου 131 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19, δηλαδή η αίτηση μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου τοιχοκολλάται, δεκαπέντε, τουλάχιστον, πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο, στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και στο κατάστημα του δήμου ή της κοινότητας στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.

Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από το γραμματέα του δικαστηρίου ή της κοινότητας, αντιστοίχως. Η ειδοποίηση στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, δημοσιεύεται σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες που εκδίδονται στην Αθήνα ή σε δύο που εκδίδονται στην Αθήνα και σε μία που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη όταν η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής βρίσκεται στα όρια του Υπουργείου Βόρειας Ελλάδας, καθώς, και σε μία εφημερίδα που εκδίδεται στην πρωτεύουσα του νομού στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί της υπόθεση σαν να ήταν παρών και αυτός. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

γ’ και δ’ του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β’ του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Προϋπόθεση, βέβαια, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος, είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι οι αναιρεσίβλητοι υπερβαίνουν τους είκοσι (20), τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά την διαδικασία του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως αυτή προστέθηκε με την διάταξη του άρθρου 131 παρ. 2 του Ν. 4070/2012. Έτσι, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, δηλαδή 1) από την με ημερομηνία 1-8-2014 έκθεση τοιχοκόλλησης του γραμματέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Ποντίκη, στην οποία βεβαιώνεται ότι τοιχοκολλήθηκε στον πίνακα δημοσιεύσεων του Αρείου Πάγου η από 21-12-2012 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά των αναιρεσιβλήτων και η σχετική πράξη του Αρείου Πάγου με την οποία προσδιορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η 24-10-2014 στο Δ’ Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 1, 2) από την από 4-8-2014 έκθεση τοιχοκόλλησης της υπαλλήλου του Δήμου Ναυπακτίας Σ.

Ε. από την οποία προκύπτει ότι η ως άνω αίτηση αναιρέσεως και η σχετική πράξη του Αρείου Πάγου με την οποία προσδιορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η 24-10-2014 στο Δ’ Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 1 τοιχοκολλήθηκαν σε επικυρωμένα αντίγραφα και στην πινακίδα δημοσιεύσεων του Δήμου Ναυπακτίας, 3) από τα προσκομιζόμενα φύλλα των ημερήσιων εφημερίδων που εκδίδονται στην Αθήνα, δηλαδή το φύλλο ...

της εφημερίδας "..." της 7ης Αυγούστου 2014, το φύλλο ... της εφημερίδας "..." της 8ης Αυγούστου 2014 και το φύλλο ... της εφημερίδας "..." της 7ης Αυγούστου 2014 και 4) από το προσκομιζόμενο ... φύλλο της καθημερινής τοπικής εφημερίδας της Αιτωλοακαρνανίας "..." της 5ης Αυγούστου 2014, στις οποίες εφημερίδες δημοσιεύεται η αίτηση αναίρεσης και ειδοποίηση - κλήση του Ελληνικού Δημοσίου προς τους αναιρεσίβλητους να παραστούν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως την 24-10-2014, ημέρα Παρασκευή και ώρα 9.30, ενώπιον του Δ’ τμήματος του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι άπαντες οι αναιρεσίβλητοι έλαβαν νομίμως και εμπροθέσμως γνώση του περιεχομένου και της ημερομηνίας συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως για την αρχική δικάσιμο της 24ης Οκτωβρίου 2014, οπότε και αναβλήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο για την παρούσα δικάσιμο της 6ης Μαρτίου 2015.

Συνεπώς, δεδομένου ότι η αναβολή της υπόθεσης εκ του πινακίου θεωρείται ως κλήτευση προς όλους τους διαδίκους, οι αναιρεσίβλητοι με στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 17, 18, 19, 20, 23, 24, 25, 42, 42α, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 50, 51, 52, 53, 53α, 53β, 54, 55, 56, 57, 58, 59, 60, 61, 61α, 62, 63, 64, 68, 69, 70, 71, 71α, 72, 73, 76, 78, 79, 82, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 89, 90, 91, 92, 93, 103, 104, 104α, 106, 107, 112, 117, 121, 122, 123, 124, 125, 126, 127, 128, 129, 130, 132, 133, 134, 135, 136, 137, 138, 138α, 138β, 138γ, 139, 140, 140α, 141, 141α, 141β, 141γ, 142, 144, 151, 152, 153, 156, 157, 158, 159, 162, 163, 164, 165, 166, 167, 173, 174, 175, 176, 177, 180, 181, 183, 184, 185, 186, 187, 188, 189, 190, 191, 192, 193, 194, 195, 196, 197, 197α, 198, 199, 200, 201, 202, 203, 204, 205, 206, 207, 208, 209, 210, 211, 212, 213, 215, 217, 218, 219, 220, 221, 222, 228, 229, 230, 231, 232, 233, 234, 235, 236, 237, 238, 239, 240, 241, 242, 245, 246 και 247, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν και δεν παραστάθηκαν καθόλου στο δικαστήριο κατά την παρούσα μετ’ αναβολή δικάσιμο και οι αναιρεσίβλητοι με στοιχεία 9, 16, 26, 60β, 113, 119, 120, 120α, 144α, 147, 154, 155, 155α, 161, 171 και 217α, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν νόμιμα στην παρούσα μετ’ αναβολή δικάσιμο διότι εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Γεώργιο Β. Γκεσούλη χωρίς να προσκομίζονται συμβολαιογραφικές πράξεις ότι του έδωσαν πληρεξουσιότητα να τους εκπροσωπήσει ως δικηγόρος στην παρούσα δίκη, παρά την απουσία τους, πρέπει να δικαστούν σαν να ήταν παρόντες.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ κατ’ άρθρο 28 του Συντάγματος, συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης απαλλοτριούμενου ακινήτου, λαμβάνεται υπόψη η αξία τούτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης ή για τον οριστικό καθορισμό, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού.

Ως πλήρης δε αποζημίωση νοείται η αποζημίωση που παρέχει στον ιδιοκτήτη τη δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριούμενου ακινήτου με άλλο ισάξιο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων - ΚΑΑΑ), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3193/2003, "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριούμενου".

Ως πρόσοδος κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως θεωρείται η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμεταλλεύσεως του απαλλοτριούμενου ακινήτου ως εκ του είδους, της θέσης, της μορφής και του προορισμού του, σε σχέση με την συγκεκριμένη περιοχή που βρίσκεται. Έτσι, κριτήριο διαφοροποιήσεως και στοιχείο αξιολογήσεως αποτελεί προκειμένου περί αγροτικού ακινήτου, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και προκειμένου περί αστικού ακινήτου, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης και ποίοι σε κάθε περίπτωση είναι οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση πάντοτε με τη συγκεκριμένη περιοχή που βρίσκεται.

Όμως, η ως άνω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Κ.Α.Α.Α., αφού χρησιμοποιεί τη λέξη "ιδίως", δεν καθιερώνει αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο κριτήρια για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου και έτσι δεν θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν λάβει υπόψη του τα ως άνω κριτήρια που κατονομάζει ενδεικτικά ή αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του άλλα κριτήρια που δεν κατονομάζει, αλλά απλώς παρέχει οδηγίες για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου και επιτρέπει στο δικαστήριο να λάβει υπόψη του για να καθορίσει την πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κάθε πρόσφορο κατά την ανέλεγκτη κρίση του συγκριτικό αποδεικτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, το αναγκαίο περιεχόμενο της οποίας προσδιορίζεται από το πραγματικό του εκάστοτε εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ελλείψεις που ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν τούτο διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε να ελέγχεται αναιρετικώς κατά την εξεταζόμενη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ο αναιρετικός λόγος της οποίας (διάταξης) δεν δημιουργείται επίσης όταν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 1363/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο Πατρών δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριούμενων ακινήτων, τα εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου κατά τη συζήτηση για τον καθορισμό της προσωρινής αποζημίωσης και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και στα υπ’ αριθμ. 84/2009 πρακτικά αντίστοιχα, τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι και τις φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με την υπ’ αριθμ. 1112062/8397/Δ0010/9-1-2007 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο υπ’ αριθμ. 24/26-1-2007 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβέρνησης (τεύχος αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και πολεοδομικών θεμάτων), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της οδού "..." του Δυτικού Άξονα Β-Ν της ...

στο υπότμημα από ..., έκταση συνολικής επιφάνειας 469.984,82 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο Αντιρρίου του Ν. Αιτωλοακαρνανίας. Η έκταση αυτή εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα ακριβή αντίγραφα των από 5-5-2006 κτηματολογικών διαγραμμάτων με αριθμούς σχεδίου 1, 2, 3, 4, 5 και 6 και των από 19-6-2006 αντίστοιχων κτηματολογικών πινάκων με αριθμό τεύχους Τ-2 της Γ.Γ.Δ.Ε.

Ειδικής Υπηρεσίας Δημόσιων Έργων - Οδικοί Άξονες Παραχώρησης ΕΥΔΕ/ΟΑΠ του ΥΠΕΧΩΔΕ, που συντάχτηκαν από την ανάδοχο μελέτης κοινοπραξία με την επωνυμία "ΝΑΜΑ Σύμβουλοι Μηχανικοί και Μελετητές ΑΕ και ΚΑΣΤΩΡ" και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Δ12 Δ/νσης του ΥΠΕΧΩΔΕ Ι. Σ. στις 7-7-2006. Για την ανωτέρω απαλλοτρίωση εκδόθηκε και η υπ’ αριθμ. 1003858/336/Δ0010/23-1-2008 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών, με την οποία διορθώθηκαν τα κτηματολογικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα ακριβή αντίγραφα των από 9-3-2007 διορθωτικών κτηματολογικών πινάκων με αριθμό τεύχους Τ-2.1 και Τ-2.2 και των αντίστοιχων κτηματολογικών διαγραμμάτων με αριθμό σχεδίου 1, 2, 3 και 4 της Γ.Γ.Δ.Ε.

Ειδικής Υπηρεσίας Δημόσιων Έργων - Οδικοί Άξονες Παραχώρησης ΕΥΔΕ/ΟΑΠ του ΥΠΕΧΩΔΕ, που συντάχθηκαν από την ίδια ως άνω ανάδοχο κοινοπραξία και έχει θεωρήσει ο ίδιος Διευθυντής της Δ12 Δ/νσης του ΥΠΕΧΩΔΕ στις 14-9-2007, ενώ επακολούθησε και δεύτερη διόρθωση, η οποία εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. πρωτ. Δ12/33843/12-5-2010 απόφαση του Δ/ντη της Δ/νσης Τοπογραφήσεως και Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων σύμφωνα με τα ακριβή αντίγραφα των από 4-3-201 διορθωτικών κτηματολογικών πινάκων με αριθμό τεύχους Τ-1, Τ-2.1 και Τ-2.2 και των αντίστοιχων κτηματολογικών διαγραμμάτων με αριθμό σχεδίου 1, 2, 3, 4, 5 και 6 της Γ.Γ.Δ.Ε.

Ειδικής Υπηρεσίας Δημόσιων Έργων - Οδικοί Άξονες Παραχώρησης ΕΥΔΕ/ΟΑΠ του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που συντάχθηκαν από την ίδια ως άνω ανάδοχο κοινοπραξία και έχει θεωρήσει ο ίδιος Διευθυντής της Δ12 Δ/νσης του ως άνω Υπουργείου στις 12-5-2010. Στην ως άνω έκταση περιλαμβάνονται τα ακίνητα που αποτυπώνονται στους παραπάνω διορθωμένους κτηματολογικούς πίνακες και διορθωμένα κτηματολογικά διαγράμματα με αριθμούς 1, 2, 2Α, 2Β, 2Γ, 2Δ, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 14, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 21Α, 21Β, 21Γ, 21Δ, 23, 25, 26, 27, 28, 29, 29Α, 29Β, 29Γ, 29Δ, 30, 32, 32Α, 33, 34, 35, 35Α, 36, 37, 40, 42, 43, 44, 45, 45Β, 46, 46Α, 47, 48, 50, 51, 55, 56, 58, 59, 61, 62, 63, 68, 69, 69Α, 69Β, 70, 71, 73, 74, 75, 76Α, 77, 78, 81, 82, 83, 84, 87, 89, 90, 91, 91Α, 92, 94, 95, 96, 98, 99, 99Α, 100, 102, 104, 105, 105Α, 108, 110, 111, 115, 119, 120, 121, 123, 125, 125Α, 126, 126Α, 128, 129, 130, 131, 132, 133, 134, 134Α, 136, 136Α, 137, 138, 139, 140, 141, 143, 144Α, 146, 146Α, 153, 153Β, 154, 154Α, 155, 155Α, 156, 160, 161, 162, 162Α, 162Β, 166, 168, 169, 170, 171, 172, 173, 176, 177, 180, 181, 187, 193, 194, 195, 195Α, 196Α, 199, 203, 203Α, 204, 205, 206, 207, 207Α, 207Β, 207Γ, 207Δ, 207Ε, 207Ζ, 207Η, 207Θ, 209, 210, 211, 211Α, 211Β, 211Γ, 211Δ, 211Ζ, 213, 213Α, 215, 215Α, 215Β, 218, 219, στα οποία προβάλλουν δικαίωμα κυριότητας οι καθών οι αιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, οι αιτούντες και οι ανταιτούντες.

Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα βρίσκονται στα Δ.Δ. Αντιρρίου, Μολύκρειο, Μακύνειας και Ρίζας του Δήμου Αντιρρίου, εγγύς του υφιστάμενου επαρχιακού και εθνικού οδικού δικτύου που οδεύει από τη Γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου στο Δ.Δ. Μακύνειας και στη συνέχεια στο Δ.Δ. Ρίζας. Τα ακίνητα αυτά εκτείνονται από τη Γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου, εφάπτονται της περιοχής του οικισμού Μακύνειας και τέμνουν τον οικισμό της Ρίζας του Δήμου Αντιρρίου, απέχουν δε περί τα 2.000 μ.

από τη θάλασσα. Πλησιέστεροι οικισμοί στα ως άνω ακίνητα είναι οι: Αντίρριο, Μολύκρειο, Μακύνεια και Ρίζα, που ανήκουν στο Δήμο Αντιρρίου. Η περιοχή όπου βρίσκονται είναι οικιστική, τουριστική, παραθεριστική και γεωργική και τα τελευταία έτη, λόγω της λειτουργίας της Γέφυρας Ρίου - Αντιρρίου, παρουσίασε αλματώδη ανάπτυξη.

Δεν είναι δε χωροθετημένη, εκτός από τους οικισμούς Μακύνειας και Ρίζας και τα αγροτεμάχιά της είναι πεδινά και καλλιεργούνται κυρίως με ελαιόδενδρα. Σ’ αυτήν υπάρχουν όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, εκτός από αποχέτευση, ενώ συγκοινωνιακά εξυπηρετείται από τα διερχόμενα από την Ε.Ο. Αντιρρίου Ιωαννίνων λεωφορεία του ΚΤΕΛ.

Τα ακίνητα εξυπηρετούνται από την υπάρχουσα Ε.Ο. Αντιρρίου Ιωαννίνων και από ασφαλτοστρωμένους επαρχιακούς δρόμους παραλλήλως της Ε.Ο. Απέχουν δε από τη θάλασσα εκείνα που βρίσκονται στους οικισμούς Μακύνειας και Ρίζας 1.000 μ. περίπου και τα υπόλοιπα 2.000 μ. περίπου. Η αρμόδια εκτιμητική επιτροπή του άρθρου 15 του ν. 2882/2001 στο από 31-10-2008 πόρισμά της προσδιόρισε την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων στα ακόλουθα ποσά: 1) για τα ακίνητα με Α.Κ.Π. 1, 2, 2Α, 2Β, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 14, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 21Α, 21Β, 22, 23, 25, 26, 27, 28, 29, 29Α, 29Β, 29Γ, 29Δ, 30, 32, 33, 34, 35, 35Α, 36, 37, 40, 42, 42Α, 43, 44, 45, 45Α, 45Β, 46, 46Α, 47, 48, 49, 50, 51, 53, 55, 56, 57, 58, 59, 61, 62, 63, 64, 66, 67, 68, 69, 69Α, 69Β, 70, 71, 72, 73, 74, 75, 77, 78, 79, 81, 82, 83, 84, 85, 85Α, 87, 89, 89Α, 90, 91, 91Α, 92, 94, 95, 96, 97, 98, 99, 99Α, 100, 102, 104, 105, 105Α, 106, 108, 110, 111, 112, 113, 115, 116, 117, 118, 119, 120, 123, 125, 125Α, 126, 126Α, 126Β, 128, 129, 130, 131, 132, 133, 134, 134Α, 136, 136Α, 137, 138, 139, 140, 141, 143, 144, 144Α, 146, 146Α, 148, 153, 153Β, 154, 154Α, 155, 155Α, 156, 160, 161, 162, 162Α, 162Β, 163, 165, 166, 167, 168, 169, 170, 171, 172, 173, 174, 174Α, 174Β, 175, 176, 177, 183, 184, 186, 188, 191, 193, 194, 198, 202, 207, 207Ζ, 207Η, 207Θ, 208, 211Α, 211Ε, 211Ζ, 212Α, 223, για μέρος των με Α.Κ.Π. 180, 187, 189 195Α, 199, 204, 205, 206, 207Β, 207Γ, 207Δ, 207Ε, 209, 211, 211Β, 211Δ ακινήτων, τα οποία χαρακτηρίζει αγρούς, για μέρος των με Α.Κ.Π. 2Γ, 2Δ ακινήτων, τα οποία χαρακτηρίζει ιδιωτικές οδούς, για τα με Α.Κ.Π, 198, 207, 211Γ ακίνητα, τα οποία χαρακτηρίζει οικόπεδα και για το με Α.Κ.Π. 223 ακίνητο, το οποίο χαρακτηρίζει αγρό δασωμένο, σε 5 ευρώ ανά τ.μ., 2) για μέρος των με Α.Κ.Π. 2Γ, 2Δ ακινήτων, τα οποία χαρακτηρίζει ιδιωτικές οδούς, σε 15 ευρώ ανά τ.μ., 3) για μέρος των με Α.Κ.Π. 189, 199, 206, 218 ακινήτων, τα οποία χαρακτηρίζει οικόπεδα, σε 25 ευρώ ανά τ.μ., 4) για τα ακίνητα με Α.Κ.Π. 200, 203, 215, 215Α, 215Β, 216, για μέρος των με Α.Κ.Π, 204, 206, 211Β, 211Δ ακινήτων, τα οποία χαρακτηρίζει οικόπεδα και για μέρος του με Α.Κ.Π. 203Α ακινήτου, το οποίο χαρακτηρίζει ιδιωτική οδό, σε 30 ευρώ ανά τ.μ., 5) για τα ακίνητα Α.Κ.Π. 190, 195, 196, 196Α, 196Β, 207Α, 210, 213, 213Α και για μέρος των με Α.Κ.Π. 195Α, 199, 205, 207Β, 207Γ, 207Δ, 207Ε, 209, 211 ακινήτων, τα οποία χαρακτηρίζει οικόπεδα, σε 35 ευρώ ανά τ.μ., 6) για τα ακίνητα με Α.Κ.Π. 181, 212 και για μέρος των με Α.Κ.Π. 180, 187 ακινήτων, τα οποία χαρακτηρίζει οικόπεδα, σε 40 ευρώ ανά τ.μ.

και 7) για τα ακίνητα με Α.Κ.Π. 219, 222 και για μέρος του με Α.Κ.Π. 218 ακινήτου, τα οποία χαρακτηρίζει αγρούς δασωμένους, σε 1 ευρώ ανά τ.μ.". Ακολούθως, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρθηκε στα ποσά που εκτίμησε την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών και αφού εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων ως προς τα ποσά που κατέθεσαν ως αξία των απαλλοτριούμενων ακινήτων, τα συγκριτικά αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνταν και προσκόμιζαν οι διάδικοι και συγκεκριμένα τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση έξι αποφάσεις του Εφετείου Πατρών που καθόρισαν οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για απαλλοτριωθέντα ακίνητα στις περιοχές Ρίου και Αντιρρίου, τα αναφερόμενα σ’ αυτή δύο αγοραπωλητήρια συμβόλαια ακινήτων, την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως που προσδιορίστηκε για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα με την υπ’ αριθμ. 84/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, τη θέση που βρίσκονταν τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, την οποία προσδιόρισε ως εξής "από τα απαλλοτριούμενα ακίνητα: 1) τα με Α.Κ.Π. 1, 2, 2Α, 2Β, 2Γ, 2Δ, 3, 4, 6 και 11 είναι όμορα με τη Γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου, 2) τα με Α.Κ.Π. 6, 7, 8, 11, 17, 18, 26 και 27 έχουν πρόσοψη σε επαρχιακή οδό που συνδέει το Αντίρριο με την Ε.Ο.

Αντιρρίου - Ναυπάκτου, 3) τα με Α.Κ.Π. 5, 6, 7, 8, 11, 19, 20, 21, 21Α και 21Β είναι εκτός σχεδίου πόλης, αλλά εντός ζώνης του οικισμού Αντιρρίου, 4) τα με Α.Κ.Π. 25, 26, 34, 42, 43, 50, 55, 73, 100, 102, 104, 126Α, 128, 129, 131, 132, 133, 134Α, 136, 136Α, 137, 154, 154Α, 155, 155Α και 169 είναι εκτός σχεδίου πόλης, 5) τα με Α.Κ.Π. 9, 10, 14 και 16 έχουν πρόσοψη τόσο σε επαρχιακή οδό που συνδέει το Αντίρριο με την Ε.Ο.

Αντιρρίου - Ναυπάκτου, όσο και στην Ε.Ο. Αντιρρίου - Ναυπάκτου, 6) τα με Α.Κ.Π. 19, 21Α, 21Β, 22, 22Α και 23 έχουν πρόσοψη στην Ε.Ο. Αντιρρίου - Ναυπάκτου, 7) τα με Α.Κ.Π. 20, 21, 21Α, 21Β, 22, 55, 56 και 59 βρίσκονται πάνω σε λόφο και έχουν πανοραμική θέα προς τη Γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου, προς τον Πατραϊκό κόλπο και προς τον Κορινθιακό κόλπο, 8) τα με Α.Κ.Π. 19, 47 και 48 έχουν θέα προς τη Γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου και προς τη θάλασσα, 9) τα με Α.Κ.Π. 36, 39, 61, 62, 63, 64, 66, 67, 68, 69, 69Α και 69Β έχουν πρόσοψη στην επαρχιακή οδό που οδηγεί στο Μολύκρειο, 10) τα με Α.Κ.Π. 195, 196Α, 196Β, 198, 200Α, 200Β, 200Γ, 200Δ, 200Ε, 202, 203, 203Α, 206, 207, 207Α, 210, 211Γ, 212, 213, 213Α, 215, 215Α, 215Β και 216, καθώς και μέρος των με Α.Κ.Π. 180, 187, 189, 190, 195Α, 199, 204, 205, 206, 207Β, 207Γ, 207Δ, 207Ε, 209, 211, 211Β, 21Δ και 218 βρίσκονται εντός του οικισμού Ρίζας, 11) τα με Α.Κ.Π, 168, 176, 174Α, 174Β, 188, 174, 191 βρίσκονται εντός ζώνης του οικισμού Ρίζας και 12) τα με Α.Κ.Π. 132, 134, 134Α, 136 και 136Α βρίσκονται εντός ζώνης του οικισμού Μακύνειας", καθώς και όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ’ αυτή, χωρίς να εξαιρέσει κάποιο απ’ αυτά, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι η αξία του εδάφους των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους μετά τη δημοσίευση της απόφασης της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, ανέρχεται στα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά για το καθένα, με τα οποία ποσά μπορούν να τα αντικαταστήσουν οι ιδιοκτήτες τους με άλλα ισάξια και που συνιστούν την πλήρη αποζημίωσή τους, στα οποία και καθόρισε την αξία του εδάφους τους και την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως του εδάφους τους για την απαλλοτρίωσή τους.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, σχετικά με την αξία του εδάφους των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωσή τους, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 17 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως που αναφέρεται σε αντιφατικές διατάξεις, οι οποίες πρέπει να εντοπίζονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι στο αιτιολογικό της, πρέπει ο αναιρεσείων να προσδιορίζει στο δικόγραφο της αναιρέσεως με ακρίβεια τις αντιφάσεις των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν αρκεί να αναφέρεται αορίστως σ’ αυτό ότι υπάρχουν αντιφατικές διατάξεις στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως που αναφέρεται στο άρθρο 559 αρ. 17 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της ως προς τις τιμές μονάδας αποζημιώσεως που καθόρισε για το έδαφος των με αριθμούς Κ.Π. 2Β, 32 και 117 ακινήτων ιδιοκτησιών, διότι για κάθε μία από τις ιδιοκτησίες αυτές καθορίζονται στο διατακτικό της δύο διαφορετικές τιμές μονάδας αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωσή τους και συγκεκριμένα για την με αριθμό Κ.Π. 2Β ιδιοκτησία καθορίζεται ως τιμή μονάδας αποζημιώσεως για το έδαφός της τόσο το ποσό των 60 ευρώ ανά τ.μ., όσο και το ποσό των 31,50 ευρώ ανά τ.μ., για την με αριθμό Κ.Π. 32 ιδιοκτησία καθορίζεται ως τιμή μονάδας αποζημιώσεως για το έδαφός της τόσο το ποσό των 50 ευρώ ανά τ.μ., όσο και το ποσό των 35,63 ευρώ ανά τ.μ.

και για την με αριθμό Κ.Π. 117 ιδιοκτησία καθορίζεται ως τιμή μονάδας αποζημιώσεως για το έδαφός της τόσο το ποσό των 20 ευρώ ανά τ.μ., όσο και το ποσό των 15 ευρώ ανά τ.μ., με συνέπεια από τις αντιφατικές αυτές διατάξεις να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τις ως άνω τρεις ιδιοκτησίες.

Πράγματι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή περιέχει στο διατακτικό της τις ως άνω αντιφατικές διατάξεις ως προς την τιμή μονάδας αποζημιώσεως που καθόρισε για την απαλλοτρίωση του εδάφους των ιδιοκτησιών με αριθμούς Κ.Π. 2Β, 32 και 117, γεγονός που καθιστά αδύνατη την εκτέλεσή της ως προς τις ως άνω τρεις ιδιοκτησίες και κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο ως άνω δεύτερος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1, 4 και 5 του Ν. 2882/2001, όπως αυτές ίσχυαν πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 με την παρ. 13 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013, αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικά την αποζημίωση είναι το Εφετείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής.

Μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται, και αν ακόμη δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, να ζητήσει τον οριστικό προσδιορισμό αυτής. Εάν κάποιος από τους ενδιαφερομένους είναι κάτοικος αλλοδαπής ή άγνωστης διαμονής, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι για όλους τους ενδιαφερομένους εξήντα ημέρες.

Εάν η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου δεν επεδόθη, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι σε κάθε περίπτωση έξι μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης, με την επιφύλαξη εφαρμογής του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 9. Εάν η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης παρήλθε άπρακτη, η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινά καθίσταται οριστική για τον ενδιαφερόμενο που δεν άσκησε αίτηση.

Η εμπρόθεσμη αίτηση για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος, προς αύξηση ή μείωση μόνον υπέρ αυτού της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά. Εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις, που κατατίθενται, με την ποινή του απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης.

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει: α) Ότι εάν ο διάδικος υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση ζήτησε εμπρόθεσμα να καθορισθεί από το Εφετείο οριστική αποζημίωση μικρότερη εκείνης που καθορίστηκε προσωρινά, το Εφετείο, χωρίς αίτηση ή ανταίτηση, που ασκείται παραδεκτά με τις προτάσεις, δεν μπορεί να καθορίσει την οριστική αποζημίωση για τα ακίνητα, στα οποία αναφέρεται η αίτηση του ωφελούμενου από την απαλλοτρίωση, σε ποσό μεγαλύτερο εκείνου της αποζημιώσεως που καθορίστηκε προσωρινά.

Και β) Ότι, αν παρόλα αυτά, το Εφετείο καθορίσει στις περιπτώσεις αυτές οριστική αποζημίωση σε ποσό μεγαλύτερο της προσωρινής αποζημιώσεως, συντρέχει περίπτωση επιδικάσεως μη αιτηθέντος και θεμελιώσεως λόγου αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. α’ του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1591/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτει ότι ούτε το Δημόσιο με την ασκηθείσα αίτησή του περί οριστικού προσδιορισμού αποζημιώσεως, ούτε οι αυτοτελώς αιτούντες ζήτησαν τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για τις ιδιοκτησίες με Α.Κ.Π. 42Α, 49, 79, 85, 85Α, 106, 112, 113 και 116. Επίσης, η ασκηθείσα δια των προτάσεων ανταίτηση, ως προς την με Α.Κ.Π. 117 ιδιοκτησία, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, διότι με τις αιτήσεις του το Δημόσιο δεν ζήτησε τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για το ακίνητο αυτό.

Παρά ταύτα, το Εφετείο Πατρών, όχι μόνον επελήφθη άνευ αιτήματος του καθορισμού οριστικής αποζημίωσης για τις ως άνω ιδιοκτησίες, αλλά και την καθόρισε σε τιμές μεγαλύτερες από τις προσωρινώς προσδιορισθείσες, παρόλο που οι τελευταίες είχαν πλέον καταστεί οριστικές σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 4 και 5 του Ν. 2882/1001 για τις ως άνω ιδιοκτησίες.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 84/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και την προσβαλλόμενη, το Εφετείο καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για τις με ΑΚΠ 42Α και 49 ιδιοκτησίες στο ποσό των 50 ευρώ, έναντι της προσωρινώς προσδιορισθείσας τιμής των 20 ευρώ, για τις με ΑΚΠ 79, 85 και 85Α ιδιοκτησίες στο ποσό των 20 ευρώ, έναντι της προσωρινώς προσδιορισθείσας τιμής των 12 ευρώ, για τις με Α.Κ.Π. 106, 112, 113 και 116 ιδιοκτησίες στο ποσό των 20 ευρώ, έναντι της προσωρινώς προσδιορισθείσας τιμής των 15 ευρώ και τέλος για την με Α.Κ.Π. 117 ιδιοκτησία στο ποσό των 20 ευρώ, έναντι της προσωρινώς προσδιορισθείσας τιμής των 15 ευρώ.

Όμως, με το να καθορίσει το Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφασή του την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα ανωτέρω ακίνητα σε ποσό μεγαλύτερο από την προσωρινή, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης που αναφέρεται στο άρθρο 559 αρ. 9 περ.

α’ του Κ.Πολ.Δ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 70 του Κ.Πολ.Δ. όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 68, 70, 216 παρ. 1 και 324 επ. του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για την πληρότητα του δικογράφου αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής αρκεί ο ενάγων να αμφισβητεί το προβαλλόμενο από τον εναγόμενο δικαίωμα αρνούμενος τα πραγματικά περιστατικά που το στηρίζουν.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, εξ αιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση για την οποία προορίζεται, με την ίδια απόφαση, για τον καθορισμό της αποζημιώσεως, προσδιορίζεται και ιδιαιτέρα αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι, για είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού προσδιορισμού, είτε κατ’ αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνο τη ζημία από την απαλλοτρίωση και μόνο της εκτάσεως του όλου ακινήτου, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολομ.ΑΠ 31/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με την από 27-11-2009 κύρια αίτησή του ενώπιον του Εφετείου Πατρών υπέβαλε και αίτημα να μην καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου με Α.Κ.Π. 11, άλλως, αυτή, προκειμένου να μην οριστικοποιηθεί η προσωρινή, να ορισθεί προς 1 ευρώ για κάθε τετραγωνικό μέτρο του εναπομείναντος τμήματος και με την από 5-1-2010 κύρια αίτησή του ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου υπέβαλε και αίτημα να μην καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των ακινήτων με Α.Κ.Π. 7, 8, 9, 23, 26, 44, 56, 63, 69Α, 70, 81, 82, 89, 89Α, 90, 105, 108, 119, 120, 121, 125, 125Α, 126, 136, 137, 153, 153Β, 155, 155Δ, 169, 181, 189, 193, 194, 195, 195Α, 199, 202, 206, 207Δ, 207Ε, 207Η, 207Ζ, 207Θ, 215, 215Α, 215Γ, άλλως, αυτή, προκειμένου να μην οριστικοποιηθεί η προσωρινή, να ορισθεί προς 1 ευρώ για κάθε τετραγωνικό μέτρο του εναπομείναντος τμήματος.

Το Εφετείο Πατρών απέρριψε τα ως άνω αιτήματα ως αόριστα (απαράδεκτα), διότι το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο δεν επικαλείτο, ως είχε υποχρέωση, τα αναγκαία για τη θεμελίωσή τους στη παραπάνω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.) πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα, πέραν της επιγραμματικής αναφοράς του αριθμού των απαλλοτριουμένων ακινήτων στον κτηματολογικό πίνακα, δεν ανέφερε α) την έκταση και τη θέση καθενός από αυτά, το είδος τους και τα λοιπά χαρακτηριστικά τους μετά την αποτίμηση, β) τον τρόπο της καλλιέργειας αυτών των ακινήτων πριν από την απαλλοτρίωση, γ) τον τρόπο καλλιέργειάς τους στο μέλλον, δ) τους ειδικότερους λόγους για τους οποίους είναι δυνατή η πολεοδομική αξιοποίηση των απομενόντων και ε) τους λόγους για τους οποίους δεν απομειώνεται η αξία τους ούτε εμποδίζεται η κατά προορισμό χρήση τους λόγω της απαλλοτρίωσης.

Όμως, τα ως άνω αιτήματα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με τα οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι δεν οφείλεται στους ιδιοκτήτες των ως άνω ακινήτων ιδιοκτησιών που απαλλοτριώθηκαν ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των ακινήτων τους μετά την απαλλοτρίωση και να μην καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για μείωση της αξίας τους, αποτελούσαν αρνητικά αναγνωριστικά αιτήματα της ανυπαρξίας δικαιώματος των ιδιοκτητών των απαλλοτριωθέντων ως άνω ακινήτων ιδιοκτησιών να εισπράξουν απ’ αυτό ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μειώσεως της αξίας των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ακινήτων τους, για το ορισμένο και παραδεκτό των οποίων, το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο, ως το Νομικό Πρόσωπο υπέρ του οποίου και με δαπάνες του οποίου γινόταν η απαλλοτρίωση και που είχε έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει το δικαίωμα των ιδιοκτητών των απαλλοτριουμένων ακινήτων για ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μειώσεως της αξίας των εναπομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ακινήτων τους, αρκούσε να αμφισβητήσει το ως άνω δικαίωμά τους, αρνούμενος τα περιστατικά που το στηρίζουν και οι τελευταίοι είχαν την υποχρέωση, σύμφωνα με τα άρθρα 216 παρ. 1, 335 και 338 Κ.Πολ.Δ., να επικαλεσθούν και να αποδείξουν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν στην ως άνω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 την αξίωσή τους για ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των απαλλοτριουμένων ακινήτων τους και που είναι αναγκαία για την επέλευση της καθοριζόμενης από την ως άνω διάταξη έννομης συνέπειας (επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης).

Επομένως, το Εφετείο Πατρών που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αόριστα (απαράδεκτα) τα κατά τα ανωτέρω αρνητικά αναγνωριστικά αιτήματα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, παραβίασε τις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 68, 70, 216 παρ. 1 και 324 επ. του Κ.Πολ.Δ. και όχι την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001.

Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αφού το Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτα (αόριστα) τα ως άνω αιτήματα του αναιρεσείοντος και για αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως κατά το μέρος που αναφέρεται στο άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ.

Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7 - 8/2006).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, το αναγκαίο περιεχόμενο της οποίας προσδιορίζεται από το πραγματικό του εκάστοτε εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ελλείψεις που ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν τούτο διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε να ελέγχεται αναιρετικώς κατά την εξεταζόμενη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ο αναιρετικός λόγος της οποίας (διάταξης) δεν δημιουργείται επίσης όταν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 1363/2008). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), εάν απαλλοτριωθεί τμήμα του ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για την χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του (Ολομ.ΑΠ 31/2005).

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ’ αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.

Για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το ακίνητο του οποίου τμήμα απαλλοτριώθηκε, είχε προ της απαλλοτριώσεως, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την ανοικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μειώσεως της αξίας του εναπομένοντος τμήματος αυτού, ο αιτών να επικαλείται και να αποδεικνύεται ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε κατά τις ισχύουσες διατάξεις τους όρους δομήσεως και ότι το εναπομένον μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο και για ακίνητο που προοριζόταν για αγροτική εκμετάλλευση με καλλιέργεια, πρέπει ο αιτών να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι δεν μπορεί πλέον ή δεν συμφέρει να καλλιεργηθεί για αγροτική εκμετάλλευση ή ότι μειώνεται η αξία του για κάποιο άλλο λόγο και το λόγο για τον οποίο μειώνεται η αξία του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αν και δέχεται ότι οι ιδιοκτησίες με Α.Κ.Π. 7, 8, 126A, 132, 134A, 137, 154A, 125, 125A, 144A και 32Α ήταν προ της απαλλοτρίωσης αγροί, παρά ταύτα επιδίκασε για τα εναπομένοντα τμήματα αυτών ιδιαίτερη αποζημίωση με κριτήριο την αρτιότητα και οικοδομησιμότητα αυτών, δηλαδή με κριτήριο άσχετο με τον κύριο αγροτικό τους προορισμό και έτσι παραβίασε ευθέως την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 και είναι αναιρετέα σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

και με τον έκτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ελλειπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τη μείωση της αξίας των εναπομενόντων τμημάτων των ιδίων ως άνω ακινήτων ιδιοκτησιών που απαλλοτριώθηκαν, καθώς και των με Α.Κ.Π. 207Δ, 215, 215Α ακινήτων ιδιοκτησιών και τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για αυτά και είναι αναιρετέα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

Όμως, όσον αφορά τις με Α.Κ.Π. 7, 8, 125, 125Α, 137, 207Δ, 215, και 215Α ακίνητες ιδιοκτησίες παρέλκει η έρευνα των ως άνω πέμπτου και έκτου λόγων αναιρέσεως, αφού η αναιρετική τους εμβέλεια καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του προαναφερθέντος τέταρτου λόγου αναιρέσεως που κρίθηκε βάσιμος, όσον δε αφορά τις υπόλοιπες ακίνητες ιδιοκτησίες στις οποίες αναφέρονται οι ως άνω πέμπτος και έκτος λόγοι της αναιρέσεως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή προσδιόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα τμήματα των με Α.Κ.Π. 126Α, 132, 134Α, 154Α, 144Α και 32Α ακινήτων σε ποσοστό κυμαινόμενο από 25% έως 100% της αξίας τους, δεχόμενη ότι: "4) Μετά την απαλλοτρίωση των με Α.Κ.Π. 7, 8, 126Α, 132, 134Α, 137 και 154Α ακινήτων από τα μείζονα ακίνητα (αγροί) των 3.059,35 τ.μ., 3.052,14 τ.μ., 1.547,74 τ.μ., 3.425,84 τ.μ., 3.770,66 τ.μ., 4.265,83 τ.μ.

και 1.576,95 τ.μ. των αντίστοιχων αιτούντων, εκ των οποίων το πρώτο, το δεύτερο και το έκτο ήταν άρτια και οικοδομήσιμα, το τρίτο και το έβδομο μη άρτια και μη οικοδομήσιμα και το τέταρτο και το πέμπτο άρτια και οικοδομήσιμα κατά παρέκκλιση, απέμειναν τμήματα εμβαδού 429,36 τ.μ., 681,78 τ.μ., 10 τ.μ., 128,54 τ.μ., 467,88 τ.μ., 598,28 τ.μ.

και 1.116,3 τ.μ. αντίστοιχα. Τα τμήματα αυτά είναι σε κάθε περίπτωση μη άρτια και μη οικοδομήσιμα και τα έξη πρώτα λόγω της μικρής τους έκτασης είναι ακατάλληλα για καλλιέργεια, ενώ αναφορικά με το έβδομο, το οποίο καλλιεργείται με οπωροφόρα δένδρα, αυτό αρδευόταν με αύλακα, ο οποίος με φυσική ροή του νερού από τη δεξαμενή γειτονικής ιδιοκτησίας (Α.Κ.Π. 153), χρησιμοποιείτο με σχέση δουλείας ως αποκλειστικός τρόπος άρδευσης, ήδη δε ο αύλακας αυτός απαλλοτριώνεται, όπως προκύπτουν τα ανωτέρω από τις από Ιανουαρίου 2009 τεχνικές εκθέσεις του μηχανικού δομικών έργων Τ.Ε.

Λ. Ζ. Σύμφωνα με τις ως άνω εκθέσεις του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών μειώνεται η αξία των απομενόντων τμημάτων κατά ποσοστό 84% για το πρώτο, 73% για το δεύτερο, 100%) για το τρίτο και το τέταρτο, 85%) για το πέμπτο, 87% για το έκτο και 28% για το έβδομο. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι πρέπει να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μείωσης της αξίας των απομενόντων τμημάτων, η οποία πρέπει να προσδιοριστεί σε ποσοστό 100% για το τρίτο και το τέταρτο, 80% για το πρώτο και το πέμπτο, 30% για το δεύτερο και το έκτο και 25% για το έβδομο επί της αξίας τους, δηλαδή σε 20 ευρώ ανά τ.μ. (20 ευρώ ανά τ.μ.

Χ 100%) για το τρίτο, σε 40 ευρώ ανά τ.μ. (40 ευρώ ανά τ.μ. Χ 100%) για το τέταρτο, σε 48 ευρώ ανά τ.μ. (60 ευρώ ανά τ.μ. Χ 80%) για το πρώτο, σε 32 ευρώ ανά τ.μ. (40 ευρώ ανά τ.μ. Χ 80%) για το πέμπτο, σε 18 ευρώ ανά τ.μ. (60 ευρώ ανά τ.μ. Χ 30%ο) για το δεύτερο, σε 12 ευρώ ανά τ.μ. (40 ευρώ ανά τ.μ. Χ 30%) για το έκτο και σε 3,75 ευρώ ανά τ.μ. (15 ευρώ ανά τ.μ.

Χ 25%) για το έβδομο... 7) Μετά την απαλλοτρίωση των με Α.Κ.Π. 125, 125Α και 144Α ακινήτων από τα μείζονα ακίνητα (αγροί) των 3.524,05 τ.μ., 5.309,05 τ.μ. και 2.000 τ.μ. των αντίστοιχων αιτούντων απέμειναν τμήματά τους εμβαδού 111,24 τ.μ., 509,56 τ.μ. και 8,67 τ.μ. όπως προκύπτει από την από 12-5-2010 έκθεση του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών. Τα τμήματα αυτά είναι σε κάθε περίπτωση μη άρτια και μη οικοδομήσιμα και λόγω της μικρής τους έκτασης είναι ακατάλληλα για καλλιέργεια.

Σύμφωνα με την από 12-5-2010 έκθεση του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών μειώνεται η αξία των απομενόντων τμημάτων κατά ποσοστό 32% για το πρώτο, 29% για το δεύτερο, 96% για το τρίτο. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι πρέπει να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μείωσης της αξίας των απομενόντων τμημάτων, η οποία πρέπει να προσδιοριστεί σε ποσοστό 100% για το πρώτο και το τρίτο και σε 30% για το δεύτερο επί της αξίας τους, δηλαδή σε 20 ευρώ ανά τ.μ. (20 ευρώ ανά τ.μ.

Χ 100%) για το πρώτο, σε 6 ευρώ ανά τ.μ. (20 ευρώ ανά τ.μ. Χ 30%) για το δεύτερο και σε 40 ευρώ (40 ευρώ ανά τ.μ. Χ 100%) για το τρίτο. 8) Μετά την απαλλοτρίωση του με Α.Κ.Π. 32Α ακινήτου από το μείζον ακίνητο (αγρός) των 1.550 τ.μ. του αντίστοιχου αιτούντος, απέμεινε τμήμα του εμβαδού 643,56 τ.μ., όπως προκύπτει από την από 4-3-2011 έκθεση εκτίμησης του πολιτικού μηχανικού Β.

Π. Το τμήμα αυτό είναι σε κάθε περίπτωση μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και λόγω της μικρής του έκτασης είναι ακατάλληλο για καλλιέργεια. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι πρέπει να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μείωσης της αξίας του απομένοντος τμήματος, η οποία πρέπει να προσδιοριστεί σε ποσοστό 30% επί της αξίας του, δηλαδή σε 15 ευρώ ανά τ.μ. (50 ευρώ ανά τ.μ.

Χ 30%)". Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή δεν επιδίκασε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων με Α.Κ.Π. 126Α, 132, 134Α, 154Α, 144Α και 32Α με κριτήριο μόνον την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά τους, αλλά και με κριτήριο την προσφορότητά τους για καλλιέργεια, αφού τα ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν ήταν αγροί που τα γήπεδά τους ήταν τα περισσότερα άρτια και οικοδομήσιμα, έστω και κατά παρέκκλιση, καθόρισε δε την αξία των απομενόντων τμημάτων των ως άνω ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν και προσδιόρισε την ιδιαίτερη αποζημίωση που οφείλεται για τη μείωση της αξίας τους με σαφείς, επαρκείς και πλήρεις αιτιολογίες, εκτιμώντας για το καθένα και το ποσοστό μείωσης της αξίας που καθόρισε για αυτά το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών με την αναφερόμενη στο αιτιολογικό της έκθεσή του.

Κατά συνέπεια το Εφετείο Πατρών, που καθόρισε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω της μειώσεως της αξίας τους για τα εναπομένοντα τμήματα των με Α.Κ.Π. 126Α, 132, 134Α, 154Α, 144Α και 32Α ακινήτων στα ποσά που προαναφέρθηκαν, δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 ευθέως, αλλ’ ούτε εκ πλαγίου, αλλ’ αντίθετα περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της και γι’ αυτό πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι πέμπτος και έκτος λόγοι της κρινόμενης αναίρεσης που αναφέρονται στο άρθρο 559 αρ. 1 και 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα και αφορούν τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των με Α.Κ.Π. 126Α, 132, 134Α, 154Α, 144Α και 32Α ακινήτων ιδιοκτησιών.

Με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών δια την διάνοιξιν εθνικών οδών κ.λπ.", οι οποίες κατά το άρθρο 62 παρ. 9 του Ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών" εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφιστάμενων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 1349/1983 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 14 του Ν. 2052/1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά άρθρα 14 παρ. 1 του Ν. 1349/ 1983 και 6 παρ. 14 του Ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), δια συμμετοχής των εις τας δαπανάς απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων υπό των οδών τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνει το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1)...

Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ. 3)... Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως δια την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ. 4)...".

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 4 και 6 του Ν. 2971/2001, ορίζονται τα εξής: "1) Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 (ΦΕΚ 214 Α’ ) είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου.... 4) Η Επιτροπή συγκαλείται από τον Πρόεδρο αυτής και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων προβαίνει το αργότερο εντός τριών (3) μηνών στη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αιτιολογώντας πλήρως τους λόγους και συνδέοντάς τους ιδία με τη δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, τη δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του.... 6) Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της Επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο.

Ο Πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο σε χρόνο όχι βραχύτερο από τριάντα (30) ημέρες ούτε μικρότερο από σαράντα (40) ημέρες από την κατάθεση των στοιχείων σε αυτό, εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή των σχετικών με την επίδοση διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 20 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων.

Το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα που προσήχθησαν από τους διαδίκους γενικά, οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης". Έτσι με τις ως άνω διατάξεις εισάγεται τεκμήριο ωφέλειας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με τη διάνοιξη εθνικής οδού αποκτούν πρόσωπο σ’ αυτή, το οποίο τεκμήριο είναι μαχητό.

Η Επιτροπή που συντάσσει την έκθεση σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αιτιολογεί πλήρως τους λόγους ωφέλειας και τους συνδέει ιδίως με τη δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, τη δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του, ενώ το Εφετείο που κρίνει αν υπάρχει ωφέλεια ή όχι του παρόδιου ιδιοκτήτη από τη διάνοιξη της εθνικής οδού, αποφασίζει εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα που προσήχθησαν σ’ αυτό από τους διαδίκους.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον έβδομο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι το Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφαση του, συνδέοντας την ωφέλεια ή μη των ακινήτων με την απευθείας ή μη πρόσβασή τους στον αυτοκινητόδρομο (κυρίως έργο) καθώς και την απόσταση που πρέπει να διανύσουν οι ιδιοκτήτες τους έως αυτόν μέσω του παράπλευρου δικτύου του έργου, στήριξε την περί μη ωφέλειας κρίση του σε μη προβλεπόμενα από το νόμο κριτήρια, αλλά και με το να δεχθεί ότι τα παρόδια του αυτοκινητόδρομου ακίνητα δεν ωφελούνται μόνο με βάση το κριτήριο της προσβασιμότητάς τους στο έργο της απαλλοτρίωσης, χωρίς να διερευνήσει περαιτέρω αν προέκυψε οποιαδήποτε ωφέλεια από την ένδικη απαλλοτρίωση, όπως η αύξηση της εμπορικής και αγοραίας αξίας τους, τόσο στην κάθε εναπομείνασα, εκτός της απαλλοτρίωσης, ιδιοκτησία, όσο και στην ευρύτερη περιοχή που συνορεύει με την απαλλοτριωθείσα έκταση, για να καταλήξει τελικά εάν καθένα από τα ακίνητα ωφελείται ή όχι από την απαλλοτρίωση, παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και κατέστησε αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

και με το να κρίνει ότι δεν υπήρξε ωφέλεια στις ένδικες ιδιοκτησίες των αναιρεσίβλητων δεχόμενη ότι οι ιδιοκτήτες τους πρέπει να διανύσουν έως και 4 χλμ. για να εισέλθουν στον αυτοκινητόδρομο, χωρίς να διευκρινίζει την απόσταση ενός εκάστου ακινήτου από τον αυτοκινητόδρομο, περιέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, παραβίασε εκ πλαγίου τις προδιαληφθείσες διατάξεις και κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε σχετικά με το αν υπάρχει ωφέλεια ή μη για τις παρόδιες ιδιοκτησίες από την εκτέλεση του έργου του αυτοκινητόδρομου τα εξής: "Περαιτέρω αναφορικά με το αίτημα των αιτούντων των υπ’ αριθμ. 2, 3, 4, 5, 7, 8, 10, 11, 12, 13, 16, 18, 19, 20, 21, 23, 25, 26, 28, 29, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 39, 40 και 41 αυτοτελών αιτήσεων για την ανατροπή του τεκμηρίου ότι ως παρόδιοι ωφελήθηκαν από την απαλλοτρίωση προέκυψαν τα ακόλουθα:

Ο αυτοκινητόδρομος που θα κατασκευαστεί θα είναι με ευρωπαϊκές προδιαγραφές και θα έχει κιγκλιδώματα ασφαλείας στα ερείσματά του και από τις δυο πλευρές, που θα αποκλείουν την ελεύθερη είσοδο από και προς αυτόν. Πρόκειται δηλαδή για ένα κλειστού τύπου σύγχρονο αυτοκινητόδρομο, όπου δεν θα είναι εφικτή η επικοινωνία με τα παρόδια ακίνητα, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι προσαυξάνεται η αξία τους λόγω της γειτνίασής τους με τον αυτοκινητόδρομο.

Η πρόσβαση και η είσοδος σ’ αυτόν θα γίνεται μέσω του παράπλευρου δικτύου στον νέο ανισόπεδο κόμβο Αντιρρίου, έτσι ώστε οι παρόδιοι ιδιοκτήτες που θα επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν τον αυτοκινητόδρομο θα πρέπει να διανύσουν έως και 4 χιλ. Επομένως καμία ωφέλεια δεν προσπορίζεται σ’ αυτούς από την εκτέλεση του έργου και ως εκ τούτου δεν υπέχουν καμία υποχρέωση αυταποζημίωσης, ούτε αποζημίωσης τρίτων ιδιοκτησιών, δικαιούμενοι να λάβουν ακέραια και πλήρη την αποζημίωση, όπως καθορίστηκε παραπάνω, για το σύνολο της έκτασης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, ενώ αναφορικά με τα με Α.Κ.Π. 76Α, 80, 121 ακίνητα, τα οποία δεν απαλλοτριώνονται, αλλά βαρύνονται με αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών, δικαιούνται οι αντίστοιχοι αιτούντες αποζημίωση που ανέρχεται σε 20 ευρώ ανά τ.μ.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως, αλλ’ αντίθετα εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 653/1977 και 33 παρ. 1, 4 και 6 του Ν. 2971/2001, αλλ’ ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε αυτές, αλλ’ αντίθετα αυτή περιλαμβάνει επαρκείς, σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της και γι’ αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο έβδομος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, τόσο κατά το μέρος που αναφέρεται στο άρθρο 559 αρ. 1, όσο και κατά το μέρος που αναφέρεται στο άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, κατά παραδοχή των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου λόγων της αναιρέσεως, πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η κρινόμενη αναίρεση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που καθόρισε οριστικές τιμές μονάδας αποζημιώσεως για τις απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες με Α.Κ.Π. 2Β, 32, 42Α, 49, 79, 85, 85Α, 106, 112, 113, 116 και 117 και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ιδιοκτησιών με Α.Κ.Π. 7, 8, 9, 11, 23, 26, 44, 56, 63, 69Α, 70, 81, 82, 89, 89Α, 90, 105, 108, 119, 120, 121, 125, 125Α, 126, 136, 137, 153, 153Β, 155, 155Δ, 169, 181, 189, 193, 194, 195, 195Α, 199, 202, 206, 207Δ, 207Ε, 207Η, 207Ζ, 207Θ, 215, 215Α και 215Γ, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος που αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι που φέρονται ιδιοκτήτες των ως άνω ιδιοκτησιών για τις οποίες αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων μερών και μετά από ανάλογη κατανομή των εξόδων, σε μέρος της μειωμένης δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ (άρθρ. 176, 178 παρ. 1, 183 Κ.Πολ.Δ., 22 του Ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων των άρθρων 18 επ. του Ν. 2882/2001 μόνον κατά το μέρος που καθόρισε οριστικές τιμές μονάδας αποζημιώσεως για τις απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες με Α.Κ.Π. 2Β, 32, 42Α, 49, 79, 85, 85Α, 106, 112, 113, 116 και 117 και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ιδιοκτησιών με Α.Κ.Π. 7, 8, 9, 11, 23, 26, 44, 56, 63, 69Α, 70, 81, 82, 89, 89Α, 90, 105, 108, 119, 120, 121, 125, 125Α, 126, 136, 137, 153, 153Β, 155, 155Δ, 169, 181, 189, 193, 194, 195, 195Α, 199, 202, 206, 207Δ, 207Ε, 207Η, 207Ζ, 207Θ, 215, 215Α και 215Γ.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους που φέρονται ιδιοκτήτες των ως άνω ιδιοκτησιών για τις οποίες αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση σε μέρος της μειωμένης δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ