Legislator Case Law & Legislation
1236/2012 AI generated

1236/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1236/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1236/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ότι η φορολογική υποχρέωση γεννάται και ο φόρος γίνεται απαιτητός από το Δημόσιο, επί δανείων κατά το χρόνο λήψης του ποσού αυτών και τέλος με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.3: ότι ο φόρος αυτός επιρρίπτεται από τις τράπεζες στον αντισυμβαλλόμενο τους. Με το άρ.33 ν. 2873/2000, ο εν λόγω ειδικός φόρος τραπεζικών εργασιών καταργήθηκε από 1-1-2001.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1236 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1236/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Λ. ΑΕ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Ρούσσο.

Της αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωσήφ Κτενίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 486/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 291/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 25-1-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. H εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 21-10-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του δευτέρου λόγου αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 6 και 7 Ν. 1676/1986 "ΕΦΤΕ - Φόροι συγκέντρωσης κεφαλαίου, πρώτων υλών, δασμοί κλπ" ορίσθηκε: ότι επιβάλλεται φόρος με την ονομασία "ειδικός φόρος τραπεζικών εργασιών", με τη διάταξη του άρθρου 8 εδαφ.α: ότι στο φόρο αυτό υπόκεινται οι ημεδαπές τράπεζες, που λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 5076/1931 και η Τράπεζα της Ελλάδος, με τη διάταξη του άρθρου 9 εδαφ.α:

ότι η φορολογική υποχρέωση γεννάται και ο φόρος γίνεται απαιτητός από το Δημόσιο, επί δανείων κατά το χρόνο λήψης του ποσού αυτών και τέλος με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.3: ότι ο φόρος αυτός επιρρίπτεται από τις τράπεζες στον αντισυμβαλλόμενο τους. Με το άρ.33 ν. 2873/2000, ο εν λόγω ειδικός φόρος τραπεζικών εργασιών καταργήθηκε από 1-1-2001.

Εξ άλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 30 παρ.1 και 2 εδ.α' ν. 2789/2000, ορίσθηκε: ότι, "κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση, που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβεί το πιο κάτω αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαίτησης, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος αυτών ή, όπου δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, από τότε που η απαίτηση κατέστη εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τους όρους της οικείας σύμβασης ή κατά το νόμο:

α) το τετραπλάσιο, εάν τα ως άνω περιστατικά συνέβησαν μέχρι την 31.12.1985, β) το τριπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό α' ημερομηνία και μέχρι την 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό β' ημερομηνία και μέχρι την 15.4.1998. Προκειμένου για οφειλές από συμβάσεις δανείων, στη βάση υπολογισμού του προηγούμενου εδαφίου δεν περιλαμβάνονται τόκοι από ανατοκισμό.

Καταβολές, που έχουν γίνει υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, μετά τις ημερομηνίες της προηγουμένης παραγράφου, αφαιρούνται από την εκ τόκων οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος, προαφαιρουμένων από αυτές των εξόδων που έχουν πράγματι εκταμιευτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα.

Ακολούθησε η αντικατάσταση των ανωτέρω διατάξεων των παρ. 1, και 2 εδ.α' του άρθρου 30 ν. 2789/2000 με το άρθρο 42 Ν. 2912/2001, ως εξής: "Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο μέχρι 31.12.2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) Το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985, β)το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό α' ημερομηνία και μέχρις τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό β' ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000.

Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος".

Από τις τελευταίες διατάξεις του ν. 2912/2001, καθίσταται σαφές ότι ως συνολική οφειλή από τραπεζικό δάνειο ή αλληλόχρεο λογαριασμό νοείται η υφιστάμενη οφειλή από το κεφάλαιο του δανείου προσαυξημένου με συμβατικούς τόκους το πολύ μέχρι 50% αυτού κατ' ανώτατο όριο. Μετά δε την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου, δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί, κατά περίπτωση με συντελεστή 4, 3 ή 2, τα οποία πολλαπλάσια περιοριστικά καθορίζει ο νόμος αυτός όμοια με εκείνα του άρθρου 30 παρ. 1 Ν. 2789/2001.

Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. Από το προκύπτον γινόμενο αφαιρούνται οι όποιες καταβολές έχουν γίνει ήδη από την κατάρτιση της σύμβασης εκ μέρους του οφειλέτη ή τρίτου, ενεργούντος υπέρ αυτού, και ό,τι απομένει αποτελεί την τελική του δανειολήπτη οφειλή, στην οποία δεν είναι επιτρεπτό να προστεθεί οποιαδήποτε περαιτέρω επιβάρυνση και ειδικότερα οποιοιδήποτε φόροι, τέλη, εισφορές ή έξοδα.

Τούτο σαφώς προκύπτει από τη σχετική διατύπωση του άνω άρ. 42 ν. 2912/2001, όπου ορίζεται συγκεκριμένως ότι "υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων δεν δύναται να υπερβεί", ενώ με την προηγούμενη, ανάλογη, διάταξη του άρ. 30 ν. 2789/2000, η οποία αντικαταστάθηκε με το άρθρο αυτό, οριζόταν ότι "η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση δεν μπορεί να υπερβεί", δηλαδή με το ν. 2789/2000 αναφερόταν ως "συνολική οφειλή" εκείνη που συμπεριλάμβανε μόνον τόκους σε καθυστέρηση, ενώ με το ν. 2912/2001 αναφέρεται ως "συνολική οφειλή" η προερχόμενη από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων.

Εάν ο νομοθέτης ήθελε να προστίθενται στη διαμορφούμενη ως ανωτέρω τελική οφειλή και άλλες επιβαρύνσεις από φόρους, τέλη, εισφορές, έξοδα κλπ., θα το όριζε ρητώς, όπως έκανε αναφορικά με τα έξοδα στο ν. 2789/2000, με το πρώτο εδάφιο της παρ.2 του αρ.30 του οποίου προέβλεπε την προαφαίρεση τούτων από τις καταβολές, ρύθμιση που ήδη δεν επαναλαμβάνεται.

Τέλος, η διαλαμβανόμενη στην αρχή του άρ.42 ν. 2912/2001 φράση "Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων" αναμφισβητήτως υποδηλώνει την βούληση του νομοθέτη να απαλλάξει τον δανειολήπτη από τη σημειούμενη κατά τα τελευταία χρόνια υπέρμετρη επιβάρυνση αυτού εκ μέρους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων από υψηλά επιτόκια και επαναλαμβανόμενους ανατοκισμούς (βλ.

σχετ. και τις Ολ.ΑΠ 8 και 9/1998), αλλά και να οριοθετήσει την εν γένει έκταση των εκ του δανεισμού υποχρεώσεών του, είτε αυτές είναι συμβατικές είτε είναι νόμιμες (όπως ο ΕΦΤΕ του ν. 1676/1986, βλ. σχετ. και πρακτικά της Βουλής της συνεδρίασης της 4.4.2001). Τούτο δε ουδόλως αντίκειται στο άρθρο 1 ή σε άλλο άρθρο του Συντάγματος ούτε και στο άρ. 1 του πρώτου προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, αφού ο νομοθέτης μπορεί να θέτει περιορισμούς στην εν γένει οικονομική ελευθερία, όταν αυτό γίνεται χάριν της εθνικής οικονομίας (άρ.106 παρ.2 του Συντάγματος) (βλ.

ΑΠ 430/2005). Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε, με το άρθρο 33 Ν. 2873/2000 καταργήθηκε από 1-1-2001 ο ΕΦΤΕ ενώ, μετά την εφαρμογή του άρθρου 39 Ν. 3259/2004 και το άρθρο 42 Ν. 2912/2001 που τροποποίησε τον ν. 2789/2000, επί επανακαθορισμού της οφειλής που θα προκύψει με μαθηματικό υπολογισμό, που προβλέπουν οι άνω διατάξεις, δεν επιτρέπεται να προστεθεί στην οφειλή των δανειοληπτών, οποιαδήποτε επιβάρυνση και ειδικά φόροι, τέλη εισφορές.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 4-10-2004 αγωγή που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, σε βάρος της ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, εξέθετε ότι, συνεπεία των καθοριζομένων σ' αυτήν δύο δανειακών συμβάσεων, που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων την 22/9/1986 ποσού δρχ. 17.000.000 και την 22/12/1987 ποσού δρχ. 2.800.000, αντιστοίχως, τα οποία εκταμιεύτηκαν εξ ολοκλήρου, η ήδη αναιρεσίβλητη κατέστησε γνωστό σ' αυτήν ότι, κατά νόμο δηλαδή κατά το άρθρο 30 του ν. 2789/2000 όπως τροποποιήθηκε και ίσχυε με το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001, η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή της κατά την 31-12-2000 ανήρχετο την 9-5-2001 στο ποσό των 18.064.279 δρχ.

Ότι, ο ως άνω επαναπροσδιορισμός και η ρύθμιση της οφειλής της, η οποία, κατά την ενάγουσα ανήρχετο μόνο στο ποσό των 6.260.745 δρχ., είναι εσφαλμένη κατά το επί πλέον, διότι παρά τις διατάξεις του ν. 2912/2001 συνυπολόγισε η τράπεζα τα καθοριζόμενα σ' αυτήν έξοδα, και τόκους συμβατικούς επί του άληκτου δανείου, το ως άνω δε ποσό υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει, προς αποφυγή λήψεως εξαναγκαστικών μέτρων σε βάρος της και για να διασώσει την επιχείρηση της, με δανεισμό της από άλλη τράπεζα (ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ).

Με βάση τα ανωτέρω ζήτησε κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις να αναγνωρισθεί ότι η τράπεζα οφείλει να της καταβάλει (αποδώσει) την προκύπτουσα διαφορά των 11.803.534 δραχμών και ήδη 34.639,86 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 486/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή, κατά την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση αυτής, ως και κατ' ουσία βάσιμη.

Κατά της αποφάσεως αυτής η ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα άσκησε την από 28-12-2005 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, έγινε δεκτή η έφεση και μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης έγινε δεκτή ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη η αγωγή, ως προς το ποσό των 1.869,03 ευρώ, που αφορούσε εσφαλμένο συνυπολογισμό στη συνολική οφειλή, της εισφοράς του Ν. 128/1975 και των δικαστικών εξόδων, ενώ, αντιθέτως, κρίθηκε νόμιμος και βάσιμος ο συνυπολογισμός σ' αυτήν του ΕΦΤΕ, και απορρίφθηκε η αγωγή κατά το κονδύλιο που αντιστοιχούσε σ' αυτόν, δεχθέντος του Εφετείου τα ακόλουθα (κατά λέξιν): "Η τραπεζική εταιρεία ΕΤΒΑ ΑΕ, της οποίας καθολικός διάδοχος λόγω συγχώνευσης είναι η εκκαλούσα - εναγομένη (σημ.

εδώ αναιρεσίβλητη) τραπεζική εταιρεία, κατάρτισε με την εφεσίβλητη εταιρεία - ενάγουσα (σημ. εδώ αναιρεσείουσα) τις με αριθμούς ... και ... συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων, δυνάμει των οποίων η εκκαλούσα δάνεισε στην εφεσίβλητη τα αναφερόμενα σ' αυτές χρηματικά ποσά και υπό τους αναφερόμενους όρους, η εξόφληση των οποίων συμφωνήθηκε να γίνει σε διάρκεια 15 ετών, μέχρι την 1-6-2000, με την καταβολή εξαμηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων.

Μεταξύ των άλλων συμφωνήθηκε (άρθρο 12 των συμβάσεων), να βαρύνεται ο οφειλέτης, με φόρους, εισφορές ή τέλη που τυχόν θα καταβάλει η δανείστρια λόγω του δανείου, δαπάνες για δικαστικές ενέργειες κλπ. Μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 2912/2001 και ενώ υπήρχαν ληξιπρόθεσμες οφειλές από τα δάνεια αυτά, η εκκαλούσα γνωστοποίησε στην εφεσίβλητη με την από 15-3-2002 επιστολή της ότι, μετά τον κατά τον νόμο αυτό υπολογισμό της συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής της από τα δύο δάνεια που ανέρχονταν στο ποσό των 50.495.334 δραχμών, το οφειλόμενο βάσει του νόμου ποσό και από τα δύο δάνεια ανήλθε σε 18.064.279 δραχμές ...

ή σε 53.013,28 ευρώ. Στο σύνολο της οφειλής αυτής η εκκαλούσα συμπεριέλαβε ποσό 6.079.405 δρχ. ... ως έξοδα, φόρους και εισφορά Ν. 128/1975 ... . Από το συνολικό ποσό δε των 6.079.406 δρχ. που αφορούν έξοδα, 5.442.533 δρχ. αφορούν στον ΕΦΤΕ ... επιμερισμό τον οποίο δεν αμφισβητεί ειδικά η εφεσίβλητη. Τον συνυπολογισμό των ... ποσών αυτών στη ρύθμιση της οφειλής αμφισβητεί η εφεσίβλητη ως γενομένη παρά το νόμο και ότι κατ' επέκταση η εκ μέρους της, μη αμφισβητούμενη επίσης, εξόφληση αυτών έγινε χωρίς νόμιμη αιτία και επέφερε τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της εκκαλούσης.

Προκειμένου περί τοκοχρεωλυτικού δανείου ... κατά το άρθρο 42 Ν. 2912/2001 ορθά ... υπολόγισε (η εκκαλούσα) στη ρύθμιση το ποσό που αναλογεί στον ΕΦΤΕ, ο οποίος ως φόρος που επιρρίπτεται από το νόμο στον αντισυμβαλλόμενο της τράπεζας και αποδίδεται από αυτή στο Δημόσιο, δεν αποτελεί έξοδο από εκείνα που αφαιρούνται κατά τη ρύθμιση για τον προσδιορισμό της οφειλής ...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 42 Ν. 2912/2001, καθόσον με την εν λόγω διάταξη, που τροποποίησε εκείνη του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, επί επανακαθορισμού της συνολικής οφειλής που θα προκύψει με τον προεκτεθέντα μαθηματικό υπολογισμό, δεν επιτρέπεται κατά νόμο και κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, να προστεθεί στην οφειλή αυτή των δανειοληπτών οποιαδήποτε επιβάρυνση και ειδικά φόροι, τέλη, εισφορές και κατ' ακολουθίαν και ο ΕΦΤΕ ο οποίος, κατά τα λεπτομερώς εκτεθέντα στην αρχή της παρούσας, εμπίπτει στην έννοια των εξόδων που αφαιρούνται (και ο οποίος μάλιστα ήδη είχε καταργηθεί κατά τη ρύθμιση του ένδικου χρέους) και στον οποίο κατά τον ρυθμιστικό αυτού νόμο 1676/1986 υπέκειντο όλες οι ημεδαπές Τράπεζες (άρθρ. 8 αυτού) και απλώς επιτρεπόταν να επιρρίπτεται αυτός από τις τράπεζες στον αντισυμβαλλόμενο τους.

Επομένως ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο παραβίασε τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί, κατά τούτο, η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτών, η έρευνα του δεύτερου λόγου της αιτήσεως, εκ του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., για την ίδια αιτία.

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, την υπ' αριθ. 291/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει, κατά τούτο, την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ