Supreme Court partially allows appeal against second instance judgment on construction contract termination and damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a construction contract dispute. The appellant argued the lower court erred in dismissing his claim for remaining remuneration and incorrectly found he withdrew from the contract, while the respondent was absent. The court accepted the first two grounds of the appeal, finding the lower court committed procedural errors, but rejected the remaining arguments as unfounded or inadmissible due to lack of appealability. Consequently, the judgment was partially annulled, and the case was remitted to the same court for retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8), 559(9), 559(1) of the Code of Civil Procedure; Article 173 and 200 of the Civil Code: The Supreme Court may partially annul a second instance judgment if it finds procedural errors regarding the consideration of claims or misinterpretation of contractual withdrawal declarations, provided the error is subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1236 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1236/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος-αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κουτσό.
Της καθής η κλήση-αναιρεσίβλητης: Ψ, συζ. Ζ, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-9-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4299/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6445/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 30-3-2006 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1619/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών-αναιρεσείων με την από 11-11-2008 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο καλών-αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 3-5-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις ... εκθέσεις του δικαστικού επιμελητού Αθηνών ..., στην αναιρεσίβλητο Ψ επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, κυρωμένα αντίγραφα της υπό κρίση αναιρετικής αιτήσεως και της από 11-11-2008 κλήσεώς του για εμφάνιση αυτής κατά την παρούσα δικάσιμο (22-3-2010). Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, πρέπει, παρά την απουσία της, να προχωρήσει η συζήτηση (άρθρο 576 §2 Κ.Πολ.Δ.).
Στην από 9-9-2002 αγωγή του, ο ήδη αναιρεσείων Χ ιστορεί ότι κατά το έτος 2001 η ήδη αναιρεσίβλητη Ψ του ανέθεσε συμβατικώς να κατασκευάσει, "εντός 45 εργασίμων ημερών", με δικά της υλικά τον εξ οπλισμένου σκυροδέματος φέροντα οργανισμό τριόροφης οικοδομής επί οικοπέδου της στη ... και ότι ο ίδιος εξετέλεσε μέρος μόνον του συμφωνημένου έργου, η δε ολοκλήρωση του κατέστη αδύνατη από υπαιτιότητα της εργοδότριας, και ειδικότερα επειδή διεκόπησαν οι οικοδομικές εργασίες με διαταγή της Πολεοδομικής Αρχής λόγω παραβάσεων εκ μέρους της αναιρεσιβλήτου, η οποία και τελικώς κατήγγειλε τη σύμβαση την 22-4-2002.
Ζήτησε δε να του επιδικασθούν: (α) χρηματικό ποσό 143.500 δραχμών ως υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής που εδικαιούτο για το εκτελεσθέν μέρος του όλου έργου (του είχαν καταβληθεί 2.356.000 δρχ. έναντι 2.499.500 δρχ.), (β) ποσό 2.860.000 δρχ. ως συμφωνημένη αμοιβή για το μη εκτελεσθέν μέρος του έργου και (γ) ποσό 1.794.000 δρχ. ως (συμφωνημένη) αποζημίωση λόγω της ετοιμότητάς του για συνέχιση των εργασιών επί 82 εργάσιμες ημέρες μετά την διακοπή τους με διαταγή της Αρχής.
Η εναγόμενη εργοδότρια άσκησε κατά του αναιρεσείοντος ανταγωγή, με την οποία, υποστηρίζοντας αφενός μεν ότι ο αντεναγόμενος είχε περιέλθει σε υπερημερία περί την εκπλήρωση της παροχής του (προ της διακοπής των εργασιών με διαταγή της Πολεοδομικής Αρχής), αφετέρου δε ότι αυτός αρνήθηκε να συνεχίσει και να ολοκληρώσει το έργο, όταν ήρθη η σχετική απαγόρευση, ζήτησε να της επιδικασθεί ποσό 2.377 ευρώ ως "συμφωνηθείσα και καταπεσούσα ποινική ρήτρα" και ποσό 3.037 ευρώ ως αποζημίωση λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Το Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών, με την 4299/2003 απόφασή του, δέχθηκε μερικώς, και δη για ποσό 7.303 ευρώ, την αγωγή του εργολάβου. Απέρριψε δε την κατ' αυτού ανταγωγή της εργοδότριας, και δη: το μεν αίτημα για επιδίκαση ποινικής ρήτρας ως ουσιαστικώς αβάσιμο, το δε εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού ως νόμω αβάσιμο. 'Υστερα από άσκηση εφέσεως εκ μέρους της εργοδότριας, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε με την 6445/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο στη συνέχεια απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή του εργολάβου και δέχθηκε μερικώς την κατ' αυτού ανταγωγή, και δη για ποσό 1001 ευρώ, που έκρινε ότι του είχε καταβληθεί αχρεωστήτως.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως παραπονείται ήδη ο ενάγων-αντεναγόμενος, με την κρινόμενη αίτησή του.
Σχετικώς με το ανταγωγικώς υποβληθέν αίτημα της εργοδότριας, το οποίο είχε απορριφθεί πρωτοδίκως, αυτή είχε διαλάβει στην έφεσή της κατά λέξιν τα ακόλουθα: "Εντελώς εσφαλμένα η εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την δια των προτάσεών μου ασκηθείσα ανταγωγή μου καθότι κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου αυτής θα έπρεπε να γίνει πλήρως δεκτή εφόσον με πληρότητα αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούσαν την ιστορική βάση αυτής δεδομένης μάλιστα της δικής μου ανυπαίτιας και μηδέποτε αποδειχθείσας συμπεριφοράς σε αντίθεση με το καταλογισθέν και αποδειχθέν πλήρως - εκ της αποδεικτικής διαδικασίας- πταίσμα του αντιδίκου" (σελ. 31).
Ο λόγος αυτός της εφέσεως, κατά το μέρος που αφορούσε το ερειδόμενο στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ανταγωγικό αίτημα, ήταν απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού - όπως προαναφέρθηκε - το αίτημα αυτό είχε απορριφθεί ως νομικώς αβάσιμο, το δε σχετικό παράπονο της εκκαλούσης ουδέν διελάμβανε για το αποδιδόμενο στην απόφαση σφάλμα.
Έτσι, το Εφετείο, το οποίο εξαφάνισε την απορριπτική του αιτήματος αυτού διάταξη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και προχώρησε στην ουσιαστική εξέτασή του, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους - κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους- αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ της διατάξεως αυτής πλημμέλεια.
Κατόπιν αυτού, παρέλκει η εξέταση του έκτου λόγου, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς και αναφέρεται στο ίδιο ως άνω κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω: (1) Με τον τρίτο λόγο αποδίδεται στο Εφετείο η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 9 ΚΠολΔ αιτίαση,ότι0 δεν έλαβε υπόψιν του τον κατωτέρω αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και άφησε αδίκαστο το αντίστοιχο αγωγικό αίτημα: ότι δηλαδή στο εκτελεσθέν μέρος του ενδίκου έργου περιλαμβανόταν και η κατασκευή ξυλοτύπων για διάφορα τμήματα της οικοδομής, τα οποία όμως "έμειναν στο στάδιο του καλουπώματος, χωρίς να ολοκληρωθούν δηλαδή και με την έγχυση του σκυροδέματος, γιατί... η Πολεοδομική Αρχή διέκοψε στις 17-1-2002 τις οικοδομικές εργασίες". Ο λόγος αυτός ερείδεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού - αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα - το αγωγικό αυτό αίτημα είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (βλ. φύλλο 7 της απόφασής του), ο δε αναιρεσείων δεν άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης.
2. Με τον τέταρτο - εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ - λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σχετικώς με την από 30-4-2002 εξώδικη δήλωση του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη και, εσφαλμένα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτός υπαναχώρησε από την ένδικη σύμβαση έργου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι - όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση - η περί υπαναχωρήσεως του αναιρεσείοντος κρίση του Εφετείου δεν έχει διατυπωθεί μετά προηγηθείσα - έστω και έμμεση - διαπίστωσή του, περί υπάρξεως κενού ή ασάφειας στην ανωτέρω εξώδικη δήλωση, ούτε είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως της εν λόγω δηλώσεως, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση, συναχθείσα από την εκτίμηση των αναφερόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων και μη υποκείμενη, άρα, σε αναιρετικό έλεγχο.
3. Τέλος, ο πέμπτος (εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος έχει ως βάση την υπαιτιότητα της αναιρεσιβλήτου για τη μη ολοκλήρωση του έργου, συνεπεία της οποίας αυτή δεν είχε δικαίωμα υπαναχωρήσεως, είναι αλυσιτελής αφού, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, όχι μόνον η αναιρεσίβλητη αλλά και ο ίδιος ο αναιρεσείων υπαναχώρησε από τη σύμβαση. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η απόφαση, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω, να μην επιβληθεί δε στην αναιρεσίβλητο μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, κατ' εφαρμογή της αρχής του άρθρου 178 §2 Κ.Πολ.Δ. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 §3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την υπ' αριθμ. 6445/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ