Legislator Case Law & Legislation
1236/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where one ground fails but another independent ground remains valid.

Case Number 1236/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a debt dispute with the National Bank of Greece. The appellant argued that the lower court misinterpreted a 1999 Ministerial Decision intended to protect earthquake victims, claiming it unlawfully accelerated foreclosure proceedings. The court found that the decision merely offered banks flexibility rather than mandating a suspension of enforcement, rendering the appellant's primary argument invalid. Consequently, the court declared the remaining independent grounds of the appeal inadmissible and dismissed the case entirely.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; If a judgment rests on multiple grounds and only one is attacked, the appeal is inadmissible if the unattacked grounds suffice to support the decision.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal multiple grounds independent grounds Code of Civil Procedure foreclosure acceleration Ministerial Decision seismic protection

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 919 of the Civil Code
Article 940 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1236 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1236/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιπποκράτη Μυλωνά.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 7-11-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4746/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 8195/2005 του Εφετείου Αθηνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 28-9-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 21-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη την αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι κρίσιμοι αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί. Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 39974/Β.2040/17-11-1999 απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία αποφασίσθηκε η χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων σε σεισμόπληκτες επιχειρήσεις και επαγγελματίες που επλήγησαν από το σεισμό της 7-9-1999, ορίσθηκαν, πλην άλλων, και τα εξής: "για τα πάσης φύσεως δάνεια που καλύπτονται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, ορίζονται τα εξής:

Για τις περιπτώσεις ληξιπροθέσμων οφειλών οι οποίες δημιουργήθηκαν πριν από τις 7-9-1999 και για τις οποίες η προθεσμία προσφυγής από τις Τράπεζες στην εγγύηση του Δημοσίου έληγε μετά την 7-9-1999, παρέχεται παράταση της προθεσμίας αυτής μέχρι την 31-3-2000. Παρέχεται η δυνατότητα στις Τράπεζες, εφόσον το επιθυμούν οι δανειολήπτες να παρατείνουν για ένα εξάμηνο το σύνολο των υποχρεώσεων των σεισμοπαθών που λήγουν στο διάστημα από 7-9-1999 μέχρι 31-1-2000".

Εξάλλου με το κεφάλαιο της ίδιας ανωτέρω Υπουργικής Αποφάσεως, που αφορά τις ρυθμίσεις οφειλών από δάνεια σε σεισμόπληκτες επιχειρήσεις και επαγγελματίες παρασχέθηκε επίσης η ευχέρεια στα πιστωτικά ιδρύματα να ρυθμίζουν με τους αναφερόμενους στην απόφαση όρους οφειλές από δάνεια. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι δεν θεσπίσθηκε υποχρεωτική αναστολή των ληξιπροθέσμων οφειλών των σεισμοπλήκτων επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς τα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι τις 31-3-2000, δεδομένου ότι η καταληκτική αυτή ημερομηνία αφορά μόνον το δικαίωμα προσφυγής των τραπεζών στην εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για τα καλυπτόμενα από αυτήν δάνεια, αλλά ευχέρεια των πιστωτικών ιδρυμάτων να ρυθμίζουν τις οφειλές των δανειοληπτών.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζήτησε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για τη ζημία την οποία υπέστη από την, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και κατά κατάχρηση δικαιώματος, επισπευθείσα σε βάρος του από την αναιρεσίβλητη τράπεζα αναγκαστική εκτέλεση δια πλειστηριασμού του αναφερομένου στην αγωγή ακινήτου του, με βάση εκδοθείσα από αυτήν σε βάρος του διαταγή πληρωμής, για την ματαίωση του οποίου (πλειστηριασμού) αναγκάσθηκε να προβεί στην πώληση άλλου ακινήτου του, με αποτέλεσμα να υποστεί τις αναφερόμενες στην αγωγή ζημίες.

Ειδικότερα το Εφετείο απέρριψε την αγωγή αυτή με κύρια και επάλληλη αιτιολογία, δεχόμενο, με την κύρια μεν αιτιολογία, ότι δεν θεμελιώνεται δικαίωμα του αναιρεσείοντος με βάση την διάταξη του άρθρου 940 παρ.3 ΚΠολΔ, εφόσον αυτός δεν επικαλέσθηκε συγχρόνως ότι ακυρώθηκε η εκτελεστική διαδικασία και επιπρόσθετα, με επάλληλη αιτιολογία, ότι, και με την εκδοχή ότι δεν αποκλείεται παρεμπίπτουσα κρίση για την ακυρότητα οποιασδήποτε πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον της οποίας δεν ασκήθηκε ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά τη διάρκεια τακτικής δίκης, οι αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις εκτέλεσης, δηλαδή η εγγραφή αναγκαστικής κατάσχεσης σε ακίνητο του αναιρεσείοντος, δυνάμει της προαναφερθείσης τελεσίδικης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, διαταγής πληρωμής και η κοινοποίηση περίληψης κατασχετήριας έκθεσης με ορισθείσα ημέρα πλειστηριασμού, δεν πάσχουν καμία ακυρότητα ούτε αντίκεινται στα χρηστά ήθη και την καλή πίστη για τους αναφερόμενους στην απόφαση λόγους.

Ειδικότερα για την απόρριψη της αγωγής με την ως άνω επάλληλη αιτιολογία, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Αλλά και με την εκδοχή ότι δεν αποκλείεται η κατά τη διάρκεια τακτικής δίκης παρεμπίπτουσα κρίση για την ακυρότητα οποιασδήποτε πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον της οποίας δεν ασκήθηκε ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, μόνον όμως για τη θεμελίωση τυχόν δικαιώματος αποζημιώσεως του καθ' ου η εκτέλεση, οι αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις εκτέλεσης, ήτοι η εγγραφή αναγκαστικής κατάσχεσης την 26-11-1999 σε ακίνητο (διαμέρισμα 71 τετρ.

μέτρων) του αναιρεσείοντος, δυνάμει της υπ' αριθμ. 8981/1997 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για το ποσό των 14.570.531 δραχμών, η οποία είχε καταστεί τελεσίδικη όπως από το ίδιο το δικόγραφο της αγωγής προκύπτει, αφού εκτίθεται σ' αυτό ότι, δυνάμει της διάταξης αυτής είχε γραφεί προσημείωση υποθήκης στο ως άνω διαμέρισμα του αναιρεσείοντος την 20-6-1997 η οποία μετετράπη μερικώς σε υποθήκη την 22-7-1998 δυνάμει της 6578/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και η περίληψη κατασχετήριας έκθεσης με ορισμό πλειστηριασμού του κατασχεθέντος διαμερίσματος την 7-6-2000 που κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα στις 27-3-2000, δεν πάσχουν καμία ακυρότητα ούτε αντίκεινται στα χρηστά ήθη και την καλή πίστη.

Τούτο δε, επειδή η αναιρεσίβλητη (επισπεύδουσα την εκτέλεση) επιδίωξε με αυτές (πράξεις εκτέλεσης) την ικανοποίηση απαίτησης της, η οποία της είχε επιδικασθεί με την ως άνω διαταγή πληρωμής που είχε καταστεί τελεσίδικη και είχε αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου πολύ πριν τον επισυμβάντα σεισμό της 7-9-1999 στην ...

και την έκδοση της υπ' αριθμόν 39974/17-11-1999 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, επιπλέον δε αυτή επέσπευσε τον πλειστηριασμό του κατασχεθέντος ακινήτου μετά την 31-3-2000, (ήτοι την 7-6-2000), που κατά, κατά την αγωγή, είχε διαταχθεί μέχρι της ημερομηνίας αυτής (31-3-2000), με την ως άνω Υπουργική απόφαση, αναστολή των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος των σεισμοπλήκτων, ιδιότητα που είχεν και αυτός (ενάγων), ενώ εξάλλου από την ίδια την Υπουργική απόφαση που επικαλείται και προσκομίζει ο τελευταίος δεν προκύπτει θέσπιση υποχρεωτικής αναστολής της πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών των σεισμοπλήκτων επιχειρήσεων και των επαγγελματιών από δάνεια, για τις οποίες μάλιστα έχει εκδοθεί τίτλος εκτελεστός, προς τα πιστωτικά ιδρύματα, αλλά ευχέρεια των τελευταίων να ρυθμίζουν τις οφειλές αυτές.

Επομένως η αναφερόμενη στην αγωγή διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης την οποία επέσπευσε σε βάρος του αναιρεσείοντος η αναιρεσίβλητη, δεν έγινε παράνομα, κατά τα εκτιθέμενα στο ίδιο το δικόγραφο της αγωγής, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει εδώ λόγος ούτε για υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης στην πρόκληση τυχόν ζημίας του αναιρεσείοντος από την εκποίηση περιουσιακού του στοιχείου στην οποία αναγκάσθηκε να προβεί για την εξεύρεση χρημάτων και πληρωμή της οφειλής του στην αναιρεσίβλητη προς αποφυγή του πλειστηριασμού του κατασχεθέντος ακινήτου του, στοιχεία (παράνομο και υπαιτιότητα) που αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την κατά τα άρθρα 914 ή 919 ΑΚ και 940 παρ. 3 ΚΠολΔ γέννηση των ενδίκων αξιώσεων τον καθ' ου η εκτέλεση αναιρεσείοντος προς αποζημίωση.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την προαναφερθείσα Υπουργική απόφαση, δεχόμενο ότι δεν προβλεπόταν με αυτή υποχρεωτική αναστολή των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι τις 31-3-2000 και συνακόλουθα των πράξεων αυτής, μεταξύ των οποίων και η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης γι' αυτό και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, υποστηρίζεται το αντίθετο και πλήττεται κατ' εκτίμηση μόνο η επάλληλη αιτιολογία της αποφάσεως, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, μετά την περί αβασιμότητας αυτού του λόγου ως άνω κρίση, που αφορά στην επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως η προσβολή της οποίας δεν τελεσφόρησε, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου καθίσταται αλυσιτελής, κατά τα προαναφερθέντα, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στην ως άνω επάλληλη αιτιολογία.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8195/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Και

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ