Legislator Case Law & Legislation
1236/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against family compensation for death, citing lack of statutory standing and inadmissible evidence review.

Case Number 1236/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed appeals filed by relatives of a deceased passenger against a lower court's award of damages for mental suffering. The plaintiffs argued they lacked standing under Article 932 of the Civil Code, while the defendant ship company contended the evidence regarding the ship's safety systems was insufficiently proven. The court rejected the standing argument by interpreting the statute to include in-laws and step-relatives, and declared the evidence review argument inadmissible as it improperly challenged the trial court's discretion.

Legislator headnote

AI generated

Art. 932 para. 3 Civil Code; Art. 561 para. 1 Code of Civil Procedure: The term 'family of the deceased' under Art. 932 includes spouses of children and grandchildren, and the court's assessment of evidence is not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
family compensation mental suffering statutory standing inadmissible appeal appellate review

Cited Legislation

AI generated
Art. 932 para. 3 Civil Code
Art. 561 para. 1 Code of Civil Procedure
Art. 183 Code of Civil Procedure
Art. 179 Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL AP 21/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1236 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1236/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Α. Των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων : 1. Χ1, 2. ....., ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους Χ1α, της οποίας ασκούν τη γονική μέριμνα, 3. ......, ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της: α)Χ3α, και β) Χ3β, των οποίων ασκεί τη γονική μέριμνα, 4. ....., 5. ....., 6. ..... ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της: α) Χ6α, και β) Χ6β, των οποίων ασκεί τη γονική μέριμνα, 7. ....., 8. ......., ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους: α) Χ8α και β) Χ8β, των οποίων ασκούν τη γονική μέριμνα, 9. ....... και 10. .... .Εξ αυτών, ο 5ος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι 3η, 6η και 10η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζαχαρία Σαλούστρο, οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.

Β. Της αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείουσας : α) Ανώνυμης Ναυτιλιακής Εταιρείας με την επωνυμία "ΧΕΛΛΕΝΙΚ ΣΗΓΟΥΕΪΣ ΑΝΕ (Hellenic seaways) (πρώην "ΕΛΛΑΣ ΦΛΑΪΝΓΚ ΝΤΟΛΦΙΝΣ" (HELLAS FLYING DOLPHINS) (και πρώην MINOAN FLYING DOLPHINS) A.N.E,που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ευάγγελος Τσουρούλης, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων : β)Ψ2, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο γ) ....., Προέδρου του Δ.Σ της πρώτης αναιρεσιβλήτου τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γεώργιος Αλμπούρας και δ) της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "......", που εδρεύει στο ...... και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δευκαλίων Ρεδιάδης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28.12.2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6095/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 288/2004 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι (Α) αναιρεσείοντες με την από 29.11.2005 αίτησή τους, τους με ιδιαίτερο δικόγραφο από 18.10.2006 προσθέτους λόγους αυτής και την από 15.10.2006 αίτηση επαναφοράς (επί των ως άνω προσθέτων λόγων) καθώς και η (Β) αναιρεσείουσα με την από 30.11.2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που συνεκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 8.11.2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κανελλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να συνεκδικαστούν οι δύο υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και να απορριφθούν. Οι πληρεξούσιοι των εκατέρωθεν αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, αντίστοιχα, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Επειδή, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εκκρεμούν α) η από 29.11.2005 αίτηση αναιρέσεως και οι με ιδιαίτερο, από 18.10.2006, δικόγραφο πρόσθετοι αυτής λόγοι, τους οποίους αφορά και η, κατά την έννοια των άρθρων 152 επ. ΚΠολΔ, από 15.11.2006 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και β) η από 30.11.2005 αίτηση αναιρέσεως, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή με αριθμό 288/2004 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Οι προαναφερόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και η αίτηση επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται και μείωση των εξόδων.

ΙΙ. Επί της 146/30.11.2005 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1 κ.λ.π, των με ιδιαίτερο δικόγραφο (240/19.10.2006) προσθέτων αυτής λόγων και της 19/16.11.2006 αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση των ιδίων αναιρεσειόντων.

α) Επειδή, εκ των διατάξεων των άρθρων 576§2, 568§§1 και 4 και 498§1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν εκλήθη νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 226§4 εδ. α' ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην μετ' αναβολή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφαρμόζεται και στη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. ....

και ..... εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Χαλκίδος ..... και ....... αντιστοίχως αποδεικνύεται ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Χ1 κ.λ.π., που επισπεύδουν την συζήτηση, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 29.11.2005 αιτήσεως αναιρέσεως και της από 19.1.2007 κλήσεως, με τις κάτω από αυτές πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αρχικώς, μετά από ματαίωση, ορισθείσα δικάσιμο (26.3.2007), μετά της συνημμένης 26/30.1.2007 πράξεως του Προέδρου του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε σύντμηση της προθεσμίας κλητεύσεως κατά είκοσι (20) ημέρες και ορίσθηκε σε σαράντα (40) ημέρες, νομοτύπως και εμπροθέσμως επεδόθησαν στον δεύτερο εκ των αναιρεσιβλήτων Ψ2, με κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως για την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο (26.3.2007), κατά την οποία αναβλήθηκε για την στην αρχή της παρούσης αποφάσεως αναφερόμενη δικάσιμο (5.11.2007) δι' επισημειώσεως στο πινάκιο, η οποία ισχύει ως κλήτευση για όλους τους διαδίκους κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο.

Κατά την δικάσιμο, όμως, αυτή, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από την σειρά του οικείου πινακίου, ο δεύτερος εκ των αναιρεσιβλήτων, δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573§1, 242§2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του ως εάν ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με το άρθρο 576§2 ΚΠολΔ..

β) Επειδή, από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του εν λόγω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της καταθέσεως του οικείου δικογράφου στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής ή ανταγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκαπέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε, ερήμην, διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως.

Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν αυτό ένδικο μέσο ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω αναφερομένη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ.

Τέλος, η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με αναίρεση αποφάσεως γίνεται με τη προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επιδόσεως ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία με την προσκόμιση των εγγράφων αυτών από τον παριστάμενο διάδικο η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη.

Με την έννοια αυτή δεν προκύπτει τελεσιδικία της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφορικά με το κεφάλαιο αυτής, που αφορά την αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά την απεύθυνσή της κατά του απολειπομένου κατά την δευτεροβάθμια δίκη δεύτερου των εφεσίβλητων - εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτου Ψ2, για τον οποίο δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ούτε σε κάθε περίπτωση βεβαιώνεται από τα υπάρχοντα στην διάθεση του Δικαστηρίου διαδικαστικά έγγραφα, ότι ο τελευταίος αποδέχθηκε την αναιρεσιβαλλομένη ερήμην ως προς αυτόν απόφαση ή ότι παραιτήθηκε από την ασκηθείσα από εκείνον κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή από το δικαίωμα ασκήσεως του ένδικου τούτου μέσου ή ότι έγινε επίδοση προς αυτόν της αποφάσεως, με παράλληλη βεβαίωση ότι παρήλθε άπρακτη η οριζόμενη προς τούτο δεκαπενθήμερη προθεσμία, με άμεση δικονομική συνέπεια η ερευνώμενη αίτηση αναιρέσεως να ελέγχεται κατά την απεύθυνσή της κατά του δεύτερου εκ των αναιρεσιβλήτων ως απαράδεκτη, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (ΚΠολΔ 577 αρ.

παρ. 1, 2), λόγο για τον οποίο και πρέπει κατά τούτο να απορριφθεί. Το τυπικά παραδεκτό αυτής κατά την κατεύθυνση της κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων, τελούντων σε σχέση απλής ομοδικίας με τον απολιπόμενο (ΚΠολΔ 74), επιτρέπει την έρευνα της βασιμότητας των διατυπουμένων δι' αυτής λόγων και παράλληλα, προεχόντως, το τυπικά παραδεκτό των με ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτων αυτής λόγων.

γ) Επειδή, κατά τους ορισμούς των άρθρων 152 έως 155 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου, μπορεί να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση. Η επαναφορά μπορεί να ζητηθεί μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσεως του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσεως του δόλου.

Η αίτηση για επαναφορά μπορεί ν' ασκηθεί με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιεί ο απωλέσας την προθεσμία διάδικος στον αντίδικο του. Στην περίπτωση αυτή το δικόγραφο κατατίθεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την άσκηση της αγωγής, δηλαδή με κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου που απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου στον εναγόμενο (ΚΠολΔ 215 παρ. 1).

Έτσι, για την ολοκλήρωση της ασκήσεως, με ιδιαίτερο δικόγραφο, της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση δεν αρκεί η εντός των τριάντα ημερών, που αποτελούν την προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως, κατάθεση του ιδιαιτέρου δικογράφου στην γραμματεία, αλλ' απαιτείται και η, μέσα στην ίδια προθεσμία, επίδοση αυτού στον αντίδικο του αιτούντος.

Ανώτερη βία που μπορεί να στηρίξει σχετική αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια είναι κάθε γεγονός, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως. Τέτοια ανώτερη βία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να είναι και η ασθένεια του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, όταν αυτή απετέλεσε ανυπέρβλητο κώλυμα για την εμπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου.

Για τον λόγο αυτό απαιτείται στη σχετική αίτηση να προσδιορίζεται το είδος και η διάρκεια της ασθενείας, όταν δε η ασθένεια αφορά τον πληρεξούσιο δικηγόρο να εκτίθεται, προσθετικά στο δικόγραφο αυτής, και ότι η ασθένειά του τον εμπόδισε να ενεργήσει με άλλο δικηγόρο συνεργάτη του ή όχι. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.12 εδ.α' του ν. 1157/1981, "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ.μ.

ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατον, την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας". Όπως συνάγεται από την αδιάστικτη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενεργείας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας, γεγονός το οποίο συμβαίνει και επί της 30ήμερης προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

Επομένως, αν η τελευταία (30η) πριν από τη δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επιδόσεως) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ.2 ΚΠολΔ . Στην υπόθεση που εξετάζεται, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Πρόεδρος του Α' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου όρισε δικάσιμο για τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως την 20 Νοεμβρίου 2006.

Οι αναιρεσείοντες, στις 19 Οκτωβρίου 2006 κατέθεσαν στο Γραμματέα του Αρείου Πάγου, το με χρονολογία 18-10-2006 (αριθμός καταθέσεως 240/2006) δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Έτσι, έστω και αν την ίδια ημέρα επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους αντίγραφο του δικογράφου αυτού, η τριακοστή ημέρα, από την επομένη της καταθέσεώς του και της επιδόσεώς του, συμπίπτει με την 18 Νοεμβρίου 2006, ημέρα Σάββατο, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του παρόντος έτους.

Επειδή δε και η επομένη ημέρα (19-11-2006) είναι Κυριακή, η πιο πάνω 30ήμερη προθεσμία, παρατεινόμενη αντιστοίχως, λήγει την 7η της επομένης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή στις 20-10-2006, η οποία είναι και η δικάσιμος της υποθέσεως, η συζήτηση της οποίας έχει οριστεί για την 9.30 π.μ. ώρα, μέχρι την οποία όμως δεν θα έχει συμπληρωθεί η 30ήμερη προθεσμία.

Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπροθέσμως. Προς δικαιολόγηση της εκπρόθεσμης ασκήσεως των, με ιδιαίτερο δικόγραφο, προσθέτων λόγων, με την κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια 20/16-11-2006 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση ο αναιρεσείοντες επικαλέστηκε ανώτερη βία, συνισταμένη στην ιστορούμενη ασθένεια του πληρεξουσίου του δικηγόρου τις πρωινές ώρες της 18ης Οκτωβρίου 2006.

Δεν επικαλούνται όμως οι δι' αυτής αιτούντες αναιρεσείοντες, ούτε, σε κάθε περίπτωση, βεβαιώνεται, επίδοση της εν λόγω αιτήσεως στους καθών αναιρεσιβλήτους εντός της οριζομένης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από της άρσεως του αποτελούντος την ανώτερη βία γεγονότος, προϋπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, για την ολοκλήρωση της ασκήσεως της εν λόγω αιτήσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια να αξιολογείται ως απαράδεκτη, λόγο για τον οποίο και πρέπει, προεχόντως, να απορριφθεί.

Επομένως, δε δικαιολογείται η εκπρόθεσμη άσκηση των με ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτων λόγων της ερευνωμένης αιτήσεως αναιρέσεως, που πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Σημειώνεται ότι το άρθρο 227 ΚΠολΔ περί προσκλήσεως για την συμπλήρωση τυπικών παραλείψεων δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΚΠολΔ 573 παρ.1).

δ) Επειδή, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε.

Επομένως, ο λόγος αυτός, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, α) τον κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφαση, β) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο, αναγκαίο για την επάρκεια τους, λείπει, και σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει και γ) τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, αν στοιχειοθετείται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης.

Η αοριστία δε του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους πρώτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης, επικαλούμενοι αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι α) κρίνοντας ότι "το περιστατικό της αξιοπλοΐας ή όχι του βυθισθέντος ήδη πλοίου, εξαιτίας των επικαλούμενων από τους ενάγοντες παραβάσεων και ελλείψεων είναι ιδιαίτερα σημαντικό, διότι αυτή, αφενός συνδέεται με την (αυτοτελή) ευθύνη της πλοιοκτήτριας εταιρίας και αφετέρου δύναται να επηρεάσει το βαθμό πταίσματος της πλοιοκτήτριας και των εκπροσώπων της και συνακόλουθα και το ύψος της δικαιούμενης από τους ενάγοντες αποζημιώσεως λόγω ψυχικής οδύνης" ενώ δέχτηκε αρχικώς ότι "μετά την πρόσκρουση άρχισε εισροή μεγάλων ποσοτήτων νερού...μέσω των στεγανών θυρών του κυρίως μηχανοστασίου, οι οποίες κατά παράβαση των κανονισμών ήταν ανοικτές", ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, ο πλοίαρχος του πλοίου, "δεν ήλεγχε τις στεγανές θύρες, οι οποίες ήταν όλες σχεδόν ανοικτές, κατά παράβαση των κανονισμών, ούτε φρόντισε για το κλείσιμο τους, έστω και μετά την πρόσκρουση" και ότι" οι παράγοντες που επηρεάζουν την ασφάλεια του πλοίου και των επιβαινόντων είναι οι εξής...γ) στεγανή υποδιαίρεση...", κατέληξε αντιφατικούς, παρόλο δηλαδή που δέχτηκε πως οι στεγανές θύρες ήταν ανοικτές, "ότι το πλοίο Γ1 ήταν αξιόπλοο, με την έννοια ότι συνέτρεχαν οι πιο πάνω παράγοντες με τα στοιχεία α έως και δ" και β) ενώ δέχτηκε ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας "σε σχέση με την παράλειψη αυτής να ελέγξει την ύπαρξη των απαιτούμενων ουσιαστικών προσόντων του ως υποπλοιάρχου ναυτολογηθέντος Ζ1...

εξαιτίας δε της προαναφερόμενης παραλείψεως της πλοιοκτήτριας, το πλοίο αυτής κατέστη αναξιόπλοο από τη στιγμή που ανέλαβε την πλοήγηση του ο εν λόγω υποπλοίαρχος και συνέπεια της ανικανότητας αυτού ήταν να πρόσκρουση το πλοίο στις βραχονησίδες ..... με ζημιογόνα αποτελέσματα", με αντιφατικές αιτιολογίες καταλήγει, προβάλλουν οι αναιρεσείοντες, αναφορικά με την ευθύνη του τρίτου αναιρεσιβλήτου, προέδρου του Δ.Σ της εταιρίας, "ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω διάδικος, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, απησχολείτο με ζητήματα που αφορούσαν την πρόσληψη προσωπικού της εταιρίας, ούτε ότι ο ίδιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την πρόσληψη τού Ζ1 ή την ανυπαρξία των ουσιαστικών του προσόντων, ώστε να ματαιώσει την πρόσληψη αυτού".

Έτσι όμως διατυπούμενοι οι δύο αυτοί λόγοι αναίρεσης, προεχόντως είναι αόριστοι, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, σε σχέση με την εφαρμογή της οποίας αποδίδεται η μομφή για έλλειψη από την απόφαση νόμιμης βάσης, ούτε αναφέρονται με πληρότητα, παρά μόνο εντελώς αποσπασματικά και σποραδικά, σε σχέση με τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα, οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά, με συνέπεια οι ελλείψεις αυτές να καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο.

ε) Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 288/2004 απόφασή του, το Εφετείο βεβαιώνει, πως στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα ότι το πλοίο ήταν αξιόπλοο, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων, και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", κατά την ανάλυση δε και το σχολιασμό των αποδείξεων, στον οποίο το εφετείο προβαίνει για να αιτιολογήσει το πόρισμα του, ρητώς μνημονεύει και αξιολογεί "και τα πιστοποιητικά ασφαλείας" (σελ. 27β της προσβαλλόμενης απόφασης).

Έτσι, από την πιο πάνω βεβαίωση του Εφετείου και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι αυτό έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το υπό αριθμό .... πιστοποιητικό ασφαλείας του πλοίου και τον πίνακα παρακολούθησης παρατηρήσεων, που αποτελεί την 7η σελίδα του, το οποίο οι αναιρεσείοντες αναφέρουν στο δεύτερο λόγο της αναίρεσης και από το οποίο, όπως διατείνονται, αποδεικνύονταν το αναξιόπλοο του πλοίου.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

στ) Επειδή, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα στο αναιρετήριο η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δοθέντος ότι, όπως ήδη έχει προαναφερθεί, η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 28/98).

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το τμήμα του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά όπως εκτιμάται, και από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 410 ΑΚ και 72 ΚΠολΔ, έκρινε την αγωγή τους, ως προς την τέταρτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία (πέμπτη εναγομένη), ως μη νόμιμη, ως ευθεία αγωγή, και ως πρόωρη, ως πλαγιαστική.

Δεν αναφέρεται, όμως, στο αναιρετήριο, για την πληρότητα του λόγου αυτού, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, η ιστορική βάση της αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είχαν επικαλεστεί οι αναιρεσείοντες στην αγωγή τους για τη θεμελίωση της έναντι της τέταρτης αναιρεσίβλητης, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψη της ως μη νόμιμης, ως ευθείας, και ως πρόωρης ως πλαγιαστικής, έναντι της εναγομένης αυτής, συνιστά ή όχι παραβίαση των διατάξεων των πιο πάνω άρθρων.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, έτσι όπως διατυπώνεται, είναι αόριστος. ζ) Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλ' απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη, ή απαράδεκτη, ή ως πρόωρη, όπως στην προκείμενη περίπτωση.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το άλλο τμήμα του, με τον οποίο, για την απόρριψη της αγωγής, κατά τα προεκτιθέμενα ως προς την τέταρτη αναιρεσίβλητη, αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.

η) Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 παρ.1 ΑΚ προκύπτει, ότι ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής γίνεται υπερήμερος και εντεύθεν οφείλει στο δανειστή τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται στο νόμο ή τη δικαιοπραξία, αν προηγήθηκε εκ μέρους τού δανειστή δικαστική ή εξώδικη όχληση, η οποία αποτελεί μονομερή και ανακοινωτέα σε άλλον δήλωση βουλήσεως και έχει ισχύ και παράγει τα αποτελέσματα της, μόνο εφόσον γίνει όπως την εννοεί και απαιτεί ο νόμος.

Ειδικότερα, η όχληση πρέπει κατά το περιεχόμενο της να είναι ακριβής, ορισμένη, σαφής και καθαρά, πρέπει δηλαδή να προκύπτουν από αυτή, κατά τρόπο αναμφίβολο, το είδος, το ποσό και τα άλλα προσδιοριστικά στοιχεία της απαίτησης, επιπλέον δε να είναι απαλλαγμένη από αίρεση ή άλλο όρο και να απαιτεί ακριβώς από τον οφειλέτη την εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής του.

Τέτοια όχληση δεν αποτελεί η επίδοση καταψηφιστικής απόφασης, που γίνεται μόνο προς γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες, χωρίς επιταγή ή έστω απλή πρόσκληση προς πληρωμή των ποσών που επιδικάστηκαν. Κατά λογική ακολουθία, δεν αποτελεί όχληση, με την πιο πάνω έννοια, η επίδοση από το δανειστή στον οφειλέτη αίτησης, με την οποία απλώς ζητείται, ως ασφαλιστικό μέτρο, για την εξασφάλιση της οφειλόμενης από αυτόν χρηματικής οφειλής, η συντηρητική κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων.

Επομένως, το Εφετείο, με το να δεχτεί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η επίδοση από τους αναιρεσείοντες στους αναιρεσιβλήτους στις 15.3.2001 της από 27.2.2001 αίτησής τους, με την οποία ζητούσαν, ως ασφαλιστικό μέτρο, για την εξασφάλιση της χρηματικής τους απαίτησης κατ' αυτών, τη συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων των τελευταίων, δεν συνιστά όχληση, κατά την προαναφερόμενη έννοια και δεν κατέστησε έτσι υπερήμερους τους αναιρεσιβλήτους, με συνέπεια να απορρίψει στη συνέχεια ως μη νόμιμο το παρεπόμενο αίτημα των αναιρεσειόντων για την επιδίκαση τόκων υπερημερίας από την επίδοση της πιο πάνω αιτήσεως (προγενέστερη της επίδοσης της ένδικης αγωγής), δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 340 ΑΚ και ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολ.Δ., είναι αβάσιμος.

θ) Επειδή, το Δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο 932 ΑΚ, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υπόχρεου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών.

Ο προσδιορισμός, από το δικαστήριο της ουσίας, του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (Ολ.ΑΠ 13/2002 ).

Με τον έκτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει σε καθέναν από αυτούς, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του μνημονευόμενου συγγενούς τους, το ποσό των 80.000 ευρώ, "ενώ σε άλλους συγγενείς νεκρών που αντιμετώπισαν την ίδια ακριβώς κατάσταση επιδίκασε..." το ποσό των 200.000 ευρώ ή τουλάχιστον το ποσό των 120.000 ευρώ", παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει την αρχή της ισότητας, "έκφανση της οποίας είναι ο ειδικός νομικός κανόνας, που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που βρίσκονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες και ο οποίος δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας, μεταξύ των οποίων και η Δικαστική εξουσία".

Έτσι, όμως, προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης και επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός αναίρεσης προεχόντως είναι απαράδεκτος.

ΙΙΙ) Επί της από 30.11.2005 αιτήσεως. (αρ. καταθ. 151/30.11.2005).

α) Επειδή, στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 9, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 7 παρ. 1, 12 παρ. 1 και 14 της Διεθνούς Σύμβασης των Αθηνών για τη θαλάσσια μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους, που υπογράφτηκε στις 13.12.1974, κυρώθηκε με το ν.1922/1991 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ορίζονται τα ακόλουθα: "Διεθνής μεταφορά" σημαίνει κάθε μεταφορά στην οποία σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς, ο τόπος αναχώρησης και ο τόπος προορισμού βρίσκονται σε δύο διαφορετικά κράτη, ή σ' ένα μόνο κράτος εάν, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς ή το προγραμματισμένο δρομολόγιο, υπάρχει ενδιάμεσο λιμάνι προσέγγισης σε άλλο κράτος (άρθρο 1 παρ. 9).

Η παρούσα Σύμβαση θα εφαρμόζεται σε κάθε διεθνή μεταφορά αν: α) το πλοίο φέρει τη σημαία ή είναι νηολογημένο σε Κράτος - Μέλος της Σύμβασης αυτής, ή β) η σύμβαση μεταφοράς έχει γίνει σε Κράτος - Μέλος της Σύμβασης αυτής, ή γ) ο τόπος της αναχώρησης ή του προορισμού, σύμφωνα με τη σύμβαση της μεταφοράς, βρίσκεται σε Κράτος - Μέλος της Σύμβασης αυτής (άρθρο 2 παρ. 1).

Ο μεταφορέας είναι υπεύθυνος για τη ζημία που επήλθε ως αποτέλεσμα του θανάτου ή σωματικής βλάβης επιβάτη και για την απώλεια ή τη ζημία αποσκευών αν το γεγονός που προκάλεσε τη ζημία αυτή συνέβη κατά τη διάρκεια της μεταφοράς και οφειλόταν σε πταίσμα ή αμέλεια του μεταφορέα ή των υπαλλήλων ή πρακτόρων του που ενεργούν μέσα στα πλαίσια της αρμοδιότητας τους (άρθρο 3 παρ. 1).

Η ευθύνη του μεταφορέα για θάνατο ή σωματικές βλάβες επιβάτη δεν είναι ανώτερη σε καμία περίπτωση από 700.000 φράγκα για κάθε μεταφορά (άρθρο 7 παρ. 1). Όπου ισχύουν όρια ευθύνης, που καθορίζονται στα άρθρα 7 και 8, εφαρμόζεται για το σύνολο των ποσών που πρέπει να καταβληθούν ως αποζημίωση για όλες τις απαιτήσεις που απορρέουν από το θάνατο ή τις σωματικές βλάβες οποιουδήποτε επιβάτη ή από την απώλεια ή ζημία στις αποσκευές του (άρθρο 12 παρ. 1).

Καμία αγωγή αποζημίωσης για το θάνατο ή τις σωματικές βλάβες επιβάτη, ή για την απώλεια ή τη ζημία αποσκευών, δεν εγείρεται κατά του μεταφορέα ή του προσώπου που ενεργεί για λογαριασμό του μεταφορέα ή με άλλο τρόπο εκτός από αυτόν που προβλέπεται από την παρούσα Σύμβαση (άρθρο 14). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η προαναφερόμενη Διεθνής Σύμβαση έχει εφαρμογή μόνο σε κάθε διεθνή θαλάσσια μεταφορά, όπως η έννοια της προσδιορίζεται, κατά τα προεκτιθέμενα, στο άρθρο 1 παρ. 9 της Σύμβασης αυτής και συνεπώς δεν εφαρμόζεται αν ο τόπος αναχώρησης και ο τόπος προορισμού, καθώς και οι ενδιάμεσοι λιμένες προσέγγισης, σύμφωνα με τη σύμβαση ή το προγραμματισμένο δρομολόγιο, βρίσκονται στο ίδιο Κράτος.

Ο νομοθέτης, αν ήθελε οι ειδικές ρυθμίσεις της Διεθνούς αυτής Σύμβασης να επεκταθούν και επί των εσωτερικών μεταφορών, θα το είχε προβλέψει ρητώς, όπως έχει πράξει στην ανάλογη περίπτωση της Διεθνούς Σύμβασης των Βρυξελλών του 1924 (άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν.2107/1992, με τον οποίο κυρώθηκε η άλλη αυτή Σύμβαση).

Με το να μην εφαρμόζεται δε η παραπάνω Διεθνής Σύμβαση των Αθηνών και επί των εσωτερικών μεταφορών δεν παραβιάζεται η καθιερούμενη από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού η διάταξη αυτή θεσπίζει την ισότητα του νόμου έναντι των ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητους εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 30/2005), στην εξεταζόμενη δε περίπτωση, με τη Διεθνή πιο πάνω Σύμβαση ρυθμίζονται διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές επιβατών, οι οποίες ενέχουν διαφορετικούς κινδύνους από εκείνους των εσωτερικών θαλάσσιων μεταφορών.

Επιπλέον, η Διεθνής αυτή Σύμβαση αποβλέπει αποκλειστικά στη ρύθμιση κατά ενιαίο τρόπο των περιπτώσεων, που αφορούν αξιώσεις επιβατών προς αποζημίωση" όταν τα εμπλεκόμενα προς εφαρμογή δίκαια είναι περισσότερα του ενός, όπως συμβαίνει στις διεθνείς μεταφορές, ενώ κάτι τέτοιο, καταρχήν, δεν συμβαίνει επί εσωτερικών μεταφορών.

Άρα δεν πρόκειται για ουσιωδώς όμοιες, αλλά για ανόμοιες και διαφορετικές σχέσεις και καταστάσεις. Επομένως το Εφετείο που έκρινε ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η οποία αφορά, όπως δέχτηκε, όχι διεθνή μεταφορά, με την προαναφερόμενη έννοια, αλλά εσωτερική θαλάσσια μεταφορά, δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις της πιο πάνω Διεθνούς Σύμβασης, δεν παραβίασε καμία από τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις της Σύμβασης αυτής, ούτε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος και ο περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το τμήμα του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

β) Επειδή, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Επομένως, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά έκρινε περί του νομίμου ή ορισμένου αγωγής ή ενστάσεως.

Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το τμήμα του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογίες, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες, έκρινε ότι δεν εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση οι διατάξεις της πιο πάνω Διεθνούς Σύμβασης, είναι απαράδεκτος.

γ) Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικόγραφο της ουσίας ευθεία, παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή τού αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρεται" με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη τη αγωγής, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Περαιτέρω, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε.

Επομένως ο λόγος αυτός, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων, 1) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Η αοριστία δε του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο . Με τους δεύτερο, κατά το τμήμα του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και τέταρτο, από τον ίδιο αριθμό, λόγους της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι αυτή υπέχει ιδίαν ευθύνη για την επίδικη ζημία, λόγω παραλείψεως να ελέγξει, αν τα μέλη του πληρώματος που προσελάμβανε, είχαν, εκτός από τα τυπικά, και τα ουσιαστικά προσόντα που τους ανέθετε, καθώς και ευθύνη από την πρόστηση των μελών του πληρώματος του πλοίου "Γ1", παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 31, 43 παρ. 1 και 87 παράγραφοι 1 και 2 του Κωδικός Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου, 1 παρ.1 του π.δ. 177/1974, 84 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου και των άρθρων 914, 922, 929, 932, 281, 288, 297 έως 299 Και 71 ΑΚ.

Επίσης με το δεύτερο, κατά το τμήμα του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει, ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της δικής της ευθύνης αναφορικά με την επιλογή του προσωπικού. Όμως η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει στο αναιρετήριο με πληρότητα, αλλά τελείως αποσπασματικά, τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε τούτο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για τα πιο πάνω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα, με τις οποίες (παραδοχές) συντελέστηκε η προβαλλόμενη από αυτήν παραβίαση, ευθέως και εκ πλαγίου, των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων.

Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, προεχόντως είναι αόριστοι.

δ) Επειδή, ο δεύτερος, κατά το τμήμα του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, όπως εκτιμάται, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί και ιδίαν της ευθύνη, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμος, διότι στην ένδικη από 28.12.2001 αγωγή, κατ' επιτρεπτή εκτίμηση του περιεχομένου της (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), περιέχεται αυτοτελής αντίστοιχος ισχυρισμός και για ίδια ευθύνη της για την επίδικη ζημία, ένεκα παραλείψεως να ελέγξει αν τα μέλη του πληρώματος που προσελάμβανε είχαν και τα ουσιαστικά προσόντα για τα καθήκοντα που τους ανέθετε. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το τμήμα του από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. καθώς και ο έβδομος λόγος, από τον ίδιο αριθμό, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ότι αυτή έχει και ιδίαν ευθύνη και ευθύνη από την πρόστηση των μελών του πληρώματος του πλοίου, και ότι η ηλεκτρογεννήτρια του πλοίου λειτούργησε μόνο για 3'-5' λεπτά μετά την πρόσκρουση, είναι αβάσιμοι, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ύστερα από εκτίμηση αποδείξεων (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα).

ε) Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα και σε προηγούμενη σκέψη, ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας, του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο της συγγενούς τους ......, τα εξής ποσά:

α) στον ένατο αναιρεσίβλητο (σύζυγο της θανούσας) 117.388,11 ευρώ, β) σε καθεμιά από τις τρίτη, έκτη και έβδομη (κόρες) και σε καθένα από τους πρώτο, τέταρτο και πέμπτο (γιους) από τους αναιρεσιβλήτους 88.041,08 ευρώ, γ) στη δεύτερη (νύφη από γιο) και στον όγδοο (γαμβρό από κόρη) ανά 14.673,51 ευρώ. δ) σε καθένα από τα ανήλικα εγγόνια της θανούσας Χ1α, Χ3α και Χ6α 5.869,40 ευρώ, ε) σε καθένα από τα ανήλικα επίσης εγγόνια της Χ3β, Χ6β, Χ8α και Χ8β 2.934.70 ευρώ και στ) στην ενήλικη εγγονή της 8.804,10 ευρώ.

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει στους αναιρεσιβλήτους, ως χρηματική ικανοποίηση, τα πιο πάνω ποσά, αντί των αναφερόμενων στο αναιρετήριο, αντιστοίχως, μικρότερων ποσών, παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 914, 932 ΑΚ.

Έτσι, όμως, υπό την αιτίαση της παραβίασης των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως και επομένως ο λόγος αυτός, υπό την πιο πάνω αιτίαση, προεχόντως είναι απαράδεκτος.

Η κρίση δε του Εφετείου, ότι στους αναιρεσιβλήτους πρέπει να επιδικαστούν τα προαναφερόμενα ποσά, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο στο ναυάγιο της προμνημονευόμενης συζύγου του ενάτου, μητέρας και γιαγιάς, κατά τα προεκτιθέμενα, των λοιπών, ενόψει του είδους και της βαρύτητας της προσβολής και της σχέσης (συζυγικής και συγγενικής) καθενός από αυτούς προς τη θανούσα δεν ενέχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητος μεταξύ του χρησιμοποιημένου μέτρου και του επιδιωκομένου σκοπού, η οποία απορρέουσα από την συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου, ήδη ρητώς καθιερώθηκε στο αναθεωρηθέν άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, υιοθετείται δε σταθερά και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Επομένως, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, υπό την προαναφερόμενη αιτίαση, είναι αβάσιμος.

στ) Επειδή, κατά το άρθρο 932 εδ. γ' ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς, γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεως του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων και τη διαδρομή του χρόνου.

Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διάταξης, που απορρέει από το σκοπό της θέσπισης της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάστηκαν ψυχικά από την απώλεια του, και στην ανακούφιση του ηθικού πόνου τους στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά (Ολ ΑΠ 21/2000).

Με την έννοια αυτή, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνοντα τα τέκνα και οι εγγονοί του θανόντος, καθώς και οι σύζυγοι των τέκνων του. Επομένως, το Εφετείο, που δέχτηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι στην έννοια της οικογένειας του θύματος, κατ' άρθρο 932 εδ. γ' ΚΠολΔ, περιλαμβάνονται και η δεύτερη και ο όγδοος από τους αναιρεσιβλήτους, νύφη από γιο και γαμβρός από θυγατέρα της θανούσας (σύζυγοι τέκνων της) και επιδίκασε και σ' αυτούς χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο της πεθεράς τους, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 εδ.

γ' ΑΚ και ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ζ) Επειδή, με τον έκτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγεται το Εφετείο διότι "έκρινε ως αληθές ότι ήταν δυνατόν να κλείσουν οι υδατοστεγείς θύρες μετά την πρόσκρουση του πλοίου μας στο βράχο από δύο κεντρικές μονάδες με δυνατότητες κλεισίματος 2 στεγανών θυρών τουλάχιστον κάθε δύο διαμερίσματα, ενώ ουδόλως απεδείχθη η ύπαρξη και ο τρόπος λειτουργίας των μονάδων αυτών".

Όμως, με την αιτίαση αυτή πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη και επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως προεχόντως είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν ως προς όλους τους λόγους των οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως.

Τέλος, οι με στοιχ. Α αναιρεσείοντες πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 183 ΚΠολΔ, να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων τρίτου και τετάρτης εκ των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν αυτοτελώς από τούς πληρεξουσίους τους δικηγόρους Γεώργιο Αλμούρα και Δευκαλίωνα Ρεδιάδη, αντίστοιχα, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 Ευρώ για έκαστο τούτων. (άρθρο 183 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των λοιπών παρισταμένων διαδίκων (με στοιχ. Α και Β αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι) πρέπει να συμψηφισθούν, λόγω της, κατ' ίση έκταση, εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων μερών (άρθρο 183 και 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις Α. από 29.11.2005 (αρ. κατ. 146/30.11.2005) Β. από 30.11.2005 (αρ. κατ. 151/30.11.2005) αιτήσεις για αναίρεση της 288/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς τους από 18-10-2006 προσθέτους λόγους της υπό στοιχ. (α) αιτήσεως αναιρέσεως και Δ. την 19/16.11.2006 αίτηση επαναφοράς.

Απορρίπτει την 19/16.11.2006 αίτηση επαναφοράς και τις από 29.11.2005 και 30.11.2005 αιτήσεις αναιρέσεως.

Καταδικάζει τους με στοιχ. Α' αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του τρίτου και τετάρτης εκ των αναιρεσιβλήτων εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ για τον καθένα.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των λοιπών παρισταμένων διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις ?.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9-6-2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ