Supreme Court partially allows appeal regarding court costs allocation in expropriation compensation case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the State's appeal against a lower court's determination of expropriation compensation costs. The State argued it should bear costs due to its status as a public authority, while the lower court had incorrectly allocated them. The court ruled that the State must pay 1.5% of the compensation as legal fees for the opposing party's representation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568(4), 576(2), 575, 226(4)(c)-(d) of the Code of Civil Procedure; The State, as a public authority, is liable for court costs in expropriation proceedings when the opposing party's legal representation fees were miscalculated by the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1235 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1235/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω και από την Γενική Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου - Δυτικής Μακεδονίας, που κατοικοεδρεύει στα Ιωάννινα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ι. του Α. , κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2011 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με την διά των από 26-11-2012 προτάσεων ανταίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου.
Εκδόθηκε η 75/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-2-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Μάλαινος διάβασε την από 20-11-2023 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου της από 25-2-2014 (με αριθμό εκθ. καταθ. 12/26-2-2014) αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 75/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και την παραδοχή του δευτέρου λόγου αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4, 576 παρ. 2, 575 και 226 παρ. 4 εδάφ. γ' και δ' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως, με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει ορισθεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου. Αν δε η συζήτηση αναβληθεί από το πινάκιο για μεταγενέστερη δικάσιμο, δεν απαιτείται νέα κλήτευση των διαδίκων, επομένως και του αναιρεσιβλήτου, για τη νέα αυτή δικάσιμο, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (Α.Π. 423/2023, Α.Π. 59/2022, Α.Π. 651/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, από 25-2-2014 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 12/26-2-2014), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 75/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αριθμό πινακίου 42.
Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. 3729Β/16-1-2023 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ιωαννίνων, με έδρα το Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, Θ. Α. , την οποία προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει ότι, μετά από παραγγελία του Δικαστικού Πληρεξουσίου του (αναιρεσείοντος) Γεωργίου Γεωργόπουλου, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον Άλκη Λιάτσο, δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων, ως αντίκλητο πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον το επισπεύδον τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείον.
Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού η αναβολή εκ του πινακίου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου.
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 75/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρον 22 του νόμου 2882/2001 (ΚΑΑΑ), ήτοι εντός ενός έτους από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου, η οποία έλαβε χώρα στις 9-4-2013, δεδομένου ότι, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώρα επίδοση της ανωτέρω αποφάσεως. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 229/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων που εκδόθηκε επί της από 19-10-201 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1286/22-10-2010) αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τα απαλλοτριωθέντα αναγκαστικώς και για λόγους δημοσίας ωφελείας ακίνητα και τα επικείμενα τους, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1009946/506/Δ0010/20-2-2009 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε, η οποία δημοσιεύθηκε στο 97/Α.Α κ' Π.Θ76-3-2009 ΦΕΚ, με την οποία απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, για δημόσια ωφέλεια και, συγκεκριμένα, για την κατασκευή του τμήματος Άγιος Νικόλαος - Κουμαριά (1.2.2) της Εγνατίας Οδού, από τη Χ.Θ. 7+680 έως τη Χ.Θ. 8+010, εδαφική έκταση του αναιρεσιβλήτου, εμβαδού 6.759 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ... .
Στη συνέχεια, επί της από 23-9-2011 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 379/2011) ασκηθείσας αιτήσεως του ήδη αναιρεσείοντος για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως της απαλλοτριωθείσης εδαφικής εκτάσεως και της ανταιτήσεως του καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτου, η οποία ασκήθηκε με τις από 26-11-2012 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 75/2013, απόφαση, με την οποία καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων, συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημιώσεως λαμβάνεται υπ' όψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παραλείψεως του προσωρινού ή παρελεύσεως έτους από τη συζήτηση για προσωρινό καθορισμό) της αποζημιώσεως αυτής καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου.
Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδάφ. α' και β' του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), στο οποίο, περαιτέρω, ορίζεται, στο εδάφιο γ', ότι "Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), ορίζεται ότι "Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ει μη δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Από τις προεκτεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπ' όψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία, πάντως, σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.
Κατά την έννοια της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 1 εδάφ. α' και β' του Ν. 2882/2001, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το Δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν τα λάβει υπ' όψη του ή θα λάβει υπ' όψη άλλα τέτοια.
Το Δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει καταλλήλως. Η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του Δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1942/2022, Α.Π. 515/2021, Α.Π. 1128/2018, Α.Π. 751/2018, Α.Π. 68/2017, Α.Π. 635/2017, Α.Π. 1175/2015).
Ενόψει τούτων, η μη παράθεση στην απόφαση κάποιων από τα προαναφερόμενα κριτήρια και στοιχεία που λαμβάνονται υπ' όψη επί απαλλοτριουμένου ακινήτου, για τη διακρίβωση της πραγματικής αξίας του, δεδομένου, μάλιστα, ότι αυτά αποτελούν απλούς προσδιοριστικούς, της διαγνώσεως της αξίας του, παράγοντες, δεν προσδίδουν στην απόφαση έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, ως προς τον καθορισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου και γι' αυτό, στην περίπτωση αυτή, δεν στοιχειοθετείται η προβλεπόμενη, από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια (Α.Π. 1175/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως του ακινήτου του ανταιτούντος - καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτου, το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς για λόγους δημόσιας ωφέλειας, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την 1009946/506/Δ0010/20-2-2009 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε, η οποία δημοσιεύθηκε στο 97/Α.Α κ' Π.Θ76-3-2009 ΦΕΚ, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος), για δημόσια ωφέλεια και, συγκεκριμένα, για την κατασκευή του τμήματος Άγιος Νικόλαος - Κουμαριά (1.2.2) της Εγνατίας Οδού, από τη Χ.Θ. 7+680 έως τη Χ.Θ. 8+010, εδαφική έκταση του καθ' ου (ήδη αναιρεσιβλήτου), εμβαδού 6.759 τμ, η οποία βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ...
και εικονίζεται με αριθμό 01 στο από μηνός Σεπτεμβρίου 2007 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα (συμπληρωματικά) της εταιρείας "Εγνατία Οδός ΑΕ", τα οποία συνέταξε ο Ν. Σ. και θεώρησε στις 30-6-2008 ο Διευθυντής της Δ12α Διεύθυνσης του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε Ι. Σ. . Το παραπάνω ακίνητο χαρακτηρίζεται στα στοιχεία κτηματογράφησης που προαναφέρθηκαν ως ποτιστικός αγρός.
Απέχει 35 έως 40 περίπου χιλιόμετρα από την πόλη των Ιωαννίνων. Η Επιτροπή του άρθρου 15 του νόμου 2882/2001, με την από 20-10-2009 έκθεσή της, προσδιόρισε την αξία του σε 0,54 ευρώ το τμ. Το αιτούν προσκομίζει ως συγκριτικά στοιχεία για τον προσδιορισμό της αξίας του τις αποφάσεις προσδιορισμού αποζημίωσης 77/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία, με κρίσιμο χρόνο την 12-10-2011, ορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας για αγροτεμάχια στην περιφέρεια Κάτω Λαμψίστας Ιωαννίνων το ποσό των 2,5 έως και 4,00 ευρώ το τμ, 319/2003 του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, με κρίσιμο χρόνο την 2-5-2003, ορίστηκε οριστική τιμή για ακίνητα στην περιφέρεια Δεματιού Ιωαννίνων από 3,5 έως και 5,00 ευρώ το τμ και το ... /... 2006 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ελένης Μόσχου, με το οποίο ακίνητο 6.000 τμ στην περιφέρεια ... , αντικειμενικής αξίας 1.242 ευρώ, πουλήθηκε αντί 10.000 ευρώ.
Ο καθ' ου προσκομίζει, ως συγκριτικά στοιχεία, για τον ίδιο παραπάνω σκοπό, τις αποφάσεις 330/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία, με κρίσιμο χρόνο την 6-3-2002, ορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος για αγροτεμάχια στην κτηματική περιφέρεια του επιδίκου το ποσό των 2,64 έως και 3,82 ευρώ το τμ, 515/2002 του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία, με κρίσιμο χρόνο την 5-6-2002, ορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος για ακίνητα σε απόσταση 15 έως 25 χιλιομέτρων από τα Ιωάννινα, το ποσό των 2,40 έως και 6,75 ευρώ το τμ, 343/1999 του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία, με κρίσιμο χρόνο την 17-3-1999, ορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος για ακίνητα σε απόσταση 50 περίπου χιλιομέτρων από τα Ιωάννινα, το ποσό των 900 δρχ.
το τμ, 150/2003 του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, με κρίσιμο χρόνο την 5-6-2002, ορίστηκε οριστική τιμή μονάδος για αγροτεμάχια στην κτηματική περιφέρεια Αγ. Αναστασίας Ιωαννίνων το ποσό των 0,88 έως και 3,30 ευρώ το τμ, 237/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία, με κρίσιμο χρόνο την 6-3-2002, ορίστηκε οριστική τιμή μονάδος για τα ακίνητα που αφορά η ανωτέρω 330/2002 απόφαση, στο ποσό των 0,88 έως και 3,82 ευρώ το τμ και 255/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία, με κρίσιμο χρόνο την 5-6-2002, ορίστηκε οριστική τιμή μονάδος για τα ακίνητα που αφορά η ανωτέρω 515/2002 απόφαση, το ποσό των 2,40 έως και 8,70 ευρώ το τμ.
Τέλος, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, με την 229/2011 απόφασή του και με κρίσιμο χρόνο την 6-4-2011, εκείνον δηλαδή της συζήτησης ενώπιόν του της ανωτέρω αίτησης, προσδιόρισε προσωρινά την αποζημίωση για το επίδικο σε 6,50 ευρώ το τμ. Σύμφωνα μ' αυτά, η πραγματική αξία του εν λόγω ακινήτου, κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης οριστικού προσδιορισμού (20-3-2013), αφού αυτή διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση, στις 6-4-2011, της αίτησης προσωρινού προσδιορισμού (άρθρο 13 παρ. 1β νόμου 2882/2001, όπως ισχύει μετά το άρθρο 1 παρ. 4 νόμου 2985/2002), βάσει των οικονομικών και νομισματικών συνθηκών, που υπήρχαν κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο και των προσόδων του εν λόγω ακινήτου και χωρίς να ληφθεί υπόψη η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του από την εξαγγελία ή την κήρυξη της απαλλοτρίωσής του και, κατά συνέπεια, η πλήρης αποζημίωση, εκείνη δηλαδή με την οποία μπορεί να αντικατασταθεί με άλλο ισάξιό του, ανέρχεται στο ποσό που αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό, στο οποίο πρέπει να προσδιοριστεί...".
Με τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου (αναιρεσείοντος) και την ανταίτηση του δικαιούχου της αποζημιώσεως (αναιρεσιβλήτου) ως βάσιμες και κατ' ουσίαν και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, σε ποσό 5 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Με τον πρώτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της ελλείψεως νομίμου βάσεως, διότι στερείται αιτιολογίας, άλλως περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι, για τον καθορισμό της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, αν και υφίσταται χρονική εγγύτητα μεταξύ του κρίσιμου χρόνου εκτιμήσεως της αξίας και αυτού των προσκομισθέντων αποφάσεων και της εκτιμήσεως της Επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001, δεν αιτιολογείται η διαφοροποίηση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επίσης, δεν προκύπτει αν ελήφθη υπ' όψη το ποσοστό του διατρέξαντος τιμαρίθμου κατά το διαρρεύσαν διάστημα από τον κατά περίπτωση χρόνο κάθε συγκριτικού στοιχείου μέχρι τον κρίσιμο χρόνο, ούτε εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν ελήφθησαν υπ' όψη οι επικρατούσες οικονομικές συνθήκες, οι οποίες δικαιολογούν την αύξηση της αξίας του επιδίκου σε σχέση με την προσδιορισθείσα αξία των συγκριτικών στοιχείων, ενώ, δεν παρατίθεται καμία αιτιολογία ως προς την πρόσοδο και την θέση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.
Ο αναιρετικός λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, με τις ως άνω παραδοχές του, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα του καθορισμού της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το πιο πάνω ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, το Εφετείο διαλαμβάνει τους συγκεκριμένους λόγους, για τους οποίους καθόρισε την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο ακίνητο του αναιρεσιβλήτου στο προαναφερόμενο ποσό, καθόσον, όπως προκύπτει από τις, ανέλεγκτες αναιρετικώς, παραδοχές της πληττόμενης αποφάσεώς του, προέβη στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως αυτού, αφού έλαβε υπ' όψη, μεταξύ των άλλων, τη θέση του και τα χαρακτηριστικά της περιοχής, στην οποία βρίσκεται το απαλλοτριούμενο, επισημαίνοντας ότι το ακίνητο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ...
και εμφαίνεται στο, από τον Σεπτέμβριο του έτους 2007, κτηματολογικό διάγραμμα του Ν. Σ. , απέχει 35 έως 40 περίπου χιλιόμετρα από την πόλη των Ιωαννίνων και είναι ποτιστικός αγρός. Αναφέρει, επίσης και αξιολογεί όλα τα συγκριτικά στοιχεία, που προσκόμισαν τα διάδικα μέρη. Συνεκτιμώντας δε και την από 20-10-2007 έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001, χωρίς να είναι υποχρεωτική, όπως προηγουμένως έχει αναπτυχθεί, η κρίση αυτής (της εκτιμητικής επιτροπής), την αντικειμενική του αξία, τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες και την πρόσοδό του, προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου στο ποσό των 5 ευρώ/τ.μ.
Με τον τρόπο αυτό το Εφετείο εκθέτει, σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, ύστερα από την συνεκτίμησή τους, το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και τα οποία δικαιολογούν την απόκλιση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου που προσδιόρισε, από εκείνη που αναφέρεται στην έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής.
Εξάλλου, η απόφαση δεν πάσχει από ανεπάρκεια αιτιολογίας, επειδή δεν αιτιολογεί τη διαφοροποίηση της καθορισθείσης οριστικής τιμής μονάδος από αυτή των προσκομισθέντων συγκριτικών στοιχείων ή ποιες από τις (προσκομισθείσες) δικαστικές αποφάσεις επιδικάσεως οριστικής ή προσωρινής τιμής αποζημιώσεως άλλων ακινήτων ήταν πρόσφορες και για ποιο λόγο, ούτε εν σχέσει με την πρόσοδο αυτού, καθόσον τα διαγραφόμενα από τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδάφ.
τελευταίο του Ν. 2882/2001 κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το Δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν τα λάβει υπ' όψη του ή θα λάβει υπ' όψη του άλλα τέτοια.
Σε κάθε περίπτωση, οι φερόμενες ως δήθεν ελλείψεις στην αιτιολογία της πληττομένης αποφάσεως ανάγονται στην πληρέστερη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ανάλυση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικώς με την αξία του απαλλοτριωμένου, το οποίο, πάντως, όπως προαναφέρθηκε, εκτίθεται σαφώς.
Το αναιρεσείον, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως του λόγου αυτού στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα). Επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 εδάφιο τελευταίο του Ν. 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/18-4-2013 (και εφαρμόζεται και στις απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί, για τις οποίες, όμως, δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως), σύμφωνα με την οποία "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζόμενης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου", δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στην κρινόμενη περίπτωση, καθόσον οι ένδικες αίτηση του αναιρεσείοντος και ανταίτηση του αναιρεσιβλήτου για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως συζητήθηκαν στο Εφετείο (μετά από συνεκδίκαση) στις 20-3-2013, δηλαδή πριν αρχίσει να ισχύει ο Ν. 4146/2013 (Α.Π. 1001/2021, Α.Π. 751/2018, Α.Π. 68/2017).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 130 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ Α' 82/10-4-2012), σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (10-4-2012), απαλλοτριώσεις, η δικαστική δαπάνη μαζί με τη νόμιμη αμοιβή δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο.
Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας, που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995 (Α' 247), η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικώς έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.
Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο εις βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπροθέσμου αιτήσεως το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως, τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσον και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως.
Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημιώσεως, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν, σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημιώσεως και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως, που αυτός δικαιούται (Ολ.
Α.Π. 502/2005, Α.Π. 664/2022), προκύπτει ότι, στην δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ως άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως και, συνεπώς, μία αμοιβή του δικηγόρου, σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης, ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.
Έτσι, σε περίπτωση εμπροθέσμου αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα, που ήταν απαραίτητα (άρθρ. 189 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημιώσεως και, συγκεκριμένα:
α) 2% της αποζημιώσεως για τη σύνταξη της αιτήσεως ή ανταιτήσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρεμβάσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο και β) σε ποσοστό 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως και κυρίας παρεμβάσεως που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο (Α.Π. 664/2022, Α.Π. 174/2022, Α.Π. 125/2021, Α.Π. 57/2021, Α.Π. 872/2020, Α.Π. 833/2020).
Ο προσδιορισμός της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων στο ήμισυ των νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σε περίπτωση κατά την οποία υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας, που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995 (άρθρο 18 παρ. 4, εδάφ. 3 του Ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012), εφαρμόζεται σε υποθέσεις, που συζητήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας μετά την έναρξη ισχύος της τελευταίας αυτής διατάξεως (Α.Π. 664/2022, Α.Π. 174/2022, Α.Π. 125/2021), δηλονότι μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, 10-4-2012 και, συνεπώς, η επιδικαζόμενη αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως, υπολογιζόμενη με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται:
α) σε ποσοστό 1% της αποζημιώσεως για τη σύνταξη αιτήσεως ή ανταιτήσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρεμβάσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο και β) σε ποσοστό 0,50% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως και κυρίας παρεμβάσεως που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο. Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4, εδάφ.
γ' του ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, καθόσον θεσπίσθηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβερνήσεως, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στην δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, με υποχρέους τους ως άνω φορείς, κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά, κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίσθηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (Ολ.
Α.Π. 20/2005, Α.Π. 664/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006).
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, για το οποίο είχε προηγηθεί προσωρινός προσδιορισμός αποζημιώσεως, καταδίκασε το αναιρεσείον, ως υπόχρεο καταβολής της αποζημιώσεως, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, καθού η αίτηση-ανταιτούντος, ασκηθείσης (της ανταιτήσεως), σε ποσοστό 2%, συνολικώς, επί της καθορισθείσας οριστικής αποζημιώσεως.
Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με το κεφάλαιό της που αφορά τη δικαστική δαπάνη, που επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο, και, ειδικότερα, την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Το αιτούν, ως υπόχρεο καταβολής της αποζημίωσης, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του καθ' ου, ως δικαιούχου της αποζημίωσης, η οποία περιλαμβάνει:
α) τα αναγκαία για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδά του, τα οποία έγιναν, β) την αμοιβή του δικηγόρου του για την παράστασή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων στη δίκη προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, καθώς και για την παράστασή του στο Δικαστήριο τούτο και γ) την αμοιβή του δικηγόρου του σε ποσοστό της αποζημίωσης που καθορίζεται οριστικά και, συγκεκριμένα, σε 2% για τη σύνταξη των προτάσεών του, όχι, όμως και για τη σύνταξη της ανταίτησής του, αφού αυτή ασκήθηκε με τις προτάσεις του (άρθρα 18 παρ. 4 νόμου 2882/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 εδ.
ε' νόμου 3130/2003, 106, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 100 παρ. Ια, 103, 107 παρ. 1, 109, 110. 77 παρ. 3, 111, 114 παρ. 5 νδ 3026/1954)...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, καταδίκασε το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που είναι φορέας υπαγόμενος στην Γενική Κυβέρνηση και υπόχρεο στην καταβολή της αποζημιώσεως, στα δικαστικά έξοδα του καθού η αίτηση - ανταιτούντος δικαιούχου αυτής, καθορίζοντας την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του, για τη σύνταξη της ασκηθείσας, με τις από 26-11-2012 προτάσεις, ανταιτήσεώς του και των προτάσεων, σε ποσοστό 2% επί της καθοριζομένης αποζημιώσεως.
Προσδιορίζοντας, επομένως, το Εφετείο την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του καθού η αίτηση - αιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημιώσεως, αντί να καθορίσει αυτήν (αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του) σε ποσοστό 1% επί του ποσού της αποζημιώσεως, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι υπόχρεο για την καταβολή της δικαστικής δαπάνης είναι το αναιρεσείον, φορέας που, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υπάγεται στην Γενική Κυβέρνηση, προσέτι δε η προκειμένη υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων στις 20-3-2013, δηλαδή μετά την 10-4-2012.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι εσφαλμένα καθόρισε τη συνολική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του καθού η αίτηση - αιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημιώσεως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αναίρεση και δη μόνο κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τούτο και δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3, εδάφ.
α' του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως υπόχρεο για την καταβολή της επιδίκου αποζημιώσεως, στα δικαστικά έξοδα του καθού η αίτηση - ανταιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου (δικαιούχου της αποζημιώσεως), τα οποία περιλαμβάνουν την αμοιβή για την παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, τόσο στην δίκη του προσωρινού, όσο και σ' αυτήν του οριστικού καθορισμού της αποζημιώσεως και την αμοιβή του για την σύνταξη με αυτοτελές δικόγραφο της αιτήσεως και των προτάσεών του, ανερχόμενα σε ποσοστό [(2% + 1%): 2 =] 1,5% επί του ποσού της αποζημιώσεως.
Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της παρούσας αναιρετικής δίκης, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 75/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, μόνον κατά το μέρος της που αφορά την επιδίκαση δικαστικής δαπάνης εις βάρος του αναιρεσείοντος.
Κρατεί και δικάζει περαιτέρω την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της.
Καταδικάζει το αναιρεσείον, υπόχρεο προς αποζημίωση της απαλλοτριώσεως, να καταβάλει στον καθού η αίτηση - ανταιτούντα και ήδη αναιρεσίβλητο, δικαιούχο της αποζημιώσεως, τη δικαστική δαπάνη, την οποία καθορίζει σε ποσοστό 1,5% (ένα και ήμισυ τοις εκατό) επί της καθορισθείσας οριστικής τιμής αποζημιώσεως, που του οφείλεται για την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας του, ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του για τη σύνταξη της ανταιτήσεως και των προτάσεων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, της παρούσας αναιρετικής δίκης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ