Legislator Case Law & Legislation
1235/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of civil rights claim for moral damages due to unlawful infringement.

Case Number 1235/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Third Instance Court's dismissal of a civil lawsuit seeking moral damages. The appellant argued that the lower court incorrectly applied Article 920 of the Civil Code by failing to recognize a single, unified claim for moral harm arising from a specific wrongful act. The court agreed, finding that the lower court's reasoning was flawed and the appeal was admissible, thereby overturning the dismissal and remanding the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57, 59, 914, 932 of the Civil Code; Article 920 of the Civil Code: A single monetary compensation is required for moral harm resulting from a specific unlawful act, regardless of whether the lower court cites Article 920, as the harm constitutes one unified interest.

Keywords

AI generated
moral damages unlawful infringement civil rights appeal admissibility Civil Code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 57 of the Civil Code
Article 59 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 920 of the Civil Code
Article 361 of the Criminal Code
Article 362 of the Criminal Code
Article 367 of the Criminal Code
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1235 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1235/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή που ανακάλεσε την από 22/1/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Παπασωτηρίου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2/4/2007 (2) αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4277/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1520/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/2/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 57 ΑΚ όποιος προσβάλλεται παρανόμως στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ιδίου Κώδικος και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 του ΑΚ "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά δε το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του...". Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την ΠΚ 361 παρ. 1 "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται... ", με την ΠΚ 362 "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται...", και με την ΠΚ 363 "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται... ".

Ειδικότερα, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.

Για την υποκειμενική υπόσταση, όμως, της (απλής) δυσφήμησης δεν απαιτείται γνώση της αναλήθειας του γεγονότος, όπως στη συκοφαντική δυσφήμηση και η πεποίθηση του δράστη για την αλήθεια ή αναλήθειά του δεν αποκλείει το δόλο του (ΑΠ 2185/1992, ΑΠ 261/1990, ποινικές). Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μεταδόσεως από τρίτο πρόσωπο.

Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όπως ήδη έχει προεκτεθεί, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενόμενης ανακοινώσεως. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.

Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.

Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 920 ΑΚ, "όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι:

α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ της αληθείας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων που άλλος έχει υποστηρίξει. Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου.

Οι υποστηριζόμενες δε ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν "ειδήσεις". Επιπλέον οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο.

Αν το γεγονός αυτό αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη, αλλά ενδεχομένως από εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας των υποστηριζόμενων ή διαδιδόμενων ειδήσεων. Πρέπει δηλαδή, αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών.

Διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει. γ) Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά του θιγομένου, χωρίς να αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν τα αγαθά αυτά σε κίνδυνο.

Και δ) ύπαρξη ζημίας (περιουσιακής), αιτιωδώς προκαλούμενης από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά. Επιπλέον ο παθών, εκτός από την αποζημίωση, με βάση την αδικοπραξία του άρθρου 920 ΑΚ, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αναληθείς ειδήσεις. Σε περίπτωση, όμως, αδικοπραξίας ερειδομένης τόσο στις προαναφερθείσες διατάξεις περί της προσβολής της προσωπικότητας, όσο και σ' εκείνη, περί δυσφημηστικών διαδόσεων, του ανωτέρω άρθρου, 920 ΑΚ, η οποία (αδικοπραξία) θεμελιώνεται στο ίδιο βιοτικό συμβάν, οφείλεται ως χρηματική ικανοποίηση του παθόντος μια παροχή, δηλαδή ενιαίο ποσό, αφού τότε είναι, αντίστοιχα, ενιαία και η βλάβη, που αυτός υπέστη και την οποία αποσκοπεί να καλύψει η χρηματική ικανοποίησή του, στο πλαίσιο ενός και του αυτού συμφέροντός του.

Στην περίπτωση αυτή για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, που θα επιδικασθεί, θα ληφθεί, ασφαλώς, υπόψη η όλη συμπεριφορά του αδικοπραγήσαντος, συνεπεία της οποίας προκλήθηκε η βλάβη του παθόντος, έτσι ώστε η χρηματική ικανοποίηση να ανταποκρίνεται στην ένταση και στην απαξία της προσβολής (βλ.

ΑΠ 1854/2017, ΑΠ 2018/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α' - δ' ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ' και δ'), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτές αποτελούν το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και ο σκοπός του δράστη δεν κατευθύνεται στην προσβολή της τιμής του άλλου. Νόμιμο δε καθήκον στο πλαίσιο εφαρμογής της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρ. 367 §1 του ΠΚ, είναι εκείνο που πηγάζει από τον νόμο και παρέχει δικαίωμα στον φορέα να ενεργήσει, εντός όμως των προδιαγεγραμμένων ορίων (ΑΠ 1490, 1486, 1048/2010, 1030/2009), ενώ δικαιολογημένο ενδιαφέρον συντρέχει όταν οι προαναφερόμενες εκδηλώσεις αποτελούν το περιεχόμενο οφειλομένης ή επιθυμητής φροντίδας του δράστη για την εξυπηρέτηση του σκοπού του, δεν είναι αντίθετη με το δίκαιο και τα χρηστά ήθη και ισοσταθμίζεται, ή δεν είναι φανερά δυσανάλογη, με την εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου σκοπού, ο οποίος δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλο τρόπο (ΑΠ 406/2013, ΑΠ 707/2004, ΑΠ 73/2002, ΑΠ 1147/1998, ΠΟΙΝ.).

Το παραπάνω ζήτημα, δηλαδή εάν οι εκδηλώσεις που προαναφέρθηκαν ήταν πρόσφορες και αναγκαίες αντικειμενικά για τη διαφύλαξη του δικαιώματος του εναγομένου και περί του κατά πόσο οι εκδηλώσεις αυτές υπερέβησαν τελικά το αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη του ίδιου δικαιώματος ή εάν αυτές εμπίπτουν στο πλαίσιο του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, αποτελεί νομική έννοια υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1030/2009).

Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται, αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ., 920 ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Ο άδικος χαρακτήρας, όμως, της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λ.π.

και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363 - 362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του ενδιαφέροντος τον αναιρετικό έλεγχο μέρους της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ο ενάγων είναι δικηγόρος Πειραιά και κατά το χρονικό διάστημα Ιουνίου 2004-Οκτωβρίου 2005 διετέλεσε Β' Υποδιοικητής στο 'Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ).

Ο εναγόμενος μέχρι την 9-1-2006 ήταν Γενικός Διευθυντής της Διεύθυνσης Ασφαλιστικών Υπηρεσιών του ΙΚΑ και ήδη είναι συνταξιούχος. Κατά τον τακτικό έλεγχο που διενεργήθηκε στις 26-10-2004 από το υποκατάστημα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αμφιθέας στην εταιρεία με την επωνυμία "... Τουριστικές Επιχειρήσεις ΕΠΕ" που εδρεύει στον ... Αττικής (οδός ...) και ασκεί εμπορική δραστηριότητα εκμετάλλευσης ξενοδοχείων στη Ρόδο, την Κω, την Ιεράπετρα και την Κέρκυρα, απασχολώντας σ' αυτά 600 εργαζομένους περίπου, διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν καταβληθεί εισφορές για την ασφαλιστική τακτοποίηση του προσωπικού της κατά τη χρονική περίοδο από 1-9-2002 έως 30-9-2004.

Μετά τον έλεγχο εκδόθηκε η υπ' αρ. 4626/2004 ΠΕΕ, με βάση τις Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις της εταιρείας (ΑΠΔ), ποσού 3.923.948,02 Ε. Η ΠΕΕ βεβαιώθηκε στο Γ' Ταμείο Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ - ΕΤΑΜ το Νοέμβριο του 2004, με αριθμό χρηματικού καταλόγου 1383. Κατά της εν λόγω ΠΕΕ δεν ασκήθηκε ένσταση από την εργοδότρια εταιρεία εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών και έτσι η ΠΕΕ κατέστη οριστική.

Στις 8-12-2004 η επιχείρηση κατέθεσε στην Εθνική Τράπεζα σε λογαριασμό του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ το ποσό των 2.918.291 Ε και στις 22-12-2004 το ποσό των 1.407.190,47 Ε και συνολικά το ποσό των 4.325.481,47 Ε. Ακολούθως κατέθεσε την υπ' αρ. πρωτ. .../23-12-2004 αίτησή της στο Υποκατάστημα ΙΚΑ Αμφιθέας, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της άνω ΠΕΕ, επικαλούμενη εξόφληση α) των οφειλών που είχαν καταλογιστεί με την ΠΕΕ 4626/2004, ύψους 3923.948,02 Ε, β) των εισφορών Οκτωβρίου 2004 ποσού 393.517,39 Ε και γ) των εισφορών υπέρ ΟΕΕ ποσού 7.078,09 Ε.

Σημειωτέων ότι από τις πινακίδες του Γ' Ταμείου που αφορούν στην εργοδότρια εταιρεία προκύπτει ότι, κατά το χρόνο των προαναφερόμενων εκ μέρους της καταθέσεων στην Εθνική Τράπεζα υπήρχαν και άλλες ανεξόφλητες οφειλές αυτής και δη το ποσό των 19.047,69 Ε από πρόστιμο για ακάλυπτη επιταγή και το ποσό των 21,83 Ε από έξοδα κατάσχεσης.

Ακολούθως, δημοσιεύθηκε ο Ν. 3302/2004, η έναρξη ισχύος του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 16 αυτού, είναι από τις 24-12-2004, δηλαδή δύο ημέρες μετά την δεύτερη καταβολή της επιχείρησης, που έδωσε τη δυνατότητα ρύθμισης με ευνοϊκούς όρους των οφειλομένων απαιτητών εισφορών των εργοδοτών προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μέχρι της 30-11-2004.

Στις 28-12-2004 το Υποκατάστημα Αμφιθέας προέβη σε επανέλεγχο του ελέγχου της 26-10-2004 (ο οποίος αφορούσε στην χρονική περίοδο Ιανουαρίου 2002 έως Σεπτεμβρίου 2004) και σε τακτικό έλεγχο για την περίοδο Οκτωβρίου 2004, Νοεμβρίου 2004 και ΕΑ/2004. Στη συνέχεια με την υπ' αρ. .../28-12-2004 απόφαση Διευθυντή ακυρώθηκε η 4626/2004 ΠΕΕ.

Μετά την ακύρωση απέστειλαν από το παραπάνω υποκατάστημα στο Γ' Ταμείο το με αρ. 11329/30-12-2004 έγγραφο, με ειδικό αριθμό διαγραφής 511/30-12-2004, με το οποίο διέγραψαν οριστικά το σύνολο της οφειλής της 4626/2004 ΠΕΕ. Περαιτέρω, συνέταξαν την υπ' αρ. 1816/28-12-2004 Πράξη Επιβολής Πρόσθετου Τέλους (ΠΕΠΤ) ποσού 610.404,41 Ε. που αφορά την χρονική περίοδο από 1-1-2002 έως 31-10-2004.

Εντούτοις, αρμόδιο για την πίστωση των καταβληθέντων ποσών ήταν το Γ' ταμείο εσόδων του ΙΚΑ, όπου είχε βεβαιωθεί η 4626/2004 ΠΕΕ και είχαν εγγραφεί και οι παλαιότερες προαναφερόμενες οφειλές της εταιρείας (19.047,69 Ε από πρόστιμο για ακάλυπτη επιταγή και 21,83 Ε από έξοδα κατάσχεσης). Σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 3 και 6 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), το Γ' Ταμείο Εσόδων θα πίστωνε τα καταβληθέντα ποσά σε εξόφληση των βεβαιωμένων οφειλών κατά σειρά παλαιότητας, ενώ θα υπολόγιζε οίκοθεν πρόσθετα τέλη στις αντίστοιχες κύριες οφειλές μέχρι να πιστωθεί ολόκληρο το ποσό που καταβλήθηκε.

Αντίθετα, το ΙΚΑ Αμφιθέας πίστωσε τα καταβληθέντα ποσά από την εργοδότρια σε εξόφληση μόνο του συνόλου των κύριων εισφορών της ΠΕΕ, την οποία και ακύρωσε, παρότι δεν είχαν εισπραχθεί τα αντίστοιχα οίκοθεν πρόσθετα τέλη, τα οποία μετέτρεψε παράνομα σε αυτοτελή καταρτίζοντας την 1816/2004 ΠΕΠΤ ποσού 610.404,41 Ε.

Ειδικότερα οι βεβαιωμένες στο Γ' Ταμείο εσόδων του ΙΚΑ κύριες οφειλές της επιχείρησης χωρίς τα πρόσθετα τέλη ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 3943.017,54 Ε, ενώ τα πρόσθετα τέλη που έπρεπε να εισπραχθούν οίκοθεν ανέρχονταν σε 550.215,76 Ε, ώστε να μείνουν τελικά ανεξόφλητες: α) κύριες εισφορές 569.284,28 και β) οίκοθεν πρόσθετα τέλη για τις ανεξόφλητες εισφορές υπολογισμένες μέχρι 28-12-2004 συνολικού ποσού 26.270,64 Ε.

Αντίθετα, οι υπάλληλοι του ΙΚΑ Αμφιθέας καταλόγισαν το καταβληθέν ποσό των 3.923.948,02 Ε στο ποσό των οφειλομένων κύριων εισφορών ύψους 3.943.017,54 Ε και έτσι προέκυψε υπόλοιπο 19.069,52 Ε. Με αυτό τον τρόπο πίστωσης, δηλαδή την άνευ οίκοθεν πρόσθετων τελών εξόφληση των κύριων εισφορών και με τη σύνταξη της ΠΕΠΤ αυτοτελών πρόσθετων τελών μετέτρεψαν κύριες εισφορές ύψους 569.284,28 Ε σε αυτοτελή πρόσθετα τέλη και έτσι δόθηκε το δικαίωμα ένστασης, που δεν είχε προηγουμένως η επιχείρηση, αφού η 4626/2004 ΠΕΕ είχε καταστεί οριστική λόγω παρόδου άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση ένστασης κατ' αυτής.

Αν στο ανωτέρω ποσό προσθέσουμε και τα οίκοθεν πρόσθετα τέλη που αντιστοιχούν στις εισφορές αυτές, τότε η ζημία του ΙΚΑ και αντιστοίχως η ωφέλεια του εργοδότη στις 28-11-2004, μόνο από την ακύρωση της ΠΕΕ 4626/2004 ανέρχεται στο ποσό των 595.554,91 Ε. Σημειωτέον ότι το Γ' ταμείο αποδέχθηκε τις ανωτέρω ενέργειες των υπαλλήλων του ΙΚΑ Αμφιθέας, χωρίς να διατυπώσει κάποια αντίρρηση και προέβη στις αντίστοιχες εγγραφές.

Εν συνεχεία η προαναφερόμενη επιχείρηση υπέβαλε, στις 31-12-2004, ένσταση κατά της 1816/2004 ΠΕΠΤ ζητώντας την ακύρωσή της, επικαλούμενη συχνή απουσία και για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο εξωτερικό για λόγους υγείας του νομίμου εκπροσώπου της, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να καταβληθούν οι εισφορές εμπροθέσμως, ενώ στις 25-4-2005 υπέβαλε αίτηση για ρύθμιση οφειλών σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3302/2004.

Το ΙΚΑ Αμφιθέας με την από 26-4-2005 εισήγηση του προς την Τοπική Διοικητική Επιτροπή (Τ.Δ.Ε.) πρότεινε την απόρριψη της ένστασης. Κατά τη συζήτηση της ένστασης εμφανίστηκε ενώπιον της επιτροπής εκπρόσωπος της επιχείρησης, ο οποίος προσκόμισε και κατέθεσε σ' αυτή την από 3-5-2005 ιατρική βεβαίωση της Ιατρικής Σχολής του Παν/μίου Βιέννης Αυστρίας, η οποία επιβεβαίωνε το επικαλούμενο πρόβλημα υγείας του νομίμου εκπροσώπου της.

Η ένσταση έγινε κατά πλειοψηφία δεκτή με την υπ' αρ. 236/Συν 33η/9-5-2005 απόφαση του ΤΔΕ του ΙΚΑ Αμφιθέας και έτσι η επιχείρηση απηλλάγη από τα πρόσθετα τέλη, επειδή κρίθηκε ότι για την εκπρόθεσμη καταβολή των εισφορών της χρονικής περιόδου από 1-1-2002 έως 30-10-2004 συνέτρεχαν λόγοι ανωτέρας βίας. Ο Διευθυντής τον άνω Υποκ/τος αποφάσισε να μην ασκήσει προσφυγή κατά της ανωτέρω απόφασης της ΤΔΕ, η οποία έτσι οριστικοποιήθηκε.

Σε εκτέλεση της απόφασης της ΤΔΕ εκδόθηκε η 6117/28-6-2005 απόφαση Διευθυντή, με την οποία ακυρώθηκε η 1816/2004 ΠΕΠΤ. Από την ΕΔΕ που διενεργήθηκε μεταγενέστερα από τη Διευθύντρια του Υποκ/τος ΙΚΑ Συντάγματος Μ. Κ., προέκυψε ότι η ως άνω από 3-5-2005 ιατρική βεβαίωση ήταν πλαστή. Εν τω μεταξύ η ανωτέρω εταιρεία υπέβαλε την από 10-1-2005 αίτηση για χορήγηση βεβαίωσης ασφαλιστικής ενημερότητας.

Ο ενάγων, με την ιδιότητα του Υποδιοικητή του ΙΚΑ, με το υπ' αρ. 51/10-1-2005 έγγραφό του προς το υποκ/μα ΙΚΑ Αμφιθέας, επικαλούμενος ότι "εκκρεμεί εκδίκαση υποβληθείσας προσφυγής κατά απόφασης καταλογισμού προσαύξησης λόγω ακάλυπτης επιταγής από την εταιρεία "... Τουριστικές Επιχειρήσεις ΕΠΕ" και δεδομένου ότι οι εισφορές που είχαν καταλογισθεί με τις 4623 και 4626 ΠΕΕ έχουν εξοφληθεί και έχουν ακυρωθεί οι ΠΕΕ αυτές, ενώ εκκρεμεί ένσταση ενώπιον της ΤΔΕ και της ΠΕΠΤ που έχει συνταχθεί για εκπρόθεσμες καταβολές", έδωσε εντολή στο άνω ΙΚΑ να χορηγήσει βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας στην εν λόγω επιχείρηση, προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτή τις λειτουργικές της ανάγκες (καταβολή μισθοδοσίας προσωπικού), η οποία βεβαίωση θα ίσχυε μέχρι τις 31-1-2005.

Επί του σώματος του ανωτέρω εγγράφου η προϊσταμένη του τμήματος Εσόδων Μ. Κ. και ο Διευθυντής του Υποκ/τος Χ. Σ. διατύπωσαν τη διαφωνία τους στη χορήγηση ασφαλιστικής ενημερότητας, εφόσον υπήρχε οφειλή της επιχείρησης και διευκρίνισαν ότι η βεβαίωση χορηγείται βάσει ρητής εντολής υπερκείμενου οργάνου, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 25 του ν. 2683/1999.

Ακολούθως εκδόθηκε η υπ' αρ. πρωτ. 89/12-1-2005 βεβαίωση μη οφειλής (ΒΜΟ) με ισχύ μέχρι τις 31-1-2005, για θεώρηση φορολογικών βιβλίων και στοιχείων. Η βεβαίωση χορηγήθηκε χειρόγραφη και όχι μηχανογραφημένη, χωρίς να ζητηθεί σχετικό Υπηρεσιακό Σημείωμα από το Γ' Ταμείο Είσπραξης Εσόδων όπου ήταν βεβαιωμένες οι οφειλές της ανωτέρω εταιρείας, όπως επίσης δεν ζητήθηκε Υπηρεσιακό Σημείωμα περί της ύπαρξης ή μη οφειλών μέχρι 31-12-2001 από τα λοιπά υποκ/τα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (παραρτήματα) για τυχόν παλαιότερες οφειλές.

Ακολούθως, κατόπιν της από 25-5-2005 αίτησης της ίδιας επιχείρησης για χορήγηση βεβαίωσης μη οφειλής (ΒΜΟ) ο ενάγων, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του έδωσε την υπ' αρ. 657/1-6-2005 εντολή προς το υποκ/μα ΙΚΑ Αμφιθέας να χορηγήσει σ' αυτήν βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας για την αντιμετώπιση λειτουργικών αναγκών της (καταβολή μισθοδοσίας του προσωπικού της), με ισχύ μέχρι τις 30-6-2005, με το σκεπτικό ότι "εκκρεμεί εκδίκαση υποβληθείσας προσφυγής κατά της απόφασης καταλογισμού προσαύξησης ακάλυπτης επιταγής και τυχόν τρέχουσες εισφορές".

Επί του σώματος της ανωτέρω εντολής η υπάλληλος Ε. Π. και η προϊσταμένη Μ. Κ. κατέγραψαν τη διαφωνία τους για τη χορήγηση ενημερότητας με το αιτιολογικό ότι εκκρεμούσαν οφειλές, σημείωσαν όμως και πάλι ότι η βεβαίωση χορηγείται βάσει ρητής εντολής υπερκειμένου οργάνου και ότι ενημέρωσαν το Δ/ντή του Υποκ/τος.

Από το Υποκ/μα Αμφιθέας εστάλη αίτημα (αρ. πρωτ. .../16-5-2005) με τηλεομοιοτυπία στη Δ/νση Πληροφορικής για χορήγηση βεβαίωσης, αλλά υπήρξε αρνητική απάντηση επειδή η επιχείρηση ήταν οφειλέτης. Μετά απ' αυτό ο Διευθυντής του Υποκ/τος Α. Π. χορήγησε την υπ' αρ. 1776/1-6-2005 χειρόγραφη βεβαίωση μη οφειλής-ασφαλιστικής ενημερότητας, με ισχύ μέχρι τις 30-6-2005.

Πάντα τ' ανωτέρω καταγράφονται στην από 15-2-2007 πορισματική έκθεση ένορκης διοικητικής ανάκρισης, που διενήργησε η Μ. Κ. κατόπιν της υπ' αρ. Γ11/50/17-3-2006 εντολής του Διοικητή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Εν τω μεταξύ με αφορμή την υπ' αρ. Πρωτ. 2973/718/5-10-2005 ερώτηση και αίτηση κατάθεσης εγγράφων στη Βουλή των Ελλήνων των βουλευτών Χρήστου Πρωτόπαππα και Εύης Χριστοφιλοπούλου διενεργήθηκε επιθεώρηση στο Υποκ/μα ΙΚΑ Αμφιθέας μετά από εντολή της Γενικής Διεύθυνσης Ασφαλιστικών Υπηρεσιών, της οποίας προϊστατο ο εναγόμενος, ο οποίος, ακολούθως, υπέβαλε την από 24-10-2005 μηνυτήρια αναφορά προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, στην οποία εξέθεσε όλες τις προαναφερόμενες ενέργειες των υπαλλήλων του ΙΚΑ Αμφιθέας και του ενάγοντος και ζήτησε την από ποινικής απόψεως διερεύνηση της υπόθεσης.

Ειδικότερα, σε ότι αφορά τον ενάγοντα διέλαβε τα ακόλουθα: αα ... β. Επισημαίνεται ότι η παράνομη χορήγηση της Ασφαλιστικής Ενημερότητας υπαγορεύτηκε από το με αριθμ. Πρωτ. 51/10-1-2005 έγγραφο του Υποδιοικητή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κ. Ν. Γ. με το οποίο ενώ αναφέρει ότι υπάρχουν οφειλές, ζητά από το Υποκ/μα Αμφιθέας να "χορηγήσετε βεβαίωση ασφαλιστικής Ενημερότητας στην επιχείρηση χωρίς παρακράτηση, προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτή λειτουργικές της ανάγκες (καταβολή μισθοδοσίας προσωπικού).

Η ανωτέρω βεβαίωση Ασφαλιστικής Ενημερότητας θα ισχύει μέχρι 31-1-2005" (βλ. σελ. 4 της ως άνω μηνυτήριας αναφοράς), "Τον μήνα 06/05 χορηγήθηκε από το Υποκ/μα Αμφιθέας Ασφαλιστική ενημερότητα παρότι υπήρχαν οφειλές, χωρίς παρακράτηση, με ισχύ μέχρι 30-6-2005, μετά από το με αριθ. Πρωτ. 657/1-6-05 έγγραφο Διοίκησης ΙΚΑ και έκδοση Υπηρεσιακού Σημειώματος του Γ' ταμείου προς το Υποκατάστημα Αμφιθέας" (βλ.

σελ. 5 της μηνυτήριας αναφοράς), "Β) Παρά την ύπαρξη της ανωτέρω οφειλής 569.284,28 ευρώ στο Γ' ταμείο Είσπραξης Εσόδων (δεν ζητήθηκε σχετικό υπηρεσιακό σημείωμα του Γ' Ταμείου Είσπραξης Εσόδων από το ΙΚΑ Αμφιθέας) χορηγήθηκε στην επιχείρηση βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας ψευδούς περιεχομένου, δηλ. μη ύπαρξη οφειλής (αριθμ.

Πρωτ. 89/12-1-2005). Σχετικό το αριθμ. 51/10-1-2005 έγγραφο του Υποδιοικητή του ΙΚΑ κ. Γ. Ν., με το οποίο υπαγόρευσε την χορήγηση ασφαλιστικής ενημερότητας, χωρίς παρακράτηση, ισχύος μέχρι 31-1-05 ... Υπόψη ότι και αν ήθελε αγνοηθεί ο παράνομος τρόπος είσπραξης οφειλών κ.λ.π. πάλι είχαμε οφειλές από τη συνταχθείσα πράξη επιβολής Πρόσθετου Τέλους 1816/04, 610.404,41 ευρώ και 19.072,46 ευρώ από παλαιότερες βεβαιωμένες οφειλές" (βλ.

σελ. της μηνυτήριας αναφοράς), "Ε. Όπως προκύπτει από σχετικές εγγραφές επί της πινακίδας εργοδότη που τηρείται από το Γ' Ταμείο Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ το μήνα 06/05 χορηγήθηκε από το υποκατάστημα ΙΚΑ Αμφιθέας και νέα Ασφαλιστική Ενημερότητα, παρότι υπήρχαν οφειλές, χωρίς παρακράτηση με ισχύ μέχρι 30-6-05 μετά το με αριθμ.

Πρωτ. 657/1-6-05 έγγραφο της Διοίκησης του ΙΚΑ και του Υπηρεσιακού Σημειώματος με αριθμό πρωτ. 3226/27-5-05 Γ' Ταμείου Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ (γνωστοποιώντας ως συνολική οφειλή το ποσό των 629.478,50 ευρώ). Παρά τις μεθοδεύσεις που προαναφέρθηκαν σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν "σύννομα" ακυρώθηκε η προαναφερθείσα ΠΕΠΤ (610.404,41) παράνομα χορηγήθηκε η ασφαλιστική ενημερότητα αφού υπήρχε οφειλή τουλάχιστον ποσού 19.075,73 ευρώ από ακάλυπτη επιταγή και έξοδα κατάσχεσης, πέραν του γεγονότος ότι η πραγματική οφειλή όπως προαναφέρθηκε ήταν 569.284,28 ευρώ πλέον των οίκοθεν προσθέτων τελών ...

Εξ όλων των ανωτέρω κατά την άποψή μου προκύπτει συρροή παράνομων ενεργειών, παραλείψεων, μεθοδεύσεων και τεχνασμάτων από υπηρεσιακούς παράγοντες και υπαλλήλους του Ιδρύματος με προφανή σκοπό την οικονομική ωφέλεια της επιχείρησης με συνέπεια την αντίστοιχη οικονομική ζημία του ΙΚΑ που τουλάχιστον ανέρχεται σε 569.284,28 ευρώ πλέον των οίκοθεν υπολογιζόμενων προσθέτων τελών ως και 60.129,59 ευρώ αυτοτελών πρόσθετων τελών, ήτοι συνολική ζημία 629.413,87 Ε" (βλ.

Σελ. 9 της μηνυτήριας αναφοράς). Κατόπιν της πιο πάνω μηνυτήριας αναφοράς σχηματίστηκε η με αριθμ. Α.Β.Μ. 2005/4893 δικογραφία και παραγγέλθηκε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, η οποία ανατέθηκε στην 4η Πταισματοδίκη Αθηνών. Προς υποστήριξη των όσων αναφέρονται στην πιο πάνω αναφορά του, ο εναγόμενος υπέβαλε ενώπιον της ανωτέρω γενικής προανακριτικής υπαλλήλου το από 8-2-2006 υπόμνημα, στο οποίο, αναφορικά με τον ενάγοντα, αναφέρονται τα ακόλουθα: "ΧΟΡΗΓΗΣΗ 1ης ΨΕΥΔΟΥΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΩΣ ΜΗ ΟΦΕΙΛΗΣ ΕΧΟΥΣΑΣ ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ.

Στις 12.01.05 ο Διευθυντής του ΙΚΑ Αμφιθέας (κατ' εντολή του η προϊσταμένη εσόδων κ. Κ. Μ.) χορηγεί χειρόγραφη (αντί της προβλεπόμενης μηχανογραφημένης που θα ήταν βεβαίωση ΟΦΕΙΛΗΣ και όχι ΜΗ ΟΦΕΙΛΗΣ) βεβαίωση ΜΗ ΟΦΕΙΛΗΣ στην επιχείρηση χωρίς την προσκόμιση υπηρεσιακού σημειώματος περί οφειλών ή μη από το Γ' Ταμείο Εσόδων του ΙΚΑ ΑΘΗΝΩΝ.

Η βεβαίωση χορηγήθηκε κατόπιν του με αριθμό 51/10.01.05 εγγράφου του Υποδιοικητή ΙΚΑ κ. Γ." (βλ. Σελ. 22 του υπομνήματος), "ΧΟΡΗΓΗΣΗ 2ης ΨΕΥΔΟΥΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΩΣ ΜΗ ΟΦΕΙΛΗΣ ΕΧΟΥΣΑΣ ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ. Στις 01.06.05 ο Διευθυντής του ΙΚΑ Αμφιθέας (κ. Π. Α., προϊσταμένη εσόδων κ. Κ. Μ. συντάκτης η υπάλληλος κ. Ε. Π.), χορηγεί επίσης χειρόγραφη (αντί της προβλεπόμενης μηχανογραφημένης που θα ήταν βεβαίωση ΟΦΕΙΛΗΣ και όχι ΜΗ ΟΦΕΙΛΗΣ) βεβαίωση ΜΗ ΟΦΕΙΛΗΣ στην επιχείρηση, ενώ το μηχανογραφικό σύστημα είχε εκδώσει βεβαίωση οφειλής και επίσης υπήρχε το αριθ. 3226/27-05-05 Υπηρεσιακό Σημείωμα του Γ' Ταμείου ΜΕ ΟΦΕΙΛΗ ΕΥΡΩ 619.478,50, ενώ η ΠΕΠΤ η οποία ακυρώθηκε με τον προπεριγραφόμενο παράνομο τρόπο αφορούσε ποσό ΕΥΡΩ 610.404,41 και συνεπώς υπό οιανδήποτε εκδοχή παρέμενε ανεξόφλητη οφειλή καθιστούσα τη χορηγηθείσα βεβαίωση Μ.O.

ψευδή". (βλ. Σελ. 31 του υπομνήματος), "Και στην περίπτωση αυτή υπάρχει έγγραφο του Υποδιοικητή ΙΚΑ κ. Ν. Γ. (657/1-6-05) με δύο εκδοχές. Το ένα (1η εκδοχή) στο οποίο η δοθείσα εντολή δεν περιλαμβάνει τον ασυνάρτητο όρο "και τυχόν τρέχουσες εισφορές" διότι δεν είναι δυνατόν να εκκρεμεί εκδίκαση προσφυγής για τρέχουσες εισφορές και επίσης δεν περιλαμβάνει ουδεμία επισημείωση του Διευθυντή ή υπαλλήλου για τυχόν διαφωνία και το έτερο (2η εκδοχή) προφανώς κατασκευασμένο εκ των υστέρων προς απόσειση ευθυνών το οποίο περιλαμβάνει τον ασυνάρτητο όρο "και τυχόν τρέχουσες εισφορές" και σχετική υποσημείωση δύο υπαλλήλων και προκύπτει ότι πέραν των βεβαιωμένων οφειλών υπήρχαν και τρέχουσες οφειλές αδιευκρίνιστου ύψους αλλά οπωσδήποτε μεγάλου ύψους λόγω του μεγάλου αριθμού εργαζομένων σ' αυτήν, που πρέπει να διερευνηθεί κατά το στάδιο της διερευνούμενης προανάκρισης (βλ.

Σελ. 35, 36 και 37 του υπομνήματος), "Υπήρξε κεντρικός συντονισμός και μεθόδευση στην οποία σε σημαντικό βαθμό συνέβαλε ο γνωστός διακεκριμένος δικηγόρος Πειραιώς και τότε Υποδιοικητής ΙΚΑ κ. Ν. Γ." (βλ. Σελ. 38 και 39 του υπομνήματος). Στη συνέχεια ασκήθηκε ποινική δίωξη και απαγγέλθηκαν κατηγορίες κατά των εμπλακέντων υπαλλήλων και μελών της ΤΔΕ ΙΚΑ Αμφιθέας (συνολικά επτά προσώπων) για τις πράξεις της απιστίας στην υπηρεσία σε βάρος ΝΠΔΔ με απειληθείσα και προξενηθείσα ζημιά άνω των 150.000 Ε κατ' εξακολούθηση και για ψευδή βεβαίωση σε βάρος ΝΠΔΔ με απειληθείσα και προξενηθείσα ζημία άνω των 150.000 Ε κατ' εξακολούθηση, κατά του ενάγοντος για ηθική αυτουργία στις ανωτέρω πράξεις κατ' εξακολούθηση, κατά του νομίμου εκπροσώπου της προαναφερόμενης επιχείρησης για πλαστογραφία με χρήση σε βάρος του Δημοσίου με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 150.000 Ε (αφορώσα την από 3-5-2005 πλαστή ιατρική βεβαίωση) και κατά του προσκομίσαντος την άνω βεβαίωση στην ΤΔΕ για άμεση συνέργεια στην άνω πλαστογραφία.

Κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας και αφού έγινε γνωστή η πλαστότητα της από 3-5-2005 βεβαίωσης, η τοπική Διοικητική Επιτροπή του ΙΚΑ Αμφιθέας, υπό την ίδια σύνθεση, με την υπ' αρ. 384/54/5-7-2007 ομόφωνη απόφασή της ανακάλεσε την 236/33/9-5-2005 απόφασή της ως εκδοθείσα παρανόμως ιικατά πλάνη περί τα πράγματα" συνεπεία ενέργειας της εταιρείας "...

ΕΠΕ" και απέρριψε την ένσταση αυτής για απαλλαγή από τα πρόσθετα τέλη, που της είχαν επιβληθεί με την 1816/2004 ΠΕΠΤ. Επίσης, με την υπ' αρ. .../15-4-2008 απόφαση του Α. Π., Διευθυντή του Υποκ/τος ΙΚΑ Αμφιθέας, ανακλήθηκε η υπ' αρ. .../28-12-2004 απόφαση Διευθυντή, με την οποία είχε ακυρωθεί η 4626/2004 ΠΕΕ και ανασυστάθηκε η ανωτέρω ΠΕΕ.

Ακολούθως διενεργήθηκε τακτικός έλεγχος στην επιχείρηση και βεβαιώθηκε ότι το υπόλοιπο της κύριας εισφοράς στην 4626/2004 ΠΕΕ ανέρχεται σε 547.626,71 Ε και τα πρόσθετα τέλη σε 282.355,74 Ε. Στη συνέχεια η παραπάνω εταιρεία υπήχθη σε ρύθμιση καταβολής των επιβληθεισών εισφορών και των προσθέτων τελών και επιβαρύνσεων, και σύμφωνα με το υπ' αρ.

Πρωτ. 2657/4-4-2013 έγγραφο του άνω υποκ/τος εξόφλησε ολοσχερώς τις άνω οφειλές της. Με το υπ' αρ. 1372/2013 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών κρίθηκε επί αντιθέτου Εισαγγελικής προτάσεως ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των ως άνω υπαλλήλων και του ενάγοντος, ενώ παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας για πλαστογραφία με χρήση και ο προσκομίσας το πλαστό έγγραφο για άμεση συνέργεια στην πράξη αυτή.

Το βούλευμα αυτό κατέστη αμετάκλητο μετά την απόρριψη, με την 755/2014 απόφαση σε Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, της αιτήσεως του Εισαγγελέα τον Αρείου Πάγου περί αναιρέσεώς του. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά καθίσταται σαφές ότι οι ενέργειες των υπαλλήλων του ΙΚΑ Αμφιθέας, όπου ήταν απογεγραμμένη η εταιρεία "...

ΕΠΕ", αφενός να ακυρώσουν την 4626/2004 ΠΕΕ και αφετέρου να συντάξουν την 1816/2004 ΠΕΠΤ και στη συνέχεια να την ακυρώσουν, αντί να απορρίψουν την από 23-12-2004 αίτηση και την από 31-12-2004 ένσταση της άνω εταιρείας και με λογιστικές εγγραφές και διαδικασίες να μεταφέρουν το ποσό των 4626/2004 ΠΕΕ στο Γ' Ταμείο Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ, ώστε να πιστωθούν τα καταβληθέντα ποσά σε εξόφληση των παλαιοτέρων βεβαιωμένων χρεών και να υπολογισθούν οίκοθεν πρόσθετα τέλη, ήσαν παράνομες.

Επίσης, καθίσταται σαφές ότι κατά το χρόνο χορηγήσεως των επιδίκων βεβαιώσεων ασφαλιστικής ενημερότητας η επιχείρηση είχε βεβαιωμένες οφειλές έναντι του ΙΚΑ. Ειδικότερα, στις 12-1-2005 ότε χορηγήθηκε η 89/2005 βεβαίωση μη οφειλής (ΒΜΟ) η οφειλή της ανωτέρω επιχείρησης ανήρχετο, κατά τα προαναφερθέντα, στο ποσό των 595.554,91 Ε και σε κάθε περίπτωση στο ποσό των 610.404,41 Ε, αφού εκκρεμούσε η εκδίκαση της ένστασης για την ακύρωση της 1816/2004 ΠΕΠΤ και των 19.069,51 Ε από πρόστιμο λόγω ακάλυπτης επιταγής και έξοδα κατάσχεσης, ενώ στις 1-6-2005, ότε χορηγήθηκε η 1776/2005 βεβαίωση μη οφειλής (ΒΜΟ), η οφειλή της ίδιας επιχείρησης έναντι του ΙΚΑ ανήρχετο, σε κάθε περίπτωση, στο ποσό των 19.069,51 Ε.

Η ύπαρξη των οφειλών αυτών τελούσε σε γνώση του ενάγοντος, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των προαναφερομένων εγγράφων εντολών του. Επομένως, αμφότερες οι εκδοθείσες βεβαιώσεις μη οφειλής ασφαλιστικής ενημερότητος ήσαν ψευδείς κατά περιεχόμενο, υπό την έννοια ότι δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.

Όπως δε σημειώνει και η διενεργήσασα την ΕΔΕ Μ. Κ., τόσο ο νόμος 2556/1997 όσο και η εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του αρ. 2 παρ. 5 αυτού, υπ' αρ. Φ21/116/4-7-2000 (ΦΕΚ Β' 839/10-7-2000) απόφαση Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ισχύουσα από 1-9-2000, όπως συμπληρώθηκε με την υπ' αρ. Φ21/156/6-3-2001 (ΦΕΚ Β' 287/20-3-2001) όμοια απόφαση, ισχύουσα από 20-3-2001, δεν προβλέπουν και δεν επιτρέπουν για οποιουσδήποτε, σοβαρούς κοινωνικούς λόγους, να χορηγούνται βεβαιώσεις μη οφειλής, ενώ υπάρχει οφειλή, δηλαδή ψευδείς βεβαιώσεις που μάλιστα προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ενώπιον τρίτων (Δημοσίου ή ιδιωτών).

Από κανένα όμως αξιόπιστο στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προέβη στις άνω εντολές, με σκοπό να ωφελήσει την επιχείρηση, βλάπτοντας αντίστοιχα το ΙΚΑ. Αντίθετα το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη του: α) το γεγονός ότι οι επίμαχες βεβαιώσεις εκδόθηκαν έχοντας ολιγοήμερη ισχύ (η πρώτη μέχρι 31-1-2005 και η δεύτερη μέχρι 30-6-2005) και για αποκλειστικά ορισμένο σκοπό (για θεώρηση φορολογικών βιβλίων και καταβολή μισθοδοσίας του προσωπικού, αντίστοιχα) β) ότι ήταν αναμφίβολα απαραίτητες για τη συνέχιση της λειτουργίας της εταιρείας γ) ότι η εντολή χορήγησής τους, παρά την ύπαρξη οφειλών και παρά το ότι δεν προβλεπόταν από το νόμο, ήταν όμως συνήθης πρακτική διαχρονικά όλων των μέχρι τον επίδικο χρόνο διοικητικών οργάνων του ΙΚΑ, αλλά και μετέπειτα (βλ. 739 προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα εντολές των εκάστοτε διοικητικών οργάνων του ΙΚΑ προς τα αρμόδια υπηρεσιακά όργανα αυτού για τη χορήγηση ασφαλιστικής ενημερότητας σε επιχειρήσεις τόσο ιδιωτικές όσο και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, επίσης την υπ' αρ.

ΕΓ35-07/99/9-11-2008 διάταξη αρχειοθέτησης του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, που επικυρώθηκε με την υπ' αρ. 13409/24-12-2008 πράξη του εισαγγελέα Εφετών Αθηνών) και δ) ότι αν η ως άνω εταιρεία είχε εξαρχής επιλέξει τη ρύθμιση των οφειλών της με τους ευνοϊκούς όρους της νομοθετικής ρύθμισης καταβάλλοντας μια μικρή προκαταβολή στην αρχή και μια δόση στη συνέχεια θα μπορούσε να λάβει ασφαλιστική ενημερότητα, κρίνει ότι ο ενάγων δεν έπραξε τίποτε περισσότερο από αυτό που μέχρι τότε συστηματικά γινόταν, προφανώς καλοπροαίρετα, από άλλα όργανα του ΙΚΑ, αφού χωρίς τη θεώρηση των βιβλίων και στοιχείων της, μία επιχείρηση δεν μπορεί να λειτουργήσει νομίμως, ούτε μια ώρα και επομένως παύει η λειτουργία της, ενώ χωρίς την καταβολή της μισθοδοσίας στους εργαζομένους, "τιμωρούνται", οι τελευταίοι, οι οποίοι βεβαίως δεν φέρουν καμμιά ευθύνη για τα χρέη της εργοδότριας εταιρείας.

Κατόπιν των ανωτέρω, τόσο η από 24-10-2005 μηνυτήρια αναφορά του εναγομένου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, όσο και το από 8-2-2006 υπόμνημα του προς την Πταισματοδίκη Αθηνών, κατά το, διηγηματικό των γεγονότων της υπόθεσης, μέρος και ειδικότερα αυτών που αναφέρονται στις ενέργειες του ενάγοντος, είναι αληθείς κατά περιεχόμενο και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται σε βάρος του η συκοφαντική δυσφήμιση, αλλ' ούτε και η απλή δυσφήμιση κατ' αρ. 366 παρ. 1 εδ.

Α' Π.Κ. Οι ισχυρισμοί όμως του εναγομένου στα ίδια ως άνω δικόγραφα, ότι δηλαδή ο ενάγων με τις παράνομες εντολές του για χορήγηση ασφαλιστικής ενημερότητας συνέβαλε εκ προθέσεως στον κεντρικό συντονισμό και μεθόδευση με προφανή σκοπό την οικονομική ωφέλεια της επιχείρησης και συνέπεια την αντίστοιχη οικονομική ζημία του ΙΚΑ, είναι ψευδείς και προσβάλλουν, αναμφίβολα, την προσωπικότητα του ενάγοντος, και δη την τιμή και υπόληψη αυτού, ως ατόμου και επαγγελματία.

Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι ο εναγόμενος γνώριζε ή από βαρειά αμέλεια αγνοούσε την αναλήθεια των άνω γεγονότων και ότι εν τούτοις τα ισχυρίστηκε με σκοπό να πλήξει τις άνω εκφάνσεις της προσωπικότητας του ενάγοντος αλλά αντίθετα ότι τα ισχυρίστηκε πιστεύοντας ότι είναι αληθή. Και τούτο γιατί ήταν τόσο πολλές οι, τουλάχιστον παράτυπες εκ μέρους των υπαλλήλων του ΙΚΑ, ενέργειες ως προς το χειρισμό των υποθέσεων της ασφαλισμένης επιχείρησης, (ακύρωση της βεβαιωμένης υπ' αρ. 4626 ΠΕΕ, μη άσκηση προσφυγής κατά της 236/2005 απόφασης της ΤΔΕ, χορήγηση δύο βεβαιώσεων μη οφειλής, παρά την ύπαρξη τέτοιας) απέχοντας μάλιστα η μία από την άλλη μικρό χρονικό διάστημα και καταλήγοντας όλες προς όφελος της άνω επιχείρησης, που εύλογα θα μπορούσε κάποιος να συναγάγει ότι ήταν συντονισμένες και στόχευαν στην οικονομική ωφέλεια αυτής.

Να σημειωθεί δε α) ότι η διενεργήσασα την ΕΔΕ υπάλληλος κατέληξε με την από 15-2-2007 πορισματική αναφορά της στις ίδιες διαπιστώσεις με τον εναγόμενο β) οι υπάλληλοι του ΙΚΑ απηλλάγησαν των κατηγοριών με το προαναφερόμενο βούλευμα, ελλείψει, ως επί το πλείστον, δόλου και γ) δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος είχε την οποιαδήποτε (προσωπική ή υπηρεσιακή) διαφορά με τον ενάγοντα, ή ότι έτρεφε την οποιαδήποτε εμπάθεια προς το πρόσωπό του.

Κατ' ακολουθία, δεν στοιχειοθετείται σε βάρος του (εναγομένου) το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, ερευνητέον δε ως εκ τούτου τυγχάνει αν αυτός διέπραξε εναντίον του ενάγοντος το αδίκημα της απλής δυσφήμισης (αρ. 362 Π.Κ.). Από τα ίδια ως άνω στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος προέβη στην υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς και του υπομνήματος, αφού προηγουμένως, με την ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή της Δ/νσης ασφαλιστικών υπηρεσιών του ΙΚΑ και εξ αφορμής της ερώτησης δύο Ελλήνων βουλευτών, διέταξε τη διενέργεια έρευνας ώστε να προωθήσει σχέδιο απάντησης στο αρμόδιο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, σε εκτέλεση των νομίμων καθηκόντων του, που του υπέβαλαν την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς για τις αξιόποινες πράξεις που πληροφορείται κατά την άσκηση των καθηκόντων του, αλλά και για την διαφύλαξη των συμφερόντων του ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, από τον τρόπο δε διατύπωσης των ισχυρισμών του στα ως άνω δικόγραφα δεν προκύπτει εκ μέρους του σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ενσυνείδητα υπερέβη τα όρια του δικαιώματος κατά την κοινή κρίση του ορθά σκεπτόμενου, και ότι είχε άμεσο και ειδικό στόχο, την προσβολή της τιμής και υπόληψης του ενάγοντος.

Επομένως, αίρεται, εν προκειμένω, ο άδικος χαρακτήρας της απλής δυσφήμησης, αφού ο εναγόμενος ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, κατ' αρ. 367 παρ. 1 περ. γ' ΠΚ, κατά παραδοχή της εκ του άρθρου αυτού ενστάσεώς του, την οποία προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει παραδεκτά και νόμιμα στο παρόν Δικαστήριο...".

Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής του ήδη αναιρεσείοντος, ενάγοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια, με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, που συμπληρώθηκαν με τις ανωτέρω της προσβαλλόμενης απόφασης.

Με το να δεχθεί, όμως το Εφετείο, ειδικότερα ότι: α) οι επίμαχοι ισχυρισμοί του ήδη αναιρεσίβλητου, εναγομένου, στην ανωτέρω μήνυση και το υπόμνημά του, ότι "...ο ενάγων με τις παράνομες εντολές του για χορήγηση ασφαλιστικής ενημερότητας συνέβαλε εκ προθέσεως στον κεντρικό συντονισμό και μεθόδευση με προφανή σκοπό την οικονομική ωφέλεια της επιχείρησης και συνέπεια την αντίστοιχη οικονομική ζημία του ΙΚΑ, είναι ψευδείς και προσβάλλουν, αναμφίβολα, την προσωπικότητα του ενάγοντος, και δη την τιμή και υπόληψη αυτού, ως ατόμου και επαγγελματία...".

β) "...δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος γνώριζε ή από βαρειά αμέλεια αγνοούσε την αναλήθεια των άνω γεγονότων και ότι εν τούτοις τα ισχυρίστηκε με σκοπό να πλήξει τις άνω εκφάνσεις της προσωπικότητας του ενάγοντος αλλά αντίθετα ότι τα ισχυρίστηκε πιστεύοντας ότι είναι αληθή και, συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται συκοφαντική δυσφήμηση αυτού...

Κατ' ακολουθία, δεν στοιχειοθετείται σε βάρος του (εναγομένου) το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, ερευνητέον δε ως εκ τούτου τυγχάνει αν αυτός διέπραξε εναντίον του ενάγοντος το αδίκημα της απλής δυσφήμισης (αρ. 362 Π.Κ.)". Και, γ) "...αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος προέβη στην υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς και του υπομνήματος, αφού προηγουμένως, με την ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή της Δ/νσης ασφαλιστικών υπηρεσιών του ΙΚΑ και εξ αφορμής της ερώτησης δύο Ελλήνων βουλευτών, διέταξε τη διενέργεια έρευνας ώστε να προωθήσει σχέδιο απάντησης στο αρμόδιο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, σε εκτέλεση των νομίμων καθηκόντων του, που του υπέβαλαν την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς για τις αξιόποινες πράξεις που πληροφορείται κατά την άσκηση των καθηκόντων του, αλλά και για την διαφύλαξη των συμφερόντων του ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, από τον τρόπο δε διατύπωσης των ισχυρισμών του στα ως άνω δικόγραφα δεν προκύπτει εκ μέρους του σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ενσυνείδητα υπερέβη τα όρια του δικαιώματος κατά την κοινή κρίση του ορθά σκεπτόμενου, και ότι είχε άμεσο και ειδικό στόχο, την προσβολή της τιμής και υπόληψης του ενάγοντος.

Επομένως, αίρεται, εν προκειμένω, ο άδικος χαρακτήρας της απλής δυσφήμησης, αφού ο εναγόμενος ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, κατ' αρ. 367 παρ. 1 περ. γ' ΠΚ...". Και, συνακόλουθα, κατά παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμης της, από το άρθρο 367 παρ. 1 περ. γ' ΠΚ, ένστασης αυτού (ήδη αναιρεσίβλητου, εναγομένου), να κρίνει απορριπτέες τις ένδικες αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, παραβίασε, ευθέως, την εν λόγω διάταξη, με εσφαλμένη υπαγωγή, σ' αυτή, των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, που, αναιρετικά ανέλεγκτα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Και τούτο διότι, οι ανωτέρω αναφορές του ήδη αναιρεσίβλητου, για τον αντίδικό του, ενάγοντα, που όπως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, είναι ψευδείς και προσβλητικές για την προσωπικότητά και θίγουν την τιμή και την υπόληψη αυτού, ως ατόμου και επαγγελματία, εν όψει και της ιδιότητας αυτού, ως εγκρίτου δικηγόρου του Πειραιά και Υποδιοικητή του ΙΚΑ, στον κρίσιμο χρόνο, κατά στάθμιση των εννόμων αγαθών, αφενός, της άσκησης των νομίμων καθηκόντων του ήδη αναιρεσιβλήτου, εναγομένου, κατά τον ίδιο χρόνο, ως Γενικού Διευθυντή της Δ/νσης ασφαλιστικών υπηρεσιών του ΙΚΑ, στο πλαίσιο των οποίων εμπίπτει και η υποβολή μηνυτηρίων αναφορών για τις αξιόποινες πράξεις, που πληροφορείται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, καθώς και υπομνημάτων, προς επίρρωση αυτών, αλλά και για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του προς διαφύλαξη των συμφερόντων του εν λόγω Ιδρύματος και, αφετέρου, της τιμής και υπολήψεως του ήδη αναιρεσείοντος, ενάγοντος, δεν αποτελούσαν το αναγκαίο και, αντικειμενικά, ανάλογο μέσο, καθόσον αυτά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, μπορούσαν να επιτευχθούν με άλλο τρόπο.

Ειδικότερα δε, για την άσκηση του νομίμου καθήκοντος του αναιρεσιβλήτου και την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος αυτού προς διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος και δη αυτού του ανωτέρω ΝΠΔΔ, του οποίου αυτός, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν Γενικός Διευθυντής, απαιτείτο και αρκούσε, η απλή έκθεση στην επίμαχη μηνυτήρια αναφορά και το σχετικό υπόμηνά του των γεγονότων που, κατά την κρίση του, συνιστούσαν παράνομες πράξεις, καθόσον, αυτό και μόνο απαιτείτο και αρκούσε, ώστε οι αρμόδιες Εισαγγελικές Αρχές, στις οποίες υπέβαλε τα εν λόγω έγγραφα, να αξιολογήσουν τη διαλαμβανόμενη σ' αυτά συμπεριφορά των αναφερομένων ή και, τυχόν, άλλων, μη αναφερομένων σ' αυτά, αλλά εμπλεκομένων σε αξιόποινες πράξεις φυσικών προσώπων και κρίνοντας ότι στοιχειοθετούνται, κατά την αντικειμενική και υποκειμένική τους υπόσταση, συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις, ν' ασκήσουν, ενδεχομένως, την κατά την κρίση τους, ως μόνων αρμοδίων, προς τούτο, σχετική ποινική δίωξη, "in rem" ή "in persona", προσδίδοντας στις εν λόγω πράξεις και τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό.

Δεν ήταν δε αναγκαίο, ο ήδη αναιρεσίβλητος, εναγόμενος, να διαλάβει στα ανωτέρω έγγραφά του και τους λοιπούς δυσφημιστικούς ισχυρισμούς του για τον ήδη αναιρεσείοντα, ενάγοντα, προβαίνοντας, μάλιστα, όλως αναρμοδίως, σε νομικούς χαρακτηρισμούς των γεγονότων, που ανέφερε, αλλά και να αποδώσει στον τελευταίο συγκεκριμένη αξιόποινη συμπεριφορά και δη πρόθεση προσπορισμού οικονομικού οφέλους σε τρίτον (ήτοι την αναφερόμενη εκεί εταιρεία) και, αντιστοίχως, πρόκλησης ζημίας σε βάρος του ΙΚΑ, που συνιστούν στοιχεία θεμελιωτικά της υποκειμενικής υπόστασης συγκεκριμένων αξιοποίνων πράξεων και που αποτελούν αντικείμενο της, με αφορμή τα εν λόγω έγγραφα, εισαγγελικής και ανακριτικής έρευνας, και, σε κάθε περίπτωση, οι επίμαχες αναφορές δεν εξυπηρετούσαν τους ανωτέρω, επιδιωκόμενους, εκ μέρους του (ήδη αναιρεσίβλητου), σκοπούς, αλλά αντιθέτως υπερέβαιναν, στην προκειμένη περίπτωση, το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο και έβλαπταν την τιμή και την υπόληψη του ήδη αναιρεσείοντος, ενάγοντος, υπερακοντίζοντας το σκοπό της ανωτέρω διάταξης (367 παρ. 1 περ.

γ' ΠΚ). Επομένως, ο πρώτος, σχετικός, αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίον αποδίδεται στο Εφετείο ευθεία παραβίαση της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του ΠΚ (άρθρο 367 παρ. 1 περ. γ' ΠΚ) κρίνεται βάσιμος. Ενόψει δε της αναιρετικής εμβέλειας αυτού του λόγου, που έγινε δεκτός και συνεπάγεται τον εξοβελισμό της ανωτέρω ένστασης του ήδη αναιρεσίβλητου, εναγομένου, η οποία (ένσταση), κατά τ' αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, αντιτάσσεται και σε αξιώσεις ερειδόμενες στις διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ., 920 ΑΚ, ως εν προκειμένω, παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα:

α) του επικουρικώς προς το πρώτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου δευτέρου σκέλος αυτού, από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη εκ πλαγίου παραβίαση της ίδιας ως άνω διατάξεως (367 παρ. 1 περ. γ' ΠΚ), αφού και αυτή η αιτίαση κατατείνει στο ίδιο αποτέλεσμα με εκείνη του πρώτου σκέλους του, κατά την οποία έγινε δεκτός.

Και, β) του δευτέρου και τελευταίου αναιρετικού λόγου από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον, ορθώς εκτιμώμενο, ως μόνο από τον αριθμό 1 της ίδιας διάταξης του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 920 ΑΚ, συνισταμένη στο ότι ενώ για την εφαρμογή της απαιτείται γνώση ή υπαίτια (με οποιουδήποτε βαθμού αμέλεια) άγνοια της αναλήθειας των υποστηριχθέντων ή διαδοθέντων γεγονότων, το Εφετείο, προκειμένου ν' απορρίψει την ένδικη αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που είχε ως νομικό έρεισμα και αυτή τη διάταξη, αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, αφού απαίτησε, μόνο, γνώση ή από βαρεία αμέλεια άγνοια, εκ μέρους του ήδη αναιρεσίβλητου, εναγομένου, της αναλήθειας αυτών.

Και τούτο (αλυσιτέλεια του λόγου) καθόσον, η ένδικη αδικοπραξία, συνεπεία της οποίας ο ήδη αναιρεσείων, ενάγων, επιδιώκει την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την εξ αυτής επελθούσα, σ' αυτόν, ηθική βλάβη, τόσο με βάση τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 362 ΠΚ, για την ευθεία παραβίαση των οποίων έγινε δεκτός ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, όσο και με αυτές των άρθρων 920, 932 ΑΚ, που φέρονται ως παραβιασθείσες, με τον παρόντα αναιρετικό λόγο, θεμελιώνεται, με βάση το ιστορικό των ενδίκων αγωγών, όπως προκύπτει τούτο από την επισκόπησή τους (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), αλλά και τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, στο ίδιο βιοτικό συμβάν και, επομένως, οφείλεται σ' αυτόν (αναιρεσίοντα, ενάγοντα) ως χρηματική ικανοποίηση μια παροχή, δηλαδή ενιαίο ποσό, αφού είναι ενιαία και η ηθική του βλάβη, που αποσκοπεί να καλύψει η σχετική χρηματική ικανοποίηση, στο πλαίσιο ενός και του αυτού συμφέροντός του, για τον προσδιορισμό του ύψους, της οποίας, λαμβάνεται υπόψη η όλη αδικοπρακτική συμπεριφορά του αντιδίκου του, από την οποία προκλήθηκε αυτή η βλάβη, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται (η χρηματική ικανοποίηση) στην ένταση και στην απαξία της προσβολής.

Τούτο δε, ανεξαρτήτως της αβασιμότητας του τελευταίου αυτού αναιρετικού λόγου, καθόσον στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι το Εφετείο εφάρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, ενώ, από τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν προκύπτει κάτι τέτοιο.

IΙ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της, με το οποίο έγινε δεκτή η, από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 περ. γ' ΠΚ, ένσταση του ήδη αναιρεσίβλητου, εναγομένου και, κατά παραδοχή της, απορρίφθηκαν οι ένδικες αγωγές. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που την εξέδωσαν (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατέβαλε για την άσκηση της υπόψη αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, που νίκησε, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, το οποίο υπέβαλε ο τελευταίος, με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1520/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο, στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης, μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ