Supreme Court partially allows appeal against labor compensation award exceeding statutory cap under specific legal provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a first-instance judgment that rejected a labor dispute claim. The plaintiff argued for compensation exceeding a statutory limit, while the defendant contended the claim was inadmissible. The court found the first instance erred in applying the law regarding the compensation cap but dismissed the argument concerning the termination of benefits.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 2 of Law 173/1967; Art. 30 of Law 4024/2011: Compensation exceeding the statutory cap is lawful, but claims for the termination of benefits are distinct from post-employment compensation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1235 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1235/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής επιχείρησης Ύδρευσης - Αποχέτευσης Λάρισας (Δ.Ε.Υ.Α.Λ.), που έχει έδρα στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ζ. Χ. του Η., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κρίτσανο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/4/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 270/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση με την από 27/7/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1) Με την από 29-7-2019 κλήση της αναιρεσείουσας Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Λάρισας (Δ.ΕΎ.Α.Λ.) φέρεται προς συζήτηση κατά την παρούσα δικάσιμο, η από 21.06.2017 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η 270/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 194/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, με τη οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση. Η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την αρχική δικάσιμο της 28-5-2019 ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων εξ αιτίας της διενέργειας των εκλογών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των Δημοτικών και Περιφερειακών εκλογών της 26ης Μαΐου 2019. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον η προσβαλλόμενη επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 13-7-2018, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο, και η αναίρεση ασκήθηκε κατ' άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ στις 27-7-2018 με την κατάθεση στην γραμματεία του Πρωτοδικείου Λάρισας (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.2, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2) Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του α.ν. 99/1967, περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κλπ" (ΦΕΚ Α' 189), "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (...κ.λπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμενοι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920.
ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου". Το ανώτατο αυτό όριο αποζημιώσεως αυξήθηκε διαδοχικά και με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 (ΦΕΚ ΑΛ 111) προσδιορίσθηκε στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ.
Στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: 1. " Εις ας περιπτώσεις ειδική διάταξις νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως αναφερομένης εις ανωνύμους εταιρείας ή Κοινωφελείς Επιχειρήσεις... προβλέπει την καταβολήν εις υπαλλήλους κατά τον χρόνον της απομακρύνσεώς των εκ της εργασίας, και ετέρας προσθέτου αποζημιώσεως πέραν της υπό του ν. 2112 προβλεπομένης, η αποζημίωσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη ποσοστόν 15% της υπό της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος οριζομένης".
Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 "Περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967... επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ." (ΦΕΚ Α' 171), "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν διά πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντος, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου".
Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερόμενων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών, αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών, και υπερισχύουν γι' αυτό των ευνοϊκότερων όρων των Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (ΟλΑΠ 10/1998, ΑΠ 998/2017, ΑΠ 227/2016, 1621/2011).
Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχειρήσεως ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (Ολ ΑΠ 20/2006, 10/1998, 33-34/1997, ΑΠ 892/2017, ΑΠ 1631/2017).
Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (ΦΕΚ Α' 191) ορίζεται ότι: "Δια την άσκησιν των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος υδρεύσεως και αποχετεύσεως οικιστικών κέντρων της χώρας, εξαιρέσει των πόλεων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων αυτών περιοχών, δύναται να συνιστώνται., εις έκαστον Δήμον ή Κοινότητα της Χώρας ή υπό πλειόνων Δήμων ή Κοινοτήτων ή Δήμων και Κοινοτήτων ενιαίαι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως.
Αι ανωτέρω Επιχειρήσεις αποτελούν ίδια Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα υπό των κανόνων της ιδιωτικής οικονομίας, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του νόμου. Αι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως λειτουργούν υπό μορφήν Δημοτικής ή Κοινοτικής επιχειρήσεως και διέπονται ως προς την διοίκησιν, οργάνωσιν, εκτέλεσιν, λειτουργίαν, συντήρησιν των έργων της αρμοδιότητος των καθώς και τας πηγάς της χρηματοδοτήσεώς των υπό των διατάξεων του παρόντος νόμου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος" και στο άρθρο 7 παρ. 1 του ίδιου νόμου ότι " ΔΓ Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, συντασσομένου δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμην των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωσις, η σύνθεσις και η αρμοδιότης των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τας ανάγκας της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων προσωπικού καθομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδος εκπαιδεύσεως, αι αποδοχαί, ως και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιον προς τούτο όργανον".
Εξάλλου, ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δημοτικής Επιχείρησης Λάρισας (ΔΕΥΑΛ), όπως αυτός τροποποιήθηκε με την …/2009 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, η οποία εγκρίθηκε με την …/2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Λαρισαίων και με την …/2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας (ΦΕΚ Β' 190), ο οποίος (Οργανισμός) εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν. 1069/1980, στο άρθρο 48 αυτού ορίζει τα ακόλουθα :"1.
Στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης που αποχωρεί από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης ή θανάτου, είτε απομακρύνεται από την εργασία του για λόγους υγείας, εφόσον δεν περιορίζεται ρητά από το νόμο, καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση, που ισχύει κάθε φορά για τους επικουρικά ασφαλισμένους, προσαυξημένη κατά ποσοστό 10%, με τις ακόλουθες διαβαθμίσεις :α)...β)...γ) Ποσό ίσο με τις συνολικές αποδοχές έξι μηνών προσαυξημένες με την αναλογία των δώρων και επιδόματος αδείας για υπηρεσία στη ....
από 3 μέχρι 5 χρόνια. Για υπηρεσία στη μεγαλύτερη των 5 χρόνων καταβάλλεται αποζημίωση που προσαυξάνεται με τις αποδοχές τριών μηνών για κάθε πενταετία ή ανάλογο κλάσμα της. 2. Η εφάπαξ αποζημίωση καταβάλλεται και σε όσους αποχωρούν οικειοθελώς από την υπηρεσία, αφού συμπλήρωσαν το 58ο έτος της ηλικίας τους ή αφού διάνυσαν στη ....
χρόνο πραγματικής υπηρεσίας 20 ετών. 3 Για την καταβολή της εφάπαξ αποζημίωσης στους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης απαιτείται η συμπλήρωση όλων των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το νόμο για τη χορήγηση σύνταξης λόγω γήρατος. Στο άρθρο 49 του ίδιου Οργανισμού ορίζεται ότι :"1. Το προσωπικό της ΔΕΥΑΛ, με σκοπό τη διευκόλυνση της επιχείρησης για την αποχώρηση του προσωπικού της, εφόσον έχει διανύσει στη ΔΕΥΑΛ πραγματική υπηρεσία 20 ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης από τον ασφαλιστικό οργανισμό στον οποίο υπάγεται, έχει τη δυνατότητα να αποχωρεί οικειοθελώς από την εργασία του πριν τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του. 2.
Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται ως κίνητρο πρόσθετη αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΕΥΑΛ . Σαν βάση για τον καθορισμό της πρόσθετης αποζημίωσης λαμβάνονται τα 5 έως 1 χρόνια, που υπολείπονται μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας. Το ανώτατο ποσό καταβάλλεται σε όσους υπολείπονται τουλάχιστον 5 χρόνια υπηρεσίας και για κάθε έτος που προστίθεται μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους, το ποσό της πρόσθετης αποζημίωσης μειώνεται κατά ποσό ή ποσοστό που ορίζει το Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΥΑΛ, έτσι ώστε να μηδενίζεται και να μην καταβάλλεται σε όσους αποχωρούν με τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής". 3.
Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να είναι γενική και να προβλέπει την καταβολή της ανωτέρω αποζημίωσης ομοιόμορφα και σε όλο το προσωπικό, που πληροί τις προϋποθέσεις πρόωρης αποχώρησης. 4. Για την αποχώρηση και την καταβολή της πρόσθετης αποζημίωσης απαιτείται υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο, που εγκρίνεται κάθε φορά από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΥΑΛ.
Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να απορρίψει την αίτηση αν το επιβάλλουν οι ανάγκες της υπηρεσίας ή δεν το επιτρέπει η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι η αποζημίωση που δικαιούνται οι μισθωτοί, υπάλληλοι ή εργάτες, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των άλλων δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, βάσει των διατάξεων του ν. 2112/1920 (δηλαδή όταν η σύμβαση εργασίας λύεται με καταγγελία του εργοδότη ή του εργαζόμενου) υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα.
Για την ταυτότητα του νομικού λόγου διάταξη αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια αποτελεί και αυτή του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, με την οποία θεσπίζεται περιορισμός στο ύψος των πρόσθετων, σε σχέση με αυτές που χορηγούνται βάσει του ν. 2112/1920, αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους εργαζόμενους κατά το χρόνο της απομάκρυνσής τους από την υπηρεσία, οι οποίες δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ποσό των 2.250 (15.000 Χ 15%) ευρώ.
Περαιτέρω, η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζομένους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους, παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής θέλησης.
Για την ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο, μπορεί δε η συνήθεια αυτή να αναφέρεται και στην αναγνώριση της προϋπηρεσίας των μισθωτών (ΑΠ 2/1992). Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ.1 του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που κυρώθηκε με τον ν.3001/2002 (πρώην άρθρο 119), αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών που απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη, επιβάλλει όπως ο εργοδότης, όταν προβαίνει από κάποιο λόγο, που ελεύθερα εκτιμά, σε εκούσια παροχή στους μισθωτούς του να μην εξαιρεί από αυτή κάποιον ή κάποιους μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (ΑΠ Ολ 348/1985, ΑΠ 1263/2005).
Έτσι, οι "οικειοθελείς" παροχές του εργοδότη αποτελούν το κύριο αντικείμενο τόσο της επιχειρησιακής συνήθειας - πρακτικής της εκμετάλλευσης όσο και της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Αλλά η επιχειρησιακή συνήθεια προϋποθέτει τη μακροχρόνια και ομοιόμορφη χορήγηση της παροχής στο προσωπικό και εφόσον σ' αυτή προβαίνει ο εργοδότης ανεπιφύλακτα, ανακύπτει η σιωπηρή συμφωνία βάσει της οποίας ο εργοδότης υποχρεούται να συνεχίζει να χορηγεί την παροχή αυτή η οποία παύει πλέον να είναι οικειοθελής και παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης.
Κατά την αρχή της ίσης μεταχείρισης ο εργοδότης που χορηγεί την οικειοθελή παροχή στο προσωπικό, ανεξάρτητα αν έχει δημιουργηθεί ή όχι συμβατική δέσμευση χορήγησής της και στο μέλλον και επομένως ανεξάρτητα αν η παροχή αυτή έχει αποτελέσει αντικείμενο δεσμευτικής πρακτικής- επιχειρησιακής συνήθειας, υποχρεούται, για όσο διάστημα τη χορηγεί, να μεταχειρίζεται τους εργαζομένους κατά το ίδιο τρόπο.
Κατά συνέπεια η αξίωση του εργαζομένου είναι δυνατό να θεμελιώνεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Έτσι, αν ο εργοδότης παρά την ύπαρξη μιας διαμορφωμένης πλέον στο χώρο της εκμετάλλευσης επιχειρησιακής συνήθειας με αντικείμενο πρόσθετη χρηματική παροχή, εξαιρεί αυθαίρετα από αυτή έναν ή περισσότερους εργαζομένους τότε αυτοί έχουν αφενός αξίωση που στηρίζεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και αφετέρου αξίωση που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Στην περίπτωση αυτή αν αποδειχθεί η ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας ο εργαζόμενος έχει ήδη αξίωση βάσει της σιωπηρής συμφωνίας, που δημιουργεί τη συμβατική δέσμευση (άρθρ. 361 ΑΚ). Η αρχή της ίσης μεταχείρισης έχει επικουρικό χαρακτήρα και για τη θεμελίωσή της αρκεί ότι ο εργοδότης εξαιρεί αυθαίρετα από την παροχή έναν ή περισσότερους εργαζόμενους υπό τις αυτές συνθήκες και προϋποθέσεις, αν και οφείλει να τους μεταχειρίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από την επιχειρησιακή συνήθεια και την εντεύθεν συμβατική πλέον δέσμευση (ΑΠ 1263/2005).
Όμως, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, η αποζημίωση που δικαιούνται οι μισθωτοί υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 2 παρ. 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα ποσά των 15.000 και 2.250 ευρώ, αντίστοιχα ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα ή επιχειρησιακή συνήθεια (ΑΠ 1493/2018, ΑΠ 591/2015).
Συνέπεια αυτών είναι η αγωγή με την οποία ζητείται αποζημίωση βάσει του ν.2112/1920 μεγαλύτερη από το ως άνω όριο των 15.000 ευρώ καθώς και πρόσθετη αυτοτελή αποζημίωση (πέραν της αποζημίωσης του ν.2112/1920) που προβλέπεται από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού, είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα ή επιχειρησιακή συνήθεια μεγαλύτερη από τα ως άνω όρια των 15.000 και 2.250 ευρώ να είναι κατά το υπερβάλλον μη νόμιμη (ΑΠ 350/2019, 1439/2018, 892/2017, ΑΠ 1631/2017, ΑΠ 591/2015).
3) Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' ΚΠολΔ. κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές.
Δηλαδή, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ. κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Τέλος, κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ. όπως ισχύει μετά το Ν. 4335/2015, για αναιρέσεις που ασκούνται μετά την 1.1.2016, λόγος αναίρεσης (μεταξύ άλλων) στηριζόμενος στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και κατά συνέπεια και στον ομοίου περιεχομένου αριθμό 1 του άρθρου 560 του ιδίου Κώδικα) εξετάζεται (και) αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο.
4) Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 4.4.2017 αγωγή/ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στη Λάρισα, την 1-9-1982 για να εργασθεί αρχικά με την ειδικότητα του βοηθού υδραυλικού και στη συνέχεια με την ειδικότητα του αρχιτεχνίτη και απασχολήθηκε ως τακτικό προσωπικό αυτής, μέχρι την 28-2-2017, οπότε και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης με τα κίνητρα της εθελούσιας εξόδου κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 48 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγόμενης μετά και την έκδοση των σχετικών αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου αυτής και ότι δεν του καταβλήθηκαν οι προβλεπόμενες από την παρ. 1 του άρθρου 48 και παρ. 1 του άρθρου 49 του ΟΕΥ της εναγόμενης αποζημιώσεις, ήτοι η εφάπαξ νόμιμη αποζημίωση τακτικού προσωπικού ποσού 14.675 ευρώ και η πρόσθετη αποζημίωση ως κίνητρο λόγω εθελούσιας εξόδου ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας ποσού 4.998 ευρώ αντιστοίχως, οι οποίες στο συνολικό ποσό των 19.673 ευρώ, εφόσον αυτός διήνυσε στην υπηρεσία της εναγόμενης χρόνο πραγματικής υπηρεσίας 20 ετών κατά τα ειδικότερα και αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή.
Ενόψει αυτών, ο ενάγων ζήτησε κατά την κύρια βάση της αγωγής, επικαλούμενος τον παραπάνω Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας (Ο.Ε.Υ), άλλως επικουρικά (επικαλούμενος) την επιχειρησιακή συνήθεια και την αρχή της ίσης μεταχείρισης να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει τα ως άνω ποσά, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε απαίτηση κατέστη απαιτητή.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 194/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας, με την οποία υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 19.673 ευρώ, με το νόμιμο από την επίδοση της αγωγής τόκο. Κατόπιν εφέσεως της εναγομένης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης, που δίκασε κατ" έφεση, δέχθηκε τα ακόλουθα "Η εναγόμενη-εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα), Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Λάρισας (Δ.Ε.Υ.Α.Λ.), που συστήθηκε με το π.δ. 374/1981 (ΦΕΚ Α 103), κατ' εφαρμογή του ν. 1069/1980, αποτελεί κοινωφελή επιχείρηση, η οποία έχει τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, ο δε κοινωφελής χαρακτήρας της επιχείρησης μνημονεύεται ρητά στο άρθρο 1 του Ν. 1069/ 1980 και στο συστατικό προεδρικό διάταγμα, αλλά σαφώς επιβεβαιώνεται και από το αντικείμενο της δραστηριότητάς της (εκμετάλλευση των δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης).
Με την υπ' αριθ. …/…-12-2009 απόφαση της Γενικής Γραμματέως της Περιφέρειας Θεσσαλίας εγκρίθηκαν οι τροποποιήσεις του μέχρι τότε ισχύοντος Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δ.Ε.Υ.Α.Λ., βάσει του οποίου ρυθμίζονται τα θέματα προσλήψεων και απολύσεων προσωπικού. Στο κεφάλαιο Ζ του Κανονισμού, υπό τον τίτλο "Λύση της εργασιακής σχέσης" και στα άρθρα 48 παρ. 1 και 49 παρ. 1-2, προβλέπεται η καταβολή εφάπαξ αποζημίωσης και πρόσθετης αποζημίωσης στους εργαζόμενους, που έχουν συμπληρώσει συγκεκριμένες προϋποθέσεις και συνταξιοδοτούνται.
Για τον καθορισμό του ύψους της πρόσθετης αποζημίωσης, του άρθρου 49 παρ. 1 του Κανονισμού, έχει ληφθεί η υπ' αριθ. 217/29-9-2000 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης - εκκαλούσας, με την οποία ορίζεται ότι όποιος αποχωρεί 5, 4, 3, 2 ή 1 χρόνο πριν από τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του λαμβάνει ως κίνητρο εθελουσίας εξόδου το ποσό των 5.000.000, 4.000.000, 3.000.000, 2.000.000 και 1.000.000 δραχμών, αντίστοιχα, και ήδη το ισόποσο σε ευρώ.
Δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στη Λάρισα, την 01-09-1982, ο ενάγων-εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος) προσελήφθη από την εναγομένη - εκκαλούσα δημοτική επιχείρηση, προκειμένου να εργαστεί με την ειδικότητα του βοηθού υδραυλικού αρχικά και στη συνέχεια με την ειδικότητα του αρχιτεχνίτη.
Στις 20-12-2016 ο ενάγων-εφεσίβλητος υπέβαλε στο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης-εκκαλούσας την υπ' αριθ. πρωτ. …/…-12-2016 αίτηση με θέμα "Αποχώρηση λόγω συνταξιοδότησης (με τα κίνητρα της εθελουσίας εξόδου), με την οποία αφού δήλωνε ότι εργάζεται στην εναγομένη- εκκαλούσα από την 01-09-1982 και ότι έχει γεννηθεί στις 15-02-1958, ζητούσε να εγκριθεί, κατ' άρθρα 48 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγομένης-εκκαλούσας, η αποχώρησή του από την υπηρεσία στις 28-02- 2017 λόγω συνταξιοδότησης και να του καταβληθούν η νόμιμη εφάπαξ αποζημίωση και ό,τι δικαιούται λόγω εθελουσίας εξόδου.
Ακολούθως, το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης-εκκαλούσας με την υπ' αριθ. …/…/…-01- 2017 απόφασή του ενέκρινε τη συνταξιοδότηση του ενάγοντος-εφεσίβλητου στις 28-02-2017 και την καταβολή σε αυτόν των νόμιμων αποζημιώσεων.
Παραλλήλως, με την υπ' αριθ. …/2017/ … απόφαση του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Μισθωτών Λάρισας του Ε.Φ.Κ.Α.. απονεμήθηκε στον ενάγοντα-εφεσίβλητο πλήρης σύνταξη λόγω γήρατος αρχόμενη από 01-03-2017. Από την προπαρατιθέμενη αλληλουχία των γεγονότων προκύπτει μετ' ενάργειας το συμπέρασμα ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος πληρούσε τις προϋποθέσεις που ορίζει η διάταξη του άρθρου 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δ.Ε.Υ.Α.Λ.
προκειμένου να του χορηγηθεί η εκεί αναφερόμενη πρόσθετη αποζημίωση ως κίνητρο εθελουσίας εξόδου, καθόσον, αφενός μεν αυτός (ενάγων-εφεσίβλητος) είχε διανύσει στην εναγομένη-εκκαλούσα πραγματική υπηρεσία είκοσι (20) ετών, αφού προσελήφθη την 01-094982 και αποχώρησε από την εργασία του στις 28-02- 2017, αφετέρου δε, πληρούσε τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης, αφού απονεμήθηκε σε αυτόν, κατά τα προεκτεθέντα, πλήρης σύνταξη λόγω γήρατος.
Το ύψος της συγκεκριμένης αποζημίωσης, υπολογιζόμενο κατ' άρθρο 49 παρ. 2 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δ.Ε.Υ.Α.Λ., ανέρχεται στις 4.998 ευρώ (147 Χ 34), γεγονός περί του οποίου δεν υπάρχει ειδική αμφισβήτηση ή παράπονο εκ μέρους της εναγομένης, εκκαλούσας. Σε σχέση, εξάλλου, με την κατ' άρθρο 48 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δ.Ε.Υ.Α.Λ.
εφάπαξ αποζημίωση του τακτικού προσωπικού της εναγομένης-εκκαλούσας, ο ενάγων-εφεσίβλητος ωσαύτως δικαιούται την απόληψή της, συντρεχουσών όλων των οριζομένων εκ του άρθρου 48 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δ.Ε.Υ.Α.Λ. προϋποθέσεων. Ειδικότερα, ο ενάγων-εφεσίβλητος ανήκε στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης για χρονικό διάστημα μείζον των πέντε (5) ετών, αποχώρησε δε λόγω συνταξιοδότησης στις 28-02-2017 λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη λόγω γήρατος, και συνεπώς πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις που τάσσει η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 1 για την απόληψη της συγκεκριμένης εφάπαξ αποζημίωσης, το ύψος της οποίας, υπολογιζόμενο κατ' άρθρο 48 παρ. 1 περ.
εδαφ. β' ανέρχεται στις 14.675 ευρώ (2.935 Χ 5), γεγονός περί του οποίου δεν υπάρχει ειδική αμφισβήτηση ή παράπονο εκ μέρους της εναγομένης-εκκαλούσας. Ο δε ισχυρισμός της εναγομένης-εκκαλούσας περί υπαγωγής των ως άνω χρηματικών παροχών στην έννοια της πρόσθετης αυτοτελούς αποζημίωσης, η οποία υπόκειται στον τιθέμενο από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967 περιορισμό και ο επ' αυτού στηριζόμενος πρώτος λόγος της έφεσης, κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στην ως άνω μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της παρούσας, οι συγκεκριμένες χρηματικές παροχές δεν υπόκεινται στον περιορισμό της καταβολής μέχρι του ύψους των 2.250 ευρώ, διότι δεν έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα, ούτε καταβάλλονται συνεπεία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και, ως εκ τούτου, δεν είναι όμοιας φύσεως προς την αποζημίωση που καταβάλλεται βάσει του ν. 2112/ 1920, ώστε να δύναται να θεωρηθούν πρόσθετες παροχές, σε σχέση με την προβλεπόμενη στο ν. 2112/ 1920, και να εμπίπτουν στον περιορισμό του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967.
Ομοίως απορριπτέος κρίνεται ο ισχυρισμός της εναγομένης εκκαλούσας και ο αντίστοιχος δεύτερος λόγος έφεσης, ότι σύμφωνα με το άρθρο 30 του ν. 4024/2011, καταργούνται όλα τα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, μέχρι την έναρξη - ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης, καθόσον οι επίδικες παροχές, κατά τα προεκτεθέντα, δεν διαλαμβάνουν αποζημιωτικό χαρακτήρα, αλλά ούτε έχουν τη μορφή επιδόματος ή αμοιβής (βλ.
σχετικώς και το υπ' αριθμ. πρωτ. …/…/1 /…/ …-05-2013 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους). Απορριπτέος, τέλος,- ως αλυσιτελής κρίνεται- και ο τρίτος λόγος της εφέσεως, που αναφέρεται σε σφάλμα της εκκαλουμένης απόφασης σχετικά με την περί προσωρινής εκτελέσεως διάταξή της, αφού με την έκδοση της απόφασης του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, η εκκαλούμενη γίνεται τελεσίδικη και ως εκ τούτου εκτελεστή.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη-εκκαλούσα να καταβάλει στον ενάγοντα-εφεσίβλητο το συνολικό ποσό των 19.673 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση, μη υφισταμένου ειδικού παραπόνου εκ μέρους του ενάγοντος-εφεσιβλήτου αναφορικά με το χρόνο επέλευσης της τοκογονίας των επίδικων αξιώσεων.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτόμενων των σχετικών λόγων καθώς και της έφεσης στο σύνολο της". Όμως, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, ενόψει της φύσης της αναιρεσείουσας, ως κοινωφελούς επιχείρησης, η αποζημίωση κατ' άρθρο 48 του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και η πρόσθετη αποζημίωση με αφορμή την εθελούσια έξοδο κατ" άρθρο 49 του Κανονισμού δεν μπορούν να υπερβούν τα όρια του άρθρου 3 του Α.Ν. 173/1967 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 αυτού και 1 παρ. 1 του Ν.Δ. 618/1970, δηλαδή κάθε μία από αυτές δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 2.250 ευρώ (15.000 ευρώ Χ 15% = 2.250 ευρώ).
Οι προβλέψεις του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας δεν υπερισχύουν των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων, με τις οποίες θεσπίσθηκε το ανωτέρω όριο, οι οποίες καταλαμβάνουν τις ένδικες παροχές στους εργαζομένους της Δ.Ε.Υ.Α.Λ. Άλλωστε, και στις εν λόγω διατάξεις του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας περιλαμβάνεται η επιφύλαξη "εφόσον δεν περιορίζεται ρητά από το Νόμο" (βλ.
άρθρο 48 παρ. 1 του Κανονισμού). Κατ' ακολουθία αυτών, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ενόψει του ότι α) η Δ.Ε.Υ.Α. Λάρισας αποτελεί δημοτική επιχείρηση κοινωφελούς χαρακτήρα, η οποία, ανεξαρτήτως του νομικού ενδύματος ως Ν.Π.Ι.Δ. και του χαρακτηρισμού της ως επιχείρησης ειδικού σκοπού (άρθρο 252 παρ. 4 του ν.3463/2006).
παρέχει αγαθά ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο και ελέγχεται από το Δήμο Λάρισας και β) οι επίμαχες οικονομικές παροχές, που επιγράφονται η μεν μία στο μεν άρθρο 48 παρ. 1 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της ΔΕΥΑΛ ως "Εφάπαξ Αποζημίωση Τακτικού Προσωπικού", η δε άλλη στο άρθρο 49 παρ. 1 του Οργανισμού ως "Κίνητρο Εθελούσιας Εξόδου", καταβαλλόμενη "ως πρόσθετη αποζημίωση" κατά την αποχώρηση των εργαζομένων από την επιχείρηση εξαιτίας αυτής, εμπίπτουν στην έννοια της πρόσθετης αυτοτελούς αποζημίωσης και επομένως υπόκεινται στον επιβαλλόμενο με το άρθρο 3 του Α.Ν. 173/1967 περιορισμό ως προς το ύψος τους, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω.
Και τούτο διότι, οι εν λόγω παροχές, ενόψει του ότι χορηγούνται σε όλους τους απολυόμενους, παραιτούμενους και με οποιονδήποτε τρόπο αποχωρούντες υπαλλήλους, εφόσον βέβαια έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 20ετή παραμονή στην επιχείρηση, κατά τις αναφερόμενες στις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις του Ο.Ε.Υ Δ.Ε.Υ.Α Λάρισας έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα, καθόσον αποσκοπούν στην αποκατάσταση της ζημίας που υφίσταται ο μισθωτός λόγω της απώλειας της θέσης εργασίας του.
Συνακόλουθα, οι παροχές αυτές, ενόψει και του τρόπου και του χρόνου καταβολής αυτών δεν έχουν μισθολογικό χαρακτήρα, συνδεόμενο με την παροχή της εργασίας (ΑΠ 1493/2018, Ελ.Συν. I Τμ. Πράξη 94/2012, Ελ.Συν IV Τμ. Πράξη 0179/2013). Επομένως, αφού οι παροχές αυτές συνιστούν πρόσθετη αυτοτελή αποζημίωση πέραν εκείνης του ν. 2120/1920 και υπόκεινται στο τιθέμενο με τα άρθρα 2 παρ.2 και 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967 περιορισμό, τα αιτούμενα ποσά της αγωγής, κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο αποζημίωσης των 2.250 ευρώ, που θέτει η ως άνω διάταξη (15.000 ευρώ Χ 15% = 2.250 ευρώ) για τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, δεν είναι νόμιμα (ΑΠ 1493/2018).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, για παραβίαση ουσιαστικού νόμου και δη των άρθρων 2 παρ.2 και 3 παρ. 1 του α ν. 173/1967 είναι βάσιμος. Ο δεύτερος όμως λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠΟΛΔ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 30 του ν.4024/2011 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τούτο γιατί η εν λόγω διάταξη αφορά όπως προκύπτει από το σκοπό των διατάξεων του ν.4024/2011 και την οικεία αιτιολογική έκθεση κατάργηση από 1-11-2011 των αναφερομένων επιδομάτων, αμοιβών και αποζημιώσεων, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης των υπαλλήλων που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτές κατά την διάρκεια της σύμβασης εργασίας και όχι αποζημίωση οφειλομένη βάσει των οικείων διατάξεων μετά τη λήξη της σύμβασης, όπως στην προκείμενη περίπτωση. (ΑΠ 229/2019).
Η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε ως αβάσιμο τον δεύτερο λόγο έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα-εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ισχυριζόταν κατάργηση των επιδίκων αξιώσεων του ενάγοντος σύμφωνα με το άρθρο 30 του ν.4024/2011, ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε την εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία δεχόμενη ότι οι επίδικες παροχές δεν διαλαμβάνουν αποζημιωτικό χαρακτήρα, αλλά ούτε έχουν τη μορφή επιδόματος ή αμοιβής (άρθρο 578 ΚΠολΔ).? Επομένως, κατά παραδοχή των ως άνω αναιρετικών λόγων από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση.
Μετά από αυτά, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ. καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, καθότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ, ΑΠ 1493/2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 270/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για τη παρούσα δίκη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ