Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lawyer's late fee payment and lack of kinship proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation as procedurally inadmissible. The court found that the original lawyer failed to prove the required kinship with the appellant and paid the bar association fees late, which the court ruled did not cure the defect. Consequently, the appeal was rejected without the respondent needing to formally propose inadmissibility.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577(2) and 61 of the Code of Civil Procedure; Article 261 of the Code of Civil Procedure; Article 4 of the Lawyers' Code: The Supreme Court may declare an appeal inadmissible sua sponte if the lawyer lacks the required kinship or fails to pay bar fees on time, and such defects are cured only by specific conditions not met here.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1235 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1235/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Π., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα. Της αναιρεσίβλητης: Α. Μ. του Α., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μακρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 20-1-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3274/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 672/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-6-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, χωρίς να είναι απαραίτητο να προτείνεται το απαράδεκτο από τον αναιρεσίβλητο με προτάσεις που κατατίθενται στην προθεσμία του άρθρου 570 παρ.1 ΚΠολΔ.
Η αυτεπάγγελτη έρευνα του παραδεκτού γίνεται με ελεύθερη απόδειξη με βάση τα στοιχεία της δικογραφίας (Ολομ ΑΠ 412/1981, ΑΠ 2158/2014, ΑΠ 199/2011). Περαιτέρω, ο Κώδικας Δικηγόρων (ν. 4194/2013) ορίζει στο άρθρο 61 ότι "1. Ο δικηγόρος για την άσκηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων και για την παράστασή του ενώπιον των δικαστηρίων και των δικαστικών συμβουλίων ....
και γενικά για την παροχή υπηρεσιών, που σχετίζονται με την έναρξη και τη διεξαγωγή της δίκης .... υποχρεούται να προκαταβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο εισφορές, αποκλειστικά και μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο Παράρτημα III, οι οποίες προορίζονται για: αα) την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών του Συλλόγου, ββ) την απόδοση ως πόρου, στον τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (ΤΕΑΔ) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ), γγ) την απόδοση ως πόρου στον αντίστοιχο για κάθε Δικηγορικό Σύλλογο Τομέα Προνοίας - Υγείας του ΕΤΑΑ ή Ταμείο Αλληλοβοήθειας ή Λογαριασμούς Ενίσχυσης και Αλληλοβοήθειας Δικηγόρων (ΛΕΑΔ) και δδ) την απόδοση ως πόρου στον Ειδικό Διανεμητικό Λογαριασμό νέων δικηγόρων του άρθρου 33 του ν. 2915/2001 (Α' 109), όπου ισχύει ... 3.
Από την υποχρέωση της προκαταβολής, που ορίζεται και υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, απαλλάσσονται οι δικηγόροι όταν παρέχουν υπηρεσίες στους εαυτούς τους, καθώς και όταν εκπροσωπούν: α) διαδίκους που αναγνωρίζονται ότι δικαιούνται του ευεργετήματος πενίας, σύμφωνα με τα άρθρα 194 έως 204 του ΚΠολΔ, ή δικαιούχους νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3226/2004 (Α 24), β) διαδίκους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 82 παράγραφος 2 και της περίπτωσης θ της παραγράφου 1 του άρθρου 95 του Κώδικα, γ) το Δημόσιο, δ) τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με σύμβαση πάγιας αντιμισθίας.
Η συνδρομή των περιπτώσεων β, γ και δ αποδεικνύεται με υπεύθυνη δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου ... 4. Ο δικηγόρος, για την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή ενδίκων μέσων, καθώς και για την παράστασή του ενώπιον των δικαστηρίων... και για κάθε στάδιο της δίκης, οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης προκαταβολής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, να καταθέτει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η σχετική διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη.
Η υποχρέωση προκαταβολής της παράστασης κατά τη συζήτηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων θεωρείται τυπική παράλειψη η οποία μπορεί να καλυφθεί μετά τη συζήτηση και πριν από την έκδοση της απόφασης, ύστερα από σχετική ειδοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου από το δικαστήριο. (Το πιο πάνω εδάφιο προστέθηκε μετά το πρώτο εδάφιο της παρ.4 με το άρθρο 31 Ν.4509/2017,ΦΕΚ Α 201/22.12.2017).
Επίσης, για την παράσταση ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων κάθε βαθμού, των ανακριτών ή ανακριτικών υπαλλήλων ή δικαστικών συμβουλίων, οφείλει να καταθέτει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η παράσταση του δεν γίνεται δεκτή. Δεν υπάρχει υποχρέωση της προκαταβολής της παραγράφου 1 σε περίπτωση αναβολής ή ματαίωσης της συζήτησης, τυχόν δε καταβληθείσα προκαταβολή αναζητείται από τον δικηγόρο που προέβη σε αυτήν, άλλως αυτή ισχύει για τη νέα συζήτηση." 5.
Δικηγόρος που παραβιάζει την υποχρέωση προκαταβολής της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού υποχρεούται να καταβάλει το ποσό που όφειλε να προκαταβάλει και τιμωρείται με πρόστιμο ύψους χιλίων (1.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, σε περίπτωση δε υποτροπής και με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από το δικηγορικό λειτούργημα από δεκαπέντε (15) ημέρες μέχρι έξι (6) μήνες ...
Το ποσό προστίμου και κάθε ποσό που έπρεπε να έχει προκαταβληθεί καταβάλλονται στο ταμείο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου [και] εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων. 6. Οι προϊστάμενοι των γραμματειών όλων των δικαστηρίων υποχρεούνται, επί ποινή πειθαρχικού ελέγχου, να αποστέλλουν στο τέλος κάθε μήνα στους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους ονομαστικές καταστάσεις των δικηγόρων που παρέστησαν, χωρίς να προσκομίσουν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του παρόντος γραμμάτιο προκαταβολής, μνημονεύοντας ταυτόχρονα τα στοιχεία του διαδίκου για τον οποίο παρέστησαν, τη δικονομική του θέση, την ημερομηνία δικασίμου, το δικαστήριο και το είδος της διαδικασίας".
Εξάλλου, τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευομένου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας (ΑΕΔ 27/2004).
Επομένως, οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 61 του Κώδικα Δικηγόρων, με τις οποίες ορίζεται ότι, εφόσον δεν κατατεθεί ενώπιον του δικαστηρίου γραμμάτιο προκαταβολής της προβλεπομένης από την παρ. 1 του ιδίου άρθρου εισφοράς προς τον οικείο δικηγορικό σύλλογο, η σχετική διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη, δεν προσκρούουν στις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι με αυτές επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπών, που συνάπτονται προς την απονομή της δικαιοσύνης και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο (Ολομ ΣτΕ 1858/2015, ΑΠ 2126/2017).
Και ναι μεν με το άρθρο 31 ν. 4509/2017 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην τέταρτη παράγραφο του ως άνω άρθρου, κατά το οποίο "Η υποχρέωση προκαταβολής της παράστασης κατά τη συζήτηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων θεωρείται τυπική παράλειψη η οποία μπορεί να καλυφθεί μετά τη συζήτηση και πριν από την έκδοση της απόφασης, ύστερα από σχετική ειδοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου από το δικαστήριο", πλην όμως η έννοιά του είναι σαφής και περιορίζει τη δυνατότητα συμπληρώσεως της παραλείψεως καταθέσεως του γραμματίου προείσπραξης (μετά τη συζήτηση και πριν από την έκδοση της απόφασης) μόνο στην περίπτωση που το γραμμάτιο αφορά στην παράσταση του δικηγόρου κατά τη συζήτηση.
Ο νομοθέτης, έχοντας υπόψη ότι το απαράδεκτο λόγω παραλείψεως καταθέσεως του γραμματίου προείσπραξης μπορεί να ανακύψει τόσο κατά την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή ενδίκων μέσων, όσο και κατά την παράσταση του δικηγόρου ενώπιον των δικαστηρίων, πρόβλεψε δυνατότητα θεραπείας των συνεπειών της παραλείψεως αποκλειστικά και μόνο για την περίπτωση που το γραμμάτιο αφορά στην παράσταση του δικηγόρου κατά τη συζήτηση.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος (Γ. Β.) κατά την άσκηση αυτής, με κατάθεση στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς την 3.7.2018, δεν συγκατέθεσε και το προβλεπόμενο από το άρθρο 61 παρ. 1 ν. 4194/2013 γραμμάτιο (προ)καταβολής εισφορών στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, αλλά διατύπωσε την από 2.7.2018 δήλωσή του: "Δεν υποχρεούμαι στην έκδοση γραμματίου προείσπραξης, σύμφωνα με το άρθρο 82 παρ. 2 του κώδικα Δικηγόρων, για την κατάθεση του παρόντος λόγω βαθμού συγγένειας με τον αναιρεσείοντα".
Δηλαδή, επικαλέσθηκε την από το άρθρο 82 παρ. 2 του ως άνω νόμου εξαίρεση κατά την οποία επιτρέπεται η παροχή δικηγορικών υπηρεσιών χωρίς αμοιβή, πλην άλλων και, σε συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τρίτου βαθμού. Ωστόσο, δεν διευκρίνισε στη δήλωσή του το είδος και το βαθμό της συγγένειάς του με τον αναιρεσείοντα.
Η αναιρεσίβλητη με τις από 19.4.2019 (κατατεθείσες την 22.4.2019) προτάσεις της ενώπιον του Αρείου Πάγου αμφισβήτησε την ύπαρξη τρίτου βαθμού συγγένειας μεταξύ του αναιρεσείοντος και του ανωτέρω δικηγόρου, γεγονός που ο αναιρεσείων δεν το ομολογεί μεν ρητά, αλλά από το σύνολο των απαντήσεών του, σε συνδυασμό με το ότι ο ως άνω δικηγόρος πλήρωσε εκ των υστέρων τις εισφορές αυτές την 18.4.2019 και ο παρασταθείς στο ακροατήριο νέος πληρεξούσιος δικηγόρος (Ε.
Καλαμίδας) κατέθεσε εν τέλει το σχετικό γραμμάτιο με αριθμό Π...64/2019 στις 18.4.2019 στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, συνάγεται κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ ομολογία περί του ότι δεν συνέτρεχαν οι προβληθέντες από τον πρώτο δικηγόρο λόγοι συγγένειας. Επομένως, σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, η κατάθεση (άσκηση) της ένδικης αιτήσεως είναι απαράδεκτη ως διαδικαστική πράξη, πράγμα που ελέγχεται και αυτεπαγγέλτως χωρίς να είναι απαραίτητο το ως άνω απαράδεκτο να έχει προταθεί από την αναιρεσίβλητη με προτάσεις που κατατέθηκαν στην προθεσμία του άρθρου 570 παρ.1 ΚΠολΔ, αφού το απαράδεκτο προκύπτει από τα στοιχεία τη δικογραφίας με ελεύθερη απόδειξη.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι με την εκ των υστέρων καταβολή των οφειλόμενων στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο εισφορών καλύφθηκε το απαράδεκτο, λόγω αναλογικής εφαρμογής του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 4 Κώδικα Δικηγόρων που προστέθηκε με το άρθρο 31 ν. 4509/2017, δεν είναι νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι η νεότερη αυτή ρύθμιση περιορίζει τη δυνατότητα συμπληρώσεως της παραλείψεως καταθέσεως του γραμματίου προείσπραξης (μετά τη συζήτηση και πριν από την έκδοση της απόφασης) αποκλειστικά και μόνο στην περίπτωση που το γραμμάτιο αφορά στην παράσταση του δικηγόρου κατά τη συζήτηση.
Τέλος, η καθιέρωση του εν λόγω απαραδέκτου δεν προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι με αυτές επιδιώκεται, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα, η εξυπηρέτηση σκοπών, που συνάπτονται προς την απονομή της δικαιοσύνης και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο.
Κατόπιν τούτων, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.6.2018 αίτηση του Α. Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 672/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.-
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ