Legislator Case Law & Legislation
1235/2017 AI generated

1235/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1235/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1235/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης και ειδικότερα ως προς το κεφάλαιο του επικουρικού αιτήματος εναντιώνεται το ηττηθέν Ελληνικό Δημόσιο με την ένδικη αίτηση αναίρεσης η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
airport operating company airport procedure civil aviation law airport noise compensation sectoral plan for aviation infrastructure international Air Transport Association
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1235 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1235/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Δεληγιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... A.E.)", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Σταύρο Ανδριόπουλο και 2) Νικόλαο Ανδρικόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και με την οποία ζήτησε την ακύρωση της υπ’ αριθμ.60/2007 απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου του άρθρου 27 του ΝΔ 3560/1956, που εκδόθηκε επί της από 4-6-2007 αίτησης της ήδη αναιρεσίβλητης.

Εκδόθηκε η απόφαση 4354/2008 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αναιρεσείον με την από 27-1-2009 αίτησή του. και εκδόθηκε η 1308/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 4354/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 3923/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητά το αναιρεσείον με την από 10-12-2014 αίτησή του

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης, ανέγνωσε την από 21-12-2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ’ αριθ. 3923/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ’ επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:

Με την από 18-2-2008 αγωγή το ενάγον (και ήδη αναιρεσείον) Ελληνικό Δημόσιο εκθέτει ότι με την από 30-7-1958 σύμβαση "περί αεροπορικών συγκοινωνιών", που καταρτίσθηκε μεταξύ του ίδιου και του Α. Ω., η οποία κυρώθηκε με το ν.δ 3560/1958, παραχωρήθηκε αρχικά στον τελευταίο και μεταγενέστερα στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

Α.Ε", που συστήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 2 της ανωτέρω σύμβασης, η αποκλειστική εκμετάλλευση των υπό ελληνική σημαία αερομεταφορών μέχρι την 6-10-2006. Ότι με ειδικότερο όρο της σύμβασης (άρθρο 1 παρ. 2) παραχωρήθηκε στον ανάδοχο, εκτός των άλλων προνομίων, και "το προνομιακό δικαίωμα της δι’ επιγείων μέσων εξυπηρετήσεως των προσγειουμένων εις Ελληνικούς αερολιμένας ξένων αεροσκαφών ανηκόντων εις αεροπορικός επιχειρήσεις, αίτινες δεν θα διαθέτουν ίδια μέσα εξυπηρετήσεως" και ότι με την παρ. 2 του άρθρου 4 της ίδιας σύμβασης, που προστέθηκε με συμπληρωματική συμφωνία, κυρωθείσα με το ν.δ 122/1969, ορίσθηκε ότι ορισμένες δραστηριότητες θα μπορούσαν να ασκούνται είτε από την ανάδοχο "...

Α.Ε" είτε από μία ή περισσότερες ανεξάρτητες αυτής εταιρείες που θα ιδρύονταν από αυτή, των οποίων θα διατηρούσε υποχρεωτικά το 51% τουλάχιστον των μετοχών και ότι και αυτές (οι εταιρείες) θα απολάμβαναν των χορηγηθέντων στην "... Α.Ε" προνομίων. Ότι με το άρθρο 27 της ίδιας σύμβασης προβλέφθηκε ότι για κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλομένων αρμόδιο θα ήταν το εκεί οριζόμενο Διαιτητικό Δικαστήριο.

Ότι η εναγομένη η οποία υπήρξε θυγατρική εταιρεία της "... Α.Ε" από το έτος 1976 έως το Δεκέμβριο του έτους 2002 άσκησε ενώπιον του (προβλεπομένου με τη σύμβαση) Διαιτητικού Δικαστηρίου την από 4-6-2007 αγωγή της με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί το Δημόσιο να της καταβάλει ως αποζημίωση 49.629.863,39 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, για την αποκατάσταση των ζημιών που υπέστη κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2001 έως τις 6-10-2006 εξαιτίας της μεταφοράς των λειτουργιών του παλαιού Αερολιμένα Αθηνών στο νέο αεροδρόμιο στα ...

και ότι το Διαιτητικό δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 60/2007 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και το υποχρέωσε να της καταβάλει 11.031.631 ευρώ με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής. Με βάση το ιστορικό αυτό το ενάγον, επικαλούμενο περαιτέρω ακυρότητα του συνομολογηθέντος με το άρθρο 27 παρ. 7 της σύμβασης όρου "ότι κατά της διαιτητικής απόφασης δεν χωρεί αγωγή ακύρωσης" λόγω αντιθέσεώς του στις διατάξεις των άρθρων 8 και 20 του Συντάγματος, ζήτησε, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, να ακυρωθεί η πιο πάνω διαιτητική απόφαση α) λόγω υπερβάσεως εκ μέρους των διαιτητών της παρεχομένης από τη διαιτητική ρήτρα εξουσίας, επειδή κατά το χρόνο της συζητήσεως της από 4-6-2007 αιτήσεως της εναγομένης για τη διαιτητική επίλυση της διαφοράς η "...

Α.Ε" (και ήδη "... - Υπηρεσίες Α.Ε") δεν κατείχε ποσοστό 51% τουλάχιστον των μετοχών της εναγομένης, και β) λόγω παραβάσεως εκ μέρους του διαιτητικού δικαστηρίου δημόσιας τάξεως διατάξεων ειδικότερα αυτών περί παραγραφής και, επικουρικά, ζήτησε να αναγνωριστεί η ανυπαρξία της προσβαλλομένης διαιτητικής αποφάσεως, επειδή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε επί αντικειμένου που δεν μπορούσε να υπαχθεί σε διαιτησία, διότι η εναγομένη υπήρξε μεν θυγατρική της εταιρία της αναδόχου "...

Α.Ε.", δεν άσκησε όμως κάποια επιχειρηματική δραστηριότητα εκ των συμπεριλαμβανομένων στο άρθρο 4 παρ. 2 της άνω συμβάσεως, με αποτέλεσμα να μην δικαιούται να κάνει χρήση των προνομίων που παρασχέθηκαν με την ένδικη σύμβαση, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν και η διαιτητική επίλυση των διαφορών που θα δημιουργούντο μεταξύ αυτής (ως εταιρίας συσταθείσας από την άνω ανάδοχο) και του ενάγοντος.

Το Εφετείο με την υπ’ αριθ. 4354/2008 απόφασή του απέρριψε την ένδικη αγωγή "ως απαράδεκτη μεν κατά το κύριο αίτημά της εφόσον η εν λόγω διαιτητική απόφαση κατά τη διαιτητική ρήτρα, που διαλαμβάνεται στην κυρωθείσα με το ΝΔ 3560/1956 από 30-7-1956 σύμβαση, δεν υπόκειται στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 897 ΚΠολΔ αγωγή ακύρωσης, ως νομικά δε αβάσιμη κατά το επικουρικό αίτημά της με το οποία ζητείται η αναγνώριση της ανυπαρξίας της διαιτητικής απόφασης για τον λόγο της υπέρβασης εκ μέρους των διαιτητών της παρεχομένης με τη συμφωνία περί διαιτησίας εξουσίας τους, τον οποίο εσφαλμένως το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο υπολαμβάνει ότι ταυτίζεται με τον από τη διάταξη του άρθρου 901 παρ. 1 περ.

β’ ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο της αναγνώρισης της ανυπαρξίας της διαιτητικής απόφασης, ο οποίος, όμως, συντρέχει όχι όταν υπάρχει υπέρβαση της εξουσίας των διαιτητών κατά το χρόνο και την έκταση του υποβληθέντος προς κρίση αντικειμένου αλλά όταν τα μέρη δεν είχαν εξουσία ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς ή ο νόμος απαγορεύει τη διαιτητική επίλυση της διαφοράς, προϋποθέσεις όμως τις οποίες το ενάγον δεν επικαλείται ότι συντρέχουν στην ένδικη διαφορά".

Κατά της ανωτέρω απόφασης το ενάγον άσκησε την από 27-1-2009 αίτηση αναίρεσης για την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1308/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι το Εφετείο, "δεν εφήρμοσε την εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 901 περ. α ΚΠολΔ και υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού παρέβλεψε το εμπεριεχόμενο στο αγωγικό δικόγραφο αίτημα για αναγνώριση της ανυπαρξίας της διαιτητικής αποφάσεως, επειδή η αναιρεσίβλητη εταιρεία (υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή) δεν υπαγόταν καθόλου στην διαιτητική συμφωνία".

Ακολούθως η απόφαση αναιρέθηκε εξ ολοκλήρου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο). Με την υπ’ αριθ. 3923/2014 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε ότι νομίμως η επίδικη διαφορά των διαδίκων οδηγήθηκε σε επίλυση ενώπιον διαιτητικού δικαστηρίου με βάση τη διαιτητική ρήτρα του άρθρου 27 παρ. 1 της προαναφερθείσης σύμβασης και με βάση την παραδοχή αυτή η ένδικη αγωγή απερρίφθη ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη ως προς την ως άνω επικουρική της βάση.

Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης και ειδικότερα ως προς το κεφάλαιο του επικουρικού αιτήματος εναντιώνεται το ηττηθέν Ελληνικό Δημόσιο με την ένδικη αίτηση αναίρεσης η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 901 περ. α’ ΚΠολΔ: "Μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας διαιτητικής απόφασης .... αν δεν συνομολογήθηκε συμφωνία διαιτησίας". Η ανωτέρω διάταξη είναι ουσιαστικού δικαίου και γι’ αυτό η παραβίασή της ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚπολΔ (ΑΠ 217/2004).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλομΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλομΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 ΝΔ 3560/1956: "Κυρούται η από 30 Ιουλίου 1956 υπογραφείσα σύμβασις μεταξύ του Δημοσίου και του Α. Ω. "περί Αεροπορικών Συγκοινωνιών". 2. Άπασαι αι διατάξεις της κατά τ’ ανωτέρω κυρουμένης συμβάσεως αποκτώσιν ισχύν Νόμου, δύνανται δε να τροποποιώνται ή καταργώνται δια συμφωνίας μεταξύ του αναδόχου και του Δημοσίου ...

κυρουμένης δια Β. Δ/τος ...". Σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση: Α.- "Το Δημόσιον παραχωρεί εις τον Ανάδοχον δια χρονικόν διάστημα είκοσι ετών ... 1. Το προνόμιον της αποκλειστικής εκμεταλλεύσεως πασών των υπό Ελληνικήν σημαίαν αεροπορικών μεταφορών εσωτερικού και εξωτερικού ... 2. Το προνομιακόν δικαίωμα της δι’ επιγείων μέσων εξυπηρετήσεως (Handling, Sernicing) των προσγειουμένων εις Ελληνικούς αερολιμένας ξένων αεροσκαφών ανηκόντων εις αεροπορικός επιχειρήσεις, αίτινες δεν θα διαθέτουν ίδια μέσα εξυπηρετήσεως. 3.

Το προνόμιον της αποκλειστικής μεταφοράς του αεροπορικού ταχυδρομείου... 4. Το προνόμιον της αποκλειστικής εγκαταστάσεως και εκμεταλλεύσεως του εν άρθρ. 17 της παρούσης προβλεπομένου συνεργείου..." (άρθρο 1). Β.- "1. Ο Ανάδοχος υποχρεούται, όπως εντός τριών μηνών από της κυρώσεως της παρούσης συμβάσεως και υπό τους όρους αυτής και τους Ελληνικούς Νόμους, συστήσει Ελληνικήν Ανώνυμον Εταιρείαν με έδραν τας Αθήνας και με σκοπόν την υπό τους όρους της Συμβάσεως εκμετάλλευσιν των εν άρθρω 1 παραχωρουμένων εις αυτόν προνομίων και αποκλειστικών δικαιωμάτων... 3.

Η κατά τα διατάξεις της παρούσης συμβάσεως συσταθησομένη Ανώνυμος Εταιρεία θα υποκατασταθεί από της συστάσεώς της αυτοδικαίως και άνευ εγγράφου εκχωρήσεως ή άλλης οιασδήποτε διατυπώσεως εις άπαντα ανεξαιρέτως τα εκ της παρούσης συμβάσεως απορρέοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Αναδόχου. Όπου εν τη παρούση συμβάσει γίνεται λόγος περί του αναδόχου νοείται από της συστάσεώς της, η ανωτέρω εταιρεία" (άρθρο 2).

Γ.- "Εν πάση ... περιπτώσει η ουσιαστική ιδιοκτησία και ο πραγματικός έλεγχος της Εταιρείας δέον να ανήκη εις πρόσωπα Ελληνικής Ιθαγένειας. Προς τούτο, η Γενική Συνέλευσις των μετόχων της Εταιρείας ουδέποτε λογίζεται εν απαρτία, ούτε δύναται να προχωρήσει εις συζήτησιν και αποφάσεις, αν τα 51% τουλάχιστον των διατιθεμένων και παρισταμένων εις εκάστην Συνέλευσιν ψήφων δεν ανήκουν εις μετόχους Ελληνικής Ιθαγενείας" (άρθρο 3 παρ. 2 εδ.

β). Δ.- "Επιτρέπεται όπως πάσαι ή τινές των ακολούθων δραστηριοτήτων: α) αεροπορικών μεταφορών εμπορευμάτων (Cargo Forwarding), β) εξυπηρετήσεως των εκτάκτων αεροπορικών μεταφορών ..., γ) παροχής υπηρεσιών εξυπηρετήσεως ξένων αεροσκαφών περί ης η παράγραφος 2 του άρθρου 1 της ισχυούσης Συμβάσεως, δ) αεροπορικών μεταφορών και εργασιών, περί ών η παρ. 5 του άρθρου 1 της ισχυούσης Συμβάσεως, ε) έτι δε και η κατά την παρ. 10 του άρθρου 7 της ισχυούσης Συμβάσεως εκμετάλλευσις ελικοπτέρων και μικρών αεροσκαφών, ασκώνται είτε ευθέως υπό της ώδε συμβαλλομένης Αναδόχου, είτε δια μιάς ή πλειόνων ανεξαρτήτων της Αναδόχου ανωνύμων εταιρειών, ειδικώς προς τον σκοπόν τούτον ιδρυομένων, ών η Ανάδοχος θα διατηρή υποχρεωτικώς το 51% τουλάχιστον των μετοχών.

Η ως άνω ανώνυμος εταιρεία ή εταιρείαι θα απολαμβάνουν όλων των κατά την ισχύουσαν Σύμβασιν προνομίων της Αναδόχου, εφαρμοζομένης και ως προς αυτάς της παρ. 3 του άρθρου 2 της ισχυούσης συμβάσεως ... 3. Η ... δικαιούται να μετέχη τουριστικών επιχειρήσεων πάσης φύσεως. Αι επιχειρήσεις αύται διέπονται υπό της κειμένης περί τούτων εκάστοτε νομοθεσίας, μη εφαρμοζομένης επί τούτων ουδεμίας διατάξεως της ισχυούσης και της παρούσης Συμβάσεως...." (άρθρο 4 παρ. 2, 3 που προστέθηκαν με το άρθρο 5 της κυρωθείσας με το ν.δ. 122/1969 συμβάσεως).

Ε.- "Εξαιρουμένων των περιπτώσεων, δι’ ας προβλέπεται εν τη παρούση έτερος τρόπος ρυθμίσεως, πάσα διαφορά, διένεξις ή διαφωνία, αναφυομένη μεταξύ του Δημοσίου και αναδόχου εκ της εφαρμογής της παρούσης Συμβάσεως, και όπου ακόμη, ειδικώς δεν προβλέπεται περί αυτής εν τη παρούση, αφορώσα την εκτέλεσιν ή ερμηνείαν των όρων αυτής, την έκτασιν των εκ ταύτης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και γενικώς οιονδήποτε ζήτημα προκύπτον εκ της παρούσης συμβάσεως, λύεται αποκλειστικώς δια διαιτησίας..." (άρθρο 27).

Εξάλλου, η ισχύς της ανωτέρω Συμβάσεως παρατάθηκε με δύο νεότερες συμβάσεις, που κυρώθηκαν με το ΝΔ 4262/1962 και το ΒΔ 862/1966 μέχρι της 6-10-1986 και "επί είκοσι ακόμη έτη από της λήξεώς της", αντιστοίχως. Με βάση τα κείμενα των ως άνω συμφωνιών και των κυρωτικών αυτών νόμων, κυρίως δε με βάση τον επιδιωχθέντα με αυτά σκοπό και τα μέσα, που προβλέφθηκε ότι θα χρησιμοποιούνταν για την επίτευξή του, είναι σαφές ότι -ανεξάρτητα από την επιλεγείσα μεθοδολογία και φρασεολογία- προέχον στοιχείο της όλης ρύθμισης είναι ο νομοθετικός χαρακτήρας αυτής και όχι εκείνος της συμβατικής σχέσης ιδιωτικού δικαίου.

Τούτο δε, διότι το κύριο έννομο αποτέλεσμα των ανωτέρω νομικών πράξεων (συμφωνιών και νόμων) ήταν η εκ μέρους ιδιώτη απόκτηση δικαιώματος μονοπωλιακής εκμετάλλευσης ενός οικονομικού τομέα (των αερομεταφορών και συναφών δραστηριοτήτων), πράγμα που δεν θα ήταν νομικά επιτρεπτό να γίνει χωρίς ειδικό νόμο.

Εκ τούτων συνάγεται περαιτέρω ότι η όλη (συμβατική και νομοθετική) ρύθμιση απέβλεπε και ίσχυε αποκλειστικά και μόνο στις σχέσεις μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εταιρείας "... ΑΕ" και όχι έναντι άλλων (τρίτων) προσώπων. Ειδικά μάλιστα για την διαιτητική επίλυση των διαφορών, που θα προέκυπταν από την σύμβαση, ορίσθηκε (στο προαναφερόμενο άρθρο 27) ότι αυτή αφορούσε διενέξεις "μεταξύ του Δημοσίου και Αναδόχου".

Βεβαίως, από το συνδυασμό της ρύθμισης αυτής προς τις λοιπές ως άνω διατάξεις συνάγεται ερμηνευτικά ότι η διαιτητική ρήτρα επεκτεινόταν και στις θυγατρικές εταιρείες, που ενδεχομένως θα συνιστούσε "η Ανάδοχος", σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της Σύμβασης (προστεθέν με ΝΔ 122/1969). Για την επέκταση όμως της εν λόγω διαιτητικής ρήτρας και στις θυγατρικές εταιρείες της αναδόχου "...

Α.Ε" πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες δύο προϋποθέσεις: α) Η μητρική εταιρεία, όχι απλά κατέχει κατά την ίδρυσή τους, αλλά και "διατηρεί υποχρεωτικώς" σε όλη τη διάρκειά τους το 51% των μετοχών των θυγατρικών εταιρειών. Τούτο συνάγεται ευθέως από τη γραμματική διατύπωση της διατάξεως με τη χρήση του ρήματος "διατηρεί", δηλαδή σε χρόνο ενεστώτα διαρκείας, και την προσθήκη -χάριν εμφάσεως- του επιρρήματος "υποχρεωτικώς".

Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και ο σκοπός της διατάξεως, που πρέπει να αναζητηθεί στη βούληση του νομοθέτη να υπαγάγει τις ιδρυόμενες από την ανάδοχο εταιρίες στον κύκλο των προνομίων αυτής και την επίλυση των διαφορών από την ενάσκηση των εν λόγω προνομίων στη διαιτητική διαδικασία του άρθρου 27 μόνον όσο διατηρείται η εξάρτησή τους από τη μητρική τουλάχιστον κατά ποσοστό 51% και όχι όταν έχουν αποκοπεί απ’ αυτήν εντελώς ή κατά συντριπτικό ποσοστό οπότε έχουν καταστεί μία ξένη, προς τη μητρική, εταιρία.

Και β) οι θυγατρικές (εταιρείες) δραστηριοποιούνται στις συγκεκριμένες δραστηριότητες, που έχει αναλάβει η μητρική να ασκεί με τη Σύμβαση έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και περιγράφονται λεπτομερώς στο ανωτέρω άρθρο 4 παρ. 2. Μία απ’ αυτές είναι και η δραστηριότητα της "παροχής υπηρεσιών εξυπηρετήσεως ξένων αεροσκαφών περί ης η παράγραφος 2 του άρθρου 1 της ισχυούσης Συμβάσεως".

Το δε άρθρο 1 παρ. 2 αναφέρεται στο "προνομιακό δικαίωμα της δι’ επιγείων μέσων εξυπηρετήσεως (handling, sernicing) των προσγειουμένων εις ελληνικούς αερολιμένας ξένων αεροσκαφών ανηκόντων εις αεροπορικάς επιχειρήσεις, αίτινες δεν θα διαθέτουν ίδια μέσα εξυπηρετήσεως". Σύμφωνα με τη διατύπωση των πιο πάνω διατάξεων, οι υπηρεσίες τροφοδοσίας (catering) ξένων αεροσκαφών δεν αναφέρονται ρητά στις "υπηρεσίες επίγειας εξυπηρέτησης".

Ούτε, εξάλλου, κατ’ ορθή ερμηνεία του εν λόγω άρθρου, θα μπορούσαν να υπαχθούν στις οριζόμενες από αυτό υπηρεσίες οι υπηρεσίες τροφοδοσίας (catering), δεδομένου ότι οι παρεχόμενες υπηρεσίες "επίγειας εξυπηρέτησης των ξένων αεροσκαφών" σχέση έχουν με την ασφαλή διενέργεια της αερομεταφοράς (επιβατών και εμπορευμάτων).

Είναι, δηλαδή, υπηρεσίες που είναι απαραίτητες αφενός για την ασφαλή πτήση του ίδιου του αεροσκάφους (όπως η συντήρηση, ανεφοδιασμός με καύσιμα, ασφαλής καθοδήγηση κατά την στάθμευση και αναχώρηση κ.λπ.) και αφετέρου για την ασφαλή διακίνηση και εξυπηρέτηση των επιβατών (όπως έλεγχος εισιτηρίων, παράδοση των αποσκευών και μεταφορά τους μέχρι τα συστήματα διαλογής κ.λπ.).

Και ναι μεν με το άρθρο 35 παρ. Α3 ν. 3492/2006 (ΦΕΚ Α 210/5.10.2006) ορίσθηκε ότι (από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού που είναι η δημοσίευσή του στην ΕτΚ - βλ. άρθρο 37) "ως υπηρεσίες που καταλαμβάνονται από τον όρο "δι’ επιγείων μέσων εξυπηρετήσεως" νοούνται οι λεπτομερώς αναφερόμενες στο Παράρτημα του π.δ. 285/1998 (άρθρο 26)", όπου στον παρατιθέμενο κατάλογο και με αριθμό 11 περιλαμβάνονται και οι υπηρεσίες τροφοδοσίας "catering", πλην όμως η κατά νομοθετική τροποποίηση ως άνω προσθήκη και των υπηρεσιών τροφοδοσίας στον κύκλο των κρίσιμων -για την ιδιότητα της θυγατρικής εταιρίας- δραστηριοτήτων ισχύει για το μετά την 5.10.2006 χρονικό διάστημα και επομένως δεν καταλαμβάνει αναδρομικά τις προ αυτού δραστηριότητες.

Επί πλέον, η από 5.10.2006 για το μέλλον προσθήκη και των υπηρεσιών τροφοδοσίας "catering" στις δι’ επιγείων μέσων εξυπηρετήσεις επιβεβαιώνει το προπαρατεθέν ερμηνευτικό συμπέρασμα για τον προηγηθέντα της νέας ρύθμισης χρόνο.

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εναγομένη, αρχικά, από το έτος 1970, οπότε με την εταιρική μορφή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε" (η οποία μετατράπηκε ακολούθως, σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ "..."), κατάρτισε με το ενάγον σύμβαση μισθώσεως χώρων (κτιρίου και λοιπών βοηθητικών χώρων) εντός του παλαιού αερολιμένα Αθηνών, προκειμένου να λειτουργήσει επιχείρηση παρασκευής εδεσμάτων για τον ανεφοδιασμό των αεροσκαφών, και ακολούθως, ως θυγατρική εταιρία της "...

Α.Ε", μετά τη μη αμφισβητούμενη από το ενάγον, εξαγορά της από την τελευταία, κατά το έτος 1976, οπότε και μετονομάσθηκε σε "... Α.Ε", ανέπτυξε στον παλαιό αερολιμένα Αθηνών έως τη μετεγκατάστασή της στο νέο διεθνή αερολιμένα Αθηνών στην περιοχή των ..., ως θυγατρική εταιρία της "... Α.Ε", τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της τροφοδοσίας ξένων αεροσκαφών με τρόφιμα, ποτά, χυμούς κ.λπ.

και της φορτώσεως, μεταφοράς εντός της πίστας του πιο πάνω αερολιμένα και της εκφορτώσεως τούτων στα αεροσκάφη αλλοδαπών αεροπορικών εταιριών που δεν διέθεταν ίδια μέσα εξυπηρετήσεως τους στο εν λόγω αερολιμένα. Μάλιστα, μετά τη λήξη της αρχικής, εικοσαετούς διαρκείας, συμβάσεως που είχε καταρτισθεί κατά το έτος 1970, με την από 18-2-1991 σύμβαση, στην οποία σημειωτέον, γίνεται ρητή αναφορά στο δικαίωμα εκμεταλλεύσεως παρασκευής εδεσμάτων για εφοδιασμό των αεροσκαφών και άλλων αεροπορικών εταιριών (πλην της "...

Α.Ε"), το ενάγον μίσθωσε εκ νέου και μάλιστα απ’ ευθείας, κατόπιν σχετικής αποφάσεως του αρμοδίου Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, τους περιγραφόμενους σ’ αυτή χώρους του παλαιού αερολιμένα Αθηνών, προκειμένου να συνεχίσει η εξυπηρέτηση της τροφοδοσίας των αεροσκαφών τόσο της "... Α.Ε." όσο και των αεροσκαφών ξένων αεροπορικών εταιριών, ενώ και με την από 19-3-1991 σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ της τελευταίας και της εναγομένης, η "...

Α.Ε" παραχώρησε ρητά στην εναγομένη την άσκηση μέρους του χορηγηθέντος, δυνάμει της από 30-7-1956 συμβάσεως, προνομίου της επίγειας εξυπηρετήσεως των άνω αεροσκαφών, συνισταμένου στην τροφοδοσία τούτων με τρόφιμα και ποτά και στην μεταφορά τους προς και από τα άνω αεροσκάφη, την αγορά, και αποθήκευση αυτών και του συναφούς εξοπλισμού (δίσκων μαχαιροπήρουνων κ.λπ.), το οποίο η εναγομένη συνέχισε να ασκεί μέχρι την μετεγκατάστασή της στο νέο διεθνή αερολιμένα Αθηνών.

Συνεπώς, εφόσον αποδείχθηκε ότι η εναγομένη ανέπτυξε τις επίδικες επιχειρηματικές δραστηριότητες της τροφοδοσίας ξένων αεροσκαφών άλλων εταιριών, με τρόφιμα, εδέσματα, ποτά κ.λπ. και της φορτώσεως από τους τόπους παραγωγής και αποθηκεύσεως, μεταφοράς και εκφορτώσεως τούτων εντός της πίστας του παλαιού αεροδρομίου Αθηνών, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται μεταξύ των υπηρεσιών επίγειας εξυπηρετήσεως, που παραχωρήθηκαν προνομιακά με την άνω σύμβαση στην εταιρία "...

Α.Ε", της οποίας η εναγομένη υπήρξε θυγατρική εταιρία από το έτος 1976 έως το έτος 2002, νομίμως η επίδικη διαφορά μεταξύ των διαδίκων οδηγήθηκε σε επίλυση στο πιο πάνω διαιτητικό δικαστήριο με βάση τη διαιτητική ρήτρα του άρθρου 27 παρ. 1 της άνω συμβάσεως". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη κατά την ως άνω επικουρική της βάση.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 περίπτωση (γ) το οποίο προστέθηκε με το ν.δ. 122/1969 στην κυρωθείσα δια του ν. 3560/1956 από 30-7-1956 Σύμβαση, αφού αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνο που απαιτεί ο νόμος. Ειδικότερα, το Εφετείο, μολονότι δέχεται ότι η ως άνω ρήτρα διαιτησίας επεκτείνεται και ως προς τις θυγατρικές εταιρείες της αναδόχου εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε." υπό την προϋπόθεση της συνδρομής των όρων του ανωτέρω άρθρου 4, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αναιρεσίβλητη καταλαμβάνεται από τη διαιτητική ρήτρα στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαφοράς, περιοριζόμενο να ελέγξει μόνο κατά πόσο η ασκούμενη απ’ αυτήν δραστηριότητα εμπίπτει στην περίπτωση γ’ της ως άνω διάταξης, (δεχόμενο ότι στις "υπηρεσίες επίγειας εξυπηρέτησης" υπάγεται και η τροφοδοσία, μεταφορά, φόρτωση και εκφόρτωση στο ξένο αεροσκάφος τροφίμων και ποτών"), χωρίς να προχωρήσει στην έρευνα της συνδρομής και της δεύτερης αναγκαίας (για την υπαγωγή στη διαιτητική συμφωνία) προϋπόθεσης, δηλαδή της κατοχής και διατηρήσεως σε όλη τη διάρκειά της από την "...

Α.Ε." του 51% τουλάχιστον του μετοχικού κεφαλαίου της αναιρεσίβλητης εταιρείας. Είναι συνεπώς, βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και γι’ αυτό πρέπει να γίνει δεκτός.

Επί πλέον, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι στις ως άνω υπηρεσίες "επίγειας εξυπηρέτησης των ξένων αεροσκαφών" του προαναφερθέντος άρθρου 4 παρ. 3 της Συμβάσεως υπάγεται και η ασκούμενη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη επιχειρηματική δραστηριότητα της "τροφοδοσίας ξένων αεροσκαφών άλλων εταιριών, με τρόφιμα, εδέσματα, ποτά κ.λπ.

και της φορτώσεως από τους τόπους παραγωγής και αποθηκεύσεως, μεταφοράς και εκφορτώσεως τούτων εντός της πίστας του παλαιού αεροδρομίου Αθηνών" παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ως άνω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1 παρ. 2 της κυρωθείσας με το ν. 3560/1956 από 30-7-1956 Σύμβασης, αφού, σύμφωνα άλλωστε και με τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες, οι υπηρεσίες τροφοδοσίας "catering" υπήχθησαν για πρώτη φορά στην έννοια του όρου "δι’ επιγείων μέσων εξυπηρετήσεως" από 5.10.2006 και στο εξής με το άρθρο 35Α3 ν. 3492/2006 και άρα δεν περιλαμβάνονταν στην έννοια αυτών κατά το επίδικο διάστημα της κατά το έτος 2001 πρόωρης μετεγκαταστάσεως από τον παλαιό αερολιμένα στο νέο που συνιστά το ζημιογόνο γεγονός για τη θεμελίωση της αχθείσας σε διαιτησία διαφοράς αποζημιώσεως.

Είναι, συνεπώς, βάσιμος και ο σχετικός (συνδυαστικά προβαλλόμενος) δεύτερος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και γι’ αυτό πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του τρίτου λόγου. Επειδή κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα." Ωστόσο, χάριν οικονομίας της δίκης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι και στην τελευταία αυτή περίπτωση (της εκ νέου αναίρεσης), αν ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής απόφασης και της έκτασης της αναιρέσεως δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται η διατύπωση μόνο του διατακτικού της απόφασης, δεν είναι απαραίτητο να εισαχθεί η υπόθεση με κλήση εκ νέου στο ίδιο τμήμα, αλλά θα εφαρμοσθεί ο κανόνας του πρώτου εδαφίου, δηλαδή θα κρατήσει την υπόθεση και θα εκδώσει την τελειωτική για την υπόθεση απόφαση.

Τέτοιο δικονομικό έδαφος για περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση, αφού κατά τα προαναφερόμενα η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία της ένδικης διαιτητικής απόφασης διότι -με βάση τα γενόμενα δεκτά- η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία δεν ανέπτυξε τέτοια επιχειρηματική δραστηριότητα, που θα την υπήγαγε στις προαναφερόμενες συμβατικές και νομοθετικές ρυθμίσεις και επομένως δεν ίσχυε γι’ αυτήν η επίμαχη διαιτητική ρήτρα του άρθρου 27 παρ. 1 της προαναφερόμενης Συμβάσεως με αποτέλεσμα να πληρούται το πραγματικό του κανόνα του άρθρου 901 ΚΠολΔ (για την αναγνώριση της ανυπαρξίας της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης).

Και τούτο διότι οι -κατά την αναιρούμενη απόφαση- επιχειρηματικές δραστηριότητες αυτής (δηλαδή της τροφοδοσίας ξένων αεροσκαφών άλλων εταιριών, με τρόφιμα, εδέσματα, ποτά κ.λπ. και της φορτώσεως από τους τόπους παραγωγής και αποθηκεύσεως, μεταφοράς και εκφορτώσεως τούτων εντός της πίστας του παλαιού αεροδρομίου Αθηνών) δεν συμπεριλαμβάνονται κατά τα προαναφερόμενα μεταξύ των υπηρεσιών "επίγειας εξυπηρετήσεως", που παραχωρήθηκαν προνομιακά με την άνω Σύμβαση στην εταιρία "...

Α.Ε" και στις θυγατρικές της εταιρίες. δεν ίσχυε έναντι αυτής η επίμαχη διαιτητική ρήτρα. Πρέπει επομένως, η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της, στα όρια όμως του άρθρου 22 ν. 3693/1957, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 3923/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Δικάζει και δέχεται την από 18 Φεβρουαρίου 2008 (με αριθμό καταθέσεως 243/2008) αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... AE" κατά το επικουρικό της αίτημα.- Αναγνωρίζει την ανυπαρξία της υπ’ αριθ. 60/2007 απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που συγκροτήθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 27 της από 30.7.1956 Σύμβασης μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και του Α. Ω. η οποία κυρώθηκε με το ν. 3560/1956.- Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ