1235/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1235/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το οριστικό δε απορριπτικό ή παραπεμπτικό διατακτικό, και χωρίς ειδική απορριπτική ή αναιρετική σκέψη στο αιτιολογικό, αφορά όλους τους λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνους που το πραγματικό τους ταυτίζεται με άλλους λόγους αναίρεσης, που ασκήθηκαν συνδυαστικά με εκείνους και κρίθηκαν ρητά απορριπτέοι ή έγιναν δεκτοί και παραπέμφθηκαν ως προς ορισμένα κεφάλαια στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1235 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1235/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της καλούσης-αναιρεσείουσας: Μ. θυγ. Δ. Τ., συζ. Α. Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέλιο Βαγιάνο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των καθών η κλήση-αναιρεσιβλήτων: 1. Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. και 2. Δήμου Ελληνικού-Αργυρούπολης, που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ως διαδόχου του Δήμου Αργυρούπολης Αττικής, που καταργήθηκε (άρθρο 1.ν. 3852/2011), ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Αυγούστου 2004 αγωγή αποζημίωσης της διαδίκου Μ. θυγ. Δ. Τ., συζ. Α. Β. που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5563/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 942/2011 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 599/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Με την από 18.3.2014 κλήση η καλούσα-αναιρεσείουσα ζητεί να εξεταστεί ο πρώτος λόγος της από 29-7-2011 αίτησης αναίρεσης της υπ' αριθ. 942/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που παραλείφθηκε να ερευνηθεί από την 599/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 10 Απριλίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της από 29-07-2011 αίτησης της αναιρεσείουσας Μ. θυγ. Δ. Τ., συζ. Α. Β. και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 942/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και κατά το μέρος που δεν επιδικάζονται με σχετική διάταξή της νόμιμοι τόκοι, επί του επιδικασθέντος αναγνωριστικώς κεφαλαίου των 171.057,04 ευρώ και εις βάρος του δεύτερου αναιρεσίβλητου Δήμου Ελληνικού-Αργυρούπολης Αττικής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στην δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 8732Γ/28-03-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της ακριβές αντίγραφο της από 18-03-2014 κλήσεώς-αιτήσεώς της (με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η από 29-07-2011 αίτησή αυτής για αναίρεση της υπ' αριθ. 942/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που με την εκδοθείσα επ' αυτής υπ' αριθ. 599/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου δεν ερευνήθηκε ο αναφερόμενος στην άνω αίτηση λόγος αναιρέσεως, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Δήμο Ελληνικού-Αργυρούπολης, άλλως προς ερμηνεία της άνω απόφασης), με την κάτω από την κλήση αυτή πράξη του Προέδρου του ΑΙ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, περί καταθέσεως της εν λόγω κλήσεως, ορισμού δικασίμου αυτής και σύντμησης της προθεσμίας κλήτευσης των αναιρεσίβλητων σε τριάντα (30) ημέρες, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον απολειπόμενο δεύτερο αναιρεσίβλητο Δήμο Ελληνικού-Αργυρούπολης Αττικής, διά της παραδόσεως του άνω δικογράφου στην υπογράφουσα την έκθεση επιδόσεως εξουσιοδοτημένη υπό του Δημάρχου Διευθύντριας Διοίκησης του Δήμου Δ.
Μ. στην παραλαβή δικογράφων, ενόψει της βεβαιούμενης απουσίας του Δημάρχου κατά το χρόνο της επίδοσης. Επομένως, αφού ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Δήμος Ελληνικού-Αργυρούπολης δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του.
Με τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, ορίζεται ότι το δικαστήριο εκδίδει οριστική απόφαση αν κρίνει πως η υπόθεση είναι ώριμη γι' αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής οριστική, είναι η απόφαση του Αρείου Πάγου που περατώνει τη δίκη επί του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της αίτησης αναίρεσης, είτε με την απόρριψη της αίτησης αυτής ως απαράδεκτης ή ως αβάσιμης, είτε, μετά την κατάργηση του τμήματος παραπομπής του Αρείου Πάγου με το άρθρο 31 παρ.2 του Ν. 2172/1993, με την παραδοχή της αίτησης και την παραπομπή της υπόθεσης προς περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο, ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 3139/2013 (ΦΕΚ Α' ... /20-3-2013).
Με την έκδοση της οριστικής του απόφασης, με την οποία απορρίπτεται τελικά η αίτηση αναίρεσης, και η οποία έχει προφανώς την έννοια ότι δεν κρίθηκε βάσιμος κανένας παραδεκτός λόγος αναίρεσης, ή κρίθηκε βάσιμος κάποιος λόγος αυτής ως προς ορισμένα κεφάλαια και υπάρχει παραπεμπτική διάταξη στο δικαστήριο που την εξέδωσε συντιθέμενο από άλλους δικαστές, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απεκδύεται από κάθε εξουσία για νέα εξέταση της υπόθεσης και αναλώνεται η αξίωση του διαδίκου για παροχή έννομης προστασίας, με την έννοια της επανεξέτασης της διαφοράς, που είναι απαράδεκτη λόγω της έλλειψης εκκρεμοδικίας.
Το οριστικό δε απορριπτικό ή παραπεμπτικό διατακτικό, και χωρίς ειδική απορριπτική ή αναιρετική σκέψη στο αιτιολογικό, αφορά όλους τους λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνους που το πραγματικό τους ταυτίζεται με άλλους λόγους αναίρεσης, που ασκήθηκαν συνδυαστικά με εκείνους και κρίθηκαν ρητά απορριπτέοι ή έγιναν δεκτοί και παραπέμφθηκαν ως προς ορισμένα κεφάλαια στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι, εφόσον υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης ρητή απορριπτική διάταξη της αίτησης αναίρεσης στο σύνολο της, ή παραπεμπτική ως προς ένα κεφάλαιο του σύνθετου λόγου αναίρεσης στο δικαστήριο που την εξέδωσε, δεν υπάρχει δυνατότητα εισαγωγής εκ νέου των λόγων που δεν ερευνήθηκαν στο αναιρετικό τμήμα για επανεκδίκαση, γιατί στην περίπτωση αυτή έχει καταργηθεί η εκκρεμότητα του αιτήματος ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού το αίτημα τούτο έχει απορριφθεί και το Ακυρωτικό Δικαστήριο απεκδύθηκε κάθε εξουσίας για νέα εξέταση της υπόθεσης, ενώ η έρευνα των ίδιων λόγων προϋποθέτει ανάκληση της οριστικής απορριπτικής ή παραπεμπτικής απόφασης επί της αίτησης αναίρεσης που είναι ανεπίτρεπτη κατά τις διατάξεις των άρθρων 309 εδ.
α' και 555 του ΚΠολΔ (βλ. σχετ. Ολ.ΑΠ 20/2009, ΑΠ 1621/2012), Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 316 ΚΠολΔ, αν η απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση έτσι που η έννοια της να γίνει αναμφίβολη, η ερμηνεία όμως δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το διατακτικό της αποφάσεως που ερμηνεύεται.
Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 316 Κ.Πολ.Δ. με την ερμηνεία αίρονται οι ασάφειες και αοριστίες της διατυπώσεως σημείων της αποφάσεως με την επεξήγηση της αληθούς έννοιας και την αποκατάσταση του ακριβούς νοήματος αυτών. Σκοπός της ερμηνείας είναι όπως, με την αποσαφήνιση της έννοιας της αποφάσεως, καταστεί δυνατή η οριοθέτηση του απορρέοντος από αυτήν ουσιαστικού δεδικασμένου, καθώς και η εκτέλεση της.
Κατ' ακολουθίαν η ερμηνεία πρέπει να αφορά ασάφειες ή αοριστίες της αποφάσεως που μπορούν να επηρεάσουν την έκταση του δεδικασμένου ή τη δυνατότητα της εκτελέσεώς της. Εξάλλου, οι αναιρετικές αποφάσεις είτε της Ολομέλειας είτε των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεν είναι δεκτικές εκτελέσεως, ούτε παράγουν δεδικασμένο.
Αντ' αυτών παράγουν ενδοδιαδικαστική δέσμευση, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, οι αποφάσεις αυτές δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Επομένως, το περιέχον τη λύση των ζητημάτων αυτών μέρος του αιτιολογικού τους υπόκειται σε ερμηνεία.
Κατά την ερμηνεία, τέλος, αναζητείται η βούληση των δικαστών που εξέδωσαν την ερμηνευόμενη απόφαση, με βάση τα στοιχεία γενικά της δίκης. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 315, 316, 317 παρ.3 και 318 του ΚΠολΔ, για τη συζήτηση στο ακροατήριο αιτήσεως διορθώσεως ή ερμηνείας μιας αποφάσεως που μπορεί να προκληθεί (αν πρόκειται για διόρθωση) και αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση των διαδίκων (αποκλειστικά αν πρόκειται για ερμηνεία), πρέπει όλοι οι διάδικοι που αναφέρονται στην απόφαση να κληθούν οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν τη συζήτηση και ότι αν οι απόντες κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κλητεύθηκαν νόμιμα η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 18-3-2014 κλήση της αναιρεσείουσας, η τελευταία υποβάλλει αίτημα για εξέταση του πρώτου λόγου της από 29-7-2011,αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 942/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα, στο δικόγραφο της κλήσης η αναιρεσείουσα εκθέτει, ότι με τον πρώτο λόγο της από 29-7-2011 αίτησης της, από το άρθρο 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ζήτησε την αναίρεση της 942/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθόσον, αν και με τον έβδομο λόγο της από 16-11-2009 εφέσεως της προσέβαλε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για την απόρριψη του παρεπόμενου περί τοκοδοσίας αρχικώς καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της, το οποίο παραδεκτώς με τις προτάσεις της είχε περιορίσει σε έντοκο αναγνωριστικό, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, (κ.δ. 26.6./10-7-1995), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του-άρ0ρου 109 του Εισ.Ν.ΑΚ και έχει εφαρμογή και στους ΟΤΑ, επί του επιδικασθέντος σ' αυτήν αναγνωριστικώς κεφαλαίου των 171.057,04 ευρώ (εκ του οποίου μέχρι του ποσού των 8.246,97 ευρώ ήταν υπόχρεο εις ολόκληρον και το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο), δεν επεδικάσθηκαν σ' αυτήν νόμιμοι τόκοι επί του κεφαλαίου αυτού, και ότι με την υπ' αριθ. 599/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ενώ κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου αναιρέσεως, με σαφή αιτιολογία αναιρέθηκε η προσβαλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δεν επιδικάσθηκαν σ' αυτήν τόκοι του άνω επιδικασθέντος αναγνωριστικά κεφαλαίου εις βάρος του πρώτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, δεν περιελήφθη σ' αυτήν καμιά αιτιολογία, ούτε αντίστοιχο διατακτικό, ως προς τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το μέρος που απευθύνεται η αναίρεσή της εναντίον του δεύτερου αναιρεσίβλητου Δήμου Ελληνικού-Αργυρούπολης.
Με βάση δε το παραπάνω περιεχόμενο της κλήσης της, ζήτησε να ερευνηθεί ο πρώτος λόγος της από 29-07-2011 αίτησης αναίρεσης αυτής (αναιρεσείουσας-ενάγουσας) και κατά το μέρος που απευθύνεται αυτός εναντίον του δεύτερου αναιρεσίβλητου Δήμου Ελληνικού-Αργυρούπολης, άλλως, να αποσαφηνισθεί και διευκρινισθεί αν η υπ' αριθ. 599/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτο, κατά το χαρακτηριζόμενο με στοιχείο Γ (1) κεφάλαιο αυτής (περί τοκοδοσίας) αναφέρεται στην αναίρεση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 942/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, όχι μόνο αναφορικά με το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, αλλά και τον αναιρεσίβλητο Δήμο Ελληνικού-Αργυρούπολης.
Σύμφωνα με το παραπάνω περιεχόμενο αίτησης-κλήσης της αναιρεσειουσας και βάσει των όσων προεκτέθηκαν, αναφορικά με το κύριο αίτημα της, που αφορά την έρευνα του πρώτου λόγου της από 29-07-2011 αίτησης αναίρεσης αυτής, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, και κατά το μέρος που απευθύνεται αυτός εναντίον του δεύτερου αναιρεσίβλητου Δήμου Ελληνικού-Αργυρούπολης, ενόψει του ότι δεν έγινε έρευνα του λόγου αυτού από την προρρηθείσα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, μολονότι και κατά του αναιρεσίβλητου Δήμου απευθύνετο ο λόγος αυτός της αναίρεσης της, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, ως προς το αίτημα για διόρθωση-ερμηνεία της υπ' αριθ.599/2013 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της ανωτέρω αίτησης-κλήσης της αναιρεσείουσας, εφόσον παρίστανται η αναιρεσείουσα και το πρώτο αναιρεσίβλητο, ο δε απολειπόμενος δεύτερος αναιρεσίβλητος Δήμος Ελληνικού-Αργυρούπολης, έχει κλητευθεί, κατά τα προεκτεθέντα, νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Με την από 24-8-2004 αγωγή, με ενάγουσα την Μ. θυγ. Δ. Τ., σύζ. Α. Β. και εναγόμενους (α) το Ελληνικό Δημόσιο και (β) τον Δήμο Αργυρούπολης και ήδη Ελληνικού-Αργυρούπολης, εφέρετο προς διάγνωση αξίωση χρηματικής αποζημιώσεως της δι' αυτού ενάγουσας, απορρέουσα από την αποδιδόμενη στα όργανα των εναγομένων άδικη και υπαίτια πράξη, συνισταμένη στην από κοινού από τους τελευταίους παράνομη κατάληψη των περιγραφομένων οικοπέδων της κυριότητας της, με αποτέλεσμα να υποστεί αποθετική ζημία ισόποση προς την μισθωτική αυτών αξία από την αναφερόμενη κατά περίπτωση δυνατότητα χρήσεως, την οποία με πιθανότητα θα αποκέρδαινε από την εκμίσθωση τους, διώκοντας επιπρόσθετα την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία από την αιτία αυτή υπέστη.
Με την αγωγή της ζητούσε να της επιδικασθούν όλα τα αιτούμενα ποσά για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση καταψηφιστικώς με το νόμιμο τόκο, ενώ με τις από 27-2-2009 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, περιόρισε σε έντοκα αναγνωριστικά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στις προτάσεις της κονδύλια της αγωγής της, διατηρώντας αντίστοιχα ως έντοκα καταψηφιστικά, τα επίσης αναφερόμενα σ' αυτές αναλυτικά κονδύλια.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η υπ' αριθ. 5563/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το παρεπόμενο περί τοκοδοσίας αίτημα του περιορισθέντος σε αναγνωριστικό κύριου αιτήματος της αγωγής και σε δεύτερο βαθμό, μετά από εφέσεις όλων των διαδίκων η υπ' αριθ. 942/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, και αφενός μεν υποχρεώθηκε ο εναγόμενος Δήμος Ελληνικού-Αργυρουπόλεως, να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα, τα αναφερόμενα ποσά, με τις ειδικότερες διακρίσεις, αφετέρου δε αναγνωρίσθηκε, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον έκαστος (εκ των οποίων το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο μέχρι του ποσού των 8.246,97 ευρώ) το ποσό των 171.057,04 ευρώ, χωρίς την επιδίκαση τόκων επί του ποσού αυτού, απορρίπτοντας σιωπηρώς τον έβδομο λόγο της από 16-11-2009 εφέσεώς της, με τον οποίο προσέβαλε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για την απόρριψη του παρεπομένου περί τοκοδοσίας αρχικώς καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της, το οποίο παραδεκτώς με τις προτάσεις της είχε περιορίσει σε έντοκο αναγνωριστικό.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αναίρεση όλοι οι διάδικοι, η εξ αυτών δε ενάγουσα την από 29-07-2011 αίτηση αναίρεσης, με τον πρώτο λόγο της οποίας προσέβαλλε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε τις αναφερόμενες στην αίτηση διατάξεις με το να μην επιδικάσει σ' αυτήν νόμιμους τόκους επί του αναγνωριστικώς επιδικασθέντος κεφαλαίου των 171.057,04 ευρώ, μολονότι τα αιτούμενα με την αγωγή της κονδύλια που συγκροτούσαν το κεφάλαιο αυτό, από καταψηφιστικά, παραδεκτά είχε περιορίσει σε αναγνωριστικά.
Με την 599/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που συνεκδίκασε όλες τις αναιρέσεις των διαδίκων, κρίνοντας επί του άνω λόγου αναιρέσεως της ενάγουσας (τον οποίο χαρακτηρίζει Γ-1) δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατά τους ορισμούς του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26.6./10.7.1944),το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου.
Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαίτησης για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης.
Εφόσον όμως ο νόμος, (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ. της 26.6./10.7.1994), δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής αλλά μόνον προς την γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή (ως τέτοιας νοούμενης και της αγωγής της οποίας το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό), δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου.
Εξάλλου, αναγνωριστική καθίσταται και η αγωγή της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίζεται σε αναγνωριστικό. Έννομη εντεύθεν συνέπεια των ανωτέρω .είναι ότι στην περίπτωση περιορισμού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, οφείλονται τόκοι. (Πλειόψ. ΑΕΔ 7/2011). Με την πρωτοβάθμια απόφαση το παρεπόμενο περί τοκοδοσίας αίτημα αξιολογήθηκε ως μη νόμιμο και απορρίφθηκε για τις αξιώσεις της ενάγουσας το αίτημα καταψηφίσεως των οποίων περιορίσθηκε στη συνέχεια σε αναγνωριστικό, κεφάλαιο αυτής το οποίο προσεβλήθη με τον σχετικό έβδομο λόγο της με στοιχ. (ι) εφέσεως της ενάγουσας και (σιωπηρώς) απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση με την παράλειψη αναφοράς στο αναγνωριστικού χαρακτήρα διατακτικό της περί τόκων διατάξεως, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της παραπάνω σημειούμενης διατάξεως, κατά την βάσιμα περί τούτου διατυπούμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως της εν λόγω διατάξεως".
Στη συνέχεια, η ίδια απόφαση δέχθηκε: "Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το χαρακτηριζόμενο με στοιχ. Γ (1) κεφάλαιο αυτής (περί τοκοδοσίας αίτημα κατά την απεύθυνση της αγωγής της αναιρεσείουσας κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου)" και "Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή των αμέσως ανωτέρω αναφερομένων κατά περίπτωση λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η πληττόμενη δι' αυτών απόφαση κατά τα χαρακτηριζόμενα με στοιχ.
Β (1) και Γ (1) κεφάλαια αυτής και ...". Ακολούθως δε στο διατακτικό της αναφέρει, ότι "αναιρεί την 942/28-2-2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα χαρακτηριζόμενα με στοιχ. Β (1), Γ (1) κεφάλαια αυτής, ...". Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι με την υπ' αριθ. 599/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αντιμετωπίσθηκε ως ενιαίο σύνολο με τις προρρηθείσες αιτιολογίες αυτής, ο πρώτος λόγος της από l6-11-2009 αναιρέσεως της αναιρεσείουσας (και ήδη αιτούσας), με τον οποίο προσέβαλλε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση (έβδομος λόγος του εφετηρίου), ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26.6./10.7.1944), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα και έχει εφαρμογή και για τους Ο.Τ.Α., σύμφωνα με το άρθρο 276 του Ν. 3463/2006, με το να μην επιδικάσει σ' αυτήν νόμιμους τόκους επί του αναγνωριστικώς επιδικασθέντος κεφαλαίου των 171.057,04 ευρώ, τόσον κατά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου όσον και του αναιρεσίβλητου Δήμου Ελληνικού-Αργυρούπολης, μολονότι τα αιτούμενα με την αγωγή της κονδύλια που συγκροτούσαν το κεφάλαιο αυτό, από καταψηφιστικά, παραδεκτά είχε περιορίσει σε αναγνωριστικά.
Με βάση δε τις άνω αιτιολογίες της, η υπ' αριθ. 599/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι ο λόγος αυτός της αναίρεσης (πρώτος), τον οποίο χαρακτήρισε με τα στοιχεία Γ-1, πρέπει να γίνει δεκτός, χωρίς να γίνεται διαχωρισμός, ως προς τους αναιρεσίβλητους Ελληνικό Δημόσιο και Δήμο Ελληνικού-Αργυρούπολης.
Με την έννοια δε αυτή διατυπώνεται στο διατακτικό της απόφασης αυτής, το παραπάνω πόρισμα ότι "αναιρεί την 942/28-2-2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τον χαρακτηριζόμενο (εκτός των άλλων) και με στοιχ. Γ (1) κεφάλαιο αυτής ...". Το γεγονός δε ότι, η άνω απόφαση, δεν περιέλαβε ειδική αιτιολογία αναφορικά με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης (πρώτο), και ως προς τον αναιρεσίβλητο Δήμο Ελληνικού-Αργυρούπολης, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, αφού η αιτιολογία αυτή θα αποτελούσε απλή επανάληψη ως προς τα περιστατικά που θεμελίωναν τις ίδιες παραβιασθείσες διατάξεις και επομένως ήταν περιττή.
Ούτε όμως και διαφοροποιούνται τα ανωτέρω, ως προς την πραγματική βούληση των δικαστών που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση, να γίνει δεκτός στο σύνολό του ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με την αναφορά που γίνεται σ' αυτήν ότι "πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το χαρακτηριζόμενο με στοιχ.
Γ(1) κεφάλαιο αυτής (περί τοκοδοσίας αίτημα κατά την απεύθυνση της αγωγής της αναιρεσείουσας κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου)", καθόσον η επεξήγηση που γίνεται εντός παρενθέσεως με αναφορά μόνο στο Ελληνικό Δημόσιο, δεν συνιστά την παραδοχή της αναιρετικής απόφασης, αλλά η βασική παραδοχή αυτής συνίσταται στο εκτός παρενθέσεως κείμενό της, όπου γίνεται δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, που χαρακτηρίζεται με τα στοιχεία Γ-1, και αναφέρεται στην μη επιδίκαση στην αναιρεσείουσα νομίμων τόκων επί του αναγνωριστικώς επιδικασθέντος κεφαλαίου των 171.057,04 ευρώ, τόσον κατά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, όσον και του αναιρεσίβλητου Δήμου Ελληνικού-Αργυρούπολης, δεδομένου ότι τα αιτούμενα με την αγωγή της αναιρεσείουσας κονδύλια που συγκροτούσαν το κεφάλαιο αυτό, επιδιώκονταν εις ολόκληρον εις βάρος των αναιρεσιβλήτων, και από καταψηφιστικά, παραδεκτά είχαν περιορισθεί σε αναγνωριστικά.
Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει, ότι σύμφωνα με τις ανωτέρω αιτιολογίες της υπ' αριθ.599/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η πραγματική βούληση των δικαστών που την εξέδωσαν ήταν, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθ. 942/28-2-2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (εκτός των άλλων), κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της από 29-07-2011 αίτησης αναίρεσης της Μ.
θυγ. Δ. Τ. συζ. Α. Β., ο οποίος χαρακτηρίζεται με τα στοιχεία Γ-1, ως προς το περί τοκοδοσίας κεφάλαιο της αγωγής, για το επιδικασθέν αναγνωριστικώς με την άνω απόφαση του Εφετείου κεφάλαιο των 171.057,04, εις ολόκληρον εις βάρος των αναιρεσιβλήτων (ως προς το Ελληνικό Δημόσιο μέχρι ποσού 8.246,97 ευρώ), τόσον κατά το μέρος που αναφέρεται το περί τοκοδοσίας κεφάλαιο, εις βάρος του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, όσον και κατά το μέρος που αναφέρεται εις βάρος του αναιρεσίβλητου Δήμου Ελληνικού-Αργυρούπολης.
Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων στο σύνολο τους, λόγω του δυσερμήνευτου της άνω αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 179 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-03-2014 αίτηση-κλήση της αναιρεσείουσας, ως προς το κύριο αίτημα αυτής, για την έρευνα παραληφθένος να ερευνηθεί λόγου της από 29-07-2011 αίτησης αναίρεσης της, με την υπ' αριθ. 599/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Δέχεται ότι η πραγματική βούληση των δικαστών που εξέδωσαν την υπ' αριθ. 599/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ήταν, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθ. 942/28-2-2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (εκτός των άλλων), κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της από 29-07-2011 αίτησης αναίρεσης της Μ. θυγ. Δ. Τ., συζ. Α. Β., ο οποίος χαρακτηρίζεται με τα στοιχεία Γ-1, ως προς το περί τοκοδοσίας κεφάλαιο της αγωγής, για το επιδικασθέν αναγνωριστικώς με την άνω απόφαση του Εφετείου κεφάλαιο των 171.057,04, εις ολόκληρον εις βάρος των αναιρεσιβλήτων (ως προς το Ελληνικό Δημόσιο μέχρι ποσού 8.246,97 ευρώ), τόσον κατά το μέρος που αναφέρεται το περί τοκοδοσίας κεφάλαιο, εις βάρος του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, όσον και κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσίβλητο Δήμο Ελληνικού-Αργυρούπολης.
Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ