Legislator Case Law & Legislation
1235/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on proportionality grounds for excessive compensation awarded for health damage in a maritime accident case.

Case Number 1235/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court's award of €35,000 in damages for health damage resulting from a maritime accident. The appellant argued the amount violated substantive law and the principle of proportionality, but the court found the sum appropriate given the severity of the injury. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay legal costs to the represented third parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 299, 914, 932 of the Civil Code; Article 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the violation of substantive law regarding the amount of compensation for health damage is inadmissible if the lower court's decision does not violate the principle of proportionality.

Keywords

AI generated
maritime accident liability health damage compensation principle of proportionality substantive law violation inadmissible appeal legal costs allocation civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 299, 914, 932 of the Civil Code
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 152 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 25 paragraph 1 of the Constitution

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1235 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1235/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Α. Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου : χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ζαχαρίας Σαλούστρος.

Β. Της αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείουσας : α) Ανώνυμης Ναυτιλιακής Εταιρείας με την επωνυμία "ΧΕΛΛΕΝΙΚ ΣΗΓΟΥΕΪΣ ΑΝΕ (Hellenic seaways) (πρώην "ΕΛΛΑΣ ΦΛΑΪΝΓΚ ΝΤΟΛΦΙΝΣ" (HELLAS FLYING DOLPHINS) (και πρώην MINOAN FLYING DOLPHINS) A.N.E, που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ευάγγελος Τσουρούλης Των αναιρεσιβλήτων : β) ψ2, γ) ψ3, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, δ) ......., Προέδρου του Δ.Σ της πρώτης αναιρεσιβλήτου, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γεώργιος Αλμπούρας και ε) της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "......", που εδρεύει στο ..... και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δευκαλίων Ρεδιάδης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.12.2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 569/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 473/2004 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο (Α) αναιρεσείων με την από 29.11.2005 αίτησή του, τους με ιδιαίτερο δικόγραφο από 18.10.2006 προσθέτους λόγους αυτής και την από 15.10.2006 αίτηση επαναφοράς (επί των ως άνω προσθέτων λόγων) καθώς και η (Β) αναιρεσείουσα με την από 30.11.2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που συνεκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 10.11.2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να συνεκδικαστούν οι δύο υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και να απορριφθούν. Οι πληρεξούσιοι των εκατέρωθεν αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, αντίστοιχα, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Επειδή, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εκκρεμούν α) η από 29.11.2005 αίτηση αναιρέσεως και οι με ιδιαίτερο, από 18.10.2006, δικόγραφο πρόσθετοι αυτής λόγοι, τους οποίους αφορά και η, κατά την έννοια των άρθρων 152 επ. ΚΠολΔ, από 15.11.2006 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και β) η από 30.11.2005 αίτηση αναιρέσεως, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή με αριθμό 437/2004 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Οι προαναφερόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και η αίτηση επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται και μείωση των εξόδων (ΑΠ 941/92).

ΙΙ. Επί της 148/30.11.2005 αιτήσεως αναιρέσεως του χ1, των με ιδιαίτερο δικόγραφο (244/19.10.2006) προσθέτων αυτής λόγων και της 22/16.11.2006 αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση του ιδίου αναιρεσείοντος. α) Επειδή, εκ των διατάξεων των άρθρων 576§2, 568§§1 και 4 και 498§1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν εκλήθη νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 226§4 εδ. α' ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην μετ' αναβολή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφαρμόζεται και στη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες α) υπ' αριθμ. ......

και ..... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Χαλκίδος ...... και β) τις υπ' αριθμ. .... και .... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......., αποδεικνύεται ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος χ1 επισπεύδοντος την συζήτηση, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 29.11.2005 αιτήσεως αναιρέσεως και της από 19.1.2007 κλήσεως, με τις κάτω από αυτές πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αρχικώς, μετά από ματαίωση, ορισθείσα δικάσιμο (26.3.2007), μετά της συνημμένης 27/30.1.2007 πράξεως του Προέδρου του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε σύντμηση της προθεσμίας κλητεύσεως κατά είκοσι (20) ημέρες και ορίσθηκε σε σαράντα (40) ημέρες, νομοτύπως και εμπροθέσμως επεδόθησαν στον δεύτερο και τρίτο εκ των αναιρεσιβλήτων ψ2 και ψ3, με κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως για την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο (26.3.2007), κατά την οποία αναβλήθηκε για την στην αρχή της παρούσης αποφάσεως αναφερόμενη δικάσιμο (5.11.2007) δι' επισημειώσεως στο πινάκιο, η οποία ισχύει ως κλήτευση για όλους τους διαδίκους κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο.

Κατά την δικάσιμο, όμως, αυτή, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από την σειρά του οικείου πινακίου, ο δεύτερος και τρίτος εκ των αναιρεσιβλήτων, δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, ούτε κατέθεσαν σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573§1, 242§2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους ως εάν ήταν και αυτός παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576§2 ΚΠολΔ.

β) Επειδή, από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του εν λόγω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της καταθέσεως του οικείου δικογράφου στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής ή ανταγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκαπέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε, ερήμην, διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως.

Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν αυτό ένδικο μέσο ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω αναφερομένη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ.

Τέλος, η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με αναίρεση αποφάσεως γίνεται με τη προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επιδόσεως ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία με την προσκόμιση των εγγράφων αυτών από τον παριστάμενο διάδικο η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη.

Με την έννοια αυτή δεν προκύπτει τελεσιδικία της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφορικά με το κεφάλαιο αυτής, που αφορά την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος χ1 κατά την απεύθυνσή της κατά των απολειπομένων κατά την δευτεροβάθμια δίκη δεύτερου και τρίτου εκ των εφεσιβλήτων - εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων ψ2 και ψ3, για τους οποίους δεν επικαλείται ο αναιρεσείων, ούτε σε κάθε περίπτωση βεβαιώνεται από τα υπάρχοντα στην διάθεση του Δικαστηρίου διαδικαστικά έγγραφα, ότι οι τελευταίοι αποδέχθηκαν την αναιρεσιβαλλομένη ερήμην ως προς αυτούς απόφαση ή ότι παραιτήθηκαν από την ασκηθείσα από εκείνους κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή από το δικαίωμα ασκήσεως του ένδικου τούτου μέσου ή ότι έγινε επίδοση προς αυτούς της αποφάσεως, με παράλληλη βεβαίωση ότι παρήλθε άπρακτη η οριζόμενη προς τούτο δεκαπενθήμερη προθεσμία, με άμεση δικονομική συνέπεια η ερευνώμενη αίτηση αναιρέσεως να ελέγχεται κατά την απεύθυνσή της κατά του δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων ως απαράδεκτη, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (ΚΠολΔ 577 αρ.

παρ. 1, 2), λόγο για τον οποίο και πρέπει κατά τούτο να απορριφθεί. Το τυπικά παραδεκτό αυτής κατά την κατεύθυνση της κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων, τελούντων σε σχέση απλής ομοδικίας με τους απολειπομένους (ΚΠολΔ 74), επιτρέπει την έρευνα της βασιμότητας των διατυπουμένων δι' αυτής λόγων και παράλληλα, προεχόντως, το τυπικά παραδεκτό των με ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτων αυτής λόγων.

γ) Επειδή, κατά τους ορισμούς των άρθρων 152 έως 155 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου, μπορεί να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση. Η επαναφορά μπορεί να ζητηθεί μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσεως του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσεως του δόλου.

Η αίτηση για επαναφορά μπορεί ν' ασκηθεί με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιεί ο απωλέσας την προθεσμία διάδικος στον αντίδικο του. Στην περίπτωση αυτή το δικόγραφο κατατίθεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την άσκηση της αγωγής, δηλαδή με κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου που απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου στον εναγόμενο (ΚΠολΔ 215 παρ. 1).

Έτσι, για την ολοκλήρωση της ασκήσεως, με ιδιαίτερο δικόγραφο, της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση δεν αρκεί η εντός των τριάντα ημερών, που αποτελούν την προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως, κατάθεση του ιδιαιτέρου δικογράφου στην γραμματεία, αλλ' απαιτείται και η, μέσα στην ίδια προθεσμία, επίδοση αυτού στον αντίδικο του αιτούντος.

Ανώτερη βία που μπορεί να στηρίξει σχετική αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια είναι κάθε γεγονός, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως. Τέτοια ανώτερη βία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να είναι και η ασθένεια του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, όταν αυτή απετέλεσε ανυπέρβλητο κώλυμα για την εμπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου.

Για τον λόγο αυτό απαιτείται στη σχετική αίτηση να προσδιορίζεται το είδος και η διάρκεια της ασθενείας, όταν δε η ασθένεια αφορά τον πληρεξούσιο δικηγόρο να εκτίθεται, προσθετικά στο δικόγραφο αυτής, και ότι η ασθένειά του τον εμπόδισε να ενεργήσει με άλλο δικηγόρο συνεργάτη του ή όχι. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.12 εδ.α' του ν. 1157/1981, "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ.μ.

ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατον, την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας". Όπως συνάγεται από την αδιάστικτη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενεργείας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας, γεγονός το οποίο συμβαίνει και επί της 30ήμερης προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

Επομένως, αν η τελευταία (30η) πριν από τη δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επιδόσεως) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ.2 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 33/96). Στην υπόθεση που εξετάζεται, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Πρόεδρος του Α' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου όρισε δικάσιμο για τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως την 20 Νοεμβρίου 2006.

Ο αναιρεσείων, στις 19 Οκτωβρίου 2006 κατέθεσε στο Γραμματέα του Αρείου Πάγου, το με χρονολογία 18-10-2006 (αριθμός καταθέσεως 240/2006) δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Έτσι, έστω και αν την ίδια ημέρα επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους αντίγραφο του δικογράφου αυτού, η τριακοστή ημέρα, από την επομένη της καταθέσεώς του και της επιδόσεώς του, συμπίπτει με την 18 Νοεμβρίου 2006, ημέρα Σάββατο, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του παρόντος έτους.

Επειδή δε και η επομένη ημέρα (19-11-2006) είναι Κυριακή, η πιο πάνω 30ήμερη προθεσμία, παρατεινόμενη αντιστοίχως, λήγει την 7η της επομένης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή στις 20-10-2006, η οποία είναι και η δικάσιμος της υποθέσεως, η συζήτηση της οποίας έχει οριστεί για την 9.30 π.μ. ώρα, μέχρι την οποία όμως δεν θα έχει συμπληρωθεί η 30ήμερη προθεσμία.

Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπροθέσμως. Προς δικαιολόγηση της εκπρόθεσμης ασκήσεως τών, με ιδιαίτερο δικόγραφο, προσθέτων λόγων, με την κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια 20/16-11-2006 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση ο αναιρεσείων επικαλέστηκε ανώτερη βία, συνισταμένη στην ιστορούμενη ασθένεια του πληρεξουσίου του δικηγόρου τις πρωινές ώρες της 18ης Οκτωβρίου 2006.

Δεν επικαλείται όμως ο δι' αυτής αιτών αναιρεσείων, ούτε, σε κάθε περίπτωση, βεβαιώνεται, επίδοση της εν λόγω αιτήσεως στους καθών αναιρεσιβλήτους εντός της οριζομένης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από της άρσεως του αποτελούντος την ανώτερη βία γεγονότος, προϋπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, για την ολοκλήρωση της ασκήσεως της εν λόγω αιτήσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια να αξιολογείται ως απαράδεκτη, λόγο για τον οποίο και πρέπει, προεχόντως, να απορριφθεί.

Επομένως, δε δικαιολογείται η εκπρόθεσμη άσκηση των με ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτων λόγων της ερευνωμένης αιτήσεως αναιρέσεως, που πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Σημειώνεται ότι το άρθρο 227 ΚΠολΔ περί προσκλήσεως για την συμπλήρωση τυπικών παραλείψεων δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΚΠολΔ 573 παρ.1).

γ) Επειδή, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε .

Επομένως, ο λόγος αυτός, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, α) τον κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, β) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο, αναγκαίο για την επάρκειά τους, λείπει, και σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει και γ) τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, αν στοιχειοθετείται ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως.

Η αοριστία δε του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο . Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους πρώτο και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως, επικαλούμενος αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι α) κρίνοντας ότι "το περιστατικό της αξιοπλοΐας ή όχι του βυθισθέντος ήδη πλοίου, εξαιτίας των επικαλούμενων από τους ενάγοντες παραβάσεων και ελλείψεων είναι ιδιαίτερα σημαντικό, διότι αυτή, αφενός συνδέεται με την (αυτοτελή) ευθύνη της πλοιοκτήτριας εταιρίας και αφετέρου δύναται να επηρεάσει το βαθμό πταίσματος της πλοιοκτήτριας και των εκπροσώπων της και συνακόλουθα και το ύψος της δικαιούμενης από τους ενάγοντες αποζημιώσεως λόγω ψυχικής οδύνης" ενώ δέχτηκε αρχικώς ότι "εντός τριών λεπτών από την πρόσκρουση [εννοείται στις βραχονησίδες ....] εκτιμάται ότι εισήλθαν περίπου 900 κυβικά μέτρα νερού στο εσωτερικό του πλοίου προκαλώντας καταρχήν κλίση προς τα δεξιά πέντε μοιρών, η οποία συνέχισε αυξανόμενη αφού το νερό εξακολουθούσε να κατακλύζει σταδιακά όλους τους χώρους των πλοίων και ειδικότερα αρχικά τα βοηθητικά μηχανοστάσια και στη συνέχεια μέσω των ανοικτών θυρών τους χώρους ενδιαιτήσεως του πληρώματος και των επιβατών", ότι ο δεύτερος εκ των αναιρεσιβλήτων δεν ήλεγχε τις στεγανές θύρες οι οποίες ήταν όλες σχεδόν ανοικτές κατά παράβαση των κανονισμών, ούτε φρόντισε για το κλείσιμό τους, έστω και μετά την πρόσκρουση", καθώς και ότι "οι παράγοντες που επηρεάζουν την ασφάλεια του πλοίου και των επιβαινόντων είναι οι εξής: ...γ) στεγανή υποδιαίρεση...", και β) ενώ δέχτηκε ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας "σε σχέση με την παράλειψη αυτής να ελέγξει την ύπαρξη των απαιτούμενων ουσιαστικών προσόντων τού ως υποπλοιάρχου ναυτολογηθέντος ψ3...

εξαιτίας δε της προαναφερόμενης παραλείψεως της πλοιοκτήτριας, το πλοίο αυτής κατέστη αναξιόπλοο από τη στιγμή που ανέλαβε την πλοήγησή του ο εν λόγω υποπλοίαρχος και συνέπεια της ανικανότητας αυτού ήταν να προσκρούσει το πλοίο στις βραχονησίδες ... με ζημιογόνα αποτελέσματα", με αντιφατικές αιτιολογίες καταλήγει, προβάλλει ο αναιρεσείων, αναφορικά με την ευθύνη του τετάρτου αναιρεσιβλήτου, προέδρου του Δ.Σ της εταιρίας, "ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω διάδικος, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, απησχολείτο με ζητήματα που αφορούσαν την πρόσληψη προσωπικού της εταιρίας, ούτε ότι ο ίδιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την πρόσληψή του ψ3 ή την ανυπαρξία των ουσιαστικών του προσόντων, ώστε να ματαιώσει την πρόσληψη αυτού".

Έτσι όμως διατυπούμενοι οι δύο αυτοί λόγοι αναιρέσεως, προεχόντως είναι αόριστοι, και ως τοιούτοι απορριπτέοι διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, σε σχέση με την εφαρμογή της οποίας αποδίδεται η μομφή για έλλειψη από την απόφαση νόμιμης βάσεως, ούτε αναφέρονται με πληρότητα, παρά μόνο εντελώς αποσπασματικά και σποραδικά, σε σχέση με τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα, οι ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά, με συνέπεια οι ελλείψεις αυτές να καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο.

δ) Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο βεβαιώνει, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το πλοίο ήταν αξιόπλοο, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων, και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", κατά την ανάλυση δε και το σχολιασμό των αποδείξεων, στον οποίο το εφετείο προβαίνει για να αιτιολογήσει το πόρισμά του, ρητώς μνημονεύει και αξιολογεί "και τα πιστοποιητικά ασφαλείας" (σελ. 27β της προσβαλλομένης αποφάσεως).

Έτσι, από την πιο πάνω βεβαίωση του Εφετείου και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι αυτό για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικώς με την αξιοπλοΐα του πλοίου έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το υπό αριθμό ..... πιστοποιητικό ασφαλείας του πλοίου και τον πίνακα παρακολουθήσεως παρατηρήσεων, που αποτελεί την 7η σελίδα του, το οποίο ο αναιρεσείων αναφέρει στο δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και από το οποίο, όπως διατείνεται, αποδεικνύονταν το αναξιόπλοο του πλοίου.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος. ε) Επειδή, με το άρθρο πρώτο του ν. 2107/1992 κυρώθηκαν από την Ελλάδα και αποτελούν, κατ' άρθρο 28 του Συντάγματος, εσωτερικό κανόνα δικαίου με υπερνομοθετική ισχύ, η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών της 25-8-1924 "για την ενοποίηση ορισμένων νομικών κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές" και τα τροποποιητικά αυτής πρωτόκολλα της 23-2-1968 και της 26-12-1979 (Κανόνες Χάγης - Βίσμπυ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου δευτέρου του πιο πάνω νόμου και των άρθρων 1 περ. β, 2, 3 παρ. 1, 5 παρ. 2 και 10 παρ. 2 και 3 της προαναφερομένης Διεθνούς Συμβάσεως προκύπτει, ότι η εν λόγω Σύμβαση έχει εφαρμογή στην Ελλάδα, α) σε κάθε σύμβαση θαλασσίας μεταφοράς πραγμάτων, στην οποία τα λιμάνια φορτώσεως και εκ φορτώσεως βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη, εφόσον η μεταφορά αυτή καλύπτεται από φορτωτική ή άλλο παρόμοιο έγγραφο, που αποτελεί τίτλο για τη θαλάσσια μεταφορά πραγμάτων και β) σε κάθε θαλάσσια μεταφορά μεταξύ ελληνικών λιμένων, είτε εκδόθηκε φορτωτική είτε όχι.

Τούτο επιτρεπτώς έπραξε ο νομοθέτης, επεκτείνοντας δηλαδή την ισχύ της Συμβάσεως και στις εσωτερικές θαλάσσιες μεταφορές, σύμφωνα με την ευχέρεια που του είχε παράσχει η τρίτη παράγραφος του άρθρου 10 της Συμβάσεως, όπως αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου του 1968, η οποία ορίζει ότι "στο άρθρο αυτό δεν εμποδίζει ένα Συμβαλλόμενο Κράτος από του να εφαρμόζει τις διατάξεις της Συμβάσεως αυτής για φορτωτικές και δεν συμπεριλαμβάνονται στις προηγούμενες παραγράφους".

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 148 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ, ν. 3816/1958), το δικαίωμα προς αποζημίωση για μερική απώλεια ή ζημία των φορτωθέντων πραγμάτων αποσβέννυται με τη παρέλευση έτους από την παραλαβή τους. Κατά το άρθρο δε 289 αριθ. 4 του ΚΙΝΔ, σε ετήσια παραγραφή, αρχόμενη σύμφωνα με το άρθρο 291 του ίδιου Κώδικα, από τη λήξη του έτους, κατά το οποίο συμπίπτει η αφετηρία αυτής, υπόκεινται οι αξιώσεις από τη σύμβαση ναυλώσεως, μεταφοράς επιβατών ή πραγμάτων καθώς και από τη μη προσήκουσα εκτέλεση της συμβάσεως.

Αλλ' εφόσον με την αξίωση από τη σύμβαση συρρέει και αξίωση από αδικοπραξία (άρθρο 914 ΑΚ), η αξίωση αυτή υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 836/2002 ΕλλΔ 44. 983). Όμως, κατά το άρθρο 187 του ΚΙΝΔ, ως προς τη φόρτωση, μεταφορά και εκφόρτωση των αποσκευών και την ευθύνη του εκναυλωτή, εφαρμόζονται αναλόγως οι περί συμβάσεως ναυλώσεως διατάξεις και ειδικότερα οι περί μεταφοράς πραγμάτων διατάξεις.

Αλλά τέτοιες διατάξεις "περί μεταφοράς πραγμάτων" περιέχει η πιο πάνω Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών (κανόνας Χάγης - Βίσμπυ) που διέπουν, κατά τα προεκτιθέμενα, και τις εσωτερικές θαλάσσιες μεταφορές πραγμάτων, ανεξάρτητα από την έκδοση ή μη φορτωτικής. Επομένως, η πιο πάνω Διεθνής Σύμβαση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 187 του ΚΙΝΔ (δηλαδή μέσω του άρθρου αυτού) ρυθμίζει πλέον, μεταξύ άλλων, τις αξιώσεις των επιβατών κατά του μεταφορέα για αποζημίωση, λόγω απωλείας, βλάβης ή καθυστερημένης παραδόσεως των αποσκευών και συνακόλουθα τα της παραγραφής των αξιώσεων αυτών, ως προς τις οποίες έτσι οι πιο πάνω διατάξεις του ΚΙΝΔ, που αφορούν μεταφορές πραγμάτων μεταξύ ελληνικών λιμένων, θεωρούνται ως καταργημένες από την έναρξη της ισχύος της προαναφερομένης Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών.

Μια τέτοια ερμηνεία ανταποκρίνεται και στην πρόθεση του αρχικού έλληνα νομοθέτη (του συντάκτη του ΚΙΝΔ), που ήταν να καταστήσει εσωτερικό δίκαιο για όλες τις εθνικές θαλάσσιες μεταφορές, το δίκαιο των κανόνων της Χάγης. Ορίζει δε η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. 4 της Συμβάσεως, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ. 2 του Πρωτοκόλλου της 23-2-1968, ότι "ο μεταφορέας και το πλοίο θα απαλλάσσονται σε κάθε περίπτωση από οποιαδήποτε ευθύνη σχετικά με τα εμπορεύματα, εφόσον δεν έχει εγερθεί αγωγή εντός ενός έτους από την παράδοσή τους ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχαν παραδοθεί".

Καθιερώνεται δηλαδή με την εν λόγω διάταξη βραχυχρόνια ετήσια παραγραφή, η οποία αρχίζει από την παράδοση των πραγμάτων ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχαν παραδοθεί. Ότι πρόκειται για παραγραφή και όχι για αποσβεστική προθεσμία, προκύπτει από την ίδια διάταξη, που ορίζει στη συνέχεια ότι "ωστόσο, αυτή η περίοδος μπορεί να παραταθεί, αν τα μέρη έτσι συμφωνήσουν μεταγενέστερα από το γεγονός που προκάλεσε την αγωγή", αλλά παράταση αποσβεστικής προθεσμίας, για άσκηση δικαιώματος που έχει αποσβεστεί, δεν νοείται.

Η πιο πάνω δε ετήσια παραγραφή, η θέσπιση της οποίας οφείλεται στη φύση της δραστηριότητας του μεταφορέα, ο οποίος, απασχολούμενος με πολλές υποχρεώσεις, που δίνουν λαβή σε πλείστες όσες διενέξεις, πρέπει να είναι σε θέση να κάνει τους υπολογισμούς του σε ένα εύλογο χρόνο παραγραφής, ισχύει ανεξάρτητα από τη θεμελίωση του δικαιώματος στη σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς ή σε αδικοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 4β παρ. 1 της Συμβάσεως, που προστέθηκε με το Πρωτόκολλο της 23-2-1968, το οποίο ορίζει ότι "οι ενστάσεις και τα όρια ευθύνης που προβλέπονται σ' αυτή τη Σύμβαση θα ισχύουν για κάθε αξίωση κατά του μεταφορέα σχετικά με απώλεια ή ζημία σε εμπορεύματα που καλύπτονται από σύμβαση μεταφοράς, είτε η αγωγή θεμελιώνεται σε συμβατική ευθύνη είτε σε εξωσυμβατική ευθύνη" (πρβλ.

ΑΠ 1002/2002 ΕλλΔ 44. 1334 που αντιμετωπίζει παρόμοιο θέμα παραγραφής στην άλλη Διεθνή Σύμβαση των Αθηνών της 13-12-1974 "σχετικά με τη θαλάσσια μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους", η οποία κυρώθηκε με το ν. 1922/1991). Περαιτέρω, ως αποσκευές νοούνται, κατά την έννοια, των πιο πάνω διατάξεων, τα συσκευασμένα (σε σάκκους ταξιδιωτικούς, βαλίτσες κλπ) αντικείμενα, που συνοδεύουν τον επιβάτη που προορίζονται για την προσωπική του χρήση.

Σ' αυτή περιλαμβάνονται, ενδεικτικά, είδη ρουχισμού, αμφιέσεως, καλλωπισμού και τα συναφή. Τέλος, ενόψει του ότι ο ΚΙΝΔ και η παραπάνω Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών δεν περιέχουν νύξη για την ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα ως προς τα χρήματα, τα τιμαλφή και τα συναφή πολύτιμα αντικείμενα που φέρει μαζί του ο επιβάτης, ισχύουν και ως προς αυτά οι προαναφερόμενες διατάξεις για τις λοιπές αποσκευές.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων ενάγων, με την ένδικη αγωγή, επικαλούμενος αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων), ζήτησε να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν και το συνολικό ποσό των 688.000 ευρώ, ως αποζημίωσή του, για την απώλεια, λόγω του ναυαγίου, των αναφερομένων στην αγωγή προσωπικών του αντικειμένων, που έφερε μαζί του, ως επιβάτου του βυθισθέντος πλοίου.

Προς απόκρουση της αγωγικής αυτής αξιώσεως, η αναιρεσίβλητη πρώτη εναγομένη πρότεινε παραδεκτώς την κατά τις πιο πάνω διατάξεις της Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών ένσταση ετήσιας παραγραφής, την οποία το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, κρίνοντας ότι "από την ημερομηνία που επισυνέβη το ναυάγιο (26-9-2000), κατά την οποία τα απολεσθέντα πράγματα - αποσκευές του ενάγοντος έπρεπε να εκφορτωθούν από το πλοίο και να παραδοθούν σ' αυτόν, μέχρι την άσκηση της αγωγής (η οποία κατατέθηκε στις 26-4-2002), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους", την δέχτηκε ως νόμιμη και βάσιμη από ουσιαστική άποψη.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε, με την εφαρμογή τους, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις 187 του ΚΙΝΔ και της πιο πάνω από 23-8-1924 Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών και των Πρωτοκόλλων της, ούτε βέβαια τη διάταξη του άρθρου 188 του ΚΙΝΔ που ορίζει για την ευθύνη του εκναυλωτή στην περίπτωση που ο επιβάτης διατήρησε την παραφυλακή των αποσκευών του, αλλ' ούτε, με τη μη εφαρμογή της, τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ.

Επιπλέον, το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ, με το να μη δεχτεί ότι η παράλειψη από την πρώτη εναγομένη, με το από 6-4-2001 σημείωμά της, επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, την οποία ο ενάγων είχε καταθέσει εναντίον της, να αντιτάξει οποιαδήποτε ένσταση ή άρνηση κατά της απαιτήσεως της τελευταίας για την απώλεια των προσωπικών της ειδών, υποδηλώνει και αναγνώριση της σχετικής αντίστοιχης αξιώσεως του ενάγοντος, που επέφερε διακοπή της πιο πάνω παραγραφής, αφού η απλή παράλειψη του οφειλέτη να αποκρούσει την όχληση του δανειστή περί του χρέους δεν ενέχει αναγνώριση, κατά την έννοια του άρθρου 260 ΑΚ.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Υπό την εκδοχή δε ότι με τον ίδιο λόγο προβάλλεται και αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού για αναγνώριση της αξιώσεως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται ο από τον προαναφερόμενο αριθμό λόγος αναιρέσεως, όταν ο, ως αγνοηθείς, φερόμενος ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος (Ολ ΑΠ 14/2004 ).

στ) Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα στο αναιρετήριο η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δοθέντος ότι, όπως ήδη έχει προαναφερθεί, η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο .

Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το τμήμα του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά όπως εκτιμάται, και από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 410 ΑΚ και 72 ΚΠολΔ, έκρινε την αγωγή του, ως προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία (πέμπτη εναγομένη), ως μη νόμιμη, ως ευθεία αγωγή, και ως πρόωρη, ως πλαγιαστική.

Δεν αναφέρεται, όμως, στο αναιρετήριο, για την πληρότητα του λόγου αυτού, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, η ιστορική βάση της αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είχε επικαλεστεί ο αναιρεσείων στην αγωγή του για τη θεμελίωσή της έναντι της πέμπτης αναιρεσίβλητης, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψή της ως μη νόμιμης, ως ευθείας, και ως πρόωρης, ως πλαγιαστικής, έναντι της εναγομένης αυτής, συνιστά ή όχι παραβίαση των διατάξεων των πιο πάνω άρθρων.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, έτσι όπως διατυπώνεται, είναι αόριστος. ζ) Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλά απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη, ή απαράδεκτη, ή ως πρόωρη, όπως στην προκείμενη περίπτωση.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το άλλο τμήμα του, με το οποίο για την απόρριψη της αγωγής, κατά τα προεκτιθέμενα ως προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη, αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. η) Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 παρ.1 ΑΚ προκύπτει, ότι ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής γίνεται υπερήμερος και εντεύθεν οφείλει στο δανειστή του τόκο υπερημερίας που ορίζεται στο νόμο ή τη δικαιοπραξία, αν προηγήθηκε εκ μέρους του δανειστή δικαστική ή εξώδικη όχληση, η οποία αποτελεί μονομερή και απευθυντέα σε άλλον δήλωση βουλήσεως και έχει ισχύ και παράγει τα αποτελέσματά της, μόνο εφόσον γίνει όπως την εννοεί και απαιτεί ο νόμος.

Ειδικότερα, η όχληση πρέπει κατά το περιεχόμενό της να είναι ακριβής, ορισμένη, σαφής και καθαρά, πρέπει δηλαδή να προκύπτουν από αυτή, κατά τρόπο αναμφίβολο, το είδος, το ποσό και τα άλλα προσδιοριστικά στοιχεία της απαιτήσεως, επιπλέον δε να είναι απαλλαγμένη από αίρεση ή άλλο όρο και να απαιτεί ακριβώς από τον οφειλέτη την εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής του.

Τέτοια όχληση δεν αποτελεί η επίδοση καταψηφιστικής αποφάσεως, που γίνεται μόνο προς γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες, χωρίς επιταγή ή έστω απλή πρόσκληση προς πληρωμή των ποσών που επιδικάστηκαν (Ολ.ΑΠ 1/97). Κατά λογική ακολουθία, δεν αποτελεί όχληση, με την πιο πάνω έννοια, η επίδοση από το δανειστή στον οφειλέτη αιτήσεως, με την οποία απλώς ζητείται ως ασφαλιστικό μέτρο, για την εξασφάλιση της οφειλόμενης από αυτόν χρηματικής οφειλής, η συντηρητική κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων.

Επομένως, το Εφετείο, με το να δεχτεί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι η επίδοση από τον αναιρεσείοντα στους αναιρεσιβλήτους στις 15.3.2001 της από 27.2.2001 αιτήσεώς του, με την οποία ζητούσε, ως ασφαλιστικό μέτρο, για την εξασφάλιση της χρηματικής του απαιτήσεως κατ' αυτών, τη συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων των τελευταίων, δεν συνιστά όχληση, κατά την προαναφερόμενη έννοια και δεν κατέστησε έτσι υπερημέρους τους αναιρεσιβλήτους, με συνέπεια να απορρίψει στη συνέχεια ως μη νόμιμο το παρεπόμενο αίτημα του αναιρεσείοντος για την επιδίκαση τόκων υπερημερίας από την επίδοση της πιο πάνω αιτήσεως (προγενέστερη της επίδοσης της ένδικης αγωγής), δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 340 ΑΚ και ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

θ) Επειδή, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως του βαθμού του πταίσματος του υποχρέου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών κ.λ.π.

και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υποπίπτει στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (ΟλΑΠ 13/2001, ΑΠ 674/2004, ΑΠ 112/1999, ΑΠ 972/1999).

Με τον έβδομο και τελευταίο λόγο της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλούμενος αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει στον αναιρεσείοντα, ως ναυαγό κατά την βύθιση του πλοίου "γ1", για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 35.000 ευρώ ενώ σε άλλους ναυαγούς στο ίδιο ναυάγιο επεδίκασε για την αιτία αυτή μεγαλύτερα χρηματικά ποσά, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει την αρχή της ισότητας, "έκφανση της οποίας είναι ο ειδικός νομικός κανόνας, που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που βρίσκονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες και ο οποίος δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας, μεταξύ των οποίων και η Δικαστική εξουσία".

Έτσι, όμως, προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης και επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός αναιρέσεως προεχόντως είναι απαράδεκτος.

ΙΙΙ) Επί της από 30.11.2005 αιτήσεως αναιρέσεως (αρ. καταθ. 150/30.11.2005).

α) Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως.

Περαιτέρω, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε (ΑΠ 339/2003 ΕλλΔ 45.427).

Επομένως ο λόγος αυτός, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων, 1) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Η αοριστία δε του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Με τους πρώτο, κατά το τμήμα του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και τέταρτο, από τον ίδιο αριθμό, λόγους της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι αυτή υπέχει ιδίαν ευθύνη για την επίδικη ζημία, λόγω παραλείψεως να ελέγξει, αν τα μέλη του πληρώματος που προσελάμβανε, είχαν, εκτός από τα τυπικά, και τα ουσιαστικά προσόντα για τα καθήκοντα που τους ανέθετε, καθώς και ευθύνη από την πρόστηση των μελών του πληρώματος του πλοίου "γ1", παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 31, 43 παρ. 1 και 87 παράγραφοι 1 και 2 του Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου, 1 παρ.1 του π.δ. 177/1974, 84 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου και των άρθρων 914, 922, 929, 932, 281, 288, 297 έως 299 και 71 ΑΚ.

Επίσης με το δεύτερο, κατά το τμήμα του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και πέμπτο κατά το τμήμα του από τον ίδιο αριθμό, λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει, ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της δικής της ευθύνης αναφορικά με την επιλογή του προσωπικού και "ως προς τη δυνατότητα να κλείσουν οι υδατοδεξαμενές".

Όμως η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει στο αναιρετήριο με πληρότητα, αλλά τελείως αποσπασματικά, τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε τούτο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για τα πιο πάνω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα, με τις οποίες (παραδοχές) συντελέστηκε η προβαλλόμενη από αυτήν παραβίαση, ευθέως και εκ πλαγίου, των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων καθώς και σε τι συνίσταται η αντίφαση ή ανεπάρκεια στις αιτιολογίες.

Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, προεχόντως είναι αόριστοι.

β) Επειδή, ο πρώτος λόγος, κατά το τμήμα του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, όπως εκτιμάται, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί και ιδίαν της ευθύνη, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμος, διότι στην ένδικη από 20.12.2001 αγωγή, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση του περιεχομένου της (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), περιέχεται αυτοτελής αντίστοιχος ισχυρισμός και για ίδια ευθύνη της για την επίδικη ζημία, ένεκα παραλείψεως να ελέγξει αν τα μέλη του πληρώματος που προσελάμβανε είχαν και τα ουσιαστικά προσόντα για τα καθήκοντα που τους ανέθετε.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το τμήμα του από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. καθώς και οι πέμπτος (κατά το τμήμα του από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και έκτος λόγοι, από τον ίδιο αριθμό, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ότι αυτή έχει και ιδίαν ευθύνη και ευθύνη από την πρόστηση των μελών του πληρώματος του πλοίου, ότι η ηλεκτρογεννήτρια του πλοίου λειτούργησε μόνο για 3' - 5' λεπτά μετά την πρόσκρουση, καθώς και ότι ήταν δυνατόν να κλείσουν οι υδατοστεγείς θύρες μετά την πρόσκρουση του πλοίου στους βράχους, είναι αβάσιμοι, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ύστερα από εκτίμηση αποδείξεων (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα).

γ) Επειδή με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 περ.α' και 14 του ΚΠολΔ (όχι όμως και από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου, κατ' ορθή υπαγωγή του στον λόγο αυτό αναφερομένου πραγματικού) συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής του, ότι δηλαδή ο αναιρεσίβλητος από το ναυάγιο που αναφέρεται στην αγωγή υπέστη βλάβη της υγείας του την οποία δεν εξειδικεύει, ενώ το Εφετείο, για την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης έλαβε υπόψη του τον εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμό.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από το δικόγραφο της αγωγής, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου αυτής, προκύπτει ότι γίνεται επίκληση της προσβολής της υγείας που υπέστη ο αναιρεσίβλητος ενάγων εκ του ναυαγίου, συνισταμένης στο ότι αυτός υπέστη ψυχολογικό "σοκ" από την ψυχική και σωματική ταλαιπωρία στην οποία υποβλήθηκε εκ του ναυαγίου.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ., συνιστάμενος στην πλημμέλεια ότι το Εφετείο έκρινε ως κατ' ουσίαν βάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί βλάβης της υγείας του χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί στην προσβαλλομένη απόφαση παρατίθενται όλα τα αποδεικτικά μέσα, εκ των οποίων σχηματίστηκε η εν λόγω ουσιαστική κρίση χωρίς να ήταν αναγκαία η ξεχωριστή αξιολόγηση του καθενός αποδεικτικού μέσου, ενώ η αποδιδομένη με τον ίδιο λόγο πλημμέλεια από τον αριθ.19 του άρθρ.559 ΚΠολΔ, για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ως προς το ουσιώδες ζήτημα της βλάβης της υγείας του αναιρεσιβλήτου είναι προεχόντως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση στην αιτιολογία της αποφάσεως ως προς το ανωτέρω ζήτημα.

δ) Επειδή, όπως προαναφέρθηκε ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υποπίπτει στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης από την προσβολή της υγείας του εκ του ανωτέρω ναυαγίου το ποσό των 35.000 ευρώ. Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο, ως χρηματική ικανοποίηση, το πιο πάνω ποσό, αντί να επιδικάσει για την αιτία αυτή ποσό μικρότερο των 10000 ευρώ, παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 914, 932 ΑΚ.

Έτσι, όμως, υπό την αιτίαση της παραβιάσεως των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως και επομένως ο λόγος αυτός, υπό την πιο πάνω αιτίαση, προεχόντως είναι απαράδεκτος.

Η κρίση δε του Εφετείου, ότι στον αναιρεσίβλητο έπρεπε να επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης για την προσβολή της υγείας του το ποσό των 35.000 ευρώ, ενόψει του είδους και της βαρύτητας της προσβολής δεν εμπεριέχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητος, μεταξύ του χρησιμοποιημένου μέτρου και του επιδιωκομένου σκοπού, η οποία απορρέουσα από την συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου, ήδη ρητώς καθιερώθηκε στο αναθεωρηθέν άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, υιοθετείται δε σταθερά και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως υπό την προαναφερομένη αιτίαση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν ως προς όλους τους λόγους των οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως. Τέλος, ο με στοιχ. Α αναιρεσείων πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 183 ΚΠολΔ, να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων τετάρτου και πέμπτης εκ των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν αυτοτελώς από τούς πληρεξουσίους τους δικηγόρους Γεώργιο Αλμούρα και Δευκαλίωνα Ρεδιάδη, αντίστοιχα, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 Ευρώ για έκαστο τούτων. (άρθρο 183 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των λοιπών παρισταμένων διαδίκων (με στοιχ. Α και Β αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι) πρέπει να συμψηφισθούν, λόγω της, κατ' ίση έκταση, εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων μερών (άρθρο 183 και 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις Α. από 29.11.2005 (αρ. κατ. 148/30.11.2005) Β. από 30.11.2005 (αρ. κατ. 150/30.11.2005) αιτήσεις για αναίρεση της 473/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς Γ) τους από 18-10-2008 προσθέτους τους λόγους της υπό στοιχ. Α' αιτήσως αναιρέσεως και Δ) την 22/16.11.2006 αίτηση επαναφοράς.

Απορρίπτει την 22/16.11.2006 αίτηση επαναφοράς και τις από 29.11.2005 και 30.11.2005 αιτήσεις αναιρέσεως.

Καταδικάζει τον με στοιχ. Α' αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του τετάρτου και πέμπτης εκ των αναιρεσιβλήτων εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ για τον καθένα.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των λοιπών παρισταμένων διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις ?.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9-6-2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ