1235/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1235/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Και 2ο -α) όταν έχει υπεξαιρέσει εισπράξεις, αποσκευές και αντικείμενα ανεξαρτήτως αξίας, β) έχει επιβληθεί σ' αυτόν για το παράπτωμα αυτό ποινή και γ) μέσα σε τρία χρόνια από την επιβολή της ποινής (ανεξάρτητα από την έκτισή της), ο μισθωτής υπέπεσε και πάλι στο ίδιο παράπτωμα της υπεξαίρεσης. Εξάλλου, από το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι με την αναίρεση της απόφασης ακυρώνεται και η συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε.
Full text
Απόφαση 1235 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1235/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αντωνιάδη.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Κοινό Ταμείο Εισπράξεων Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.) Ν. Σερρών", που εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Πολιτάκο και Δημήτριο Γκολέμη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 3187/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 11-3-2002 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 223/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 3187/2001 ανωτέρω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Εκδόθηκε η 3344/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 1-6-2004 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1523/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 28-12-2005 κλήση του αναιρεσιβλήτου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 5-9-2005 έκθεση του Αρεοπαγίτη Ιωάννη Δαβίλλα, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 18 παρ. 6 του ΠΔ 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ" η ποινή της οριστικής απόλυσης επιβάλλεται : α) για υποτροπή σε παράπτωμα για το οποίο έχει επιβληθεί η ποινή των περιπτώσεων β, γ, δ, ε της προηγούμενης παρ. 5, εφόσον δεν περάσουν πάνω από τρία (3) χρόνια από την τελευταία επιβολή ποινής για το ίδιο παράπτωμα ανεξάρτητα από την έκτιση της ποινής, β)...., γ) για υπεξαίρεση εισπράξεων, αποσκευών, αντικειμένων που ανήκουν σε τρίτους ή στο ΚΤΕΛ, όπως καυσίμων ανταλλακτικών, εργαλείων σημαντικής αξίας, εφόσον υποβλήθηκε μήνυση στον αρμόδιο Εισαγγελέα.
Κατά δε την παρ. 5 του ιδίου άρθρου ποινή προσωρινής παύσης έως ένα μήνα επιβάλλεται, εκτός άλλων, δ) για την υπεξαίρεση εισπράξεων ανταλλακτικών ανηκόντων σε τρίτους ή στο ΚΤΕΛ Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι προβλέπονται δύο περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται να επιβληθεί σε μισθωτό του ΚΤΕΛ η ποινή της οριστικής απόλυσης για το παράπτωμα της υπεξαίρεσης, ήτοι : 1ο -α) όταν αυτός έχει υπεξαιρέσει χρήματα, αποσκευές και αντικείμενα σημαντικής αξίας, που ανήκουν σε τρίτους ή στο ΚΤΕΛ, β) έχει υποβληθεί εναντίον του μήνυση στον αρμόδιο εισαγγελέα για την πράξη αυτή.
Και 2ο -α) όταν έχει υπεξαιρέσει εισπράξεις, αποσκευές και αντικείμενα ανεξαρτήτως αξίας, β) έχει επιβληθεί σ' αυτόν για το παράπτωμα αυτό ποινή και γ) μέσα σε τρία χρόνια από την επιβολή της ποινής (ανεξάρτητα από την έκτισή της), ο μισθωτής υπέπεσε και πάλι στο ίδιο παράπτωμα της υπεξαίρεσης. Εξάλλου, από το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι με την αναίρεση της απόφασης ακυρώνεται και η συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε.
Αν η ακυρωθείσα συζήτηση ήταν η πρώτη επί της έφεσης, σε διαφορά εκδικαζόμενη κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ, όπως η κρινόμενη, είναι δυνατό, κατά τη συζήτηση στο δικαστήριο της παραπομπής, να ασκηθούν πρόσθετοι λόγοι και με δικόγραφο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στη διάταξη αυτή.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του Εφετείου είναι απαράδεκτη αν δεν συντρέχουν οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στη διάταξη αυτή, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και εκείνοι που στηρίζουν αιτιολογημένη άρνηση της, κατ' ουσίαν ή κατά νόμο, βασιμότητας της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο (β' σκέλος), κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθμ. 14 (και όχι 8 που αναφέρεται) του ΚΠολΔ, λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο., έλαβε υπόψη τους, απαραδέκτως προβαλλόμενους με το δικόγραφο των πρ6σθέτων λόγων για πρώτη φoρά,, δεδομένου ότι δεν συνέχονται με κανένα λόγο του δικογράφου της έφεσης, ισχυρισμούς του εναγομένου - αναιρεσίβλητου, ότι :
α) το υπεξαιρεθέν από τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα ποσό των 711.141 δραχμών εις βάρος του ως άνω ΚΤΕΛ είναι σημαντικής αξίας και β) ότι του είχε επιβληθεί πριν από την οριστική απόλυση η ποινή της πρόσκαιρης παύσης, αφού θεμελιώνουν αυτοτελή και ανεξάρτητο λόγο απόλυσής του. Οι ως άνω όμως ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου, που φέρονται προταθέντες το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση του κατά νόμο βασίμου των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσείοντος και συνακόλουθα επιτρεπτώς προβλήθηκαν το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Επομένως, το Εφετείο, που δεν κήρυξε απαράδεκτους τους ισχυρισμούς αυτούς, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠoλΔ και κατά συνέπεια ο ως άνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Ο ΚΠοΛΔ ορίζει: στο άρθρο 559 αριθ. 18 ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, στο 579 παρ. 1 εδ. β' ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο κατά το σημείο που στηρίζεται στην παράβαση για το οποίο έγινε η αναίρεση.
Στο άρθρο 580 παρ. 4 ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Και στο 581 παρ. 2 ότι στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση στηρίζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλαβε θέση ο Άρειος Πάγος, δεχόμενος το σχετικό λόγο αναίρεσης. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση του είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός (από τον αριθμ. 18 του άρθρου 559) πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο :
α) το νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος στη συγκεκριμένη υπόθεση και β) οι παραδοχές του δικαστηρίου της παραπομπής ως προς το ζήτημα αυτό, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί εάν το τελευταίο συμμορφώθηκε προς τη λύση που έδωσε ο Άρειος Πάγος ή έδωσε διαφορετική λύση. Με τον πρώτο (γ' σκέλος) λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δεν συμμορφώθηκε με την 223/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε, για λόγο από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η 3187/2003 απόφαση του ίδιου Εφετείου, η οποία εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση.
Δεν παραθέτει όμως στο αναιρετήριο : α) τα νομικά ζητήματα που λύει ο Άρειος Πάγος με την παραπάνω απόφασή του και β) τις παραδοχές του Εφετείου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ως προς τα ζητήματα αυτά. Επομένως, από τον αριθμ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αυτός (1ος, γ' σκέλος) είναι αόριστος και άρα απαράδεκτος.
Ο ίδιος (1ος) λόγος της αίτησης κατά το μέρος του (α' σκέλος), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι με το να δεχθεί τους ως άνω, στην πρώτη σκέψη ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου, παραβίασε την παρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς να αναφέρει σ΄ αυτόν συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε είναι αόριστος.
Κατά το άρθρο 674 ΚΠολΔ επί έφεσης των διαφορών που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών εφαρμόζονται τα άρθρα 668 έως 673, συνεπώς και το άρθρο 670 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι "οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν και όλα τα αποδεικτικά τους μέσα... ". Εκ τούτου συνάγεται, ότι στην κατ΄ έφεση δίκη των κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών δικαζομένων υποθέσεων, μέχρι πέρατος της ενώπιον του Εφετείου επ' ακροατηρίου συζήτησης της έφεσης, είναι επιτρεπτή η υπό των διαδίκων προσκομιδή πάντων των αποδεικτικών μέσων, άρα και των εγγράφων, χωρίς κάποιο άλλο περιορισμό. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η αιτίαση ότι, κατά παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη το υπ' αριθ. 6/2-9-1997 πρακτικό του Πειθαρχικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου, το οποίο προσκομίστηκε το πρώτον ενώπιον αυτού, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1, 118 περ. 4 και 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο, ώστε να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως ανέγνωσε το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε ως περιεχόμενο του εγγράφου, διαφορετικό από εκείνο που περιέχει. Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω (υπ' αριθ. 6/2-9-1997) πρακτικού του Πειθαρχικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου, (χωρίς να εκτίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του ενδιαφέροντος τμήματος του εγγράφου αυτού, ώστε, σε αντιπαραβολή με εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο, να κριθεί αν εσφαλμένα το ανέγνωσε και συνεπεία της εσφαλμένης ανάγνωσής του δέχθηκε περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό, είναι αόριστος.
Από τη διάταξη του άρθρ9ου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή του ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο. Επομένως, ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παραλείποντας να κηρύξει άκυρη την επιβληθείσα, μετά την πάροδο της ανατρεπτικής προθεσμίας των 30 ημερών που καθορίζει το άρθρο 19 του ΓΚΠ/ΚΤΕΛ, ποινή, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-6-2004 αίτηση του .....για αναίρεση της 3344/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ