Legislator Case Law & Legislation
1235/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on promotion as employer's decision was arbitrary and violated good faith.

Case Number 1235/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the Bank of Greece's appeal against a lower court ruling that ordered the bank to promote an employee. The labor court found the bank's refusal to promote the employee arbitrary because he met all statutory and contractual requirements for advancement while his superior did not. The court held that the employer's decision violated the principle of good faith and constituted a clear breach of the law, thereby upholding the lower court's judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 201 and 207 of the Civil Code; An employer's decision to deny a promotion to an employee who fulfills all statutory and contractual conditions is considered fulfilled if the decision is manifestly unfair or made in bad faith, thereby creating a legal obligation to promote the employee.

Keywords

AI generated
labor law promotion good faith arbitrary decision employer obligation civil code manifest unfairness

Cited Legislation

AI generated
Article 201 of the Civil Code
Article 207 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1235 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1235/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βενετσιάνα Κίτρου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Ιουνίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2277/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 5472/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2002 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 7 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της από 24 Σεπτεμβρίου 2002 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 54702/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επειδή, κατά το άρθρο 201 Α.Κ., αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μέλλον και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αιρέσεως). Κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 Α.Κ., η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.

Τέτοια υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξία είναι και εκείνη με την οποία συμφωνείται μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή του τελευταίου ή η χορήγηση άλλων παροχών, που βελτιώνουν τη θέση του στην επιχείρηση, αν συντρέξουν στον κατάλληλο χρόνο ορισμένες συμφωνηθείσες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων θα διαπιστώνεται από τον εργοδότη ή όργανό του, γεγονός που συμβαίνει όταν η υπό προϋπόθεση βαθμολογική εξέλιξη του υπαλλήλου προβλέπεται από τον κανονισμό του εργοδότη, ο οποίος επέχει ισχύ συμβάσεως.

Στην περίπτωση αυτή η αίρεση υπό την οποία τελεί η προαγωγή θεωρείται ότι πληρώθηκε, εφόσον θα διαπιστωθεί ότι η κρίση του εργοδότη, ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του μισθωτού των προαγωγικών προϋποθέσεων, είναι κατάφωρα άδικη ή παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστης, η δε προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από το χρονικό σημείο από το οποίο έπρεπε να είχε διατυπωθεί η ευμενής κρίση.

Στην κρινόμενη υπόθεση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του με τις από 25-9-1981 και 29-2-1982 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου, η προαγωγή των υπαλλήλων της από το βαθμό του τμηματάρχη σ' εκείνον του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο, κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, όταν συντρέχουν οι από το ίδιο άρθρο τασσόμενες προϋποθέσεις, δηλαδή α) η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) η συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας στον προηγούμενο βαθμό τριών ετών, γ) η ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσης, δ) η επίδειξη εξαιρετικής επίδοσης, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας και ε) η ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των διαθεσίμων μέσων και του υπάρχοντος προσωπικού με τρόπο που ν' αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας και της παραγωγικότητας των εργαζομένων και ειδικότερα, την επίδειξη μέριμνας για την πλήρη απασχόληση του προσωπικού, αναφέροντας αρμόδια στις περιπτώσεις υποαπασχόλησης.

Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες ρυθμίζουν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις προς προαγωγή στον ανώτερo βαθμό και διαγράφουν τα όρια ελέγχου από άποψη ουσίας της σχετικής ενέργειας του αρμόδιου οργάνου της Τράπεζας, προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, η προαγωγή του μισθωτού αποτελεί εκπλήρωση υποχρέωσης του εργοδότη, η οποία πηγάζει από την ατομική σύμβαση εργασίας και τον Οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας και Κανονισμό που τη συμπληρώνει.

Ακολούθως, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα ως υπάλληλός της με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τη 19-7-1976 στο λογιστικό κλάδο και εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη, τον οποίο κατέχει από τη 1-4-1990.

Είναι πτυχιούχος δύο (2) Τμημάτων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, κατέχοντας σχετικό τίτλο σπουδών (First Certificate in English). Από το χρονικό σημείο που προσλήφθηκε μέχρι σήμερα υπηρέτησε στο υποκατάστημα ... στις εξής υπηρεσίες: Από την 4-8-1976 μέχρι την 8-10-1978 στην υπηρεσία εργασιών εξωτερικού, από την 9-10-1978 μέχρι τη 2-5-1982 στην υπηρεσία ελέγχου συναλλάγματος, ενώ στο χρονικό αυτό διάστημα διενεργούσε και τους προβλεπόμενους συναλλαγματικούς ελέγχους στα υποκαταστήματα των Εμπορικών Τραπεζών στην ..., από την 3-5-1982 μέχρι την 9-6-1983 τοποθετήθηκε στην υπηρεσία λογιστηρίου και από τη 10-6-1983 μέχρι την 31-12-1994 στο τμήμα ελέγχου πίστεως (Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών) και συγχρόνως, στο τελευταίο χρονικό διάστημα ήταν επικεφαλής τριμελούς κλιμακίου ελεγκτών-επιθεωρητών της εναγομένης.

Με την αρμοδιότητά του αυτή διενήργησε γενικούς και πιστωτικούς ελέγχους σε τράπεζες και σε επιχειρήσεις στους νομούς ..., ..., ... και .... Παράλληλα η Τράπεζα, λόγω της εμπειρίας του, του ανέθεσε καθήκοντα ενημέρωσης των συναδέλφων του, που ανήκαν σε αντίστοιχα κλιμάκια ελεγκτών στα υποκαταστήματα ..., ... και ....

Από την 1-1-1995 μέχρι την 4-5-1999 του ανατέθηκε η άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου της υπηρεσίας εργασιών εσωτερικού και από την 5-5-1999 μέχρι σήμερα του έχει ανατεθεί η άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου της υπηρεσίας λογιστηρίου και γραμματείας. Από το έτος 1995 ασκεί καθήκοντα αναπληρωτή του διευθυντή του εν λόγω υποκαταστήματος.

Κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στην Τράπεζα παρακολούθησε έξι (6) σεμινάρια και συγκεκριμένα, σεμινάριο σε θέματα λειτουργίας αγοράς συναλλάγματος το έτος 1980, σεμινάριο στις αρχές της οικονομικής ανάλυσης το έτος 1985, σεμινάριο διοικητικής επιμόρφωσης, σεμινάριο εποπτείας τραπεζών και τραπεζικών κινδύνων, σεμινάριο επιμόρφωσης υπαλλήλων υποκαταστημάτων και σεμινάριο αξιολόγησης προσωπικού το έτος 1999.

Επίσης, συμμετείχε σε επιμορφωτικά σεμινάρια ως εισηγητής-εκπαιδευτής ελεγκτών-επιθεωρητών των υποκαταστημάτων της εναγομένης στη ..., ... και .... Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 1/14-2-1997 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης, που κοινοποιήθηκε στο προσωπικό της με την υπ' αριθμ. 1/17-2-1997 εγκύκλιο της διοίκησης αυτής, η τελευταία προήγαγε στο βαθμό του εντεταλμένου - τμηματάρχη - προϊσταμένου σαράντα έξι τμηματάρχες του λογιστικού κλάδου, επτά του ταμειακού κλάδου και δύο του τεχνικού κλάδου προς πλήρωση κενών οργανικών θέσεων.

Κατά τις εν λόγω προαγωγές, η εναγομένη παρέλειψε να προαγάγει στον ως άνω βαθμό τον ενάγοντα, ενώ προήγαγε μεταξύ άλλων, τους ..., ..., ..., ..., ... και .... Ο πρώτος από τους ως άνω προαχθέντες ... προσλήφθηκε από την εναγομένη ως απόφοιτος Γυμνασίου την 17-9-1971 και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο. Στον βαθμό του τμηματάρχη προήχθη την 1-10-1989.

Από του διορισμού του υπηρέτησε στο τμήμα προεξοφλήσεων και πιστώσεων υποκαταστημάτων και από την 2-2-1981 ως προϊστάμενος υπηρεσίας στο τμήμα υπηρεσιακής εξέλιξης προσωπικού. Το έτος 1978 είχε παρακολουθήσει το ενδοτραπεζικό πρόγραμμα "ΠΙΣΤΗ", διάρκειας 180 ωρών. Από τη σύγκριση και αξιολόγηση των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει υπεροχή του πρώτου προαχθέντος κατά τη γενική και ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, πλην όμως μόνη η προγενέστερη σε σχέση με τον ενάγοντα πρόσληψή του δεν βαρύνει, εφόσον η χρονολογία προσλήψεως δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των προϋποθέσεων, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για την προαγωγή από βαθμού σε βαθμό, ούτε λαμβάνεται υπόψη κατά τις προαγωγικές κρίσεις.

Η μόνη αρχαιότητα, η οποία προβλέπεται στον Οργανισμό και λαμβάνεται υπόψη στις προαγωγές, είναι αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό. Η χρονική προτεραιότητα στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων και η κατά έξι (6) όμως, μόνον, μήνες κατοχή του βαθμού του Τμηματάρχη από τον πρώτο προαχθέντα και συγκρινόμενο και η κατά τούτο υστέρηση του ενάγοντος εξισορροπείται από τα λοιπά στοιχεία του τελευταίου, τα οποία καθιστούν την υπεροχή του καταφανή έναντι του άνω προαχθέντος στα προσόντα προαγωγής για το βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊστάμενου και ειδικότερα, ως προς τους τίτλους σπουδών, αφού ο ως άνω συγκρινόμενος είναι κάτοχος απολυτηρίου γυμνασίου και δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα, ενώ ο ενάγων κατέχει δύο πανεπιστημιακά πτυχία και γνωρίζει, κατέχοντας σχετικό τίτλο, την αγγλική γλώσσα και επιπλέον, διαθέτει υπέρτερη επαγγελματική επιμόρφωση, αφού έχει παρακολουθήσει (6) σεμινάρια και έχει συμμετάσχει ως εισηγητής-εκπαιδευτής σε επιμορφωτικά σεμινάρια των επιθεωρητών διαφόρων υποκαταστημάτων της εναγομένης έναντι ενός του ανωτέρω συγκρινομένου.

Σημειώνεται ότι η γνωμοδοτική επιτροπή, που ορίστηκε από το Διοικητή της εναγομένης, αποφάσισε την 11-8-1994, ότι "η ανάθεση σε υποψηφίους θέσεων ευθύνης δεν θα αποτελέσει ιδιαίτερης βαρύτητας κριτήριο κατά την αξιολόγηση των κρινομένων....". Τέλος, κατά τον χρόνο που το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης προέβη στις επίμαχες κρίσεις υφίσταντο κενές οργανικές θέσεις, η πλήρωση των οποίων είχε προγραμματισθεί, ο ενάγων είχε συμπληρώσει ευδόκιμη υπηρεσία τριών ετών στον προηγούμενο βαθμό, κατείχε τα προσόντα της ανώτερης θέσης, είχε επιδείξει εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και φιλεργία και διέθετε την ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των διαθεσίμων μέσων και του υπάρχοντος προσωπικού με τρόπο που ν' αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας και την παραγωγικότητα των εργαζομένων.

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι από τις διατάξεις που ρυθμίζουν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις προς προαγωγή του ενάγοντος στον ανωτέρω βαθμό και διαγράφουν τα όρια ελέγχου από άποψη ουσίας της σχετικής ενέργειας του αρμοδίου οργάνου της εναγομένης προκύπτει ότι, εφόσον συνέτρεχαν οι ως άνω προϋποθέσεις, η προαγωγή του ενάγοντος μισθωτού αποτελούσε εκπλήρωση υποχρέωσης της εργοδότριας εναγομένης, η οποία πηγάζει από την ατομική σύμβαση εργασίας και τον Οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας και τον Κανονισμό που τη συμπληρώνει.

Επομένως, κατέληξε τούτο, η σχετική κρίση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης είναι κατάφωρα άδικη και υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη όρια. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 Α.Κ., αφού με βάση τα προεκτεθέντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσιβλήτου και του άνω προαχθέντος συναδέλφου του και ιδίως της ασκήσεως από μέρους του πρώτου περισσότερο εξειδικευμένων υπευθύνων καθηκόντων από αυτά του δεύτερου, ήτοι εκείνων και του αναπληρωτή του διευθυντή υποκαταστήματος της αναιρεσείουσας, προέκυπτε πράγματι κατάδηλη υπεροχή αυτού έναντι του τελευταίου.

Επίσης, στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου συνέτρεχαν και τα απαιτούμενα από την υπ' αριθμ. 20/21-12-1990 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας Τράπεζας, με την οποία τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 12 του Οργανισμού-Κανονισμού αυτής, επιπλέον προσόντα και ικανότητες, όπως γνώσεις και ικανότητα να εκτελέσει, εκτός από τις συνήθεις τραπεζικές, διοικητικές, εκτελεστικές και συναφείς εργασίες, άλλα περισσότερο εξειδικευμένα καθήκοντα, που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες κεντρικής τράπεζας.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω εκτιθεμένων, ο μοναδικός από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-9-2002 αίτηση της "Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5472/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 14 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ