Legislator Case Law & Legislation
1234/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments regarding lease termination and business license issues.

Case Number 1234/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a lease dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documents proving the premises' unsuitability for business use and the existence of a business license defect. The court ruled these documents were inadmissible as they did not constitute 'facts' under the relevant procedural code, and the lower court's reasoning was legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects appeal arguments based on documents that do not qualify as 'facts' for the purpose of Article 559, upholding the lower court's decision when its reasoning is complete and free from logical gaps.

Keywords

AI generated
appeal admissibility procedural facts lease termination business license defect legal reasoning costs allocation civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 614(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 43 of Presidential Decree 34/1995
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 574 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1234 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1234/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Μ. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στον ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πάτρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στον ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Γ. Δ. του Ιωάννη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κιντή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1922/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 709/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 21-6-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4760/637/23-9-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 709/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (στις 30-1-2020), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 709/2020, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εναντίον της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, την από 20-7-2012 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 137776/3192/3-8-2012) αγωγή, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι εκμίσθωσε στην τελευταία ένα ακίνητό της, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως επαγγελματική στέγη, αντί μηνιαίου μισθώματος 2.000 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενου κατ' έτος, πλέον του ημίσεος του χαρτοσήμου ύψους 1,8%.

Ότι η διάρκεια της μισθώσεως συμφωνήθηκε από 1-4-2019 μέχρι 30-3-2039, ότι η εναγομένη, αν και έκανε ακώλυτη χρήση του μισθίου, δεν της κατέβαλε κανένα μηνιαίο μίσθωμα από την έναρξη της συμβάσεως μισθώσεως μέχρι και τον Ιανουάριο του 2012, ούτε εξόφλησε τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος και ύδατος, ενώ στις 23-1-2012 κατήγγειλε (η εναγομένη) τη σύμβαση και παρέδωσε τη χρήση του μισθίου στις 27-1-2012.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει για: α) τα οφειλόμενα μισθώματα το συνολικό ποσό των 72.832,81 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους μίσθωμα κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, β) ποσό 9.625 ευρώ ως αποζημίωση, λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως βάσει του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995, με το νόμιμο τόκο από τις 27-1-2012, άλλως από την επίδοση της αγωγής και για γ) κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος και ύδατος το συνολικό ποσό των 5.666,67 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την έκδοση εκάστου λογαριασμού, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 1922/2015 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη μισθώτρια να καταβάλει στην ενάγουσα εκμισθώτρια τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Κατά της ανωτέρω πρωτοδίκου αποφάσεως ασκήθηκε από την εναγομένη η από 22-12-2015 έφεση. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη, υπ' αριθμ. 709/2020, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικώς και ουσιαστικώς δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 1922/2015 απόφαση και αφού κρατήθηκε και δικάστηκε η αγωγή έγινε δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη α) για οφειλόμενα μισθώματα το συνολικό ποσό των 72.832,56 ευρώ και β) το ποσό των 5.666,67 ευρώ, για δαπάνες κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και ύδατος, τα ποσά δε αυτά με το νόμιμο τόκο κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, κάθε ισχυρισμός του διαδίκου, που στρέφεται κατά της βεβαιώσεως του Δικαστηρίου ότι δεν προσκομίσθηκε αποδεικτικό μέσο, που επικαλέσθηκε, είναι απαράδεκτος (Ολ. Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 30/2002, Α.Π. 808/2022, Α.Π. 390/2021, Α.Π. 1665/2018, Α.Π. 1236/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς της αποδίδει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την ΠΛΗΜΜΈΛΕΙΑ ΕΚ ΤΟΥ ΆΡΘΡΟΥ 559 ΑΡΙΘΜ. 11Γ' ΤΟΥ κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπ' όψη την υπ' αριθμ. ... /16-2-2018 ένορκη βεβαίωση του Π. Σ. , ενώπιον της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Σωτηρίας Δέδε, με την αιτιολογία ότι δεν προσκομίζεται η σχετική έκθεση επιδόσεως, αν και είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει την υπ' αριθμ. 11944Β/13-2-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μ.

Π. . Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίευσης του, τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται (δεν λαμβάνεται υπόψη η προσκομιζόμενη παραδεκτά κατ' άρθρο 529 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

στην κατ' έφεση δίκη υπ' αριθμ. ... /16-2-2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της εκκαλούσας Π. Σ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Σωτηρίας Δέδε "ως σχετ. 117", διότι δεν αποδεικνύεται ότι λήφθηκε νομότυπα κατ' άρθρο 650 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. με προηγούμενη κλήτευση της εφεσίβλητης, εφόσον η εκκαλούσα δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει σχετική έκθεση επίδοσης και γνωστοποίησης εξέτασης μάρτυρα, ενώ δεν αναπληρώνεται η έλλειψη αυτή από την αναφορά στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση ότι ο εμφανισθείς μάρτυρας δήλωσε ότι έλαβε χώρα κλήτευση της εφεσίβλητης με την 11944β - χωρίς ειδικότερα προσδιορισμό της ημερομηνίας - έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας Εφετείου Αθηνών Μ.

Π. )...". Δεδομένου ότι το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η εν λόγω έκθεση επιδόσεως δεν είχε προσκομισθεί, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, αφού ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι προσκόμισε το έγγραφο τούτο, στρεφόμενος κατά της μη υποκειμένης, όπως προαναφέρθηκε, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως άνω, βεβαιώσεως του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη "πράγματα", που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός, για μη λήψη υπ' όψη προταθέντος ουσιώδους "πράγματος", προϋποθέτει "πράγμα" παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπ' όψη (Ολ.

Α.Π. 2/2001, Α.Π. 20/2023). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι παραδεκτώς προβαλλόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.

Α.Π. 22/2005), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή, αναλόγως, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 523/2018, Α.Π. 793/2015), όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (Ολ.

Α.Π. 14/2011, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 150/2015). Σε περίπτωση, δηλαδή, παραλείψεως του Δικαστηρίου να λάβει υπ' όψη κάποιον πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκώς για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 20/2023, Α.Π. 246/2020, Α.Π. 447/2020, Α.Π. 558/2018, Α.Π. 1447/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).

Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες αληθώς εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 19 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι: α) δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και δη την ένσταση εξοφλήσεως των οφειλομένων μηνιαίων μισθωμάτων εκ μέρους της και β) δεν έχει νόμιμη βάση, διότι παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ., καθόσον με ελλιπείς αιτιολογίες κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ενστάσεως εξοφλήσεως εκ μέρους της (αναιρεσείουσας) των ανωτέρω μισθωμάτων.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, ως προς το ζήτημα της οφειλής της αναιρεσείουσας, τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθμ. ... /10-4-2009 συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Ιωάννου Ρούσκα, η ενάγουσα - εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) εκμίσθωσε στην εναγόμενη - εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) ένα ακίνητο, αποκλειστικής της κυριότητας, αποτελούμενο από ισόγειο επιφάνειας 419 τμ και πρώτο όροφο επιφάνειας 419 τμ, κείμενο σε αγροτεμάχιο ευρισκόμενο στη θέση "... ", στον ...

Αττικής, πρώην Δήμος ... , συνολικής επιφάνειας 712,53 τμ, προκειμένου να ασκήσει σ' αυτό τη δραστηριότητά της σύμφωνα με τους σκοπούς του καταστατικού της. Το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 2000 ευρώ, πλέον του ημίσεος του τέλους χαρτοσήμου, εκ ποσοστού 3,8% δηλαδή 36 ευρώ επί του καταβαλλόμενου μισθώματος, αναπροσαρμοζόμενο από 1η Ιανουαρίου κάθε έτους κατά το μέσο όρο του ανακοινωθέντος επισήμου τιμαρίθμου του προηγούμενου δωδεκαμήνου, προσαυξημένο κατά 1% και προκαταβαλλόμενο εντός του πρώτου τριημέρου εκάστου μισθωτικού μηνός.

Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε 30ετής, αρχομένη από 1-4-2009 έως 30-3-2039. Με το 10ο όρο της προαναφερόμενης σύμβασης, συμφωνήθηκε επίσης ότι η εναγόμενη - εκκαλούσα μισθώτρια βαρύνεται με κάθε είδους παροχές κοινής ωφέλειας όπως ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ. Η εναγόμενη - εκκαλούσα μισθώτρια κατήγγειλε μονομερώς και εγγράφως την επίδικη σύμβαση με την από 23-1-2012 εξώδικη καταγγελία για τον αναφερόμενο σ' αυτή σπουδαίο λόγο, που επιδόθηκε στην ενάγουσα - εφεσίβλητη εκμισθώτρια στις 26-1-2012, οπότε αποχώρησε από το μίσθιο στις 27-1-2012 και παρέδωσε τα κλειδιά του στην ενάγουσα στις 27-1-2012 και επήλθε κατά τη συμφωνία των διαδίκων η λύση της μίσθωσης.

Επίσης συνετάγη το από 27-1-2012 πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής του μισθίου στο οποίο η εκμισθώτρια ενάγουσα - εφεσίβλητη επιφυλάχθηκε των νομίμων δικαιωμάτων της από τη μη καταβολή σ' αυτή των οφειλομένων μισθωμάτων και λόγω μη νόμιμης καταγγελίας της μισθώσεως. Με την εκκαλουμένη έγινε δεκτό ότι δεν συνέτρεχε ο επικαλούμενος στην από 23-1-2012 εξώδικη καταγγελία σπουδαίος λόγος (αδυναμία χορήγησης άδειας λειτουργίας του μισθίου, άμεσος κίνδυνος έξωσης λόγω πλειστηριασμού του μισθίου ακινήτου, δημιουργία προβλημάτων στη λειτουργία της επιχείρησης της εναγομένης - εκκαλούσας από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας - εφεσίβλητης Γ.

Δ. ). Ωστόσο η βάση της αγωγής ως προς την καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης από την εναγομένη - εκκαλούσα μισθώτρια δεν ήταν η καταγγελία λόγω σπουδαίου λόγου (άρθρα 281, 288, 588, 672 ΑΚ) αλλά η καταγγελία λόγω μεταμέλειας κατ' άρθρο 43 του πδ 34/1995.

Συνεπώς οι πρώτος και τρίτος λόγος έφεσης, με τους οποίους προσβάλλεται το κεφάλαιο της εκκαλουμένης, με το οποίο απορρίφθηκε η ύπαρξη σπουδαίου λόγου για τη λύση της μίσθωσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τούτο γιατί δεν ασκούν έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης, εφόσον όπως προαναφέρθηκε η βάση της αγωγής ως προς την καταγγελία είναι το άρθρο 43 πδ 34/1995 και ο ισχυρισμός της μισθώτριας ότι η καταγγελία αφορά σπουδαίο λόγο συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της επικαλούμενης στην αγωγή καταγγελίας (άρθρο 43 πδ 34/1995), το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως εκ περισσού ερεύνησε αν συντρέχει περίπτωση σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της μίσθωσης του ακινήτου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη - εκκαλούσα μισθώτρια αν και χρησιμοποιούσε το μίσθιο ανενόχλητα δεν κατέβαλε τα μισθώματα 1) των μηνών Απριλίου 2009 έως και Δεκεμβρίου 2009 συνολικού ποσού 18.324 ευρώ, μετά του ημίσεως του τέλους χαρτοσήμου, εκ ποσοστού 1,8% (2.036 X 9 μήνες), 2) ολοκλήρου του έτους 2010, το οποίο είχε αναπροσαρμοστεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη σύμβαση, στο ποσό των 2.072 ευρώ το μήνα, πλέον του ημίσεως τέλους χαρτοσήμου 1,8% (37,30 ευρώ), συνολικού ποσού από 25.311,60 ευρώ (2.109,30 X 12), 3) ολοκλήρου του έτους 2011, το οποίο είχε αναπροσαρμοστεί στο ποσό των 2.208,47 ευρώ το μήνα, πλέον του ημίσεως του τέλους χαρτοσήμου 1,8% (39,61 ευρώ), συνολικού ποσού 26880,96 (2.240,08 X 12) και 4) το μίσθωμα του μηνός Ιανουαρίου 2012 από 2.275,29 ευρώ πλέον του ημίσεως τέλους χαρτοσήμου 1,8% (40,96 ευρώ) και συνολικά 2.316 ευρώ.

Τέλος Ιανουαρίου του 2012, όπως προαναφέρθηκε λύθηκε η σύμβαση μίσθωσης μετά από συμφωνία των διαδίκων και παραλαβή του μισθίου ακινήτου από την ενάγουσα - εφεσίβλητη εκμισθώτρια. Η εναγομένη - εκκαλούσα μισθώτρια δεν οφείλει τα αιτούμενα μισθώματα των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου του έτους 2012 ούτε την αποζημίωση ενός μισθώματος, από 6.948,75 ευρώ (2316,25 ευρώ X 3), εφόσον όπως προαναφέρθηκε η σύμβαση μίσθωσης δεν είχε καταγγελθεί από την εναγόμενη - εκκαλούσα μισθώτρια κατ' άρθρο 43 του πδ 34/1995, όπως βάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα με τον πρώτο και τρίτο λόγο έφεσης της κατά το μέρος αυτό.

Συνεπώς, η ενάγουσα - εφεσίβλητη δεν δικαιούται το ποσό των 6948,75 ευρώ για μισθώματα Φεβρουαρίου, Μαρτίου 2012 και αποζημίωση από ένα (1) μίσθωμα, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τους πρώτο και τρίτο λόγους έφεσης κατά το μέρος αυτό. Επίσης η εναγόμενη - εκκαλούσα μισθώτρια όφειλε τη δαπάνη κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος από τον Οκτώβριο του 2011 μέχρι την λήξη της μίσθωσης από 5106,47 ευρώ, καθώς και τη δαπάνη κατανάλωσης ύδατος από 560 ευρώ του χρονικού διαστήματος από 13-10-2011 έως 12-1- 2012.

Δεν αποδείχθηκε όμως η ένσταση εξόφλησης των αιτουμένων μισθωμάτων των μηνών Απριλίου 2009 έως και Δεκεμβρίου 2011 από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ούτε από τις προσκομιζόμενες από την εναγόμενη - εκκαλούσα μισθώτρια 33 αποδείξεις είσπραξης ενοικίου, οι οποίες δεν φέρουν υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας - εφεσίβλητης εκμισθώτριας ή εξουσιοδοτημένου προς τούτο προσώπου κάτω από την ένδειξη "για την είσπραξη".

Η υπογραφή αυτή δεν αναπληρώνεται από την σφραγίδα με την ένδειξη "καταχωρήθηκε" που υπάρχει κάτω από την ένδειξη "για την είσπραξη", εφόσον η εν λόγω καταχώρηση δεν προσδίδει αποδεικτική δύναμη στις προαναφερόμενες αποδείξεις είσπραξης ενοικίου. Η κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης Χ. Μ. ότι τα μισθώματα τα κατέβαλε η κόρη της - διαχειρίστρια της εναγόμενης, στη Μ.

Μ. , λογίστρια της ενάγουσας - εφεσίβλητης εκμισθώτριας και αυτή (Μ. Μ. ) υπέγραφε με εντολή του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Γεωργίου Δριβάκου δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη δικανική πεποίθηση το Δικαστήριο. Τούτο γιατί η Μ. Μ. δεν ήταν υπάλληλος της ενάγουσας - εφεσίβλητης εκμισθώτριας, αλλά υπάλληλος της εναγομένης - εκκαλούσας μισθώτριας από 6-7-2009 μέχρι και 9-12-2010 και συνεπώς δεν θα μπορούσε να προβεί σε καταβολή μισθωμάτων πριν την 6-7-2009 και μετά την 9-12-2010, εφόσον η εργασιακή της σχέση διήρκησε από 6-7-2009 έως 9-12-2010.

Αντίθετα σαφής και πειστική είναι η κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας - εφεσίβλητης Μ. Δ. , περί της οφειλής των μισθωμάτων από Απρίλιο 2009 έως και Ιανουάριο 2012 και των οφειλών της ΔΕΗ και ΕΥΔΑΠ, ο οποίος διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Γ. Δ. , νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας - εφεσίβλητης εκμισθώτριας και τη διαχειρίστρια της εναγόμενης - εκκαλούσας μισθώτριας Μ.

Μ. . Πρέπει να λεχθεί ότι οι Γ. Δ. και Μ. Μ. υπήρξαν σύζυγοι, ο γάμος των οποίων λύθηκε αμετάκλητα το 2009, πλην όμως οι σχέσεις τους παρέμειναν καλές σε επίπεδο επαγγελματικής συνεργασίας, και για το λόγο αυτό αφενός συνήφθη η επίδικη σύμβαση μίσθωσης, αφετέρου η εταιρεία "Γ.. Δ. Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο Γ.

Δ. , υπέγραψε με την προαναφερόμενη Μ. Μ. σύμβαση δικαιόχρησης, με την οποία της παρείχε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το σήμα της, ενώ επιπλέον η εταιρεία αυτή κατασκεύαζε για λογαριασμό της εναγομένης - εκκαλούσας μισθώτριας καλύμματα από μουσαμάδες, τα οποία η τελευταία μεταπωλούσε σε τρίτους. Η προαναφερόμενη ένδικη οφειλή μισθωμάτων δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η ενάγουσα μισθώτρια είχε δηλώσει τα επίδικα μισθώματα στο έντυπο Ε3, εφόσον κατά τα έτη 2009 - 2011 ήταν υποχρεωτική η αναγραφή στο έντυπο Ε3 των εισοδημάτων από μισθώματα, ασχέτως εάν αυτά είχαν εισπραχθεί ή όχι.

Επίσης δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι μέχρι 30-6-2012 η Μ. Μ. , διαχειρίστρια της εναγομένης μισθώτριας ήταν αντιπρόεδρος της ενάγουσας εκμισθώτριας, εφόσον η τελευταία (εναγομένη) έχει αναλάβει έναντι της ενάγουσας αυτοτελείς υποχρεώσεις από την ένδικη σύμβαση μίσθωσης ακινήτου. Επί πλέον στις προσκομιζόμενες αποδείξεις για τη δήθεν καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων η εναγομένη - εκκαλούσα δεν υπολογίζει τις προσαυξήσεις του συμφωνηθέντος μισθώματος, χωρίς να επικαλείται νεώτερη συμφωνία των διαδίκων για καταβολή του αρχικού μισθώματος χωρίς αναπροσαρμογή.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση εξόφλησης (άρθρο 416 ΑΚ) της εναγομένης, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα - εναγομένη επαναφέρει την ένσταση εξόφλησης και ισχυρίζεται τ' αντίθετο.

Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση κατ' ουσία, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη στο σύνολό της για το ενιαίο της εκτέλεσης και αφού κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η από 20-7-2012 αγωγή, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα α) το ποσό εβδομήντα δύο χιλιάδων οκτακόσιων τριάντα δύο ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (72.832,56) με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της δήλης ημέρας που έπρεπε να καταβληθεί το καθένα από τα μισθώματα, δηλαδή από την 4η ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα και β) πέντε χιλιάδες εξακόσια εξήντα έξι ευρώ και εξήντα επτά λεπτά (5.666,67), με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα κατήγγειλε για σπουδαίο λόγο την καταρτισθείσα σύμβαση μισθώσεως και αποχώρησε από το μίσθιο, χωρίς να καταβάλλει στην εκμισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη κανένα από τα οφειλόμενα μηνιαία μισθώματα από την αρχή της συμβάσεως μισθώσεως, καθώς και τις οφειλές κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και ύδατος, που βάρυναν την ίδια και, ακολούθως, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη τα προαναφερθέντα ποσά, για τις παραπάνω αιτίες.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία, τόσον ως προς την οφειλή της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη από τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση μισθώσεως, όσο και ως προς τη μη εξόφληση εκ μέρους της αναιρεσείουσας της οφειλής αυτής. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα, ότι δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη περιοδική καταβολή τοις μετρητοίς των επιδίκων μισθωμάτων στην εργαζόμενη Μ.

Μ. , ότι οι επικαλούμενες 33 έγγραφες αποδείξεις δεν επαρκούν για την απόδειξη του ισχυρισμού περί εξοφλήσεως των επιδίκων μηνιαίων μισθωμάτων, ούτε η εγγραφή των επικαλουμένων καταβολών στα πάγια έξοδα της αναιρεσείουσας και στα πάγια έξοδα της αναιρεσίβλητης καθώς και η επικαλούμενη καταβολή ποσού 4.000 ευρώ, ως "εγγύηση" κατά την υπογραφή του συμφωνητικού για την κατάρτιση της συμβάσεως.

Επομένως, με τις ανωτέρω σαφείς παραδοχές, που έχουν λογική ακολουθία, δικαιολογείται το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δεν στερείται νομίμου βάσεως και καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για την ορθή ή όχι υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε, τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις και αντιφάσεις, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από την αναιρεσείουσα, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψη της τελευταίας, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Όσα δε αναφέρει η αναιρεσείουσα στον ως άνω λόγο, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειάζεται ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση. Επιπλέον, οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον ερευνόμενο δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Εξάλλου, το Εφετείο έλαβε υπ' όψη τον καταλυτικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, περί εξοφλήσεως της επιδίκου οφειλής της και τον απέρριψε ως άνω. Επομένως, δεν ιδρύονται οι αναιρετικές πλημμέλειες της μη λήψεως υπ' όψη "πράγματος" που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ελλείψεως νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 19 του Κ.Πολ.Δ.

και, συνεπώς, ο σχετικός δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, αληθώς εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της οφειλής της ή μη του μισθώματος του μηνός Απριλίου 2012. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον το Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως από την αναιρεσείουσα έγινε λόγω σπουδαίου λόγου και ότι δεν στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995, ώστε αυτή να είναι υποχρεωμένη να καταβάλει τρία μηνιαία μισθώματα μετά την περιέλευση της καταγγελίας της στην αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια.

Με τον τέταρτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση των ίδιων, ως άνω, πλημμελειών, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπ' όψη την με αριθμό πρωτοκόλλου 320 από 14-1-2011 αναφορά για έλεγχο της Διευθύνσεως Πολεοδομίας, από την οποία αποδεικνύεται ελάττωμα του μισθίου, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εκδοθεί άδεια λειτουργίας για την εμπορική δραστηριότητά της σε αυτό, την υπ' αριθμ. 3628/2011 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του μισθίου από πιστωτές της αναιρεσίβλητης και την από 18-6-2014 αγωγή της τελευταίας εναντίον της για άσκηση αθεμίτου ανταγωνισμού.

Οι αιτιάσεις αυτές, καθό μέρος τους ερείδονται στον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον τα ανωτέρω έγγραφα δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την έννοια που επιτάσσει η εν λόγω διάταξη. Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχε λόγος μη εκδόσεως αδείας λειτουργίας του μισθίου για την εμπορική δραστηριότητα της αναιρεσείουσας και ότι αυτή δεν εμποδίζονταν στη χρήση του λόγω αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος του μισθίου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη 574 επ. του Α.Κ., διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως.

Συνεπώς, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε στη δίκη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-6-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 709/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα, παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β 'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ