Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments regarding missing text and contradictory rulings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of First Instance's judgment in a labor dispute. The appellants argued that the lower court's decision lacked sufficient reasoning regarding the relevance of certain chapters and contained contradictions between its operative and explanatory parts. The court rejected these claims as inadmissible because they pertained to legal argumentation rather than specific facts, and because the lower court's decision was clear and did not require further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8), 559(11), 559(17), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appeals based on the absence of specific text, contradictions in the operative part, or minor propositions of reasoning are inadmissible if they do not constitute a specific ground for appeal under the Code.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1234 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1234/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Θ. Κ. του Σ. και 2)Δ. Μ. του Β., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Εφραιμίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος" (Κ.Θ.Β.Ε.), που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Αργύρη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/10/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15591/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2925/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31/5/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 31.5.2019 [Γ.Α.Κ. 1632/Ε.Α.Κ. 196/4.6.2019 - Εφετείο Θεσσαλονίκης] αίτηση αναιρέσεως των αναιρεσειόντων (1).- Θ. Κ. και (2).- Δ. Μ., ηττηθέντων κατ' έφεση, κατά του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (ν.π.ι.δ.) υπό την επωνυμία ΚΡΑΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ (Κ.Θ.Β.Ε.), το οποίο νομίμως εκπροσωπείται.
Προσβάλλεται η 2925/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, την 28.12.2018, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 29.12.2015 εφέσεως του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλητου ν.π.ι.δ. κατά των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων. Εκκαλούμενη ήταν η 15591/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, την 17.11.2015, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 7.10.2013 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ν.π.ι.δ.
Αφορά δε, η αγωγή, απαιτήσεις των εναγόντων από παροχή εξηρτημένης εργασίας. Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/ 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015].
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 4.6.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι στη νόμιμη προθεσμία των δύο (2) ετών από την 28.12.2018 [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 495 παρ.1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 2925/2018 αποφάσεως, που προσβάλλεται ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της.
Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των τριών (3), συνολικά, λόγων της [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].
(I).-Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της Ιδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996).
(II).-Στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 495 παρ.1, 562 ΚΠολΔ], ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, ενώ, η αοριστία του δεν δύναται να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ ολ. 27/1998). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.
Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή, αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων ή αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών. Επομένως, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο, (ϊ).- την αιτίαση ότι η αγωγή απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, σύμφωνα με συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή / και (ii).- την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία.
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, για την υπό στοιχείο (ί) περίπτωση, η ιστορική βάση της αγωγής, που απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά, που ο αναιρεσείων - ενάγων είχε επικαλεσθεί στην αγωγή για τη θεμελίωσή της και για την υπό στοιχείο (ίί) περίπτωση, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία και όχι μόνο το κατ' εκδοχή του αναίρεσε ίο ντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα (ΑΠ ολ. 28/1998, ΑΠ ολ. 27/1998).
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αυτός ο λόγος έχει στόχο τη διασφάλιση της αρχής, που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ. 'Πράγματα' είναι οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση δηλ., OL πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται.
Αποτελούν 'πράγματα' και η άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, οι βάσεις της αγωγής, κύρια ή επικουρική και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά καθώς και οι λόγοι εφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας.
Δεν αποτελούν 'πράγματα' η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή της ανταγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων, που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν έχουν αυτοτέλεια ή οι κρίσεις των διαδίκων, κατά την αξιολόγηση από αυτούς των αποδεικτικών στοιχείων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενο τους καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 261/2016).
Επίσης, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Με την άσκηση της εφέσεως, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια, που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους δηλ.
το εφετείο κρίνει, αν το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάνθηκε, ορθώς ή όχι, με βάση τους λόγους -κύριους και (τυχόν) πρόσθετους- εφέσεως [άρθρα 520, 522 ΚΠολΔ]. Διασφαλίζεται, έτσι, ειδικώς σε σχέση με την έφεση, η αρχή, που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ. Οι πλημμέλειες, που ο εκκαλών αποδίδει στην πρωτόδικη απόφαση, συνιστούν τη νομική βάση της εφέσεως, ενώ το αίτημα καθώς και οι λόγοι της εφέσεως, που στηρίζουν το αίτημα, οριοθετούν το μεταβιβαστικό της αποτέλεσμα.
Οι λόγοι εφέσεως πρέπει να είναι ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως. 'Κεφάλαιο' είναι η οριστική διάταξη της πρωτόδικης αποφάσεως, που αποφαίνεται για το παραδεκτό ή και τη βασιμότητα αυτοτελούς αιτήσεως παροχής έννομης προστασίας, δηλ.
αιτήσεως, που εμφανίζεται, με αυτόνομη ιστορική και νομική θεμελίωση. Η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως συνιστούν πλημμέλειες, που εμπίπτουν στο λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 781/2017, ΑΠ 1359/2011) και, αν το εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ως προς μη εκκληθέν κεφάλαιο, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ (ΑΠ 1415/2007).
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η ίδια η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό (σκεπτικό) της αποφάσεως ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού.
Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 17 ΚΠολΔ, όταν προκαλείται τέτοια αοριστία ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητος της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητος στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο.
Δεν νοείται αντίφαση, αν στην απόφαση υπάρχει μία μόνο διάταξη (ΑΠ 87/2013). Το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, έτσι, προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας ενώ, δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη (ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 135/2014).
Τέλος, το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν. Η ομολογία είναι αποδεικτικό μέσο [άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346, 240, 352 ΚΠολΔ].
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας (α).- έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή (β).- παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν, δηλ. αποδείξεις των οποίων δεν έγινε επίκληση [άρθρο 106 ΚΠολΔ] ή (γ).- παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς άμεση απόδειξη ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [άρθρο 106 ΚΠολΔ].
Ιδρύεται δε, ο λόγος αποφάσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ και οι τρεις περιπτώσεις του, αν το δικαστήριο έχει εισέλθει στην αποδεικτική διαδικασία, ήτοι στην έρευνα της ουσίας (και) της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως για να επιβάλλεται η λήψη υπ' όψη αποδείξεων (ΑΠ ολ. 3/1997).
Ο τ ρ ί τ ο ς λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 2925/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης έκρινε την αγωγή μη νόμιμη και, έτσι, ευθέως παραβίασε το άρθρο 4 (κεφάλαιο δεύτερο) του ν. 4024/2011 και την παράγραφο (12) της υποπαραγράφου (Γ.1.) της παραγράφου (Γ) του ν. 4093/2012. Κατά τα γενόμενα δεκτά στην (II) νομική σκέψη, ο λόγος αυτός (τρίτος) αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος, ως απαράδεκτος διότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν εκτίθεται, πλήρως και σαφώς, η ιστορική βάση της αγωγής δηλ. δεν αναφέρονται, πλήρως και σαφώς, τα πραγματικά περιστατικά, που οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί στην αγωγή για τη θεμελίωσή της, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψή της, ως μη νόμιμης, συνιστά (ή όχι) παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 8 και 9 ΚΠολΔ, τις αιτιάσεις ότι το εφετείο, αντιστοίχως, (ί).- δέχθηκε ανύπαρκτο λόγο εφέσεως και (ii).- εξαφάνισε την 15591/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προς μη εκκληθέν κεφάλαιο. Ο λόγος αυτός είναι παραδεκτός (ορισμένος) και, περαιτέρω, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητάς του, από τα διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης δίκης, ήτοι την 15591/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 29.12.2015 ένδικη έφεση και την 2925/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τις οποίες ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα: (Α).- Η 15591/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (σελ. 3) έκρινε την ένδικη αγωγή νόμιμη "στα άρθρα 345, 346, 361, 648 επ.
ΑΚ, 5 επ. του π.δ. 118/1997 Εσωτερικός Κανονισμός λειτουργίας Εθνικού Θεάτρου και Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος', 68, 70 ΚΠολΔ" και, εν τέλει, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, απεφάνθη ότι (σελίδες 10, 11): "... Το εναγόμενο ν.π.ι,δ. ... παρέλειψε να προβεί στην τροποποίηση του Κανονισμού του και στην αιτούμενη ορθή κατάταξη των εναγόντων, ήτοι από 1.6.20008 για τον εξ αυτών Θ.
Κ. και από 1.1.2010 για τον εξ αυτών Δ. Μ., με βάση τα τυπικά τους προσόντα και τα ειδικότερα καθήκοντά τους, με αποτέλεσμα, με την ένταξη των εναγόντων στο ενιαίο μισθολόγιο, ο πρώτος εξ αυτών Θ. Κ. να καταταγεί στην κατηγορία (ΔΕ), βαθμός (Δ), μισθολογικό κλιμάκιο (0), με βασικό μισθό 1086 ευρώ, χωρίς επίδομα σπουδών και επίδομα υπό τάση και ο δεύτερος εξ αυτών Δ.
Μ. να καταταγεί στην κατηγορία (ΥΕ), βαθμός (Δ), μισθολογικό κλιμάκιο (1) και βασικό μισθό 1007 ευρώ, χωρίς επίδομα σπουδών και θέσης ευθύνης. Ακολούθως, αν είχε προηγηθεί η αιτούμενη ορθή κατάταξη των εναγόντων, τότε, από 1.1.2013, που εντάχθηκαν στο ενιαίο μισθολόγιο, ο μεν πρώτος ενάγων (Θ. Κ.) θα ελάμβανε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, επί του εισαγωγικού μισθού, επιπλέον 252 ευρώ μηνιαίως καθώς επίσης και το ανθυγιεινό επίδομα ύψους 70 ευρώ, ήτοι συνολικά 322 ευρώ και ο δεύτερος ενάγων θα ελάμβανε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, επί του εισαγωγικού μισθού, επιπλέον 613 ευρώ μηνιαίως καθώς επίσης και το επίδομα θέσης ύψους 250 ευρώ, ήτοι συνολικά 863 ευρώ.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη κατ' ουσία, στο σύνολο της και να διαταχθούν όσα, ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό ...". Ορίζεται δε, στο διατακτικό (σελίδες 11, 12): "ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι ο πρώτος ενάγων Θ. Κ. παρέχει ης υπηρεσίες του στο εναγόμενο (ν.π.ι.δ.) από 1.6.2008 και στο εξής, ως υπάλληλος κατηγορίας προσωπικού (ΤΕ) ηλεκτρολόγων - ηλεκτρονικών και ο δεύτερος ενάγων Δ.
Μ. παρέχει τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο (ν.π.ι,δ.) από 1.1.2010 και στο εξής, ως υπάλληλος κατηγορίας (ΠΕ) Γεωτεχνικός, άλλως, Διοικητικού - Οικονομικού σε θέση Προϊσταμένου". "ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ το εναγόμενο (ν.π.ι.δ.) να κατατάξει τον πρώτο ενάγοντα (Θ. Κ.), από 1.6.2008, ως υπάλληλο κατηγορίας (ΤΕ) ηλεκτρολόγων - ηλεκτρονικών και τον δεύτερο ενάγοντα (Δ.
Μ.) από 1.1.2010, ως υπάλληλο κατηγορίας (ΠΕ) Γεωτεχνικών, άλλως, Διοικητικού - Οικονομικού, καταβάλλοντος, παράλληλα και τα αντίστοιχα επιδόματα ανθυγιεινό και θέσης, αντίστοιχα". "ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ το εναγόμενο (ν.π.ι.δ.) να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα Θ. Κ., από 1.1.2013 και στο εξής το ποσό των 322 ευρώ μηνιαίως και, συνολικά, το ποσό των 3.220 ευρώ, για τους μήνες από Ιανουάριο μέχρι Οκτώβριο 2013 και στον δεύτερο ενάγοντα Δ.
Μ. το ποσό των 863 ευρώ μηνιαίως και, συνολικά, το ποσό των 8.630 ευρώ για τους μήνες από Ιανουάριο μέχρι Οκτώβριο 2013, με το νόμιμο τόκο από της επίδοση της κρινόμενης αγωγής έως την εξόφληση". (Β).- Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της από 29.12.2015 ένδικης εφέσεως, οριοθετείται, στο δικόγραφο της, όπως παρακάτω (σελίδες 7 - 14): "Να μεταρρυθμισθεί η 15591/2015 εκκαλούμενη απόφαση, ως προς τα εξής σημεία, που εφεσιβάλλεται: 1.- Η αιτούμενη κατάταξη του πρώτου των αντιδίκων Θ.
Κ., ως (ΤΕ) ηλεκτρολόγων - ηλεκτρονικών να ισχύσει από την έκδοση (17.11.2015) της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όχι κατά το προγενέστερο αυτής διάστημα και, κατά συνέπεια, να ακυρωθεί η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς τα μη νόμιμα κονδύλια των διαφορών κατάταξης, που επιδίκασε στον πρώτο των αντιδίκων και, σε κάθε περίπτωση, ως προς το κονδύλιο των 700 ευρώ, που αντιστοιχεί στο επίδομα ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας. 2.- Ομοίως να ισχύσει η αιτούμενη κατάταξη και για τον δεύτερο των αντιδίκων Δ.
Μ., ως (ΠΕ) Γεωτεχνικών από την έκδοση (17.11.2015) της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όχι για το προηγούμενο διάστημα, με συνέπεια να ακυρωθεί η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς τα μη νόμιμα κονδύλια των διαφορών κατάταξης, που η εκκαλούμενη απόφαση επιδίκασε στον δεύτερο των αντιδίκων και, σε κάθε περίπτωση, ως προς το κονδύλιο των 2.500 ευρώ, που αντιστοιχεί στο επίδομα θέσης (250 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου - Οκτωβρίου 2013), καθ' όσον ...
ο δεύτερος των αντιδίκων ουδόλως ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου κάποιου από τα αυτόνομα θεσμοθετημένα Τμήματα του Κ.Θ.Β.Ε.". (Γ).- Στην 2925/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αναφέρεται για την οριοθέτηση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως ότι (σελίδες 2, 3): "... Το εκκαλούν (ν.π.ι.δ.), με την υπό κρίση έφεσή του, ζητά να μεταρρυθμιστεί η 15591/2015 απόφαση, με σκοπό η αιτούμενη κατάταξη να γίνει από την έκδοση της (15591/2015) εκκαλούμενης αποφάσεως και μετά ώστε να μην υποχρεωθεί να καταβάλει τις αιτούμενες αποδοχές, αναδρομικά, από 1.1.2013.
Ειδικότερα, το εκκαλούν δηλώνει, με την έφεσή του ότι μεταβιβάζει στο παρόν δικαστήριο προς κρίση, μόνο, το κεφάλαιο της εκκαλούμενης αποφάσεως, με το οποίο υποχρεώνεται να καταβάλει στον πρώτο εφεσίβλητο Θ. Κ., από 1.1.2013 και στο εξής, το ποσό των 322 ευρώ ανά μήνα και, συνολικά, το ποσό των 3.220 ευρώ για το διάστημα από Ιανουάριο μέχρι Οκτώβριο 2013, στον δε, δεύτερο εφεσίβλητο Δ.
Μ., κατά το ίδιο χρονικό διάστημα το ποσό των 863 ευρώ μηνιαίως και το συνολικό ποσό των 8.630 ευρώ, ζητώντας να ισχύσει η κατάταξή τους από την ημέρα έκδοσης της (πρωτόδικης) αποφάσεως, ενώ, ταυτοχρόνως, ζητά να αναγνωρισθεί ότι σε κάθε περίπτωση, δεν οφείλει στον πρώτο εφεσίβλητο, επίδομα ανθυγιεινής εργασίας από 70 ευρώ μηνιαίως και, συνολικά, 700 ευρώ και στον δεύτερο εφεσίβλητο, επίδομα θέσης από 250 ευρώ μηνιαίως και, συνολικά, 2500 ευρώ ...".
Εν τέλει, το εφετείο, χωρίς να εισέλθει στην αποδεικτική διαδικασία, αποφαίνεται ότι (σελ. 10): "... Η αγωγή είναι απορριπτέα, ως νόμω αβάσιμη. Συνακόλουθα, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή, τυπικά και στην ουσία και η απόφαση να εξαφανισθεί στο σύνολο της και όχι μόνο κατά το μέρος, που το εκκαλούν ζητά τη μεταρρύθμισή της διότι το κεφάλαιο, του οποίου ζητά τη μεταρρύθμιση, συνέχεται αρρήκτως με το φερόμενο, ως μη εκκληθέν, αφού στηρίζεται στις ίδιες νομικές διατάξεις και απαιτεί την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, η υπόθεση να διακρατηθεί και η αγωγή να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη, κατά το μέρος αυτό".
Ορίζεται δε, στο διατακτικό ότι (σελ. 11): "ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 15591/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει την αγωγή, κατά το μέρος αυτό. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή". Εν όψει των παραπάνω, το εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμοί 8, 9 ΚΠολΔ, δηλ., αντιστοίχως, δεν δέχθηκε ανύπαρκτο λόγο εφέσεως και δεν εξαφάνισε την 15591/2015 πρωτόδικη απόφαση, ως προς μη εκκληθέν κεφάλαιο.
Τούτο διότι η 'αιτούμενη κατάταξη' των αναιρεσειόντων είναι 'εκκληθέν κεφάλαιο', αφού αποτελεί αυτή, αυτοτελή αίτηση δικαστικής προστασίας, που εμφανίζεται, με αυτόνομη ιστορική και νομική θεμελίωση, η 15591/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αποφάνθηκε, με χωριστή διάταξή της ότι η συγκεκριμένη αίτηση είναι νόμιμη και βάσιμη στην ουσία και το εκκαλούν ν.π.ι.δ., με λόγο της ένδικης εφέσεώς του, παραπονείται για την 'αιτούμενη κατάταξη'.
Επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην (II) νομική σκέψη, ο λόγος αυτός (πρώτος) αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 8, 7, 19 ΚΠολΔ, τις μερικότερες αιτιάσεις, αντιστοίχως ότι: (α) το εφετείο έλαβε υπ' όψη πράγματα "όσον αφορά τη νομιμότητα των αγωγικών αξιώσεων, τα οποία δεν προτάθηκαν από το εκκαλούν". (β).- Η 2925/2018 απόφαση του εφετείου "περιέχει αντιφατικές διατάξεις, κατά το σκεπτικό και κατά το διατακτικό, αφού, ενώ αναφέρει ότι πρέπει να απορριφθεί η αγωγή, ως νόμω αβάσιμη, κατά το μέρος, που δεν φαίνεται εκκληθέν, στη συνέχεια, εξαφανίζει την εκκαλούμενη (πρωτόδικη) απόφαση, κατά το μέρος, που αναφέρεται στο σκεπτικό, χωρίς να προσδιορίζει, ποιο είναι αυτό το μέρος της εκκαλούμενης απόφασης, αφού η φράση 'εξαφανίζει την απόφαση, κατά το μέρος, που αναφέρεται στο σκεπτικό' δηλώνει ευθέως ότι υπάρχει και μέρος της εκκαλούμενης απόφασης, που δεν εξαφανίζεται". (γ).- Η 2925/2018 απόφαση του εφετείου "έχει ανεπαρκή αιτιολογία στο ζήτημα της συνάφειας του εκκληθεντος κεφαλαίου με τα κεφάλαια, που δεν εκκλήθηκαν".
Ο λόγος αυτός (δεύτερος) κατά τα εκτεθέντα στην (II) νομική σκέψη, είναι απορριπτέος και ειδικότερα: Ως προς τη, μερικότερη υπό στοιχείο (α) αιτίαση, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος διότι όσα οι αναιρεσείοντες αναφέρουν, αφορούν τη νομική επιχειρηματολογία τους και δεν είναι 'πράγματα', κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ.
Εξ άλλου, αν θεωρηθεί το αναφερόμενο από τους αναιρεσείοντες ότι το αναιρεσίβλητο "συνομολόγησε, τόσο το είδος των υπηρεσιών τους και ζητούσαν να αναγνωρισθεί από το δικαστήριο, με το πρώτο αίτημα της αγωγής, όσο και για το δικαίωμά τους να καταταγούν στις θέσεις, που αντιστοιχούν στα καθήκοντα, που εκτελούσαν και ζητούσαν από το δικαστήριο, με το δεύτερο αίτημα της αγωγής, να τους κατατάξει το εκκαλούν", αφορά τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ είναι, επίσης, απορριπτέος, ως απαράδεκτος διότι τέτοιος λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία.
Ως προς τη μερικότερη υπό στοιχείο (β) αιτίαση, είναι απορριπτέος, αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από το πιο πάνω διατακτικό της 2925/2018 αποφάσεως υπάρχει σε αυτό, μόνο, η διάταξη "απορρίπτει την αγωγή". Έτσι, δεν νοείται αντίφαση στο διατακτικό, υπό την εκτεθείσα στην (II) νομική σκέψη έννοια (δηλ. αντίφαση, που προκαλεί αοριστία ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητος της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητος στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο) ούτε αρκεί η (τυχόν) ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό (σκεπτικό) της αποφάσεως ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, έτσι ώστε να δημιουργείται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ως προς τη μερικότερη υπό στοιχείο (γ) αιτίαση, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται σε ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλ. σε κρίση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης επί της ουσίας της υποθέσεως ώστε να δημιουργείται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθία, εφ' όσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά της 2925/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στο σύνολο της.
Αμφότερα τα διάδικα μέρη δεν κατέθεσαν προτάσεις έτσι, οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, πρέπει να καταδικασθούν, κατ' ίσο μέρος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλητου ν.π.ι.δ., η οποία ορίζεται στο συνολικό ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ [άρθρα 106, 176, 180 παρ.1, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, 480 ΑΚ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31.5.2019 αίτηση για αναίρεση της 2925/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες, κατ' ίσο μέρος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 14 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ