1234/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑ. Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Κ. του Β., 2) Α. συζύγου Σ. Κ., 3) Φ. Κ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Κυριάκο Παραβάντη και Παναγιώτη Παπαλελούδη και κατέθεσαν προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated1234/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς από 14-5-2014 και 23-6-2014 αιτήσεις αναίρεσης, με τις οποίες προσβάλλεται η με αριθμό 5757/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθώς και ο από 15-3-2015 πρόσθετος λόγος αναίρεσης, που ασκήθηκε παραδεκτά (ΚΠολΔ 569 § 2), πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1).
Full text
Απόφαση 1234 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1234/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη Χαράλαμπο Μαχαίρα και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Κ. του Β., 2) Α. συζύγου Σ. Κ., 3) Φ. Κ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Κυριάκο Παραβάντη και Παναγιώτη Παπαλελούδη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Γ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βερβεσό και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βερβεσό και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Β., 2) Α. συζύγου Σ. Κ., 3) Φ. Κ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Κυριάκο Παραβάντη και Παναγιώτη Παπαλελούδη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28/9/2009 και 17/3/2010 αγωγές των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσειόντων και υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτων και την από 11/2/2010 αγωγή του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1515/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5757/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες και υπό στοιχείο Β αναιρεσίβλητοι με την από 14/5/2014 αίτησή τους και τους από 15/3/2015 πρόσθετους λόγους αυτής και ο υπό στοιχείο Β αναιρεσείων και υπό στοιχείο Α αναιρεσίβλητος με την από 23/6/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε τις από 7/4/2015 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε: α) να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της από 14/5/2014 αίτησης αναίρεσης και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος, καθώς και ο πρόσθετος λόγος αυτής και β) να απορριφθεί η από 23/6/2014 αίτηση αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσειόντων και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την παραδοχή της από 14/5/2014 αίτησης αναίρεσης και των από 15/3/2015 πρόσθετων λόγων αυτής και την απόρριψη της από 23/6/2014 αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Β αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο Α αναιρεσιβλήτου την παραδοχή της από 23/6/2014 αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη της από 14/5/2014 αίτησης αναίρεσης και των από 15/3/2015 πρόσθετων λόγων αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς από 14-5-2014 και 23-6-2014 αιτήσεις αναίρεσης, με τις οποίες προσβάλλεται η με αριθμό 5757/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθώς και ο από 15-3-2015 πρόσθετος λόγος αναίρεσης, που ασκήθηκε παραδεκτά (ΚΠολΔ 569 § 2), πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1).
Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί των από 26-6-2012 και 17-9-2012 εφέσεων των διαδίκων κατά της υπ’ αριθμ. 1515/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 17-3-2010 αγωγή (συμπληρωματική) των αναιρεσειόντων αναιρεσιβλήτων και εν μέρει δεκτές η από 28-9-2009 αγωγή των ιδίων, καθώς και η από 11-2-2010 αγωγή του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος.
Αφανής ή μετοχική εταιρεία είναι η προσωπική, χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική περιουσία, εταιρεία, με απουσία ανάπτυξης του εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων. Ειδικότερα, οι αφανείς εταίροι μετέχουν μόνον ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων που δημιουργεί η δράση του εμφανούς, συμμετέχοντας μόνο στη κατανομή των κερδοζημιών που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς, ενώ προς τα έξω εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τους αφανείς, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων ιδίω ονόματι.
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 ΕμπΝ προκύπτει, ότι στην αφανή εταιρεία, που δεν έχει νομική προσωπικότητα, εφαρμόζονται, εφόσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, οι διατάξεις περί εταιρειών του Αστικού Κώδικα, δηλαδή τα άρθρα 741 επ. αυτού. Η αφανής εταιρεία λύεται για τους ίδιους λόγους για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρεία με εφαρμογή των άρθρων 765 επ.
ΑΚ. Μεταξύ των λόγων λύσεως της εταιρείας περιλαμβάνεται και η καταγγελία, που επιφέρει τα αποτελέσματα της έστω και αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος (ΑΚ 766). Μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας δεν απαιτείται να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθαρίσεως, διότι δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εφόσον ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων, με αποτέλεσμα να είναι παραδεκτή η άσκηση αγωγής εκ μέρους του αφανούς εταίρου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 779 έως 782 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 719 ΑΚ, κατά του εμφανούς εταίρου προς απόδοση σ’ αυτόν της ανήκουσας στον ίδιο μερίδας από τα εταιρικά κέρδη, καθώς και της εισφοράς του, - είτε μεταβίβασε αυτήν κατά κυριότητα στον εμφανή συνεταίρο του, προς άσκηση της εταιρικής εμπορικής δραστηριότητας, ως ατομικής του τελευταίου, είτε παρέμεινε κύριος αυτής, τάσσοντας όμως αυτήν κατά προορισμό στην εξυπηρέτηση του εταιρικού σκοπού με παραχώρηση της χρήσης της μόνο στον εμφανή εταίρο -χωρίς να προηγηθεί εκκαθάριση, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο μεταξύ των εταίρων (ΑΚ 361) ή αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απαραίτητη η εκκαθάριση, διότι από την παράλειψη της επέρχεται σύγχυση, υπό την προϋπόθεση όμως ότι μετά τη λύση της εταιρείας υπάρχει υπόλοιπο σε μετρητά καλύπτον τη ζητούμενη προς απόδοση εισφορά.
Πράγματι, από το συνδυασμό των άρθρων 779 ΑΚ, που ορίζει ότι σε περίπτωση που η εισφορά συνίσταται στη χρήση ορισμένων πραγμάτων, αυτά αποδίδονται αυτούσια, 780 ΑΚ, που ρυθμίζει τον τρόπο εκκαθάρισης της εταιρείας αν υπάρχουν κοινά χρέη των εταίρων απέναντι σε τρίτους και μεταξύ τους και τα της επιστροφής των εισφορών, 781 ΑΚ, περί μετατροπής του ενεργητικού σε χρήμα για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, 782 ΑΚ, περί διανομής του τελικά απομένοντος υπολοίπου μεταξύ των εταίρων και 719 ΑΚ, που ορίζει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεση της, προκύπτει, ότι ο αφανής, (εταίρος) δικαιούται να απαιτήσει την εισφορά του σε χρήμα μετά τη λύση της εταιρείας, αν αυτή υπάρχει στο ενεργητικό της είτε γιατί δεν δαπανήθηκε, για τις ανάγκες της εταιρείας, είτε γιατί καλύπτεται από το υπόλοιπο της εκκαθάρισης των σχετικών λογαριασμών (Α.Π. 116/2013).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 Ν 5638/1932, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ’ στοιχ. α’ ΝΔ 118/1973, "χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοιχτόν λογαριασμόν επ’ ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint, joint account) είναι εν τη έννοια του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ’ ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 παρ. 1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγούμενη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 ΝΔ της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως στο όνομα του ιδίου καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του εάν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους, υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από έναν δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) και ως προς τον άλλον, δηλαδή τον δικαιούχο που δεν ανέλαβε, ο οποίος από το νόμο πλέον αποκτά απαίτηση έναντι εκείνου, που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολόκληρου του ποσοο ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, από μέρους αυτού, που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 Ν. 5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ’ στοιχ. α’ ΝΔ 118/1973, ορίζεται, αντιστοίχως, ότι "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθεί προσθέτως ο όρος, ότι, άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας, μέχρι του τελευταίου τούτων".
Και ότι "διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως, είτε εν ζωή, είτε αιτία θανάτου, δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ της διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων... ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως". Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσότερων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των περισσότερων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις προαναφερόμενες, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι, διαφορετικά, θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς την συγκατάθεση της τράπεζας.
Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον δικαιοπάροχο τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.
Εάν, όμως, έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν 5638/1932, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως ("ιδίω ονόματι" και "εξ ιδίου δικαίου") η κατάθεση και ο από αυτήν λογαριασμός στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Τέλος, στο άρθρο 578 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της".
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο ενάγων της τρίτης των παραπάνω αγωγών και εναγόμενος των δύο πρώτων αγωγών Γ. Γ., είχε αναπτύξει από το έτος 1993, στενή φιλική σχέση με τον Β. Κ. Οι ανωτέρω δυνάμει του από 7- 11-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού συνέστησαν αφανή εταιρία, σκοπός της οποίας ήταν η υποστήριξη της σύστασης και λειτουργίας του εμφανούς εταίρου και η προώθηση των παρεχομένων απ’ αυτήν υπηρεσιών που προσδιορίζονταν στην άδεια λειτουργίας της.
Ειδικότερα συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: ο εκ των ανωτέρω Β. Κ., ήτο ο εμφανής εταίρος, ο οποίος επρόκειτο να συστήσει και λειτουργήσει στα Καλάβρυτα Αχαΐας, επιχείρηση παροχής υπηρεσιών εστίασης (καφετέρια σνάκ-μπαρ). Ο ανωτέρω εμφανής εταίρος θα συνέσφερε στην εταιρία την προσωπική του εργασία και θα κατέβαλε ως εισφορά το ποσό των 45.000 ευρώ, συμμετέχοντας στα κέρδη και τις ζημίες αυτής κατά ποσοστό 50%.
Το ίδιο ποσό των 45.000 ευρώ, συνεισέφερε και ο εκ των ανωτέρω Γ. Γ., που ήτο ο αφανής εταίρος, ο οποίος επίσης συμμετείχε στα κέρδη και τις ζημίες αυτής κατά ποσοστό 50%. Η διάρκεια της εταιρίας ορίστηκε δεκαετής, αρχομένη από 7-11-2003 έως 7-11-2013, με δυνατότητα παράτασης για μία ακόμη πενταετία, αν δεν υπάρξει έγγραφη καταγγελία από οποιονδήποτε συμβαλλόμενο δύο μήνες πριν τη λήξη της πρώτης πενταετίας, που πρέπει να κοινοποιηθεί στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος με δικαστικό επιμελητή.
Συμφωνήθηκε ακόμη ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου εκ των εταίρων, οι εργασίες της εταιρίας θα συνεχίζονται από τους κληρονόμους του φυσικού προσώπου, ενώ σε περίπτωση λύσεως της εταιρίας με κοινή απόφαση των εταίρων ή με καταγγελία από κάποιον από τους εταίρους, ορίστηκε ότι η εταιρία θα πρέπει να εκκαθαριστεί και η περιουσία της να διανεμηθεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 του προαναφερθέντος συμφωνητικού.
Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι ο ανωτέρω εμφανής εταίρος, μίσθωσε με το από 6-7-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, ένα χώρο στα Καλάβρυτα, περίπου 500 τ.μ., που περιείχε ένα οίκημα 39 τ.μ., στον οποίο και λειτούργησε η εν λόγω επιχείρηση, που έφερε τον διακριτικό τίτλο "PARTY" από τις 29-7-2004. Από την αρχή της λειτουργίας της επιχείρησης, η κίνηση και η πελατεία της αυξάνονταν συνεχώς, εξελίχτηκε δε αυτή σε σημείο συνάντησης για τους μόνιμους κατοίκους της περιοχής, ιδίως για την νεολαία, αλλά και για τους επισκέπτες του χιονοδρομικού κέντρου των Καλαβρύτων, που έχει μεγάλη επισκεψιμότητα κυρίως τους χειμερινούς μήνες και κυρίως, διότι βρισκόταν σε κομβικής σημασίας σημείο, στην περιοχή των Καλαβρύτων, μπροστά στο σιδηροδρομικό σταθμό.
Προκειμένου δε το ανωτέρω μισθωμένο ακίνητο να γίνει κατάλληλο και λειτουργικό για να εξυπηρετεί περισσότερα άτομα, ανακατασκευάστηκε και επεκτάθηκε σε μια συνολική έκταση 239,5 τ.μ., που κόστισε περίπου 300.000 ευρώ, χρήματα τα οποία διατέθηκαν από τους προαναφερόμενους εταίρους, από κέρδη της επιχείρησης που δεν διανεμήθηκαν.
Σημειωτέον ότι η ανωτέρω επιχείρηση ήταν ανοδικά κερδοφόρα, αφού τα ακαθάριστα έσοδα της το έτος 2005 ανήλθαν στο ποσό των 95.576,88 ευρώ, το έτος 2006 στο ποσό των 128.068,18 ευρώ, το έτος 2007 στο ποσό των 154.174,37 ευρώ και το έτος 2008 στο ποσό των 166.441,02 ευρώ. Μετά την ολοκλήρωση των έργων επέκτασης του χώρου, η επιχείρηση μπορούσε να φιλοξενήσει πάνω από 400 πελάτες, κατά την διάρκεια της ημέρας, ενώ τις καθημερινές απασχολούσε έξι άτομα προσωπικό και τα σαββατοκύριακα και τις αργίες επιπλέον οκτώ άτομα.
Στις 17-3-2009 απεβίωσε αιφνίδια ο εμφανής εταίρος Β. Κ.. Ο ανωτέρω κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους γονείς και την αδελφή του, ενάγοντες των δύο πρώτων των παραπάνω αγωγών και εναγόμενοι της τρίτης αγωγής. Οι ως άνω κληρονόμοι αποδέχτηκαν την κληρονομιά και με την υπ’ αρ. 116/17-3-2009 δήλωση φόρου κληρονομιάς, που υπέβαλαν στην Εφορία Καλαβρύτων, δήλωσαν την έναρξη επιχείρησης, ως κοινωνία κληρονόμων του Β.
Κ.. Έτσι υπεισήλθαν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αποθανόντος εμφανούς εταίρου. Ο ανωτέρω αφανής εταίρος Γ. Γ., λίγες μέρες μετά τον θάνατο του εμφανούς εταίρου, ενημέρωσε προφορικά τους ανωτέρω κληρονόμους αυτού, για την ύπαρξη της αφανούς εταιρίας μεταξύ αυτού και του αποβιώσαντος συγγενούς τους.
Μάλιστα στις 12-5-2009, ενημέρωσε και εγγράφως αυτούς για το ίδιο θέμα, με σχετική εξώδικη δήλωση που τους επέδωσε, συγκοινοποιώντας τους το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό. Με την ίδια εξώδικο κάλεσε αυτούς να συναντηθούν για την λήψη κοινών αποφάσεων για το μέλλον της εν λόγω εταιρίας. Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι οι δύο παραπάνω εταίροι (εμφανής και αφανής) είχαν δύο κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς στην Αγροτική Τράπεζα και ειδικότερα τους υπ’ αρ. ...
και ... λογαριασμούς που περιείχαν αντίστοιχα, τα ποσά των 9.783,72 και 50.000 ευρώ. Οι ανωτέρω εταίροι είχαν και ατομικούς λογαριασμούς ο καθένας, για την εξόφληση όμως των εταιρικών υποχρεώσεων χρησιμοποιούσαν τους ανωτέρω κοινούς λογαριασμούς, στους οποίους τοποθετούνταν χρήματα για το σκοπό αυτό από τα έσοδα της επιχείρησης.
Και είναι βέβαια γεγονός ότι ο δεύτερος των ανωτέρω λογαριασμών είχε ανοιχτεί μόλις λίγες ημέρες πριν τον αιφνίδιο θάνατο του εμφανούς εταίρου, το γεγονός όμως αυτό δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση, για χρήση αυτού προς εξόφληση των υποχρεώσεων της αφανούς εταιρίας, αφού αν είχαν διαφορετικά τα πράγματα, όπως ισχυρίζεται ο Γ.
Γ., ότι δηλαδή αυτός αφορούσε προσωπικό του λογαριασμό, στον οποίο είχε τεθεί τυπικά το όνομα του εμφανούς εταίρου, ως συνδικαιούχου, θα είχε ανοιχθεί ατομικός λογαριασμός και ουχί κοινός, όπως τοιούτους ατομικούς λογαριασμούς, είχαν και οι δύο εταίροι, όπως προαναφέρθηκε. Λίγες μέρες μετά τον θάνατο του Β.
Κ., ο Γ. Γ., προέβη στην ανάληψη των ως άνω χρηματικών ποσών, που περιείχαν οι προαναφερόμενοι κοινοί λογαριασμοί των εταίρων, οι οποίοι, αποτελούσαν εταιρική περιουσία. Οι κληρονόμοι του Β. Κ., μόλις πληροφορήθηκαν την ανάληψη των ως άνω χρηματικών ποσών, ζήτησαν από τον Γ. Γ., με την από 22- 5-2009 εξώδικο, που κοινοποίησαν σ’ αυτόν στις 26-5-2009, την επιστροφή των ποσών αυτών για την πληρωμή των εξόδων της επιδίκου επιχείρησης, πλην όμως αυτός δεν το έπραξε.
Στη συνέχεια οι κληρονόμοι του Β. Κ., που εκ των πραγμάτων δεν είχαν τη δυνατότητα να λειτουργήσουν την ανωτέρω επιχείρηση του αποθανόντος συγγενούς τους, αφού διέμεναν μόνιμα στην Αθήνα, αντί να προβούν σε καταγγελία της εταιρικής σύμβασης, στη λύση και εκκαθάριση της εταιρίας κατά το καταστατικό, έδωσαν εντολή στο λογιστή της εταιρίας να τους παραδώσει την ταμειακή μηχανή και τα βιβλία αυτής.
Ακολούθως απέλυσαν τους εργαζόμενους στην εν λόγω επιχείρηση, ενώ στις 10-8-2009 συνήψαν με τον εκμισθωτή του ακινήτου, που λειτουργούσε η επίδικη επιχείρηση, σύμβαση, δυνάμει της οποίας έλυσαν την προκειμένη μίσθωση και κατέβαλαν σ’ αυτόν, ως αποζημίωση, για την πρόωρη λύση αυτής (μίσθωσης) το ποσό των 10.322 ευρώ, το οποίο συμψήφισαν με το τίμημα της πώλησης προς τον ίδιο του εξοπλισμού του καταστήματος που αποτίμησαν στο ίδιο ποσό.
Τέλος στις 8-9-2009 δήλωσαν διακοπή της επιχείρησης στην αρμόδια ΔΟΥ Καλαβρύτων. Με τις ως άνω ενέργειες τους, οι κληρονόμοι του Β. Κ., προέβησαν σε de facto λύση της εταιρίας, χωρίς προηγουμένως να την καταγγείλουν, όπως όφειλαν από το καταστατικό αυτής, αφού με τη λύση της σύμβασης μίσθωσης με τον εκμισθωτή, την εκποίηση του εξοπλισμού αυτής και το κλείσιμο της επιχείρησης δεν ήταν πλέον δυνατή η πραγμάτωση του σκοπού της εταιρίας, με αποτέλεσμα η καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως να αποτελεί και καταγγελία χωρίς σπουδαίο λόγο και λύση της επιδίκου αφανούς εταιρίας.
Με την συμπεριφορά τους όμως αυτή, απαξίωσαν τη συμμετοχή του αφανούς εταίρου στην εταιρία και του προκάλεσαν ζημία, η οποία αντιστοιχεί στην αξία της εταιρικής του συμμετοχής. Η τελευταία προσδιορίζεται με αποτίμηση της εταιρικής επιχείρησης για την οποία λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία του ενεργητικού της, ο τζίρος, η φήμη, η πελατεία αυτής, στο συνολικό ποσό των 200.000 ευρώ.
Συνακόλουθα η αξία της εταιρικής συμμετοχής του αφανούς εταίρου Γ. Γ., κατά την οποία και ζημιώθηκε ο τελευταίος, ανέρχεται, με βάση το ποσοστό συμμετοχής του στην ως άνω εταιρία, ήτοι το 50%, στο ποσό των 100.000 ευρώ. Οι εναγόμενοι της τρίτης των παραπάνω αγωγών ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως και τον ισχυρισμό τους αυτό επαναφέρουν με σχετικό λόγο της εφέσεως τους ότι ο ανωτέρω αφανής εταίρος συνετέλεσε με ίδιο πταίσμα στην ως άνω ζημία του, αφού ουδέποτε τους ενημέρωσε για την ύπαρξη τυχόν προσφοράς για την πώληση της εν λόγω επιχείρησης, πρώτος δε αυτός παραβίασε την σύμβαση της επιδίκου εταιρίας με την παρακράτηση της εταιρικής περιουσίας.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός, δεν αποδεικνύεται βάσιμος αφού αποδείχτηκε ότι ο αφανής εταίρος ερευνούσε και την περίπτωση εκποίησης της προκειμένης επιχείρησης και μάλιστα είχε ενημερώσει προφορικά τους κληρονόμους του Β. Κ. για την ύπαρξη προσφοράς εκ μέρους του Κ. Σ. για πώληση αυτής. Και είναι βέβαια γεγονός ότι πράγματι παρακράτησε την ως άνω εταιρική περιουσία, η καταγγελία της επιδίκου συμβάσεως όμως, δεν έγινε από τους κληρονόμους του Β.
Κ. για το λόγο αυτό αφού η εν λόγω παρακράτηση έλαβε χώρα αμέσως μετά τον θάνατο του Β. Κ., ήτοι τον Μάρτιο του 2009, η δε καταγγελία έλαβε χώρα τον Αύγουστο του ιδίου έτους, με τη λύση της συμβάσεως μισθώσεως κατά τα προαναφερόμενα...
ΙΙεραιτέρω αποδείχτηκε ότι οι κληρονόμοι του Β. Κ., ενάγοντες των δύο πρώτων των παραπάνω αγωγών, μετά το θάνατο του εμφανούς εταίρου συγγενούς τους και μέχρι το κλείσιμο της επίδικου επιχείρησης, κατέβαλαν για έξοδα αυτής και τακτοποίηση των οικονομικών υποχρεώσεων της τα ακόλουθα ποσά: για τηλεπικοινωνιακά τέλη, το ποσό των 130,50 ευρώ, για λογαριασμούς ΔΕΗ το ποσό των 1.604 ευρώ, για υπηρεσίες ηλεκτρονικής ασφάλειας της εταιρίας G4S SECURITY SOLUTIONS S.A., το ποσό των 218,18 ευρώ, για έξοδα και τέλη ύδρευσης το ποσό των 205 ευρώ, για εισφορές της επιχείρησης στο ΙΚΑ τα ποσά των 1.250 και 2.190,09 ευρώ, για εισφορές του εμφανούς εταίρου στο ΤΕΒΕ το πρώτο δίμηνο του έτους 2009 το ποσό των 252,28 ευρώ, για αποδοχές των υπαλλήλων της επιχείρησης συνολικά το ποσό των 5.931,98 ευρώ, για μισθώματα του καταστήματος το ποσό των 4.128,80 ευρώ, για απόδοση ΦΠΑ το ποσό των 1.961,18 ευρώ, για εξόφληση λογαριασμού στην προμηθεύτρια εταιρία Ρ.
Μ. ΕΜΠΟΡΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ, το ποσό των 1.274,36 ευρώ και για εξόφληση λογαριασμού στην προμηθεύτρια εταιρία TELETECH FOOD SERVICE ΕΠΕ, το ποσό των 3.800 ευρώ. Το αιτούμενο όμως από τους ανωτέρω ενάγοντες ποσό των 10.322 ευρώ που καταβλήθηκε στον εκμισθωτή για τη λύση της σύμβασης- μισθώσεως, δεδομένου ότι, όπως οι ίδιοι συνομολογούν στην αγωγή τους, δεν καταβλήθηκε πράγματι, αλλά συμψηφίστηκε με το τίμημα από την πώληση του εξοπλισμού του καταστήματος, δεν πρέπει να υπολογιστεί στο σύνολο των καταβληθέντων από αυτούς εξόδων.
Ήτοι συνολικά κατέβαλαν για έξοδα της προκειμένης επιχείρησης το ποσό των 23.268,37 ευρώ. (130,50 + 1.604 + 218,18 + 205 + 1.250 + 2.190,09 + 252,28 + 5.931,98 + 4.128,80 + 1.961,18 + 1.274,36+ 3.800). Από το ανωτέρω ποσό ο εναγόμενος της πρώτης των παραπάνω αγωγών, αφανής εταίρος Γ. Γ., υποχρεούται, σύμφωνα με την προαναφερθείσα σύμβαση και το ποσοστό συμμετοχής αυτού στα κέρδη και τις ζημίες της επιδίκου επιχείρησης, που ανέρχεται στο 50%, όπως προαναφέρθηκε, να καταβάλει το ήμισυ αυτών ήτοι το ποσό των 11.634,19 ευρώ.
Περαιτέρω και μετά το κλείσιμο της επιχείρησης οι ενάγοντες της δεύτερης των πιο πάνω αγωγών κατέβαλαν για έξοδα της εν λόγω επιχείρησης τα ακόλουθα ποσά: στο ΙΚΑ Καλαβρύτων το ποσό των 13.098,76 ευρώ, για δημοτικό φόρο τα ποσά 685,87 και 412,24 ευρώ, για φόρο φυσικού προσώπου στη ΔΟΥ Καλαβρύτων το ποσό των 703,88 ευρώ και τέλος για ΦΠΑ από την πώληση του εξοπλισμού το ποσό των 2.050,82 ευρώ.
Ήτοι συνολικά για τα ανωτέρω κατέβαλαν το ποσό των 16.951, 57 ευρώ (13.098,76+ 685,87+ 412,24+ 703,88+ 2.050,82). Από το ανωτέρω ποσό ο εναγόμενος της πρώτης των παραπάνω αγωγών, αφανής εταίρος Γ. Γ., υποχρεούται, σύμφωνα με την προαναφερθείσα σύμβαση και το ποσοστό συμμετοχής αυτού στα κέρδη και τις ζημίες της επιδίκου επιχείρησης να καταβάλει το ήμισυ αυτού ήτοι το ποσό των 8.475.78 ευρώ.
Περαιτέρω και εφόσον η επίδικη αφανής εταιρία λύθηκε, με την προαναφερθείσα καταγγελία εκ μέρους των κληρονόμων του εμφανούς εταίρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 του σχετικού καταστατικού αυτής, η διανομή της εταιρικής περιουσίας θα γίνει ως εξής: πρώτον θα πληρωθούν τα χρέη της εταιρίας, μετά κάθε συμμέτοχος θα λάβει το ποσό που κατέθεσε ως εισφορά και μετά ταύτα θα γίνει διανομή των κερδών και κάθε συμμέτοχος θα λάβει το ποσοστό το οποίο αντιστοιχεί στη συμμετοχή του.
Στην προκειμένη περίπτωση η εταιρική περιουσία, όπως οι ίδιοι οι ενάγοντες της πρώτης των ανωτέρω αγωγών εκθέτουν στην αγωγή τους ανήρχετο στο ποσό των 59.783,72 ευρώ. Τα χρέη της εταιρίας προς τρίτους, που κατέβαλαν οι ενάγοντες των πρώτης και δεύτερης των ανωτέρω αγωγών, ανήλθαν συνολικά στο ποσό των 40.219,94 ευρώ (23.268,37+16.951,57).
Μετά την αφαίρεση του ποσού αυτού απομένει υπόλοιπο εταιρικής περιουσία ύψους 19.563,78 ευρώ, η οποία δεν αρκεί για την λήψη από καθένα από τους συμμέτοχους της κατατεθείσης εισφοράς, που όπως προαναφέρθηκε ανερχόταν στο ποσό των 45.000 ευρώ. Επομένως δεν υφίσταται πεδίο διανομής κερδών και συνακόλουθα το αιτούμενο για το λόγο αυτό ποσό των 13.257,67 ευρώ, από τους ενάγοντες της πρώτης των ανωτέρω αγωγών, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Σημειωτέον ότι το ποσό αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί σ αυτούς ως καταβληθείσα εισφορά του εμφανούς εταίρου στη θέση του οποίου υπεισήλθαν, κατά τα προαναφερόμενα, αφού τέτοιο αίτημα δεν υποβάλλεται εκ μέρους τους με την αγωγή. Πρέπει συνεπώς να γίνει εν μέρει δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη η πρώτη των ανωτέρω αγωγών και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος αυτής της αγωγής να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων, κατά τον λόγο της κληρονομικής μερίδας εκάστου, ήτοι κατ’ ισομοιρία το ποσό 3.878,06 ευρώ (11.634,19 : 3).
Πρέπει επίσης να γίνει εν μέρει δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη η δεύτερη των ανωτέρω αγωγών και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος αυτής της αγωγής να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων, κατά τον λόγο της κληρονομικής μερίδας εκάστου, ήτοι κατ’ ισομοιρία το ποσό 2.825,26 ευρώ (8.475,78:3)". Ακολούθως το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφαση του, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος εκείνο που είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 11-2-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος, καθώς και κατά το μέρος εκείνο, με το οποίο είχε γίνει δεκτή η από 17-3-2010 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ενώ, κατά μερική παραδοχή της από 28-9-2009 αγωγής τους, μεταρρύθμισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει σε καθένα των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 3.878,06 ευρώ.
Επί των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης πρέπει να αναφερθούν τα εξής:
Α) Επί της από 14-5-2014 αιτήσεως.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε από τους δύο κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς στην Αγροτική Τράπεζα (υπ’ αρ. ...
και ...) το συνολικό ποσό που ήταν κατατεθειμένο σ’ αυτούς (9.783,72 και 50.000 ευρώ) αντίστοιχα, με περαιτέρω συνέπεια την αδυναμία πραγμάτωσης του σκοπού της εταιρείας, στη συνέχεια δέχεται ότι με την εκ μέρους των αναιρεσειόντων λύση της σύμβασης μίσθωσης του καταστήματος, την εκποίηση του εξοπλισμού της επιχείρησης και τελικά το κλείσιμο αυτής, οι τελευταίοι κατήγγειλαν χωρίς σπουδαίο λόγο την αφανή εταιρεία.
Όμως, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας και τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, ο αναιρεσίβλητος μπορούσε να αναλάβει το ανωτέρω χρηματικό ποσό ως συνδικαιούχος των συγκεκριμένων κοινών τραπεζικών λογαριασμών, αφού, όπως ειπώθηκε, με το θάνατο του Β. Κ. δεν μπορούσαν να υποκατασταθούν στη θέση του έναντι της τράπεζας οι αναιρεσείοντες κληρονόμοι του, καθόσον κάτι τέτοιο θα είχε ως συνέπεια τη μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς την συγκατάθεση της τράπεζας.
Και ναι μεν το Εφετείο δέχεται εσφαλμένα ότι τα ανωτέρω χρηματικά ποσά αποτελούσαν εταιρική περιουσία, παρ’ όλα αυτά ορθά δεν τα συνυπολογίζει για τον υπολογισμό της οφειλόμενης στον αναιρεσίβλητο αποζημίωσης λόγω της χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελίας της εταιρικής σύμβασης.
Συνεπώς, παρά την εσφαλμένη αιτιολογία, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό και άρα ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο προέβη στη διανομή της εταιρικής περιουσίας χωρίς να υποβληθεί εκ μέρους των διαδίκων σχετικό αίτημα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, καθόσον το Εφετείο δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αλλά επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο αποζημίωση λόγω της καταγγελίας της εταιρικής σύμβασης εκ μέρους των αναιρεσειόντων χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, κατά μερική παραδοχή της αγωγής του.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 § 1, στοιχ. β’ , 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμού", έχει όμως εφαρμογή και για επίκληση αποδεικτικών μέσων λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (ΑΠ 399/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος ενώπιον του Εφετείου (ΚΠολΔ 561 § 2), περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των προσκομισθέντων από τον τελευταίο εγγράφων. Ειδικότερα, στις προτάσεις αυτές αναφέρεται ότι προσκομίζονται α) το από 6-7-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης μεταξύ του Β.
Κ. και του Π., β) η διοικητική άδεια λειτουργίας της επιχείρησης με το διακριτικό τίτλο "PARTY", γ) έγγραφο περί των ετησίων εσόδων της επιχείρησης, δ) έγγραφο σχετικά με την επέκταση της επιφανείας του χώρου της επιχείρησης, ε) η από 7-5-2009 εξώδικη γνωστοποίηση του, με την οποία καλούσε τους κληρονόμους του Β.
Κ. να τηρήσουν τα οριζόμενα στο καταστατικό της εταιρείας, στ) η από 22-5-2009 εξώδικη απάντηση των αναιρεσειόντων, ζ) η από 3-9-2009 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά των τελευταίων με αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 8-9-2009, η) εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία, η οποία κοινοποιήθηκε μαζί με την αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων και με την οποία καλούσε τους αναιρεσείοντες να προχωρήσουν σε εκκαθάριση της εταιρείας και να του παραδώσουν τα βιβλία της, θ) έγγραφη απάντηση των τελευταίων, με την οποία απάντησαν στην προηγούμενη εξώδικη δήλωσή του, ι) η υπ’ αριθμ. 9172/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ια) έγγραφο από το οποίο προέκυπτε η κατάθεση στον υπ’ αριθμ. 01351539 κοινό με τον αποθανόντα Β.
Κ. λογαριασμό στην Αγροτική Τράπεζα του ποσού των 50.000 ευρώ και η ανάληψή του στις 19-3-2009. Επομένως, ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο δεν έγινε νόμιμη επίκληση των άνω αποδεικτικών στοιχείων και δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το Εφετείο είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει η από 14-5-2014 αίτηση αναίρεσης, καθώς και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης να απορριφθούν.
Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, πρέπει οι τελευταίοι να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Β) Επί της από 23-6-2014 αιτήσεως:
Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, το Εφετείο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, ορθά εφάρμοσε το νόμο και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμα του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ’ αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου δικαιολογούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι α) ο αναιρεσείων και ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Β. Κ., δυνάμει του από 7-11-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού συνέστησαν αφανή εταιρία με εμφανή εταίρο τον τελευταίο και αφανή τον πρώτο και με αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας την παροχή υπηρεσιών εστίασης (καφετέρια, σνακ-μπαρ), β) μεταξύ των προαναφερομένων συμφωνήθηκε, εκτός άλλων, ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου εκ των εταίρων, οι εργασίες της εταιρίας θα συνεχίζονται από τους κληρονόμους του φυσικού προσώπου, ενώ σε περίπτωση λύσεως της εταιρίας με κοινή απόφαση των εταίρων ή με καταγγελία από κάποιον από τους εταίρους, ορίστηκε ότι η εταιρία θα πρέπει να εκκαθαριστεί και η περιουσία της να διανεμηθεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 του προαναφερθέντος συμφωνητικού, γ) οι αναιρεσίβλητοι, μετά το θάνατο του Β.
Κ., αντί να προβούν σε καταγγελία της εταιρικής σύμβασης, στη λύση και εκκαθάριση της εταιρίας κατά το καταστατικό, αα) έδωσαν εντολή στο λογιστή της εταιρίας να τους παραδώσει την ταμειακή μηχανή και τα βιβλία αυτής, ββ) απέλυσαν τους εργαζόμενους στην εν λόγω επιχείρηση, ενώ στις 10-8-2009 συνήψαν με τον εκμισθωτή του ακινήτου, που λειτουργούσε η επίδικη επιχείρηση, σύμβαση, δυνάμει της οποίας έλυσαν την προκειμένη μίσθωση και κατέβαλαν σ’ αυτόν, ως αποζημίωση, για την πρόωρη λύση αυτής (μίσθωσης) το ποσό των 10.322 ευρώ, το οποίο συμψήφισαν με το τίμημα της πώλησης προς τον ίδιο του εξοπλισμού του καταστήματος που αποτίμησαν στο ίδιο ποσό και γγ) στις 8-9-2009 δήλωσαν διακοπή της επιχείρησης στην αρμόδια ΔΟΥ Καλαβρύτων, γ) με τις ως άνω ενέργειες τους, οι αναιρεσίβλητοι κληρονόμοι του Β.
Κ., προέβησαν σε de facto λύση της εταιρίας, χωρίς προηγουμένως να την καταγγείλουν, όπως όφειλαν από το καταστατικό αυτής, αφού με τη λύση της σύμβασης μίσθωσης με τον εκμισθωτή, την εκποίηση του εξοπλισμού αυτής και το κλείσιμο της επιχείρησης δεν ήταν πλέον δυνατή η πραγμάτωση του σκοπού της εταιρίας, με αποτέλεσμα η καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως να αποτελεί και καταγγελία χωρίς σπουδαίο λόγο και λύση της επιδίκου αφανούς εταιρίας, δ) με την συμπεριφορά τους όμως αυτή, οι αναιρεσίβλητοι απαξίωσαν τη συμμετοχή του αφανούς εταίρου στην εταιρία και του προκάλεσαν ζημία, η οποία αντιστοιχεί στην αξία της εταιρικής του συμμετοχής, η οποία προσδιορίζεται με αποτίμηση της εταιρικής επιχείρησης για την οποία λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία του ενεργητικού της, ο τζίρος, η φήμη, η πελατεία αυτής, στο συνολικό ποσό των 200.000 ευρώ και συνακόλουθα η αξία της εταιρικής συμμετοχής του αναιρεσείοντος αφανούς εταίρου, κατά την οποία και ζημιώθηκε ο τελευταίος, ανέρχεται, με βάση το ποσοστό συμμετοχής του στην ως άνω εταιρία, ήτοι το 50%, στο ποσό των 100.000 ευρώ, ε) οι αναιρεσίβλητοι, μετά το θάνατο του εμφανούς εταίρου συγγενούς τους και μέχρι το κλείσιμο της επίδικου επιχείρησης, κατέβαλαν για έξοδα αυτής και τακτοποίηση των οικονομικών υποχρεώσεων της το ποσό των 23.268,37 ευρώ και στ) από το ανωτέρω ποσό ο αναιρεσείων υποχρεούται, σύμφωνα με τους όρους του από 7-11-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού και το ποσοστό συμμετοχής αυτού στα κέρδη και τις ζημίες της επιδίκου επιχείρησης να καταβάλει το ήμισυ αυτού, ήτοι το ποσό των 11.634,19 ευρώ.
Επομένως, ο στηριζόμενος στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων.
Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση -προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 128/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα α) εκτίμηση της εταιρείας με την επωνυμία ΑΘΗΝΑ ΚΤΗΜΑΤΟΜΕΣΙΤΙΚΗ σύμφωνα με την οποία η αξία της επιχείρησης κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ανερχόταν σε 800.000 ευρώ και β) την προσφορά τρίτου προσώπου (Σ.), ενδιαφερομένου για την απόκτηση της επιχείρησης, ύψους 530.000 ευρώ.
Όμως, το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων και "όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια".
Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο απόφασης, όπως αυτό αναφέρεται πιο πάνω, καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιο ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω έγγραφα. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει η από 23-6-2014 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, πρέπει ο τελευταίος να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 14-5-2014 αίτηση αναίρεσης, τον από 15-3-2015 πρόσθετο λόγο και την από 23-6-2014 αίτηση αναίρεσης.
Απορρίπτει την από αίτηση 14-5-2014 αναίρεσης, καθώς και τον από 15-3-2015 πρόσθετο λόγο.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει την από 23-6-2014 αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22 Σεπτεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8 Οκτωβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ