Legislator Case Law & Legislation
1233/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to absent defendant's failure to appear despite valid summons.

Case Number 1233/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's judgment. The appellant argued for a retrial based on procedural violations, while the defendants contended the appeal was baseless. The court ruled that the absent insurance company had been properly summoned, and the proceedings continued validly in their absence.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 106 of the Code of Civil Procedure: If a party fails to appear despite valid summons, the court proceeds with the hearing, and the absent party bears the costs if the appeal is rejected.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal dismissal procedural default court costs valid summons absence of party procedural regularity

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 106 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 180 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 189 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 1a' of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 1 of the Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1233 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1233/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Θ. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ξανθοπούλου - Τερζίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. V. Α.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Α. Ε. ΑΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Παπαγερμανό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3468/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 980/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 1ος και 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωσή προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1205/2022, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την με αριθ. 6433Α/5-1-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Π.

Α., που προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 24-9-2021 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 2546/245/2021) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (7-4-2023) επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία.

Κατά συνέπεια, αφού η ως άνω αναιρεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση, από 24-9-2021 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 2546/245/2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθ. 980/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 10-8-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. 108756/13603/2017) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, εξέθεσε ότι κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτήν (αγωγή), ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Γ.

Σ., οδηγός του με αριθμ. κυκλοφορίας … ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό της ως πεζής.

Ζήτησε δε, να της καταβάλουν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρο ο καθένας, ως αποζημίωση (θετική ζημία), ως πρόσθετη ειδική αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 του ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 3468/2019 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από την ενάγουσα, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η, από 17-9-2019 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 2666/2310/2019) έφεση, με την οποία, επικαλούμενη εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης και την καθ`ολοκληρία παραδοχή της αγωγής της, ως βάσιμης κατ` ουσία.

Το ως άνω δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη, με αριθμ. 3468/2019, απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β` και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 551/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 263/2022, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 88/2019).

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ` άρθρ. 4 του ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ`εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Κατά το άρθρο 38 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ., "Οι πεζοί, προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται: α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν, ... δ) σε διαβάσεις που η κυκλοφορία τόσο των πεζών όσο και των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, να μην κατεβαίνουν στο οδόστρωμα πριν λάβουν υπόψη τους την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων τα οποία πλησιάζουν και ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ` αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του ".

Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: ''...

Στις 08-12-2014 και περί ώρα 16.40 μ.μ., ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ….. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης), που ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρία, κινούνταν στην περιοχή της Τούμπας Θεσσαλονίκης επί της οδού Επιδαύρου έχοντας σκοπό να εισέλθει δεξιά επί της οδού Δ.

Τσέλιου. Τόσο η οδός Επιδαύρου, όσο και η οδός Δ. Τσέλιου, είναι δρόμοι διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Η οδός Επιδαύρου έχει συνολικό πλάτος περί τα 7,5 μέτρα, η δε οδός Δ. Τσέλιου έχει συνολικό πλάτος περί τα 9 μέτρα ενώ στη συμβολή των οδών αυτών, που τέμνονται σε οξεία γωνία, απολήγουν περισσότεροι δρόμοι (Βιζύης, Παυσιλύπου, Μητρ.

Ευσταθίου) και δημιουργείται ένας ευρύτερος κόμβος, η παρουσία του οποίου υποχρεώνει τους χρήστες των οδών σε αυξημένη προσοχή για ασφαλή διέλευση από τον κόμβο. (βλ. την από 8-12- 2014 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που συνέταξε ο υπαρχιφύλακας Β. Γ. και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει σε συνδυασμό με τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες μη αμφισβητούμενης γνησιότητας φωτογραφίες).

Κατά τον παραπάνω χρόνο επικρατούσε δυνατή βροχόπτωση, ο τεχνητός φωτισμός ήταν ανεπαρκής, όπως ανεπαρκής ήταν και ο φυσικός φωτισμός καθώς σουρούπωνε και είχε συννεφιά, λαμβανομένου υπόψη ότι επίκειτο η δύση του ήλιου στις 17.05 μ.μ. και υφίστατο συννεφιά λόγω της βροχόπτωσης, με αποτέλεσμα οι συνθήκες φωτισμού και ορατότητας να είναι περιορισμένες.

Επίσης, το όριο ταχύτητας είναι αυτό των 50 χλμ/ώρα λόγω του κατοικημένου της περιοχής. Περαιτέρω, στη πορεία του ανωτέρω οδηγού επί της οδού Επιδαύρου και προ της διασταύρωσης με την οδό Δ Τσέλιου υφίστανται δύο συνεχόμενες ρυθμιστικές πινακίδες Ρ-2 SΤΟΡ, που υποχρέωναν τον ανωτέρω οδηγό σε διακοπή πορείας προς έλεγχο της εισόδου στον κόμβο.

Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας, που φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, ότι ο ανωτέρω οδηγός δεν συμμορφώθηκε με την ανωτέρω υποχρέωσή του και δη ότι δεν ακινητοποίησε ως όφειλε το όχημά του στην διασταύρωση των δύο οδών, δεν έλεγξε ως όφειλε, αν διασχίζουν την οδό, στην οποία σκόπευε να εισέλθει, πεζοί και εισήλθε στην διασταύρωση με ταχύτητα.

Ο επιμελεία της εξετασθείς μάρτυρας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιο Δικαστηρίου δεν γνωρίζει τις συνθήκες του ατυχήματος, καθώς έφθασε στο σημείο μετά το ατύχημα και δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας ούτε άλλωστε μνημονεύεται στην έκθεση αυτοψίας του επιδίκου ως τέτοιος, αντιθέτως σημειώνεται στην οικεία παράγραφο (7) ότι κατά την άφιξη του συντάξαντος την έκθεση στο σημείο, δεν βρέθηκε ούτε του υποδείχθηκε κάποιος αυτόπτης μάρτυρας.

Όταν ο εναγόμενος οδηγός εκκίνησε το όχημά του από το δεύτερο SΤΟΡ εισερχόμενος στην οδό Δ. Τσέλιου με ελάχιστη ταχύτητα και σε κλειστή στροφή, ξαφνικά και απρόσμενα από τα δεξιά της πορείας του οχήματος κατήλθε στο οδόστρωμα η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) πεζή, που βρίσκονταν στο πεζοδρόμιο της οδού Δ.

Τσέλιου σε απόσταση που εκτιμάται περί τα 4 μέτρα από το δεξί άκρο της οδού Επιδαύρου, επιχειρώντας βιαστικά λόγω της βροχόπτωσης και εκτός διαβάσεων πεζών να διασχίσει κάθετα την οδό Δ. Τσέλιου, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων και σε ελάχιστη απόσταση, από το εμπρόσθιο τμήμα του IΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος.

Ο τελευταίος πραγματοποίησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, πλην όμως δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση με την πεζή, η οποία επέπεσε στο δεξί εμπρόσθιο τμήμα του ΙΧΕ αυτοκινήτου και ακολούθως χάνοντας την ισορροπία της έπεσε στο οδόστρωμα και τραυματίστηκε στην αριστερή ΠΔΚ και το αριστερό γόνατο (...).

Το σημείο της σύγκρουσης δεν ήταν στο μέσο της οδού Δ. Τσέλιου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα αλλά πλησίον του δεξιού ως προς την πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου πεζοδρομίου της οδού Δ. Τσέλιου, όπως αποτυπώνεται τούτο στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι είχε διασχίσει το ρεύμα της οδού Δ Τσέλιου με κατεύθυνση προς την οδό Περραιβού και ήταν σταματημένη, αναμένοντας να διέλθει μια μοτοσικλέτα στο αντίθετο του ρεύματος που διέσχιζε, δεν κρίνεται πειστικός, λαμβανομένου υπόψη και του έτερου μη αληθούς ισχυρισμού της, ότι ο εναγόμενος οδηγός διενήργησε ανοικτά τη στροφή, οπότε σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν αναμενόμενη η εμπλοκή σε ατύχημα των οχημάτων αυτών καθώς το ΙΧΕ αυτοκίνητο θα ανέκοπτε την πορεία της μοτοσικλέτας και σε κάθε περίπτωση ο οδηγός αυτής θα είχε καταστεί αυτόπτης μάρτυρας του ένδικου ατυχήματος.

Είναι σαφές από το συνταχθέν από την Τροχαία σχεδιάγραμμα και από τα εκεί αναπαριστώμενα ευρήματα, ότι το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα πλησίον του δεξιού ως προς την πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου πεζοδρομίου της οδού Δ. Τσέλιου. Ούτε άλλωστε είναι αληθής ο αγωγικός ισχυρισμός ότι στο σημείο από το οποίο η ενάγουσα ξεκίνησε να διασχίζει την οδό Δήμου Τσέλιου ώστε να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο υπήρχε διάβαση πεζών με κατάλληλη σήμανση.

Τέτοια διάβαση πράγματι υφίσταται στην οδό Δήμου Τσέλιου αλλά όχι στο σημείο που η ενάγουσα επιχείρησε την είσοδό της στο οδόστρωμα αλλά 19 μέτρα μετά όπως εμφαίνεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας στην παράγραφο 10δ της οποίας, μνημονεύεται ρητά ότι "επί της οδού Δ. Τσέλιου 19 μ.

απόσταση από τη συμβολή της με την οδό Επιδαύρου υπάρχει διάβαση πεζών κατάλληλα σημασμένη με πληροφοριακή πινακίδα Π-21" . Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτια για τον ένδικο τραυματισμό της είναι η ίδια η ενάγουσα, καθώς αυτή δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις ως μέση συνετή πεζή και ειδικότερα, επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα της οδού Δ.

Τσέλιου από πολύ επικίνδυνο σημείο πλησίον της συμβολής της σε οξεία γωνία με την οδό Επιδαύρου στο οποίο δεν υπήρχε διάβαση πεζών [υπήρχε τέτοια σε απόσταση 19 μέτρων (...)] υπό συνθήκες ανεπαρκούς φωτισμού εν μέσω ισχυρής βροχόπτωσης, χωρίς να ελέγξει με προσοχή πριν κατέβει από το πεζοδρόμιο την κυκλοφορία των οχημάτων επί της οδού που επρόκειτο να διασχίσει κάθετα, ώστε να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί από τα δεξιά στην πορεία του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας …Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου αιφνιδιάζοντας τον οδηγό του, ο οποίος επιχείρησε ανεπιτυχή αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, πλην όμως δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση με την πεζή λόγω ελάχιστων τοπικών και χρονικών περιθωρίων. Η ίδια μολονότι μπορούσε να πραγματοποιήσει το εγχείρημά της με ασφάλεια από την ευρισκόμενη σε απόσταση 19 μέτρων διάβαση πεζών, αντιθέτως κατά παράβαση των οριζομένων στη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 ΚΟΚ εισήλθε ανέλεγκτα στο οδόστρωμα, με συνέπεια να πληγεί από το εμπρόσθιο δεξί τμήμα του ανωτέρω οχήματος και να πέσει βίαια στο οδόστρωμα με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της.

Αντίθετα, στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε υπαιτιότητα του οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ….Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου δεν αποδείχθηκαν. Ο ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος οδηγός δεν συμμορφώθηκε με τις υπάρχουσες στην πορεία του επί της οδού Επιδαύρου πινακίδες SΤΟΡ δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο καθώς η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού της σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος οδηγός έβαινε με αυξημένη ταχύτητα διενεργώντας ανοιχτή στροφή δεξιά.

Άλλωστε αν η ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε ήταν αυξημένη και μη προσαρμοσμένη στις συνθήκες που επικρατούσαν, θα είχε παρασύρει την ενάγουσα πεζή εκτινάσσοντάς την μακριά από το σημείο σύγκρουσης. Ο ίδιος διενήργησε αριστερό ελιγμό αποφυγής, ο οποίος ήταν αναποτελεσματικός λόγω μη ικανών περιθωρίων και περαιτέρω ο ίδιος κατά τον προ του ατυχήματος χρόνο δεν είχε τη δυνατότητα να προβλέψει την ανέλεγκτη και αιφνίδια κίνηση της πεζής από τα δεξιά της πορείας του όταν εισέρχονταν το όχημά του στην οδό Δ.

Τσέλιου από την οδό Επιδαύρου ούτε μπορούσε να εντοπίσει την παρουσία της πεζής στο πεζοδρόμιο και την κάθοδο της στο οδόστρωμα λόγω των προπεριγραφόμενων ειδικών συνθηκών (οξεία γωνία των οδών, ανεπαρκής φωτισμός, αιφνίδια είσοδος της πεζής). Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε έστω κάποιος ειδικός προσωπικός λόγος ώστε ο εναγόμενος οδηγός να βαίνει με αυξημένη ταχύτητα παραβιάζοντας τις πινακίδες ΣΤΟΠ επί της οδού Επιδαύρου, αντιθέτως κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ενάγουσα ήταν αυτή που είχε λόγο να επισπεύσει ως πεζή την κίνησή της στο οδόστρωμα λόγω της ισχυρής βροχόπτωσης σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν έφερε μαζί της ομπρέλα όπως, ο επιμελεία της εξετασθείς μάρτυρας κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 30/11/2017 (...) ...''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει, ομοίως, κατ'ουσία την αγωγή της. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 300 του ΑΚ και αυτές του άρθρου 38 παρ. 4 εδ.

α' και ε' του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999) και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, δεν στερείται νομίμου βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η έλλειψη συνυπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και εντεύθεν του τραυματισμού της πεζής αναιρεσείουσας και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος.

Ειδικότερα, το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας-πεζής και του επελθόντος αποτελέσματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτής, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού του με αριθμ.

κυκλοφορίας …. ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης και ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε η ως άνω πεζή σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλ.

ότι αυτή ενώ βρισκόταν στη περιοχή της Τούμπας στη Θεσσαλονίκη και στο πεζοδρόμιο της οδού Δ. Τσέλιου, σε απόσταση περί τα τέσσερα μέτρα από το δεξιό άκρο της οδού Επιδαύρου, επιχείρησε, βιαστικά λόγω της έντονης βροχόπτωσης και κινούμενη εκτός διαβάσεων πεζών, οι οποίες υπάρχουν σε απόσταση δέκα εννέα μέτρων, να διασχίσει κάθετα την οδό Δ.

Τσέλιου σε πολύ επικίνδυνο σημείο πλησίον της συμβολής της οδού αυτής με την οδό Επιδαύρου, όπου οι δύο οδοί σχηματίζουν οξεία γωνία, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της οδού και σε ελάχιστη απόσταση, από το εμπρόσθιο τμήμα του με αριθμ. κυκλοφορίας ….. ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε, με ελάχιστη ταχύτητα, ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος μόλις είχε κινήσει το όχημα εισερχόμενος στην οδό Δ.

Τσέλιου, μετά τη στάση του στην υπάρχουσα στην πορεία του επί της οδού Επιδαύρου δεύτερη ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής κυκλοφορίας Ρ-2 (STOP), με αποτέλεσμα να επιπέσει (η πεζή) στο δεξιό εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου και στη συνέχεια, χάνοντας την ισορροπία της να πέσει στο οδόστρωμα και να τραυματιστεί.

Ακόμη και σχετικά με την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας υπαιτιότητας (αμέλειας) του πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του με αριθμ. κυκλοφορίας … ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, διέλαβε ότι: α) ξεκίνησε το όχημα που οδηγούσε μετά από στάση στη δεύτερη ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής κυκλοφορίας Ρ-2 (STOP) που βρίσκεται επί της οδού Επιδαύρου, β) εισήλθε στην οδό Δ.

Τσέλιου με ελάχιστη ταχύτητα και σε κλειστή στροφή, γ) αιφνίδια και απρόσμενα από τα δεξιά της πορείας του και σε ελάχιστη απόσταση από το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου κατήλθε στο οδόστρωμα της οδού η αναιρεσείουσα πεζή και δ) πραγματοποίησε άμεσα αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά πλην όμως δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση λόγω ελάχιστων χρονικών και τοπικών περιθωρίων.

Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της παράθεσης ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως αυτή (αναιρεσείουσα) διατείνεται, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε (ότι): 1) εισήλθε ανέλεγκτα στο οδόστρωμα της οδού Δ.

Τσέλιου, 2) εισήλθε βιαστικά στο οδόστρωμα λόγω βροχόπτωσης χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων και σε ελάχιστη απόσταση από το εμπρόσθιο τμήμα του ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου και 3) ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός ξεκίνησε το όχημα που οδηγούσε από το δεύτερο STOP της οδού και εισήλθε με ελάχιστη ταχύτητα στην οδό Δ.

Τσέλιου, ούτε αναφέρει η προσβαλλόμενη από ποια ακριβώς απόσταση ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός αντιλήφθηκε αυτήν (αναιρεσείουσα) να διασχίζει την οδό και σε ποιο ακριβώς σημείο του οδοστρώματος βρισκόταν αυτή όταν κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο. Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε των προβαλλόμενων πλημμελειών της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα της ως άνω πεζής και συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Πέραν, βεβαίως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της, στη προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται αναλυτικά οι συνθήκες των οδών Δ. Τσέλιου και Επιδαύρου στη συμβολή των οποίων, όπου συνέβη το ένδικο ατύχημα, δημιουργείται οξεία γωνία, το πλάτος αυτών, οι καιρικές συνθήκες (ισχυρή βροχόπτωση, ανεπαρκής φωτισμός και περιορισμένη ορατότητα), η ξαφνική και χωρίς έλεγχο, από τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, είσοδος της αναιρεσείουσας, από το πεζοδρόμιο στο οδόστρωμα της οδού Δ.

Τσέλιου σε πολύ επικίνδυνο σημείο πλησίον της συμβολής της οδού αυτής σε οξεία γωνία με την οδό Επιδαύρου σε απόσταση περί τα τέσσερα μέτρα από το δεξιό άκρο της οδού Επιδαύρου και σε ελάχιστη απόσταση από το εμπρόσθιο τμήμα του επιβατηγού αυτοκινήτου, η ύπαρξη σε απόσταση δέκα εννέα μέτρων διάβασης πεζών την οποία αυτή δεν χρησιμοποίησε, την μη δυνατότητα, λόγω των ως άνω συνθηκών, του πρώτου αναιρεσίβλητου-οδηγού να προβλέψει την ανέλεγκτη και αιφνίδια κίνηση της πεζής κατά τη στιγμή που το όχημά του, μετά από την εκκίνηση από τη ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής κυκλοφορίας Ρ-2 (STOP) επί της οδού Επιδαύρου εισήλθε στην οδό Δ.

Τσέλιου, ενώ προσδιορίζεται το σημείο σύγκρουσης (πτώση της αναιρεσείουσας στο εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου) πλησίον του δεξιού σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου πεζοδρομίου της οδού Δ. Τσέλιου. Κατόπιν αυτών, οι (μοναδικοί) αναιρετικοί λόγοι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1α' και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου του ΑΚ και του ν. 2696/1999 [Κ.Ο.Κ.] με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.

Κατόπιν των παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των πρώτου και τρίτης των (παριστάμενων) αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Έξοδα σε βάρος της ηττώμενης αναιρεσείουσας και υπέρ της δεύτερης αναιρεσίβλητης δεν επιδικάζονται, διότι λόγω της ερημοδικίας αυτής, δεν υφίσταται το απαιτούμενο προς τούτο αίτημα (άρθρο 106 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 24-9-2021 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 2546/245/2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 980/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των πρώτου και τρίτης των (παριστάμενων) αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ