Legislator Case Law & Legislation
1233/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to defendant's default and rejects argument on employment dependency.

Case Number 1233/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court decision regarding employment dependency. The defendant company failed to appear at the hearing, leading the court to examine the case ex officio. The court rejected the appellant's arguments that the employment relationship was dependent, noting the company provided the premises and equipment without charge while the appellant paid rent separately.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: When a defendant fails to appear or participate in the appeal hearing, the Supreme Court examines the case ex officio and rejects appeal arguments based on evidentiary insufficiency if the lower court's reasoning is clear and factually sound.

Keywords

AI generated
appeal dismissal default judgment ex officio examination employment dependency labor law civil procedure legal representation

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1233 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1233/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Στριγάρη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…..Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "….." που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 469/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 252/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/3/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος, δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως. Αν αντιθέτως, η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε, κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί, παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 064569Γ'/18-10-2021 έκθεση επίδοσης, που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου Στέφανος Χρ. Κουτσούκος, με την παραπόδας αυτής από 18-10-2021 απόδειξη παράδοσης αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου στα χέρια του Αξιωματικού Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Τάξης Ρόδου, λόγω απουσίας του Προϊσταμένου αυτού και την από 18-10-2021 βεβαίωση του εν λόγω δικαστικού επιμελητή, περί ταχυδρομικής αποστολής αντιγράφου του θυροκολληθέντος δικογράφου, την οποία (έκθεση επίδοσης) επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 26-03-2021 αίτησης αναίρεσης της με αριθμό 252/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18-01-2022), επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτού (αναιρεσείοντος) νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " …….Α.Ε. " και με διακριτικό τίτλο " ……".

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο της 18-01-2022, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, η αναιρεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Με την κρινόμενη από 26-03-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 9/30-03-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 672/2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 252/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591, 614 αρ. 3 και 621 - 622 του ΚΠολΔ).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν η από 07-02-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 19/07-02-2020 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό 469/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 10-07-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 424/11-07-2018 αγωγή του ενάγοντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, με αντικείμενο τον χαρακτήρα της υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών και, συνακόλουθα, περί επιδίκασης επιδομάτων εορτών, αδείας και αποζημίωσης αδείας, καθώς και διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών του διαστήματος Φεβρουαρίου έως Ιουλίου του έτους 2018.

Στη συνέχεια, δε, κατά παραδοχή του σχετικού (δευτέρου) λόγου της έφεσης αυτής, εξαφανίστηκε στο σύνολό της η ως άνω εκκληθείσα απόφαση και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση, απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή, κατά τα αναφερόμενα στο ιστορικό κεφάλαια αυτής, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν ως προς το αίτημα περί επιδίκασης της διαφοράς μεταξύ της συμφωνηθείσας καθαρής μηνιαίας αντιμισθίας και της καταβαλλόμενης στον ενάγοντα για το διάστημα των μηνών Φεβρουαρίου έως και Ιουλίου του έτους 2018 και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων πενήντα (4.250,00) ευρώ.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της, κατά το νόμο, διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 30-03-2021 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης η οποία δημοσιεύθηκε στις 08-12-2020 (άρθρα 552 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 Εισ.Ν.Α.Κ.), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο, για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη, στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.

Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.

Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη, δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει, κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο, δε, με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη.

Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών, από εργαζόμενο επιστήμονα, που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχολήσεώς του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη, ως προς τον τρόπο και εν μέρει ως προς τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από την σύμβαση και την φύση των υπηρεσιών τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (Ολ.

Α.Π. 28/2005, Α.Π. 412/2019, Α.Π. 542/2014, Α.Π. 2102/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία ", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 1388/2019).

Ούτε εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008 Α.Π. 520/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: " Η εκκαλούσα - εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "……..Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "……" [ήδη αναιρεσίβλητη], που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα ίδρυσε στη Ρόδο Μονάδα Χρόνιας Αιμοκάθαρσης, με δυνατότητα εξυπηρέτησης συνολικά είκοσι δύο (22) ασθενών, η οποία λειτούργησε έως τα μέσα περίπου του έτους 2018, διεπόμενη από τις διατάξεις του π.δ. 225/2000.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του εν λόγω π.δ/τος "η Μονάδα Χρόνιας Αιμοκάθαρσης (Μ.Χ.Α.) λειτουργεί με την ευθύνη γιατρού νεφρολόγου, ο οποίος έχει τουλάχιστον πενταετή άσκηση της ειδικότητας και ισόχρονη εμπειρία στην αιμοκάθαρση. Κατά την διάρκεια της βάρδιας - χρήσης μηχανημάτων, είναι υποχρεωτική η παρουσία γιατρού - νεφρολόγου.

Η αντιστοιχία νεφρολόγων - ασθενών (πλην υπεύθυνου), θα πρέπει να είναι ένας νεφρολόγος για κάθε σαράντα (40) ασθενείς, με minimum όριο δύο γιατροί ανά Μονάδα". Δυνάμει της από 19-3-2011 έγγραφης σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, όπως τιτλοφορείτο, η εναγομένη ανέθεσε στον ενάγοντα [ήδη αναιρεσείοντα], ιατρό νεφρολόγο, από 1-4-2011 τα καθήκοντα του υπεύθυνου λειτουργίας της Μ.Χ.Α., έναντι καθαρής μηνιαίας αμοιβής, για το διάστημα από 1-4-2011 έως 31-10-2011 ποσού 8.000 ευρώ, μετά από αφαίρεση ποσοστού 20% του φόρου που παρακρατείτο και αποδίδετο από την εργοδότρια στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., ενώ από 1-11-2011 το ποσό της καθαρής αμοιβής του ενάγοντος καθορίστηκε στο ποσό των 4.800 ευρώ, καταβαλλομένου με αντίστοιχη έκδοση από τον ενάγοντα απόδειξης παροχής υπηρεσιών.

Για κάθε δε επόμενο έτος ορίστηκε ότι το ύψος της αμοιβής του ενάγοντος θα καθοριζόταν με απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης. Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε αορίστου χρόνου, ενώ τόπος παροχής των υπηρεσιών του ενάγοντος ήταν οι εγκαταστάσεις της Μ.Χ.Α., επί του 5ου χιλ. Λεωφόρου Ρόδου - Καλλιθέας, όπου ο ενάγων όφειλε να παρίσταται κατά την διάρκεια της λειτουργίας της.

Ορίστηκε ακόμα πως ο ενάγων δύναται να απουσιάσει, κατόπιν προηγούμενης συνεννόησης με την εργοδότρια για διάστημα ετησίως, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τον χρόνο που αντιστοιχεί σε αυτόν της κανονικής άδειας μισθωτού, σε περίπτωση δε τέτοιας απουσίας του, εφόσον μεριμνήσει ο ίδιος για την αναπλήρωσή του, οφείλει να ενημερώσει τη Διοίκηση της εργοδότριάς του έναν τουλάχιστον μήνα πριν από την απουσία του, άλλως να ενημερώσει τη Διοίκηση τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από την προγραμματισμένη απουσία του, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ο ιατρός που θα τον αναπληρώνει θα είναι της απολύτου επιλογής της εργοδότριας.

Ο ενάγων υποχρεούτο να συμμετέχει στα υποχρεωτικά εκπαιδευτικά σεμινάρια και ημερίδες που θα διοργάνωνε η εργοδότρια. Ρητώς, τέλος, συμφωνήθηκε πως η εναγόμενη θα επιβαρυνόταν για τρεις μήνες από την υπογραφή της σύμβασης, με την καταβολή του μηνιαίου μισθώματος του ιατρείου που μίσθωνε ο ενάγων στη Ρόδο, όπου δεχόταν τους δικούς του ασθενείς, το οποίο θα λειτουργούσε τρεις φορές την εβδομάδα, επί τρεις ώρες για κάθε μία εκ των ως άνω ημερών.

Η σύμβαση αυτή ακολούθως αναπροσαρμόστηκε μόνο ως προς το ύψος της καταβαλλόμενης στον ενάγοντα αμοιβής. Ειδικότερα, με τις από 2-1-2014, 6-3-2015 και 14-12-2015 συμβάσεις η καθαρή μηνιαία αμοιβή του ενάγοντος, μετ' αφαίρεση του ποσοστού του φόρου μειώθηκε στο ποσό των 4.560 ευρώ για τα έτη 2014, 2015 και 2016 αντιστοίχως, με την από 31-10-2016 σύμβαση ορίστηκε στο ποσό των 4.060 ευρώ για το έτος 2017 και στο ποσό των 3.560 ευρώ από 1-1-2018 ενώ, τέλος, με την από 31-10-2017 σύμβαση επανακαθορίστηκε στο ποσό των 4.060 ευρώ για το έτος 2018.

Ο ενάγων παρείχε τις ιατρικές του υπηρεσίες στους ασθενείς της εναγομένης και στις άνω εγκαταστάσεις αυτής, ως υπεύθυνος λειτουργίας της Μονάδας από την 1-4-2011 έως τη διακοπή της λειτουργίας της, τον Αύγουστο του 2018 με αρμοδιότητες τη γενική επίβλεψη της διαδικασίας της αιμοκάθαρσης, την αντιμετώπιση τυχόν επιπλοκών, την εξέταση των ασθενών της Μονάδας και τη χορήγηση φαρμάκων σε αυτούς.

Εκτός από τον ενάγοντα, υπήρχε και δεύτερος νεφρολόγος στην Μ.Χ.Α. μέχρι τον Ιούλιο του 2017, και συγκεκριμένα ο Γ. Κ. μέχρι την 10-10-2011 και ο Άγγελος Ζερβός από 11-10-2011 έως 17-7-2017, ενώ την 1-5-2018 η εναγόμενη συνήψε σύμβαση με την νεφρολόγο Π. Ν.. Με την από 28-8-2018 εξώδικη δήλωσή της, η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση του ενάγοντος, επικαλούμενη ως σπουδαίο λόγο, κυρίως, το ότι ο ενάγων με τη συμπεριφορά του είχε προκαλέσει την παραίτηση της έτερης νεφρολόγου ιατρού Π.

Ν., γεγονός που είχε ως συνέπεια την αναστολή της λειτουργίας της Μονάδας, λόγω ελλιπούς στελέχωσής της. Κατά το διάστημα που ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, η Μονάδα λειτουργούσε καθημερινά κατά την χειμερινή περίοδο από Δευτέρα έως Σάββατο, από ώρα 07.00'έως 14.00'και κατά τη θερινή περίοδο, από ώρα 07.00' έως 17.00' ή και περισσότερο ανάλογα με τις ανάγκες της κλινικής (σχετ.

η ένορκη βεβαίωση του Ά. Ζ.). Κατά τη διάρκεια που πραγματοποιείτο αιμοκάθαρση ήταν υποχρεωτική, εκ του νόμου, η παρουσία ενός εκ των δύο ιατρών νεφρολόγων. Όπως προκύπτει από τις ένορκες βεβαιώσεις των Θ. Ν. Α. και Λ. Ε. Μ. του Γ., που εργάζονταν ως διευθυντής της κλινικής και γραμματέας στην υποδοχή αντίστοιχα, ο ενάγων έως την 17-7-2017 καθόριζε το ημερήσιο ωράριο παροχής των υπηρεσιών του, σε συνεννόηση με τον έτερο νεφρολόγο της Μονάδας.

Η Διοίκηση της εναγομένης δεν απαιτούσε, με απειλή κυρώσεων, τη φυσική παρουσία του ενάγοντος, καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας της Μονάδας. Άλλωστε, ο ενάγων δεν υπέγραφε στο βιβλίο παρουσιών, όπως έπραττε το νοσηλευτικό και διοικητικό προσωπικό. Η μοναδική προϋπόθεση, που έθετε η Διοίκηση της εναγομένης, ήταν η παρουσία ενός εκ των δύο νεφρολόγων ιατρών, κατά τη διάρκεια των αιμοκαθάρσεων.

Στα πλαίσια αυτά ο ενάγων, μαζί με τον έτερο νεφρολόγο της Μονάδας, είχαν τη δυνατότητα να διαμορφώνουν αυτοβούλως το πρόγραμμά τους και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών τους, χωρίς να απαιτείται σχετική έγκριση της Διοίκησης της εναγομένης. Μόνη υποχρέωση του ενάγοντος ήταν η γνωστοποίηση στην εναγόμενη των χρονικών διαστημάτων που θα απουσίαζε, ώστε να μην συμπέσει η απουσία του με την απουσία και του έτερου νεφρολόγου της Μονάδας.

Για το λόγο αυτό, άλλωστε, οι αποδοχές του ενάγοντος δεν καθορίστηκαν σε συνάρτηση με την τήρηση συγκεκριμένου ωραρίου εργασίας, ενώ ουδέποτε ο ενάγων ζήτησε επιπλέον αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση ή εργασία κατά τις αργίες. Αποδείχθηκε ακόμα ότι, κατά την παροχή των πιο πάνω υπηρεσιών του, ο ενάγων δεν εργαζόταν υπό την επίβλεψη και τον έλεγχο ή την καθοδήγηση των εκπροσώπων της εκκαλούσας και ειδικότερα δεν ακολουθούσε δεσμευτικές γι' αυτόν οδηγίες και εντολές, ως προς τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του, αφού λόγω των ειδικών επιστημονικών του γνώσεων, ενεργούσε μόνος του και αυτοβούλως, απολαμβάνοντας πλήρη ελευθερία, ως προς τον τρόπο διαχείρισης και θεραπείας των ασθενών της Μονάδας.

Άλλωστε, ο Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης Ζ. Μ. Μ., είναι γάλλος υπήκοος, κάτοικος εξωτερικού, ιατρός με ειδίκευση στην ουρολογική χειρουργική και το μεγαλύτερο διάστημα απουσίαζε από την Ελλάδα. Ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του εφεσιβλήτου - ενάγοντος δεν αποδείχθηκε βάσιμος, αφού οι μόνες παρεμβάσεις της εναγομένης εξαντλούνταν στην αντικατάσταση κάποιων φαρμάκων, με άλλα ισοδύναμα, που ήταν πιο οικονομικά και στην παρουσία ενός εκ των δύο νεφρολόγων στην ετήσια εκδήλωση, που οργάνωνε για την παγκόσμια ημέρα νεφρού (σχετ.

η κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης Ε. Κ., προϊσταμένης νοσηλεύτριας στην Μονάδα το διάστημα από 2013-2018, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα ηλεκτρονική αλληλογραφία του με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης). Όπως ήδη εκτέθηκε, η παροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος λάμβανε χώρα αποκλειστικά στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, ενόψει της φύσης της παρεχόμενης από αυτόν υπηρεσίας, η οποία δεν ήταν δυνατόν να παρασχεθεί παρά μόνο στο συγκεκριμένο χώρο, που ήταν προορισμένος για την παροχή των συγκεκριμένων ιατρικών φροντίδων με τα αναγκαία ιατρικά μηχανήματα και υλικά, τη χρήση των οποίων παρείχε η εναγόμενη και όπου προσέφερε την εργασία του το παραϊατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό της εναγομένης.

Για διάστημα τριών μηνών, μετά την έναρξη της σύμβασής του, εξακολούθησε να δέχεται τους προσωπικούς του ασθενείς στο ιατρείο, που διατηρούσε στη Ρόδο, με την καταβολή του μισθώματος του οποίου επιβαρύνθηκε η εναγόμενη, δυνάμει ρητού όρου της μεταξύ τους σύμβασης, ενώ ακολούθως δεχόταν τους προσωπικούς του ασθενείς σε γραφείο, που του είχε παραχωρήσει χωρίς αντάλλαγμα η εναγόμενη, εντός των εγκαταστάσεων της ως άνω Μονάδας, χωρίς οι ασθενείς αυτοί, οι οποίοι δεν ήταν αιμοκαθαιρόμενοι, να καταβάλουν αμοιβή στην εναγόμενη, όπως κατέθεσε και η ως άνω μάρτυρας απόδειξης Ε.

Κ., ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Εξάλλου, ο ενάγων κατά τη λήψη των αποδοχών του, χορηγούσε, σύμφωνα με την προαναφερόμενη σύμβαση, στην εναγομένη τιμολόγια παροχής υπηρεσιών. Υπό τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, η μεταξύ των διαδίκων σχέση είχε το χαρακτήρα της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών, χωρίς περί του χαρακτηρισμού τούτου να υφίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., αφού δεν υπάρχει οποιοδήποτε κενό ή αμφιβολία στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, ούτε υφίσταται θέμα διάγνωσης της αληθινής βούλησης των συμβληθέντων μερών.

Επομένως, δεν χωρεί εν προκειμένω εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και τα αγωγικά αιτήματα περί καταβολής επιδομάτων εορτών, αδείας και αποζημίωσης αδείας, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα Έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας πως η έννομη σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με την εναγόμενη ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι αυτή της σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και επεδίκασε για επιδόματα εορτών και αδείας και αποζημίωση αδείας των ετών 2013-2018, αφού απέρριψε ως παραγεγραμμένες τις αξιώσεις των ετών 2011 και 2012, το ποσό των 70.975,79 ευρώ [...] ".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων δεν τελούσε υπό την εξάρτηση της εναγομένης και ότι η έννομη σχέση που τους συνέδεε ήταν αυτή της συμβάσεως ανεξάρτητων υπηρεσιών. Μετά ταύτα δε κατέληξε ότι δεν εφαρμόζονται στην πιο πάνω σύμβαση οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και, συνακόλουθα, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα αγωγικά αιτήματα περί καταβολής επιδομάτων εορτών, αδείας και αποζημίωσης αδείας, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της ένδικης έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμου.

Με την κρίση του αυτή και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και 6 του Ν. 765/1943, αφού πράγματι, υπό τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, η μεταξύ των διαδίκων σχέση είχε τον χαρακτήρα της συμβάσεως ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Επιπλέον οι επιμέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δηλαδή με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τα περιθώρια "πρωτοβουλιών ", που αναλάμβανε, κατά την εκτέλεση της επίδικης σύμβασης, λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη φύση της επιστημονικής εργασίας του, δεν έφθαναν ποτέ μέχρι την κατάλυση της υποχρέωσης υπακοής του στην εργοδότριά του εταιρεία, πλήττουν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλομένης απόφασης και, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ενώ κατά το μέρος που ο αναιρεσείων προβάλει ότι με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδειχθέντα, προκύπτει ότι παρείχε τις υπηρεσίες του στην αναιρεσίβλητη, υπό συνθήκες ετοιμότητας προς παροχή εργασίας (γνήσιας και, σε κάθε περίπτωση, απλής), ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν τέθηκε προς κρίση με την ένδικη αγωγή.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, με το ως άνω σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο το Εφετείο συνήγαγε, εκτός άλλων και από τα πραγματικά επιχειρήματα που παραθέτει, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, ήτοι ότι επρόκειτο για σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Οι επικαλούμενες, εκ μέρους του αναιρεσείοντος πλημμέλειες, με τις οποίες αυτός επιχειρεί να θεμελιώσει τον, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, ανάγονται, ως εκ του περιεχομένου τους, σε ελλείψεις σχετικές με την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, παρόλο που αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παραλλήλως πλήττουν τα πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο προτεινόμενος λόγος αναίρεσης για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.

Ειδικότερα, δεν αρκεί, στην συγκεκριμένη περίπτωση, για τον χαρακτηρισμό της εργασίας του ως εξαρτημένης, το γεγονός ότι τόπος παροχής των υπηρεσιών του ορίστηκαν αποκλειστικά οι εγκαταστάσεις της αναιρεσίβλητης, καθόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: "... η παροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος λάμβανε χώρα αποκλειστικά στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, ενόψει της φύσης της παρεχόμενης από αυτόν υπηρεσίας, η οποία δεν ήταν δυνατόν να παρασχεθεί παρά μόνο στο συγκεκριμένο χώρο, που ήταν προορισμένος για την παροχή των συγκεκριμένων ιατρικών φροντίδων, με τα αναγκαία ιατρικά μηχανήματα και υλικά, τη χρήση των οποίων παρείχε η εναγόμενη και όπου προσέφερε την εργασία του το παραϊατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό της εναγομένης ...", όταν μάλιστα η τελευταία, όπως ειδικότερα διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε αναλάβει να καταβάλει, για χρονικό διάστημα τριών μηνών, το μηνιαίο μίσθωμα του ιατρείου που αυτός μίσθωνε στην πόλη της Ρόδου, ακολούθως δε δεχόταν τους προσωπικούς του ασθενείς σε γραφείο που του είχε παραχωρήσει αυτή (αναιρεσίβλητη), άνευ ανταλλάγματος, εντός των εγκαταστάσεων της Μονάδας.

Επίσης, δεν συνιστά αποκλειστικό και ασφαλές κριτήριο της ύπαρξης εξάρτησης, το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη καθόριζε το πρόγραμμα των αιμοκαθάρσεων των ασθενών και τις βάρδιες χρήσης και λειτουργίας των μηχανημάτων της, καθώς και τον χρόνο απουσίας του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια της άδειάς του, ενόψει της φύσης των παρεχομένων ιατρικών υπηρεσιών.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της. Ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων εις βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος δεν τίθεται στην ένδικη υπόθεση διότι η αναιρεσίβλητη, λόγω της ερημοδικίας της, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και, ως εκ τούτου, δεν υπέβαλε αίτημα καταδίκης του αναιρεσείοντος στην πληρωμή δικαστικών εξόδων (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), ούτε, άλλωστε, υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-03-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 9/30-03-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 672/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 252/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ