Legislator Case Law & Legislation
1233/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal on statute of limitations defense not raised in lower court proceedings.

Case Number 1233/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a First Instance Court judgment regarding a claim for unjust enrichment. The appellant argued that the statute of limitations was interrupted, a defense the lower court failed to consider as an independent plea. The court ruled that since interruption of the limitation period constitutes a distinct defense, the lower court's failure to examine it constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 261 of the Civil Code; Article 562 of the Code of Civil Procedure: A plea for the interruption of the statute of limitations constitutes an independent defense; its omission by the court of first instance constitutes a procedural error allowing the appeal.

Keywords

AI generated
statute of limitations interruption of limitation independent defense procedural error unjust enrichment code of civil procedure appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 261 of the Civil Code
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Municipalities and Communities Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1233 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1233/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: τελούσας σε εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΤΡΙΠΟΛΗΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ", που εδρεύει στην Τρίπολη Αρκαδίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Δρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3051/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, 37/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως και 331/2016 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-1-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 261 ΑΚ παρ. 1 και 3, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013 "1. Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης 3.Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση".

Στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, προβλέπεται ταυτοχρόνως διακοπή και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής, μέχρι το χρονικό σημείο εκδόσεως τελεσίδικης αποφάσεως ή περατώσεως της δίκης με άλλο τρόπο. Ο ισχυρισμός για τη διακοπή της εν λόγω παραγραφής αποτελεί αντένσταση κατά της τελευταίας, προτεινομένη από το δικαιούχο της αξιώσεως (ΑΠ 147/2008).

Από τις ανωτέρω ρυθμίσεις παρέπεται ότι επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως από το διάδικο, του οποίου η αξίωση κρίθηκε πρωτοδίκως παραγεγραμμένη, να επικαλεσθεί ως λόγο εφέσεως την εσφαλμένη αποδοχή της ενστάσεως παραγραφής, εφ' όσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του νέου άρθρου 261 ΑΚ (ΑΠ 148/2017). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ' όψη το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μία από τις σ` αυτή αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός μόνον εφ' όσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 43/1990), ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 15/2000).

Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να δύναται να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1114/2018), εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ.

α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή ( ΑΠ 1289/2017).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, οι πλημμέλειες ότι, το μεν δέχθηκε την παραγραφή χωρίς να λάβει υπ' όψη αυτεπαγγέλτως την αντένσταση περί αναστολής, το δε δεν έλαβε υπ' όψη την προταθείσα από την εκκαλούσα -αναιρεσείουσα αντένσταση αναστολής της παραγραφής. Με βάση τα προεκτεθέντα, ο ανωτέρω λόγος, ως προς μεν το πρώτο τμήμα του τυγχάνει μη νόμιμος, εφ' όσον ο ισχυρισμός περί διακοπής ή αναστολής της παραγραφής δεν λαμβάνεται υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ως προς δε το δεύτερο τμήμα του, προτεινόμενος το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, προβάλλεται απαραδέκτως, εφ όσον από την επισκόπηση του δικογράφου της από 28-7-2014 εφέσεως της αναιρεσείουσας προκύπτει, ότι ο ως άνω ισχυρισμός( περί αναστολής, κατ' εφαρμογήν ου δευτέρου εδαφίου της πρώτης παραγράφου του άρθρου 261 ΑΚ), δεν προεβλήθη ενώπιον του Εφετείου από την αναιρεσείουσα.

Ο ν. 2362/1995 " περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών ...",ο οποίος άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο 119 αυτού, από 1.1.1996, ορίζει, ως προς την παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, επαναλαμβάνοντας κατ' αρχήν παρόμοιες ρυθμίσεις, που περιείχε ο ν.δ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", στο άρθρο 90 παρ.1: "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής", στο άρθρο 91: "Η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής....." στο άρθρο 92: "Οι περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 του Αστικού Κώδικα, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, εφαρμόζονται και επί απαιτήσεων κατά του Δημοσίου....." στο άρθρο 93: "Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο :

α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ..., οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ... β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.

Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δεύτερης αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή, γ...." και στο άρθρο 94 εδάφιο δ' ότι: "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια". Από τις ως άνω διατάξεις του ν.2362/1995, - που εφαρμόζονται αναλόγως και στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 παρ.1 του ν.δ.496/1974, 3 του ν.31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ.410/1995 και ισχύσαντος μέχρι 31-12-2006 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρίσιμου εδώ χρόνου), εφ' όσον οι προς αυτούς προστατευτικές διατάξεις δεν είναι ευνοϊκότερες - προκύπτει ότι παραγράφεται υπέρ του Δημοσίου ή των ΟΤΑ, κάθε ενοχικό χρέος τούτων μετά παρέλευση πέντε ετών αφότου γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι νομικώς δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ, ο οποίος έχει γενική εφαρμογή, ανεξάρτητα από το χρόνο, κατά τον οποίο, αν πρόκειται για αξίωση από αδικοπραξία, αυτός που ζημιώθηκε έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου.

Οι ανωτέρω ρυθμίσεις, που εισάγονται με τις προαναφερόμενες διατάξεις, είναι ειδικές ως προς την παραγραφή των ενοχικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου ή των ΟΤΑ, (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και εκείνες που πηγάζουν από αδικοπραξία), με βάση τις οποίες, είτε πρόκειται γι' αυτές του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995, είτε γι' αυτές του άρθρου 91 παρ. 1 του Ν.

δ/τος 321/1969, σε καμία περίπτωση ο χρόνος παραγραφής, κατά τη νομοθετική βούληση που εκφράσθηκε σαφώς, δεν ηδύνατο να υπερβαίνει την πενταετία (με αφετηρία το προαναφερθέν χρονικό σημείο), ενώ ο χρόνος αυτός θα κινδύνευε να επεκταθεί σε εικοσαετία, αν η αφετηρία μετακινείτο στο χρόνο γνώσεως από τον παθόντα της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου, όπως ορίζει το άρθρο 937 ΑΚ (ΟλΑΠ 33/1988).

Η δε καθιέρωση της πενταετούς παραγραφής δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, των άρθρων 4§1,2§1,20§1, 25§1 του Συντάγματος, 6, 13, και 14 της ΕΣΔΑ και 2§3 α, β, 14, 26 του ν. 2462/1997 (Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΑΠ 1310/2009). Τέλος, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 2362/1995, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 261 του ΑΚ, 106 και 262 του ΚΠολΔ, συνάγεται σαφώς, ότι η παραγραφή αξιώσεως κατά του Δημοσίου ή των ΟΤΑ λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους αναφερόμενους στο άνω άρθρο 93 του Ν. 2362/1995 τρόπους, μεταξύ των οποίων και η υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή και δεν δύναται να λάβει υπ' όψη αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΟλΑΠ 11/2003, ΑΠ 666/2018).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, οι εξής πλημμέλειες: ότι το μεν εσφαλμένως εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 90, 91 και 94 του ν. 2362/1995, καθ' όσον καταστρατηγούν την απαίτηση για ισότητα των όπλων των διαδίκων, εντεύθεν αντιβαίνουν στα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 του Συντάγματος 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το δε έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δη έλαβε αυτεπαγγέλτως υπ' όψη την ένσταση της πενταετούς παραγραφής. Ο ανωτέρω λόγος, ως προς αμφότερα τα ως άνω τμήματά του τυγχάνει μη νόμιμος, εφ' όσον, συμφώνως προς τα προεκτεθέντα στη μείζονα πρόταση, η καθιέρωση της πενταετούς παραγραφής για τους ΟΤΑ δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 εδ. β' του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης οι αυτοτελείς, παραδεκτοί, ορισμένοι, νόμιμοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση( ΑΠ 841/2017). "Πράγμα", κατά την έννοια της ρηθείσης διατάξεως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (ΟλΑΠ 3/2008). Για την ίδρυση δηλαδή του αντιστοίχου λόγου πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 1029/2018).

Εν προκειμένω, με το τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.8 αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν, και δη τον προβληθέντα με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς του ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι η παραγραφή της ένδικης αξίωσής, που άρχισε την 1-1-2004, ουδέποτε συμπληρώθηκε, δεδομένου ότι διακόπηκε αρχικά μεν με την επίδοση της ένδικης αγωγής στο αναιρεσίβλητο, που έλαβε χώρα την 7-4-2006, στη συνέχεια δε με όλες τις αναφερόμενες στο οικείο δικόγραφο διαδικαστικές πράξεις. Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 28-7-2014 εφέσεως της νυν αναιρεσείουσας προκύπτει ότι σε αυτήν διαλαμβάνονται τα εξής: "...

ΙΙ.2. ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ. Ένσταση και Διακοπή παραγραφής... Κυρίως, η εκκαλουμένη εξετάζει την παραγραφή της απαιτήσεως μας, παραβιάζοντας ευθεία τις διατάξεις του νόμου που προβλέπουν ρητά τις περιπτώσεις διακοπής της παραγραφής. Στην υπό κρίση περίπτωση, η εκκαλουμένη παρακάμπτει και δεν λαμβάνει υπ' όψη της την άσκηση της αγωγής, τις αναβολές της συζήτησης, την παραπεμπτική απόφαση, την κοινοποίησή της, την κλήση και προσδιορισμό στο από παραπομπή αρμόδιο δικαστήριο, την αναβολή και συζήτησή της στο ακροατήριο, διαδικαστικές πράξεις που διακόπτουν την παραγραφή, και είναι αδιαμφισβήτητη η διακοπή της παραγραφής με την από 22/2/2006 αγωγή μου στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η οποία κατατέθηκε την 13.3.2006 και κοινοποιήθηκε νόμιμα στους αντιδίκους στις 7.4.2006, ώστε με δεδομένο ότι η έναρξη του χρόνου της ... εξετασθείσας παραγραφής είναι και κατά την εκκαλουμένη η 1.1.2004, ουδέποτε, ούτε αρχικά, ούτε εν επιδικία, δεν συμπληρώθηκε πενταετία χωρίς να μεσολαβήσει κάποια δικαστική πράξη και άρα ουδέποτε συμπληρώθηκε ο χρόνος παραγραφής... Ούτε βέβαια ερείδεται σε δικονομικό ή άλλο κανόνα δικαίου,.. η απόπειρα επιχειρηματολόγησης της εκκαλουμένης, ότι ... η ενάγουσα, δεν προέβαλε με τις προτάσεις της, κατ' αντένσταση, οποιοδήποτε διακοπτικό της παραγραφής περιστατικό...

αφού... κάθε ξεχωριστός λόγος διακοπής της ίδιας παραγραφής αποτελεί και αυτοτελή αντένσταση για διακοπή της παραγραφής αυτής... πρέπει να εξαφανισθεί η με αριθ. 37/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως και να γίνει δεκτή καθ' όλο το αιτητικό της η από 22.2.2006 αγωγή μου...". Εξ άλλου, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ως προς το ερευνώμενο θέμα διέλαβε τα εξής: ''...

Αποδείχθηκε όμως ότι ενώ η ανωτέρω σύμβαση παρά την ακυρότητά της εκτελέστηκε καθιστώντας τον εναγόμενο Δήμο, χωρίς νόμιμη αιτία, αδικαιολόγητα πλουσιότερο κατά το ποσό των 28.500 ευρώ, σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας εταιρείας, η απαίτηση της τελευταίας στηριζόμενη στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή, (αρχομένη από 1.1.2004 ), η οποία λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, ενώ δεν προβλήθηκε από την ενάγουσα ισχυρισμός περί διακοπής αυτής, αφού η αυτεπάγγελτη κατά το άρθρο 94 εδ 4 του ν. 2362/1995, λήψη από το δικαστήριο της παραγραφής των κατά του Δημοσίου ή των Ο.Τ.Α.

αξιώσεων, δεν ισχύει για την διακοπή της παραγραφής, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού λόγου έφεσης της ενάγουσας- εκκαλούσας....'' Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπ' όψη τον διαλαμβανόμενο στην έφεση αυτοτελή λόγο (93 περ. α' του ν.2362/1995) περί διακοπής της παραγραφής, ο οποίος, ως πραγματικός ισχυρισμός, αποτελεί αντένσταση, εντεύθεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο ως άνω τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του υπ' αυτού κατατεθέντος παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα τού αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 183 και 176,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3463/2006, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 331/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ (και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου)

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ