1233/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1-3 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004, 1061/2010), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).
Legislator headnote
AI generated1233/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίγραφο της κλήσης αυτής επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τα άρθρ. 122§1, 123, 128§4, 230, 498§§1&3, 568§4 ΚΠολΔ στην αναιρεσείουσα (βλ. την υπ' αριθ. 348 Γ'/31.1.2014 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ...), καλούμενη να παραστεί στη συζήτηση της υπόθεσης κατά την παραπάνω δικάσιμο της 7.4.2014.
Full text
Απόφαση 1233 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1233/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. πρώην συζ. Γ. Τ., το γένος Β. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μαχαίρα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14 Μαΐου 2008 και 3 Μαρτίου 2009 αντίστοιχες αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4262/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 608/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 25 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 2047/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της και η υπόθεση επανήλθε σε νέα συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο της 7-4-2014, με την από 8 Ιανουαρίου 2014 κλήση του αναιρεσιβλήτου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 22 Αυγούστου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1-3 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004, 1061/2010), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ότι με την υπ' αριθ. 2047/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 608/2012 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς κηρύχθηκε απαράδεκτη κατά την αρχική δικάσιμο της 16.9.2013 και η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 7.4.2014 δυνάμει της από 8.1.2014 κλήσης του αναιρεσιβλήτου.
Αντίγραφο της κλήσης αυτής επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τα άρθρ. 122§1, 123, 128§4, 230, 498§§1&3, 568§4 ΚΠολΔ στην αναιρεσείουσα (βλ. την υπ' αριθ. 348 Γ'/31.1.2014 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ...), καλούμενη να παραστεί στη συζήτηση της υπόθεσης κατά την παραπάνω δικάσιμο της 7.4.2014.
Όμως αυτή δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα. 2.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών (άρθρ. 592 - 613 ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 608/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20.11.2010 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 4262/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά το μέρος που η απόφαση αυτή απέρριψε προηγουμένως ως μη νόμιμη την σωρευόμενη στο δικόγραφο της από 3.3.2009 ένδικης αγωγής της αξίωσή της για επιδίκαση νομιμοτόκως σ' αυτή χρηματικής ικανοποίησης 70.000 ευρώ λόγω της επικαλούμενης ηθικής βλάβης της, που υπαίτια προκάλεσε σ' αυτή ο αναιρεσίβλητος σύζυγός της με την προσβλητική για την προσωπικότητά της και κλονιστική για την έγγαμη σχέση τους συμπεριφορά του.
Με την ίδια πρωτόδικη απόφαση έγινε κατά τα λοιπά δεκτή η αυτή αγωγή της αναιρεσείουσας ως προς την αξίωσή της για λύση του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο σύζυγό της, ενώ απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η από 14.5.2008 αγωγή διαζυγίου, που άσκησε κατ' αυτής ο αναιρεσίβλητος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το μοναδικό λόγο της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
3. Με το άρθρ. 16 του ν. 1329/1983 καταργήθηκε, μεταξύ άλλων, και η διάταξη του άρθρ. 1453 ΑΚ, που όριζε ότι εάν το γεγονός, που αποτέλεσε το λόγο του διαζυγίου, συντελέστηκε υπό περιστάσεις τέτοιες που επήλθε βαριά προσβολή στο πρόσωπο του αναίτιου συζύγου, μπορεί το δικαστήριο με την απόφασή του για το διαζύγιο να υποχρεώσει τον μόνον υπαίτιο του διαζυγίου σύζυγο να καταβάλει στον αναίτιο χρηματικό ποσό λόγω ηθικής βλάβης.
Ωστόσο η κατάργηση της ως άνω διάταξης και η έλλειψη έκτοτε όμοιας διάταξης δεν αποκλείει την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για συζυγικά παραπτώματα, εφόσον συντρέχει κατά το άρθρ. 299 ΑΚ νόμιμη περίπτωση κατά τις διατάξεις των άρθρ. 57, 59 και 932 του ίδιου Κώδικα, που συμβαίνει όταν τα παραπτώματα αυτά, οφειλόμενα σε υπαιτιότητα του ενός των συζύγων και αυτοτελώς κρινόμενα, δηλαδή ανεξάρτητα από τη συζυγική σχέση, είναι πρόσφορα και ικανά να προκαλέσουν προσβολή της προσωπικότητας του άλλου συζύγου ή γενικότερα συνιστούν σε βάρος του αδικοπραξία (ΑΠ 29/1999, 566/2003,686/2004, 1444/2008).
Έτσι δεν αρκεί για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης η οποιαδήποτε κλονιστική του γάμου αντισυζυγική συμπεριφορά και η ψυχική δοκιμασία που αναπόφευκτα αυτή προκαλεί, εφόσον κατά τα λοιπά δεν συνιστά και αυτοτελώς προσβολή της προσωπικότητας του άλλου συζύγου. Με την έννοια συνεπώς αυτή δεν επιφέρουν προσβολή της προσωπικότητας οι παραβάσεις των υποχρεώσεων συνοίκησης, συμπαράστασης και επίδειξης του επιβαλλόμενου ενδιαφέροντος από τον ένα σύζυγο για τον άλλο ή ακόμα και η παράβαση της υποχρέωσης συζυγικής πίστης (ΑΠ 558/2006), αφού πρόκειται για υποχρεώσεις σύμφυτες με την έγγαμη σχέση, για την παράβαση των οποίων ο νόμος αντιλαμβάνεται ως επαρκή προστασία την παροχή στο θιγόμενο σύζυγο δικαιώματος διάζευξης.
Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης από 3.3.2009 αγωγής της αναιρεσείουσας (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή επικαλούμενη με την αγωγή της παράνομη και υπαίτια από μέρους του αναιρεσίβλητου συζύγου της προσβολή της προσωπικότητάς της, εξ αιτίας της οποίας κλονίστηκε ισχυρά η έγγαμη συμβίωσή τους, ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της συναφούς ηθικής βλάβης της το ποσό των 70.000 ευρώ, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι από το Νοέμβριο του 2007, που διασπάστηκε οριστικά η έγγαμη συμβίωσή τους και ο αναιρεσίβλητος αποχώρησε από τη συζυγική οικία, σταμάτησε να συνεισφέρει το οποιοδήποτε ποσό για τις ανάγκες διαβίωσης αυτής και του ηλικίας τότε 26 ετών υιού τους Β.
Τ., που ήταν άνεργος και αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας, μ' αποτέλεσμα να είναι αναγκασμένη η ίδια να καλύπτει το σύνολο των αναγκών τους, δανειζόμενη προς το σκοπό αυτό διάφορα ποσά από τρίτους. Η προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επίσης επισκοπείται, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως προς το κεφάλαιο αυτό της πρωτόδικης απόφασης, κρίνοντας, όπως και η απόφαση αυτή, ότι τα ως άνω εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας περιστατικά, συνιστούν μεν παράβαση των συζυγικών υποχρεώσεων του αναιρεσίβλητου συζύγου της, για τα οποία αυτή έχει δικαίωμα διάζευξης, όμως δεν είναι αυτοτελώς πρόσφορα και ικανά να επιφέρουν προσβολή της προσωπικότητάς της και ούτε συνιστούν αδικοπραξία, αφού κατά τα λοιπά δεν εκτίθενται συνθήκες τέτοιες "οι οποίες να εκφεύγουν των ορίων της συνήθους δοκιμασίας, που συνεπάγεται για τον αναίτιο σύζυγο η παράβαση από τον άλλο σύζυγο των συζυγικών καθηκόντων, τα δε παραπτώματα αυτά καθ' εαυτά του εναγομένου (αναιρεσιβλήτου) δεν συνιστούν σοβαρή ή σημαντική προσβολή της ενάγουσας (αναιρεσείουσας), δεδομένου ότι δεν είναι τόσο εξαιρετικά, ώστε η ανθρώπινη αντοχή να υπερβαίνει τα όρια του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, συνάπτονται δε με την όλη αντισυζυγική συμπεριφορά του εναγόμενου συζύγου".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρ. 57, 59, 299 και 932 ΑΚ, προκειμένου να κρίνει τελικά, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, μη νόμιμη και απορριπτέα τη σχετική αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός, καθώς και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί δε κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με το υπ' αριθ. 13480063/2013 διπλότυπο είσπραξης της Γ' Δ.Ο.Υ. Πειραιώς, σειράς VI, όπως αυτό αναφέρεται και στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 20/25.2.2013 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς. Εξ άλλου η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.2.2013 αίτηση της Σ. συζύγου Γ. Τ., το γένος Β. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 608/2012 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με το υπ' αριθ. 13480063/2013 διπλότυπο είσπραξης της Γ' Δ.Ο.Υ. Πειραιώς, σειράς VI, όπως αυτό αναφέρεται και στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 20/25.2.2013 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ