1233/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1233/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1233 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1233/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Παραμυθιάς, που εδρεύει στην Παραμυθιά Θεσπρωτίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σιντόρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ά. Τ. του Β., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 337/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 146/2008 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-2-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 11-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 9457 Β'/7-7-2010 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας ... προκύπτει ότι, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Δήμου Παραμυθιάς Θεσπρωτίας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη Ά. Τ. ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Η αναιρεσίβλητη, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος αυτής κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, σαν να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό, που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, η οποία κρίση του στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος της άνω Οδηγίας).
Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, αφενός με το ΠΔ 81/2003, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και αφετέρου με το ΠΔ 164/2004, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19-7-2004.
Ανεξάρτητα από την παραπάνω Οδηγία, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστο (Ολ.ΑΠ 18/2006).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθρων 5 και 11 του άνω ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν τη έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο χαρακτήρα διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 5-8-2006 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη ότι από την 1-10-2000, δυνάμει των αναφερομένων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ αυτής και του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Παραμυθιάς Θεσπρωτίας, απασχολήθηκε στον Δήμο αυτόν ως εργάτρια καθαριότητας μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος στον τομέα της καθαριότητας, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με τον αναιρεσείοντα Δήμο με μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από την 1-10-2000 και εφεξής.
Το Εφετείο Κέρκυρας, κρίνοντας επί της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, ύστερα από έφεση του αναιρεσείοντος Δήμου Παραμυθιάς Θεσπρωτίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων Δήμος Παραμυθιάς Θεσπρωτίας προσέλαβε την αναιρεσίβλητη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας την 1-10-2000, ως εργάτρια καθαριότητας, για ορισμένο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-10-2000 έως 31-3-2001, κατά το οποίο η αναιρεσίβλητη παρέσχε την συμφωνηθείσα εργασία της στον αναιρεσείοντα στον τομέα καθαριότητας.
Στη συνέχεια οι διάδικοι συνήψαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει των οποίων η αναιρεσίβλητη εργάσθηκε, ως εργάτρια καθαριότητας, στον αναιρεσείοντα Δήμο Παραμυθιάς από 16-8-2002 έως 15-4-2003, από 5-1-2004 έως 4-9-2004 και από 12-5-2005 έως 11-1-2006, οπότε απολύθηκε. Κατά τα ενδιάμεσα των συμβάσεων αυτών χρονικά διαστήματα η αναιρεσίβλητη συνέχιζε να παρέχει την αυτήν ως άνω εργασία της στον αναιρεσείοντα, δυνάμει άτυπης, προφορικής, κάθε φορά μεταξύ τους συμβάσεως, για την οποία εργασία της ελάμβανε τις αποδοχές που εδικαιούτο.
Δέχθηκε επίσης το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη, από την αρχική πρόσληψή της έως την απόλυσή της, εργαζόταν σύμφωνα με το ωράριο των λοιπών μονίμων υπαλλήλων του αναιρεσείοντος, τελώντας υπό την εξάρτηση και τις εντολές των οργάνων του, καλύπτοντας πάγιες, διαρκείς και μόνιμες ανάγκες αυτού (αναιρεσείοντος), όπως είναι εκείνες της καθαριότητας.
Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι, με την υπ' αριθμ. 2745/29-4-1999 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Ηπείρου, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 1139/10-6-1999 τ. Β'), εγκρίθηκε ο κανονισμός εσωτερικής υπηρεσίας του αναιρεσείοντος Δήμου και στο άρθρο 16 αυτού προβλέφθηκαν τακτικές οργανικές θέσεις εργασίας δημοσίου δικαίου και μεταξύ των άλλων και 4 θέσεις εργατών καθαριότητας ή γενικών καθηκόντων και 3 θέσεις εργατών συνεργείων ή γενικών καθηκόντων.
Η αναιρεσίβλητη - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - συνδεόταν με τον αναιρεσείοντα, όχι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά με μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, αφού η ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων δεν δικαιολογείται, ενόψει των αναγκών που εξυπηρετούσε η αναιρεσίβλητη, που ήταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Στις ως άνω διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, που κατάρτισαν μεταξύ τους οι διάδικοι, προσχηματικά επελέγη η ορισμένη διάρκεια αυτών, υπέκρυπταν δε αυτές σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Η συνομολόγησή τους - συνεχίζει τα Εφετείο - για ορισμένο χρονικό διάστημα συνιστά κατάχρηση, κατά την σύναψή τους, σε βάρος της αναιρεσίβλητης εργαζομένης, που στερεί αυτήν από την προστασία για σταθερή εργασία με σύμβαση αορίστου χρόνου, η οποία ανταποκρίνεται στις πραγματικές περιστάσεις της εργασιακής σχέσης, καθόσον η πρόσληψή της έγινε για την κάλυψη πάγιων, μόνιμων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος Δήμου.
Η σύμβαση δε αυτή της αναιρεσίβλητης καταρτίσθηκε (1-10-2000) και ήταν ενεργής πριν από την ισχύ του ΠΔ 164/2004 και ειδικότερα κατά την ημερομηνία που έπρεπε να ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 1999/70/ΕΚ (10-7-2002) και ως εκ τούτου καταλαμβάνεται από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920. Και καταλήγει το Εφετείο ότι η επίδικη σύμβαση, ως σύμβαση αορίστου χρόνου, ανταποκρίνεται στις περιστάσεις και τις ανάγκες του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης, όπως είναι για τον αναιρεσείοντα οι ανάγκες καθαριότητας και ότι συνεπώς ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός αυτής, ο οποίος δεν απαγορεύεται από οποιαδήποτε διάταξη, είναι ότι πρόκειται για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι ορισμένου χρόνου.
Έτσι επικύρωσε (με απόρριψη της εφέσεως του εναγομένου Δήμου) την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 337/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που είχε κρίνει ομοίως. Με τις ανωτέρω παραδοχές και με την βασισθείσα σ' αυτές κρίση του το Εφετείο, εφόσον δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη απασχολείτο, ως εργάτρια καθαριότητας, στον αναιρεσείοντα Δήμο, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους την 1-10-2000 (πριν δηλαδή από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και του ΠΔ 164/2004) και συνεχίσθηκε έκτοτε η μεταξύ τους σχέση εργασίας με την κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες, όμως, κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος και ότι ο καθορισμός της διάρκειας αυτών ως ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από την φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης, και έκρινε τελικά (το Εφετείο) ότι οι συμβάσεις αυτές αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, που ήταν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, και σε ορθό κατέληξε συμπέρασμα.
Επομένως, μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και οι δύο λόγοι της αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, την οποία εφήρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέα, καθώς και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος, 21 του Ν. 2190/1994 και 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, τις οποίες δεν εφήρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες.
Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-2-2010 αίτηση του Δήμου Παραμυθιάς Θεσπρωτίας (Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 146/2008 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ