Legislator Case Law & Legislation
1233/2009 AI generated

Supreme Court remands inheritance case for retrial due to lower court's dismissal for vagueness despite clear statutory basis.

Case Number 1233/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the First Instance Court's dismissal of an inheritance appeal as inadmissible for vagueness. The appellant argued that the lower court erred in rejecting her claim for a legal share based on specific statutory calculations regarding the estate's value at the time of death. The Court ruled that the lower court's decision lacked sufficient factual grounding and violated the law by declaring the claim inadmissible without proper justification.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1831 and 1833 of the Civil Code; The lower court must establish the necessary material facts to determine the legal share of an heir and cannot dismiss a claim for vagueness when the statutory basis for calculation is clear and the parties have provided sufficient data.

Keywords

AI generated
inheritance law legal share calculation admissibility of claim vagueness standard Civil Code provisions estate valuation remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 1831 and 1833 of the Civil Code
Article 1825 of the Civil Code
Article 288 of the Civil Code
Article 581 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1233 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1233/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ...., το γένος Π1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Λάλα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.... και 2. ...., το γένος Π1, κατοίκων ...., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαδάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2020/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4207/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-7-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 14-1-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1831 και 1833 ΑΚ, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας (αρ.1825 παρ.1 ΑΚ), λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή όλα τα υπάρχοντα κατά το χρόνο αυτό στην κληρονομιά περιουσιακά στοιχεία δεκτικά κληρονομικής διαδοχής (πραγματική κληρονομική μερίδα), από την οποία αφαιρούνται τα χρέη της κληρονομιάς, οι δαπάνες κηδείας του κληρονομούμενου, καθώς και οι δαπάνες απογραφής της κληρονομιάς, προστίθενται δε ακολούθως σε αυτά και θεωρούνται ως υπάρχοντα στην κληρονομιά (πλασματική κληρονομική ομάδα) οι αναφερόμενες στα άρθρα 1831 παρ,2 και 1833 παροχές του κληρονομουμένου, όσο αυτός ζούσε, προς τους μεριδούχους ή τρίτους (δωρεές που έγιναν εντός της τελευταίας δεκαετίας πριν από το θάνατο του), επί της προσδιοριζόμενης δε με τον τρόπο αυτό αυξημένης (πλασματικής) κληρονομικής ομάδας εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του αναγκαίου κληρονόμου.

Το ποσοστό της νόμιμης μοίρας αποτελεί ποσοστό της καθαρής πραγματικής κληρονομιάς, από την οποία λαμβάνει αυτό ο μεριδούχος, ο οποίος, κατά το ποσοστό αυτό συντρέχει ως κληρονόμος. Στην περίπτωση κατά την οποία η προσθετέα παροχή είναι και καταλογιστέα στη νόμιμη μοίρα, κατά το άρθρο 1833 ΑΚ, τότε πρέπει να εξευρίσκεται η αξία της καταλογιστέας παροχής.

Το ποσοστό που θα προκύψει ανάγεται σε ποσοστό της καθαρής πραγματικής κληρονομιάς. Κατά το ποσοστό αυτό ο νόμιμος μεριδούχος συντρέχει ως κληρονόμος (ΟλΑΠ 769/70). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1831 παρ.1 εδ.β' και 1833 ΑΚ, προκύπτει ότι ο συνυπολογισμός παροχών, καταλογιστέων ή μη στη νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, χωρεί ανεξάρτητα από τη θέληση του κληρονομουμένου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1832 παρ.1 ΑΚ, η αξία της κληρονομιάς, εφόσον είναι αναγκαία, βρίσκεται "με εκτίμηση". Εξεύρεση της αξίας της κληρονομιάς "με εκτίμηση" σημαίνει ότι, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, ως αξία της κληρονομιάς δεν νοείται η αγοραία αξία, αλλά η πραγματική αξία αυτής, η οποία εξευρίσκεται με εκτίμηση, η οποία, σε ομαλές οικονομικές συνθήκες συμπίπτει κατά κανόνα με την αγοραία αξία.

Σε περίπτωση που επήλθε μετά την παροχή και μέχρι το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, ο οποίος είναι και ο κρίσιμος, κατά το άρθρο 1831 ΑΚ, για τον υπολογισμό της αξίας της κληρονομίας, ουσιώδης υποτίμηση της δραχμής, τότε πρέπει, κατ' εφαρμογή και της κατά το άρθρο 288 ΑΚ αρχής της καλής πίστεως, να αναχθεί η αξία της παροχής, την οποία αυτή είχε κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκε, στο ισάξιο του ποσού αυτού σε δραχμές κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, οπότε και αποτιμάται η κληρονομία με βάση τη μεταξύ των δύο αυτών χρονικών σημείων σχέση της αξίας της δραχμής.

Για το σκοπό αυτόν η αξία της παροχής σε δραχμές που κυκλοφορούσαν κατά το χρόνο της σύστασης της πρέπει να αναχθεί σε χρυσές λίρες Αγγλίας, με την τιμή τους στον ίδιο χρόνο, έπειτα δε να καθοριστεί η σχέση της αγοραστικής αξίας της χρυσής λίρας του χρόνου αυτού προς την αγοραστική αξία της χρυσής λίρας του χρόνου του θανάτου του κληρονομούμενου και αφού βρεθεί έτσι το αντίστοιχο ποσό χρυσών λιρών του τελευταίου αυτού χρόνου, να μετατραπεί αυτό σε δραχμές (ήδη σε ευρώ) με την τιμή της χρυσής λίρας κατά το χρόνο επίσης του θανάτου του κληρονομούμενου (ΑΠ 1176/2002).

Τα στοιχεία αυτά (τιμή χρυσής λίρας και τιμάριθμος) δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει αναλυτικά στον ισχυρισμό του ο διάδικος, ο οποίος ζητεί την αναγωγή της αξίας παροχής που έγινε από τον κληρονομούμενο, από αυτά του χρόνου του έγινε στην αξία του χρόνου θανάτου του κληρονομούμενου, διότι αυτά θα προκύψουν από τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι θα επικαλεστούν και προσκομίσουν, ενώ το δικαστήριο μπορεί να προσφύγει και στα διδάγματα τους κοινής πείρας για την ανάλυση σχετικών αποδείξεων.

Είναι δε τα διδάγματα της κοινής πείρας γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν χρειάζεται να γίνει επίκληση και απόδειξη των αλλά εφαρμόζονται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο.

Έτσι με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας για την αναγωγή της αξίας της παροχής, που έγινε από τον κληρονομούμενο από τον χρόνο της παροχής στο χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, μπορεί να ληφθεί υπόψη η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας κατά το χρόνο της παροχής και ακολούθως κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου και η μεταξύ των σύγκριση καθώς και η χωρήσασα στο μεταξύ μεταβολή (αύξηση) του τιμάριθμου τα στοιχεία δε αυτά δεν είναι αναγκαίο να εκτίθενται στην αγωγή.

Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη από 11-6-2003 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε τα εξής: Ότι είναι θυγατέρα του Π1, ο οποίος απεβίωσε αδιάθετος στις 3-1-2001 στα ...., χωρίς να καταλείπει πραγματική κληρονομιαία περιουσία, και άφησε μοναδικούς συγγενείς του τα τρία τέκνα του, ήτοι την ίδια και τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων.

Ότι ο ανωτέρω όμως αποβιώσας προέβη κατά τη διάρκεια της ζωής του σε περιουσιακές παροχές χωρίς αντάλλαγμα τόσο προς τα εναγόμενα τέκνα του όσο και προς την πρώτη εναγομένη εγγονή του και συγκεκριμένα α) σε σύσταση προίκας με το ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Μαραθώνα Σταμάτη Σπύρου Βασιλάκου που μεταγράφηκε, με αντικείμενο ένα οικόπεδο ευρισκόμενο μέσα στον οικισμό ...

προς την τρίτη εναγομένη θυγατέρα του και μεριδούχο υπό τον όρο να καταλογισθεί η οικεία παροχή στη νόμιμη μοίρα της, β) σε μεταβίβαση προς τον δεύτερο εναγόμενο γιο του και μεριδούχο, λόγω γονικής παροχής, με το νόμιμα μεταγραφέν ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Μαραθώνα Σταμάτη Σπ. Βασιλάκου (αφορά αγροτεμάχιο 990 τ.μ.

ευρισκόμενο στην κτηματική περιφέρεια ...), γ) σε εικονική πώληση-αλλά με πραγματική και υλοποιηθείσα πρόθεση δωρεάς υποκρυπτόμενη στην εικονική πώληση-προς την πρώτη εναγομένη εγγονή του και μεριδούχο, θυγατέρα της τρίτης ομοδίκου της, με το ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Μαραθώνα Σταμάτη Σπ. Βασιλάκου, που μεταγράφηκε (αφορά αγροτεμάχιο έκτασης 3010,50 τ.μ.

ευρισκόμενο στην θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ...), δ) σε δωρεά προς την τρίτη εναγομένη θυγατέρα του μεριδούχου ποσού 200.000 δραχμών, υπό τον όρο καταλογισμού στη νόμιμη μοίρα της. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι με τις προαναφερθείσες παροχές αφενός μεν εξαντλήθηκε η περιουσία του αποβιώσαντος, αφετέρου δε προσβλήθηκε το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της (ενάγουσας), καθόσον η ίδια δεν έλαβε ούτε "δια χειρός του πατέρα της"ούτε από την κληρονομία του οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο.

Εκθέτοντας δε, ακολούθως η ενάγουσα ότι η αξία κάθε προσθετέας και καταλογιστέας ως άνω παροχής κατά τους επικαλούμενους ως άνω για κάθε μία χρόνους ανερχόταν σε 8.164.000, 3.960.000, 21.073.500 και 200.000 δρχ. αντίστοιχα, που όμως από τους παραπάνω χρόνους κάθε παροχής μέχρι το θάνατο του κληρονομουμένου μεσολάβησε νομισματική έκπτωση, υποτίμηση και σοβαρή διακύμανση και προσδιορίζοντας στη συνέχεια κατ' αναγωγή κατ' άρθρο 288 ΑΚ την αξία κάθε παροχής στο ισάξιο σε δραχμές κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου με βάση την αναφερόμενη αγοραστική αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά τον χρόνο κάθε παροχής και αυτήν (αξία λίρας) κατά τον χρόνο του θανάτου, που ανέρχονται έτσι (με βάση τους υπολογισμούς της) σε 24.373.576, 9.666.098, 22.002.214 και 596.318 δραχμές αντίστοιχα και συνολικά όλες οι παροχές (πλασματική κληρονομιά) σε 56.638.221 δραχμές επί της οποίας υπολογίζει τη νόμιμη μοίρα της ως ανερχόμενη έτσι σε (56.638.221 δρχ.

Χ 1/3 = 18,879.407 δρχ. Χ 1/2) 9.439.703 δρχ. ζήτησε να αναγνωρισθεί α) το κληρονομικό της δικαίωμα της νόμιμης μοίρας, αξίας ως άνω 9.439.703 δρχ. ή 27.702,70 ευρώ, β) η σχετική εικονικότητα της πώλησης που έγινε προς την πρώτη εναγομένη με το ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Μαραθώνα Σταματίου Σπ. Βασιλάκου, γ) ότι η πώληση αυτή υποκρύπτει έγκυρη δωρεά του πωλητή προς την αγοράστρια, στην οποία (δωρεά) απέβλεψαν οι συμβαλλόμενοι.

Επίσης ζήτησε δ) να ανατραπεί η ως άνω δωρεά κατά ποσοστό 42.90% (9.439.703/22.002.214 = 42.90%) προς ικανοποίηση του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας της και ε) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να μεταβιβάσει σ' αυτήν (την ενάγουσα) κατά το αναφερόμενο αμέσως ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου, το εικονικά πωληθέν προς αυτήν ακίνητο.

Η ένδικη αγωγή, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αιτήματα είναι πλήρως ορισμένη ως προς τον προσδιορισμό κατ' αναγωγή της αξίας των προσθετέων και καταλογιστέων ως άνω παροχών, καθόσον, κατά τα προαναφερόμενα, η ενάγουσα προσδιορίζει την αξία των προαναφερόμενων προσθετέων και καταλογιστέων παροχών κατά τους χρόνους που δόθηκαν στο ισάξιο σε δραχμές κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, κατ' αναγωγή σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 288 ΑΚ, για τον υπολογισμό της πλασματικής αξίας της κληρονομιάς και ακολούθως για την εξεύρεση της νόμιμης μοίρας της και του ποσοστού αυτής, με βάση την αναφερόμενη αγοραστική αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά το χρόνο κάθε παροχής και αυτήν (αξία λίρας) κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου και δεν είναι αναγκαίο, όπως προαναφέρθηκε, να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που αφορούν και στον τιμάριθμο και δη ποια ήταν το ύψος αυτού κατά το χρόνο κάθε παροχής και ποια η χωρήσασα στο μεταξύ μεταβολή (αύξηση) του τιμάριθμού μέχρι το θάνατο του κληρονομούμενου με προσδιορισμό του ύψους αυτού, αφού τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τις αποδείξεις κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στη νομική σκέψη.

Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη για τους παραπάνω λόγους αξίωσε για τη νομική θεμελίωση της περισσότερα πραγματικά γεγονότα από όσα απαιτούν οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ και κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, γι' αυτό πρέπει οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος από τους αριθ. 1 και 14 αντίστοιχα λόγοι αναίρεσης να γίνουν δεκτοί ως αβάσιμοι. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 581 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4207/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2009 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ