Supreme Court allows appeal on labor dispute where appellate court failed to consider sworn witness affidavits submitted by the appellant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision in a labor dispute involving a fatal workplace injury. The appellant had submitted sworn witness affidavits to the appellate court to prove the employer's liability, but the appellate court's judgment did not explicitly mention or address these specific evidentiary documents. The court ruled that because the appellate court failed to consider these legally submitted affidavits, which could have influenced the outcome, the appeal was valid under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appellate decision was annulled, and the case was remanded for retrial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 11 γ' K.Pol.D.; Art. 671 para. 1δ' K.Pol.D.: An appeal is admissible if the appellate court fails to consider sworn witness affidavits submitted by the parties, as these constitute a distinct evidentiary means separate from formal documents and their omission creates a valid ground for annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1233 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1233/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αλετρά βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσίβλητων: 1)Ψ1, 2)Ψ2, 3)Ψ3 και 4)Ψ4, κατοίκων .... Οι 1ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φαρμάκη και οι 2ος και 3η παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4566/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 764/2003 μη οριστική και 872/2004 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 10-3-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, οι οποίοι προτάθηκαν νόμιμα και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, καθώς και ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν νομότυπα κατά το άρθρο 671 παρ. 1δ'του ΚΠολΔ. Οι βεβαιώσεις αυτές δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.
του ΚΠολΔ., αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο που διακρίνεται από τα έγγραφα και γι' αυτό ακριβώς, αν η απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου αναφέρει μόνο ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι και ιδρύεται έτσι ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθ. 11 λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν με την ένδικη αγωγή τους να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να τους καταβάλει, τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, για τον θάνατο της συζύγου μητέρας και αδελφής αυτών Ω, η οποία εργαζόταν στην ατομική επιχείρηση (βιοτεχνία επίπλων) του τελευταίου και απεβίωσε σε εργατικό ατύχημα που συνέβη στις 27-1-1999, εξαιτίας πυρκαγιάς που εκδηλώθηκε στο χώρο της εργασίας και αποδίδεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη της.
Για την ανταπόδειξη της ένδικης αγωγής ο αναιρσείων, που προέβαλε παραδεκτά, τόσο στον πρώτο βαθμό, όσο και στο Εφετείο και με ίδιο λόγο εφέσεως, ότι ουδεμία υπαιτιότητα τον βαρύνει για τον θανάσιμο τραυματισμό της Ω, επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου κατά την, μετά την έκδοση της 764/2003 αποφάσεως αυτού, επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως, εκτός άλλων αποδεικτικών μέσων, και τις ένορκες βεβαιώσεις α) ...
του ..., και β) ... της ..., που λήφθηκαν νομότυπα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς. Τις άνω ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων του ο αναιρεσείων επικαλέστηκε με τις από 5 Μαϊου 2004 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου (σελ. 11, 35, 43 και 50) ως ακολούθως : "...επικαλούμαι και τη μαρτυρία του πραγματογνώμονα ... ο οποίος στην προσαγόμενη με επίκληση ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, κατόπιν νομίμου κλητεύσεως των αντιδίκων, στην οποία αναφέρει ... (βλ.
σχετ. 21)" και περαιτέρω "...Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τις ένορκες καταθέσεις της θυγατέρας μου ..., οι οποίες εδόθησαν τόσο στα πλαίσια της προανάκρισης όσο και με την ένορκη βεβαίωση της ίδιας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς (σχ. 38)...". Από την ως άνω επίκληση των ενόρκων βεβαιώσεων, με ειδική μνεία των ονομάτων των μαρτύρων και του Ειρηνοδίκη Πειραιώς στον οποίο τις έδωσαν, καθώς και του αριθμού του σχετικού επικλήσεώς τους (σχ. 21 και 38, αντιστοίχως) προκύπτει η ταυτότητα αυτών ως τέτοιων, έστω και χωρίς μνεία του αριθμού εκάστης.
Επομένως, επικαλέστηκε νομίμως και προσκόμισε ο αναιρεσείων ενώπιον του Εφετείου τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις, από το περιεχόμενο των οποίων προέκυπτε, όπως υποστηρίζει, ότι η ως άνω πυρκαγιά δεν εξερράγη στον πρώτο όροφο, αλλά, διαδόθηκε στο φρεάτιο - μη τοποθετημένου ανελκυστήρα στο χώρο του οποίου ανά όροφο είχε τοποθετηθεί πρόχειρο δάπεδο - του πρώτου ορόφου από φλεγόμενα υλικά και τμήματα του δαπέδου του φρεατίου στον δεύτερο όροφο, τα οποία κατέπεσαν από την υπερκείμενη βιοτεχνία στρωμάτων ιδιοκτησίας του ..., ο οποίος είναι και ο αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση της πυρκαγιάς και τις καταστροφικές συνέπειές της.
Τις ως άνω βεβαιώσεις όμως δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη το Εφετείο, αφού δεν τις μνημονεύει ειδικώς, ενώ και στις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν γίνεται καθόλου λόγος για τα στοιχεία που προέκυπταν από αυτές, ούτε αποκρούεται η βασιμότητά τους. Επομένως ο σχετικός, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων της αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 872/2004 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ