Supreme Court allows appeal against labor court decision denying employer contributions due to lack of interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens, which had dismissed the claim for employer contributions citing a lack of legal interest. The court found that the lower court violated substantive law by incorrectly applying articles 297, 298, 914, and 929 of the Civil Code regarding the timing of contributions after an injury. Consequently, the appeal was admitted, the lower judgment was annulled, and the case was remitted for a new substantive trial before the same chamber.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; Articles 297, 298, 914, 929 of the Civil Code: The Supreme Court must admit an appeal if the lower court violated substantive law provisions regarding the calculation of employer contributions, even if it initially dismissed the claim based on a lack of legal interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1232 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1232/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Π., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Χέλμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2036/2014 μη οριστική και 3158/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1688/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 28-5-2018 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 206/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Εκδόθηκε η 4515/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-3-2022 αίτησή του και τον από 11-9-2023 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και του προσθέτου λόγου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 18-3-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2175/209/18-3-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4515/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευσή της (στις 4-11-2021), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 4515/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 206/2020 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η προηγουμένη, υπ' αριθμ. 1688/2018, απόφαση του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021, "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση...Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, για την παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναιρέσεως και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία, πριν από την συζήτηση της αναιρέσεως (Α.Π. 882/2021, Α.Π. 372/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση και ο από 11-9-2023 πρόσθετος λόγος της προαναφερθείσας αιτήσεως αναιρέσεως, το δικόγραφο του οποίου κατατέθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 12-9-2023 (βλ. την υπ' αριθμ. 122/12-9-2023 πράξη καταθέσεως προσθέτων λόγων της αρμόδιας γραμματέως του Αρείου Πάγου, που προσαρτήθηκε κάτω από το δικόγραφο αυτό), ενώ η αρχική δικάσιμος της υποθέσεως ορίσθηκε αρμοδίως αυτή, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ. την από 7-4-2022 Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που προσαρτήθηκε κάτω από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως).
Συνεπώς, ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατατέθηκε εμπροθέσμως, ήτοι τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναιρέσεως και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη (βλ. την υπ' αριθμ. 3267Β'/13-9-2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ. Τ.). Επομένως, είναι παραδεκτός (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου του, αφού συνεκδικασθεί με την ως άνω αίτηση αναιρέσεως (άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλομένη, υπ' αριθμ. 4515/2021, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 27-6-2012 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 114844/4308/28-6-2012) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι κατά τον αναφεόμενο τόπο και χρόνο ο πρώτος εναγόμενος Α.
Β., οδηγώντας το αναφερόμενο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά τον χρόνο εκείνο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη κατά την κυκλοφορία του στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "...", από αποκλειστική του υπαιτιότητα, προκάλεσε τον τραυματισμό του κατά την περιγραφόμενη σύγκρουση του ανωτέρω Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου με δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ίδιος (ενάγων). Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά από νόμιμο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για θετική ζημία του και διαφυγόν κέρδος και, συγκεκριμένα, για μηνιαίες αποδοχές, φιλοδωρήματα και εργοδοτικές εισφορές, για το χρονικό διάστημα από 7-3-2010 μέχρι 31-12-2038, οπότε θα συμπληρώσει το 63ο έτος της ηλικίας του, συνολικό ποσό 268.902 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής του.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 2036/2014 μη οριστική απόφασή του ανέβαλε την έκδοση αποφάσεως, προκειμένου να προσκομισθεί απόφαση του Ι.Κ.Α., από την οποία να προκύπτει, αν ο ενάγων έλαβε παροχές από αυτό και διέταξε την διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και, εν συνεχεία, μετά την προσκομιδή του σχετικού εγγράφου από το Ι.Κ.Α.
και την διενέργεια της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, με την υπ' αριθμ. 3158/2015 οριστική απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή του ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εφάπαξ στον ενάγοντα, για την ανωτέρω αιτία, συνολικό ποσό 268.892 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Ασκηθείσας εφέσεως από τους εναγομένους εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1688/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτή (έφεση) απορρίφθηκε. Εναντίον της τελευταίας αυτής αποφάσεως η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε αναίρεση, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 206/2020 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και αναιρέθηκε στο σύνολό της η ανωτέρω, υπ' αριθμ. 1688/2018, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Ακολούθως, το Δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 4515/2021, απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, για το χρονικό διάστημα από 7-3-2010 έως 31-12-2025, οπότε ο αναιρεσείων θα συμπληρώσει το 50ο έτος της ηλικίας του, μειώνοντας, ανά χρονικά διαστήματα, τις μηνιαίες αποδοχές του και τα φιλοδωρήματα, που θα ελάμβανε και έκρινε ότι το επιδικασθέν ποσό έπρεπε να του καταβληθεί εφάπαξ για το χρονικό διάστημα από 7-3-2010 μέχρι 31-12-2018, ενώ δέχθηκε ότι ο ενάγων δεν δικαιούται εργοδοτικές εισφορές για το επίδικο χρονικό διάστημα και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, ως διαφυγόν κέρδος, το συνολικό ποσό των 34.548,40 ευρώ, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 7-3-2010 μέχρι 31-12-2018, εφάπαξ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση και το ποσό των 455,35 ευρώ την επομένη ημέρα της λήξεως κάθε μήνα που αφορά και το ποσό των 896,70 ευρώ την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, για Δώρο Χριστουγέννων (448,35 ευρώ), Δώρο Πάσχα (224,17 ευρώ) και επίδομα άδειας (224,17 ευρώ), για το χρονικό διάστημα από 1-1-2019 μέχρι με 31-12-2025, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε ληξιπρόθεσμης δόσεως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 929 και 298 του Α.Κ. συνάγεται ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα ή την υγεία του, δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία του (διαφυγόν κέρδος), γιατί λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας χάνει τα εισοδήματα από την εργασία, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον.
Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο (Α.Π. 206/2020, Α.Π. 1.445/2018, Α.Π. 327/2018, Α.Π. 1.543/2017, Α.Π. 1060/2015, Α.Π. 2017/2014). Κατά δε την διάταξη του άρθρου 930 του Α.Κ., η αποζημίωση των άρθρων 928 και 929 του Α.Κ., που αναφέρεται στο μέλλον, καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα.
Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η αποζημίωση μπορεί να επιδικασθεί σε κεφάλαιο εφάπαξ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η αποζημίωση των άρθρων 928 και 929 του Α.Κ., η οποία αναφέρεται στο μέλλον, ήτοι η αποζημίωση για στέρηση διατροφής ή υπηρεσιών και αυτή για απώλεια εισοδήματος ή στέρηση υπηρεσιών, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου ή βλάβης της υγείας ή του σώματος προσώπου, καταβάλλεται, κατά κανόνα, σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα.
Κατ' εξαίρεση, μπορεί να επιδικασθεί σε κεφάλαιο εφάπαξ, αν το ζητήσει ο δικαιούχος και συντρέχει σπουδαίος λόγος προς τούτο, τα περιστατικά του οποίου πρέπει αυτός να επικαλεσθεί με την αγωγή του. Σπουδαίος λόγος δε θεωρείται ότι υπάρχει, όταν η εφάπαξ καταβολή της αποζημιώσεως μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του δικαιούχου αυτής (π.χ.
επείγουσα ανάγκη αξιοποιήσεως του κεφαλαίου της αποζημιώσεως, οικονομική δυσπραγία ενόψει των αυξημένων εξόδων για την αντιμετώπιση της καταστάσεως της υγείας του κ.λπ.) ή συντρέχουν δυσμενείς προσωπικοί ή οικογενειακοί λόγοι στην πλευρά του υπόχρεου της αποζημιώσεως (π.χ. επικείμενη πτώχευση, αναξιόχρεο κ.λπ.) (Ολ.
Α.Π. 66/1990, Α.Π. 206/2020, Α.Π. 853/2017, Α.Π. 1060/2015, Α.Π. 2017/2014). Η έννοια δε του σπουδαίου λόγου είναι νομική και, επομένως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, ανελέγκτως, συνιστούν σπουδαίο λόγο, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1545/2021, Α.Π. 206/2020, Α.Π. 736/2019, Α.Π. 2157/2009).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021).
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και με τον πρόσθετο λόγο αυτής ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 298 και 930 του Α.Κ. και ως προς το ζήτημα της αποζημιώσεως της, εκ των διαφυγόντων κερδών, ζημίας του στο μέλλον και με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης των ανωτέρω διατάξεων ως προς το ζήτημα της εφάπαξ επιδίκασης της ανωτέρω αποζημιώσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως προς το ζήτημα του διαφυγόντος κέρδους του αναιρεσείοντος και της εφάπαξ καταβολής της αποζημιώσεως εκ της αιτίας αυτής, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθμ. 4140/2011 και απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά από άσκηση έφεσης του ενάγοντος κατά της υπ' αριθμ. 4938/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε επί της από 6.12.2008 (αρ.
εκθ. κατ. 23799/1481/13.2.2009) πρώτης αγωγής του τελευταίου κατά των ιδίων με την κρινόμενη αγωγή, εναγόμενων, με την οποία αιτούνταν αποζημίωση για τη θετική (ιατρικές δαπάνες κ.α.) και μη ζημία του και την αποθετική ζημία από διαφυγόντα εισοδήματα για το χρονικό διάστημα από 21.9.2007 μέχρι την 6.12.2008, έγιναν τελεσιδίκως δεκτά και συνεπώς αποτελούν δεδικασμένο στη παρούσα δίκη, τα ζητήματα που αφορούν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, την υπαιτιότητα στην πρόκληση αυτού και ως προς τα εξής πραγματικά περιστατικά, σε ότι αφορά τις επίδικες αξιώσεις και ειδικότερα:
Α) Ότι, την 21.9.2007 και περί ώρα 15:30, επί της διασταύρωσης της οδού ... με την οδό ... στην Καλλιθέα Αττικής, ο πρώτος εναγόμενος, Α. Β., οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο εκείνο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "....Α", μη συμμορφούμενος με την πινακίδα με την ένδειξη STOP, που υπήρχε στη πορεία του, εισήλθε ανέλεγκτα στη διασταύρωση των ανωτέρω οδών και συγκρούστηκε με την κανονικά κινούμενη και έχουσα προτεραιότητα διέλευσης υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων). Β) Ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την ένδικη σύγκρουση και τις συνέπειές της ήταν ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του ασφαλισμένου στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου. Γ) Ότι ο ενάγων, συνεπεία του ένδικου ατυχήματος, τραυματίστηκε, και ειδικότερα υπέστη παρεκτόπιση της άρθρωσης του αριστερού γόνατος.
Ειδικότερα, με τις παραπάνω εφετειακές αποφάσεις έγινε δεκτό ότι ο ενάγων μετά το ατύχημα διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας "Άγιος Παντελεήμων", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα μεσογληνίου επάρματος αριστερής κνήμης, το οποίο αντιμετωπίστηκε συντηρητικά και στη συνέχεια εξήλθε οικεία βουλήσει από το παραπάνω νοσοκομείο την 25.9.2007 για να εισέλθει αυθημερόν στην κλινική "ΛΕΥΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε", όπου κατά το γενόμενο εκεί έλεγχο διαπιστώθηκε ότι, πέραν του κατάγματος μεσογληνίου επάρματος της αριστερής κνήμης, υπέστη επιπλέον: 1) Ρήξη του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου, 2) ρήξη του οπίσθιου χιαστού συνδέσμου, 3) ρήξη του έξω - πλαγίου συνδέσμου, 4) ρήξη του ιγνυακού τένοντα, 5) ρήξη της οπίσθιας - έξω θυλακοσυνδεσμικής γωνίας, 6) ρήξη του ιγνυακού συνδεσμικού χιάσματος και 7) πλήρη περιφερική αποκόλληση του έξω μηνίσκου, ο οποίος βρέθηκε παρεκτοπισμένος στο κέντρο της αρθρώσεως του αριστερού γόνατος, κακώσεις, οι οποίες αντιμετωπίστηκαν χειρουργικά πλην της αποκατάστασης της ρήξεως του προσθίου χιαστού συνδέσμου, που αφέθηκε σε επόμενο χρόνο.
Ότι κατά την έξοδό του από την παραπάνω κλινική στις 2.10.2007, του συστήθηκε να υποβληθεί τους τρεις πρώτους μετεγχειρητικούς μήνες, σε πρόγραμμα φυσικοθεραπείας και ακολούθως σε προοδευτική φόρτιση του πάσχοντος μέλους. Ότι την 14.5.2008 εξετάστηκε στο 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών, από τον χειρουργό ορθοπεδικό Γ.
Π. (ο θεράπων ιατρός του στην παραπάνω κλινική), ο οποίος διαπίστωσε ότι πάσχει από βαριά μετατραυματική δυσκαμψία και ατροφία των μυών του αριστερού γόνατος, εξαιτίας των πολλαπλών συνδεσμικών και οστικών βλαβών του και του συστήθηκε πολύμηνη φυσικοθεραπεία και αποχή από την εργασία πέραν του εξαμήνου από της κακώσεως.
Ότι κατά την 4.6.2008, που εξετάστηκε από τον ίδιο ως άνω ιατρό, διαπιστώθηκε σταθερότητα της αρθρώσεως του αρ. γόνατος, αλλά σημαντικό έλλειμα της κινήσεώς του κατά 5 μοίρες στην έκταση και κατά 80 μοίρες της κάμψης και του συστήθηκε η πραγματοποίηση αρθροσκοπικής συμφυσιόλυσης για τον καλύτερο χειρισμό της άρθρωσης του αρ.
γόνατος υπό νάρκωση και τη διευκόλυνση περαιτέρω της φυσιοθεραπευτικής υποβοήθησης της κίνησης του αρ. γόνατος. Ότι για το λόγο αυτό στις 11.6.2008, εισήχθη για δεύτερη φορά, στην παραπάνω κλινική με τη διάγνωση "μετατραυματική δυσκαμψία του αριστερού γόνατος επί εδάφους ποδοσυνδεσμικής βλάβης χειρουργηθείσας", όπου υποβλήθηκε σε αρθροσκοπική συμφυσιόλυση, μερική έξω μηνισκετομή και χειρισμό υπό νάρκωση, για την αύξηση του εύρους της κινήσεως της άρθρωσης.
Μετά την έξοδό του από την κλινική στις 12.6.2008, συνέχισε κατόπιν συστάσεων του θεράποντος ιατρού του, το πρόγραμμα της φυσιοθεραπευτικής αποκατάστασης, αλλά λόγω μη ικανοποιητικής βελτίωσης της κινητικότητας της αρθρώσεως, την 1.10.2008 ο ενάγων επανεισήχθη για τρίτη φορά στην ανωτέρω κλινική με τη διάγνωση "μεγάλη δυσκαμψία αριστερού γόνατος, απότοκος παλαιάς πολυσυνδεσμικής βλάβης της χειρουργηθείσας αρθρώσεως" και υποβλήθηκε σε πλαστική επιμήκυνση του τένοντος του αριστερού τετρακέφαλου μυός και νέα συμφυσιόλυση.
Ότι κατά την 21.12.2009, που ο παραπάνω ορθοπεδικός χειρουργός Γ. Π., εξέτασε τον ενάγοντα, διαπίστωσε μετά τη πάροδο δύο ετών και πλέον από τον τραυματισμό του τελευταίου κατά το επίδικο ατύχημα, ως προς τις μετατραυματικές βλάβες και τη μετεγχειρητική κατάσταση του ότι εμφανίζει: κίνηση του αριστερού γόνατος 0-140 μοίρες, υπολειμματική ατροφία τετρακέφαλου μυός ως αποτέλεσμα του αρχικού τραυματισμού αλλά και της πλαστικής επιμήκυνσης του τένοντος αυτού, έντονη λειτουργική δυσκολία του ασθενούς κατά τη στάση και ιδιαιτέρως κατά τη βάδιση λόγω ραχιαίας εκτάσεως του άκρου του ποδός, λόγω της νευρολογικής βλάβης του περονιαίου νεύρου αριστερά κατά τη φάση του τραυματισμού του, ακτινολογικά διαφαίνονται υλικά οστεοσύνθεσης στο αριστερό γόνατο, μετατραυματικές αλλοιώσεις μετατραυματικής χονδροπάθειας στο αριστερό γόνατο, οι οποίες λόγω της πολυσυνδεσμικής βλάβης του γόνατος και παρά τη συνολική χειρουργική αποκατάστασή τους, καθιστούν προβληματική την λειτουργικότητα του αριστερού γόνατος και συνολικά του αριστερού κάτω άκρου στο απώτερο μέλλον, νευρολογική βλάβη του αριστερού περονιαίου νεύρου εξαιτίας της οποίας παρουσιάζει χήνιο βάδισμα, χωλότητα λόγω πρόσκρουσης του ποδός επί του εδάφους, από την αδυναμία ραχιαίας εκτάσεως πέρα των 80 μοιρών, εύκολη κόπωση κατά τη βάδιση ως και πόνο και καυσαλγία στο αριστερό πέλμα.
Ότι κατόπιν των ανωτέρω, ο εν λόγω ορθοπεδικός χειρουργός αποφάνθηκε συμπερασματικά ότι ο ενάγων "εξαιτίας της βλάβης της υγείας του παρουσιάζει μόνιμη, ήτοι εφόρου ζωής πλήρη ανικανότητα, τόσο για την άσκηση της του επαγγέλματος του ως διανομέας φαγητών με την οδήγηση δικύκλου μοτοποδήλατου, όσο και για την άσκηση οποιουδήποτε άλλου κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμου επαγγέλματος και ότι δεν αναμένεται αποκατάσταση ούτε βελτίωση της νευρολογικής βλάβης του αριστερού περονιαίου νεύρου του, η οποία θεωρείται μόνιμη".
Δ) Ότι πριν από τον τραυματισμό του ο ενάγων εργαζόταν ως διανομέας φαγητών σε εδρεύουσα στον Άλιμο Αττικής εταιρία και ότι αυτός παρέμεινε ανίκανος για εργασία για χρονικό διάστημα από 21.9.2007 έως 6.12.2008 και του επιδικάστηκε το συνολικό ποσό των 7.491,98 ευρώ ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την απώλεια των αποδοχών του (ήτοι, μισθοί πλέον φιλοδωρημάτων, αναλογούντα δώρα εορτών και επίδομα άδειας) που θα ελάμβανε κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, που απείχε από την εργασία του.
Με τις ως άνω τελεσίδικες αποφάσεις (πρωτόδικη και εφετειακή) επιδικάστηκαν στον ενάγοντα ως αποζημίωση για θετική και μη ζημία του, το συνολικό ποσό των 88.474,11 ευρώ, εκ των οποίων το ποσό των 58.474,11 ευρώ για τη ζημία του θετική και αποθετική (δαπάνη βελτιωμένης διατροφής, πλασματική αποζημίωση αντί δαπάνης οικιακής βοηθού, μελλοντική χειρουργική πλαστική επέμβαση, για νοσήλια και για φυσικοθεραπείες, απώλεια εισοδήματος) και το ποσό των 30.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση.
Ακολούθως, ο ενάγων άσκησε κατά των ιδίων ως άνω εναγόμενων, την από 6.3.2010 (αρ.εκθ.κατ.47061/2019/10.3.2010) δεύτερη αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία στηριζόταν επίσης, στην ίδια κατά την ιστορική και νομική αιτία, αδικοπραξία στην οποία στηρίζεται και η κρινόμενη αγωγή, με την οποία αιτούνταν αποζημίωση για δαπάνες που υποβλήθηκε (δαπάνη ιατρικών επισκέψεων, εξετάσεις, φυσιοθεραπείες, πλασματική δαπάνη αντί οικιακής βοηθού) για απώλεια εισοδήματος, επιπλέον αυτών που είχαν περιληφθεί στην προγενέστερη ως άνω αγωγή του, για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 6.12.2008 μέχρι 6.3.2010 και για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 931 Α.Κ, επί της οποίας εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 203/2011 εν μέρει οριστική, η υπ' αριθμ. 350/2012 μη οριστική και τελικώς η υπ' αριθμ. 2917/2012 οριστική απόφαση του ιδίου ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καθώς και η υπ' αριθμ. 6084/2013 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που εξαφάνισε την παραπάνω υπ' αριθμ. 203/2011 απόφαση κατά την οριστική της διάταξη, που αφορά την επιδίκαση στον ενάγοντα αποζημίωσης του άρθρου 931 Α.Κ.
Με την υπ' αριθμ. 6084/2013 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, επιδικάστηκε στον ενάγοντα το ποσό των 18.000 ευρώ για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 931 Α.Κ, δεχόμενη ότι ο ενάγων υπέστη μόνιμη νευρολογική βλάβη του περονιαίου νεύρου, ενώ με την υπ' αριθμ. 2917/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κρίθηκε (κατά το μη εκκληθέν με την ως άνω έφεση κεφάλαιό της) ότι αυτός κατέστη λόγω του τραυματισμού του και της ως άνω μόνιμης βλάβης του, ανίκανος για την εργασία διανομέα φαγητών και ότι απώλεσε κατά το ως άνω χρονικό διάστημα το ποσό των 10.766,82 ευρώ.
Τα παραπάνω δέχθηκαν οι αποφάσεις (πρωτόδικες και εφετειακή), που έκριναν με δύναμη δεδικασμένου τη περιουσιακή και μη ζημία που υπέστη ο ενάγων κατά το προγενέστερο με τη δεύτερη αγωγή χρονικό διάστημα. Όσον αφορά τη ζημία (θετική και αποθετική) για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα που εισάγεται με την υπό κρίση αγωγή και δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο των παραπάνω τελεσίδικων αποφάσεων, κρίθηκε με τη συνεκκαλούμενη υπ' αριθμ. 2036/2014 εν μέρει οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι ο ενάγων δαπάνησε για ιατρικές επισκέψεις το ποσό των 200,00 ευρώ και με την οριστική της διάταξη, η οποία δεν πλήττεται με λόγο έφεσης, υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα σε ολόκληρο ο καθένας, το παραπάνω ποσό, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Περαιτέρω, από 7.3.2010 και εντεύθεν αποδείχθηκε ότι η μετατραυματική κατάσταση του ενάγοντος, όταν εξετάστηκε στα πλαίσια της διαταχθείσας με την υπ' αριθμ. 2036/2014 εν μέρει μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πραγματογνωμοσύνης στις 22.9.2014, ήτοι μετά τη πάροδο επτά ετών από το ατύχημα, ήταν η εξής:
υπήρχε έντονη δυσκαμψία της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης συνεπεία της βλάβης του αριστερού κοινού περονιαίου νεύρου, το εύρος της κίνησης αυτής ήταν περιορισμένο συγκριτικά με τη δεξιά φυσιολογική ποδοκνημική άρθρωση και σημειωνόταν κάμψη στις 90 μοίρες. Επίσης, ο ενάγων παρουσίαζε έντονη λειτουργική δυσκολία κατά τη στάση και ιδιαιτέρως κατά τη βάδιση, λόγω αδυναμίας ραχιαίας εκτάσεως του άκρου του ποδός και χήνιο βάδισμα εξαιτίας της νευρολογικής βλάβης του αριστερού κοινού περονιαίου νεύρου και χωλότητα λόγω πρόσκρουσης του ποδός επί του εδάφους.
Η άρθρωση του αριστερού γόνατος παρουσίαζε έλλειμμα στην έκταση 5 μοιρών και μέγιστη κάμψη 105 μοιρών έναντι του δεξιού φυσιολογικού γόνατος, που έχει κάμψη 125 μοιρών, η δε φόρτιση του αριστερού γόνατος ήταν επώδυνη και υπήρχε δυσλειτουργία της άρθρωσης. Η πρόσφατη μαγνητική τομογραφία στην οποία υποβλήθηκε, ανέδειξε σοβαρές ενδραρθρικές βλάβες, οι οποίες συνίστανται στη σοβαρή χονδροπάθεια και στις εκφυλίσεις των μηνίσκων που είναι και θα είναι σταδιακά επιδεινούμενα, ενώ από τον πρόσφατο ηλεκτρομυογραφικό έλεγχο του αριστερού κάτω άκρου στις 9.9.2014, διαπιστώθηκε η βαριά μόνιμη και μη αναστρέψιμη βλάβη του κοινού περονιαίου νεύρου.
Η νευρολογική αυτή μόνιμη βλάβη έχει σαν αποτέλεσμα την επώδυνη δυσκαμψία και λειτουργικότητα της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης, η οποία είναι και θα είναι στο μέλλον σταδιακά επιδεινούμενη, για το λόγο ότι παρουσιάζει χήνιο βάδισμα χωλότητα λόγω πρόσκρουσης στο έδαφος του ποδός και λόγω της αδυναμίας της ραχιαίας εκτάσεως πέραν των 90 μοιρών, εύκολη κόπωση κατά τη βάδιση ως και πόνο και καυσαλγία στο αριστερό πέλμα.
Με τα δεδομένα αυτά η παραπάνω περιγραφείσα μετατραυματική κατάσταση του ενάγοντος έχει μόνιμο χαρακτήρα και θα είναι σταθερά επιδεινούμενη, η οποία αποκλείει την ικανότητά του να ασκήσει το επάγγελμα του διανομέα φαγητών με την οδήγηση δικύκλου μοτοποδηλάτου. Πέραν της αδυναμίας άσκησης της προ του ατυχήματος εργασίας του ενάγοντος, λόγω της μόνιμης βλάβης της υγείας του, ο πραγματογνώμονας, αφού έλαβε υπόψη του την από 1.9.2014 ψυχιατρική γνωμάτευση της ψυχιάτρου Ε.
Ζ., εκτιμά ότι ο ενάγων δεν μπορούσε και δεν μπορεί να εργαστεί, τουλάχιστον μέχρι το χρόνο της εξέτασής του από αυτόν, ούτε σε θέση ευθύνης εργασίας γραφείου, λόγω του κλονισμού και της ψυχικής υγείας του καθώς παρουσιάζει μετατραυματική αγχώδη διαταραχή και βρίσκεται υπό ανάλογη φαρμακευτική αγωγή, όπως βεβαιώνεται με την παραπάνω ψυχιατρική γνωμάτευση, η οποία προσκομίζεται με επίκληση.
Μετά τη διενέργεια της ως άνω πραγματογνωμοσύνης, ο ενάγων εξετάστηκε από τον ορθοπεδικό χειρουργό Κ. Κ., ο οποίος συνέταξε την προσκομιζόμενη με επίκληση από 21.12.2020 ιατρική γνωμοδότηση, τα συμπεράσματα της οποίας όσον αφορά την σημερινή κλινική εικόνα του ενάγοντος, ταυτίζονται με τις διαπιστώσεις του ως άνω πραγματογνώμονα και επιπλέον διαπιστώνεται η επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος, με επίταση της μετατραυματικής αρθρίτιδας του αριστερού γόνατος, που επιβεβαιώθηκε από πρόσφατο ακτινολογικό έλεγχο, τη περαιτέρω μείωση του εύρους της κίνησης του γόνατος αφού παρουσίαζε έλλειμμα στην έκταση 10 μοιρών και μέγιστη κάμψη 90 μοιρών, η οποία επιτείνεται από την μειωμένη μυϊκή ισχύ του τετρακέφαλου πέριξ της επιγονατίδας του αριστερού μηρού, η περίμετρος της οποίας μετράται στα 53 εκατοστά, σε σχέση με τα 56 εκατοστά του δεξιού.
Επίσης, εμφανίζει ραιβότητα λόγω της ανεπάρκειας του έξω πλαγίου συνδέσμου εξαιτίας της μετατραυματικής δυσκαμψίας και αρθρίτιδας της αριστερής ποδοκνημικής και καθώς και της παράλυσης των μυών, η ποδοκνημική βρίσκεται σε πρηνισμό (κλίση προς τα έξω) με ανάπτυξη πλατυποδίας. Οι ως άνω βλάβες συνδέονται άμεσα με τον αρχικό τραυματισμό του ενάγοντος κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα, είχαν διαγνωσθεί δε και κατά την τελευταία εξέταση του ενάγοντα το έτος 2009 από τον παραπάνω ορθοπεδικό χειρουργό Γ.
Π.. Περαιτέρω, από τα αυτά αποδεικτικά στοιχεία, πλήρως αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, κατά το χρόνο της συζήτησης της ένδικης αγωγής, παρουσίαζε ατροφία του τετρακεφάλου μυός, δυσκολία κατά τη στάση και βάδιση λόγω αδυναμίας ραχιαίας εκτάσεως του αριστερού άκρου του ποδός και έντονη δυσκαμψία της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης συνεπεία της βλάβης του αριστερού κοινού περονιαίου νεύρου, που είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη, το αριστερό γόνατο παρουσιάζει έλλειμμα 5° όσο αφορά την έκταση και 105° όσο αφορά την κάμψη, η οποία σήμερα έχει επιδεινωθεί με τη περαιτέρω του εύρους της κίνησης του αριστερού γόνατος, ενώ έχει κάνει ήδη την εμφάνισή της η μετατραυματική χονδροπάθεια του αριστερού γόνατος, καθώς έχει επέλθει σκλήρυνση του υποχονδρίου οστού, στένωση αμφοτέρων των μεσάρθριων διαστημάτων με την ανάπτυξη πολλαπλών οστεοφύτων, η οποία με δεδομένο το νεαρό της ηλικίας του ενάγοντος, είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα οδηγήσει στην καταστροφή της άρθρωσης και στην ανάγκη για την υποβολή του στο μέλλον σε ολική αρθροπλαστική αποκατάστασή της με μεταλλικό εμφύτευμα (βλ.
την παραπάνω από 21.12.2020 ιατρική γνωμοδότηση). Εν κατακλείδι λοιπόν δεν αναμένεται βελτίωση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος, αντιθέτως, είναι περισσότερο πιθανή η επιδείνωση αυτής στο μέλλον. Αποτέλεσμα της όλης εν γένει καταστάσεως της υγείας του ενάγοντος, είναι ότι αυτός δεν αντέχει σε παρατεταμένη βάδιση ή σε ανώμαλο έδαφος, σε παρατεταμένη ορθοστασία, σε άνοδο και κάθοδο κλίμακας και σε καταβολή δυνάμεων.
Αποδείχθηκε επίσης, ότι πριν το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (δηλ. την 21.9.2007), εργαζόταν από 16.11.2006, ως διανομέας φαγητών με την οδήγηση δίκυκλης μοτοσικλέτας στην εδρεύουσα στον Άλιμο Αττικής, εταιρία εδεσμάτων με την επωνυμία "... Ε.Ε" καθώς και ότι πραγματοποιούσε είκοσι ένα (21) ημερομίσθια το μήνα, λαμβάνοντας το μικτό ποσό των 25,42 ευρώ για κάθε ημερομίσθιο και συνολικά το ποσό των 533,82 ευρώ μηνιαίως, συμπεριλαμβανομένων σ' αυτό των αναλογούντων εργατικών εισφορών εκ ποσού 85,410 ευρώ μηνιαίως, ότι η ως άνω εταιρία κατέβαλε μηνιαίως το ποσό των 149,80 ευρώ για εργοδοτικές εισφορές και ότι μετά την 21.7.2007 δεν επανήλθε στην εργασία του (βλ.
την από 20.2.2012 βεβαίωση του νόμιμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρίας), παραμένοντας έκτοτε άνεργος και ανασφάλιστος (βλ. ένορκη κατάθεση μάρτυρα πατέρα του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) και ο ασφαλιστικός του φορέας (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) έχει σταματήσει από 11.4.2009, τις ασφαλιστικές παροχές προς αυτόν (βλ.
τις προσκομιζόμενες με επίκληση με αριθμ. πρωτ. ... αποφάσεις του Διοικητή του ΙΚΑ καθώς και την με αρ. πρωτ. ... βεβαίωση της Προϊσταμένης του Τμήματος Παροχών του Υπο/ματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Καλλιθέας, που προσκομίστηκε από τον ενάγοντα μετά την έκδοση της συνεκκαλούμενης απόφασης). Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι σε περίπτωση τραυματισμού εξετάζεται η ζημία που επέρχεται στην επαγγελματική και οικονομική δραστηριότητα του παθόντος.
Δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη το ποσοστό της ικανότητας για εργασία από άποψη ανατομοφυσιολογική με το ποσοστό της οικονομικής ικανότητας για κτήση, αλλά μεταξύ τους μπορεί να υπάρχει διαφοροποίηση. Έτσι, ερευνάται η δυσμενής συνέπεια που έχει η βλάβη του σώματος ή της υγείας στη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα του προσώπου, το δε Δικαστήριο που κρίνει την αγωγή αποζημίωσης δεν δεσμεύεται ως προς τη διάρκεια και το ποσοστό της ανικανότητας από σχετικές αποφάσεις άλλων οργάνων ή προσώπων, τα οποία στον κύκλο της αρμοδιότητάς τους προσδιορίζουν την ανικανότητα ή την αναπηρία του παθόντος με άλλα κριτήρια ...
Στην προκειμένη περίπτωση, ο διορισθείς από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονας αποφάνθηκε ότι η ανικανότητα του ενάγοντας για την άσκηση του επαγγέλματος του διανομέα φαγητών με οδήγηση δίκυκλης μοτοσικλέτας, από άποψη της πάρεσης του περονιαίου νεύρου αριστερά και της χονδροπάθειας-οστεοαρθρίτιδας του αριστερού γόνατος, που δημιουργούν την επώδυνη δυσκαμψία και λειτουργικότητας της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης, είναι μόνιμη από νευρολογική και ορθοπεδική άποψη.
Περαιτέρω, με βάση την παραπάνω από 21.12.2020 πρόσφατη ιατρική γνωμάτευση το ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντα καθορίστηκε από ανατομοφυσιολογική άποψη, σε 51,8% με ιατρική πρόβλεψη εφ' όρου ζωής. Ωστόσο, η ανικανότητα του ενάγοντα μέχρι 31.12.2020, προς άσκηση του ανωτέρω επαγγέλματος, που θα εξασκούσε αν δεν είχε τραυματιστεί από το ένδικο ατύχημα, θα είναι ολική, όπως ανεπιφύλακτα προκύπτει και από τα συμπεράσματα της ανωτέρω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και της από 21.12.2020 ως άνω ιατρικής γνωμάτευσης και συνεπώς, εξαιτίας του τραυματισμού του εξακολουθεί να τυγχάνει και για το μεταγενέστερο χρόνο και ειδικότερα από 7.3.2010 και μέχρι την 31.12.2020, πλήρως ανίκανος για την άσκηση της ανωτέρω εργασίας του, αλλά και για την άσκηση οποιασδήποτε άλλης κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμης με την ανωτέρω εργασία, η οποία ανταποκρινόταν στις ικανότητές του και στη μόρφωσή του, ακόμη και αυτού του υπαλλήλου γραφείου, δεδομένου ότι σε όσο αφορά την αναφερόμενη μετατραυματική ψυχιατρική διαταραχή του, εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να λαμβάνει συστηματική φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση αυτής, όπως προκύπτει από τις διαπιστώσεις της παραπάνω από 21.12.2020 ιατρικής γνωμάτευσης του ορθοπεδικού χειρουργού Κ.
Κ., οι οποίες δεν αντικρούονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Περαιτέρω, δεν αναμένεται αποκατάσταση ή έστω βελτίωση της προελθούσης από το ένδικο ατύχημα προαναφερθείσης βλάβης της υγείας του και ότι απεναντίας αναμένεται με βεβαιότητα επιδείνωση της κατάστασή του στο μέλλον. Όσο δε αφορά την ψυχική υγεία του ενάγοντος, δεν μπορεί να προβλεφθεί πότε θα αποκατασταθεί αυτή στο μέλλον, δεδομένου ότι η βελτίωσή της συναρτάται άμεσα από τη έκβαση της σωματικής του αναπηρίας, η οποία ωστόσο δεν αναμένεται να βελτιωθεί καθώς οι παραπάνω βλάβες που έχει υποστεί από νευρολογικής και ορθοπεδικής άποψης είναι μη αναστρέψιμες.
Επομένως, δεν δύναται να προσδιορισθεί κατ' αρχήν ο χρόνος κατά τον οποίο στο μέλλον, ο ενάγων θα δύναται να ασκήσει το επάγγελμα που θα ανταποκρίνεται στις ήδη περιορισμένες σωματικές ικανότητές του, αλλά και στη μόρφωσή του, λαμβανομένου υπόψη, ότι μέχρι πριν το ατύχημα, ο τελευταίος εργάστηκε μόνο ως διανομέας φαγητού.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι αν ο ενάγων δεν είχε υποστεί το ατύχημα και δεν περιέρχονταν σε πλήρη αδυναμία ασκήσεως του επαγγέλματος του διανομέα φαγητού με δίκυκλη μοτοσικλέτα, το οποίο όπως προαναφέρθηκε απαιτεί μυϊκή δύναμη των κάτω άκρων, ορθοστασία αλλά και κάμψη των γονάτων πολλές φορές, ικανότητες που δεν διαθέτει πλέον αυτός, θα συνέχιζε ενόψει και της ηλικίας του (35 ετών), μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να εργάζεται και μετά την 7.3.2010 έως το έτος 2025, που θα συμπλήρωνε το 50ο έτος της ηλικίας του, ασκώντας το προηγούμενο επάγγελμά του, από το οποίο βιοποριζόταν μόνιμα πριν το ατύχημα και όχι ευκαιριακά όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη, δεδομένου οι διανομείς φαγητών χρησιμοποιούνται ευρέως από τις επιχειρήσεις εστίασης και παρασκευής εδεσμάτων, ακολουθώντας τον σύγχρονο τρόπο ζωής των Ελλήνων, αλλά και γιατί με τον τρόπο αυτό (της κατ' οίκον παράδοσης), διευρύνουν το πελατολόγιό τους, αυξάνοντας το κέρδος και μειώνοντας το κόστος λειτουργίας τους.
Δεν θα είχε όμως τις ίδιες μηνιαίες αποδοχές, δεδομένου ότι από την άνοιξη του έτους 2010 και μετέπειτα άρχισε να εντείνεται η γενικευθείσα οικονομική κρίση και ύφεση που έπληξε τη χώρα μέχρι το τέλος του έτους 2018, η οποία είχε ως συνέπεια, μεταξύ άλλων και την φθίνουσα πορεία του συνόλου σχεδόν των επιχειρήσεων εστιάσεως και την αντίστοιχη μείωση των αποδοχών των εργαζομένων μέσω της μείωσης του χρόνου εργασίας τους, γεγονός πασίδηλο, ήτοι, κατά τρόπο αντικειμενικό κοινώς γνωστό.
Έτσι ο ενάγων θα εργαζόταν ως εποχούμενος διανομέας φαγητού σε επιχειρήσεις εστιάσεως και παρασκευής εδεσμάτων, λαμβάνοντας καθαρές αποδοχές, ήτοι μετά την αφαίρεση του ποσού των εργατικών εισφορών, καθώς ο ενάγων δεν υπάγεται πλέον σε καθεστώς υποχρεωτικής ασφάλισης: α) για το χρονικό διάστημα από 7.3.2010 έως 31.12.2016, ήτοι για ημερομίσθιο 21,25 ευρώ πραγματοποιώντας 12 ημερομίσθια κατά μέσο μηνιαίως και συνολικά το ποσό των 256,20 ευρώ μηνιαίως, β) για το χρονικό από 1.1.2017 έως 31.12.2018, ημερομίσθιο 21,25 ευρώ πραγματοποιώντας 15 ημερομίσθια κατά μέσο όρο μηνιαίως και συνολικά το ποσό των 320,25 ευρώ μηνιαίως και γ) για το μετέπειτα χρονικό διάστημα από 1.1.2019 έως 31.12.2025, λόγω ανάκαμψης της οικονομίας της χώρας σε ρυθμούς ανάπτυξης, θα ελάμβανε το ποσό των 21,35 ευρώ πραγματοποιώντας εκ νέου 21 ημερομίσθια μηνιαίως και συνολικά το ποσό των 448,35 ευρώ.
Συνεπώς, το προσδοκώμενο εισόδημα που θα απωλέσει για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ως διανομέας τροφίμων, ανέρχεται στο ποσό των 66.355,80 ευρώ [(10 μήνες + 72 μήνες X 256,20 ευρώ) = 21.008,40 + (24 μήνες X 320,25 ευρώ) = 7.686 + (84 μήνες X 448,35 ευρώ) = 37.661,4 ευρώ]. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα θα απωλέσει το ποσό των 11.144,70 ευρώ [(7 έτη X 256,20 + 256,20) = 3.586,80 + (2 έτη X 320,25 + 320,25) = 1.525,20 + (7 έτη X 448,35 + 448,35) = 6.276,9 ευρώ] για δώρα εορτών και επιδόματα άδειας.
Επίσης, κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, ο ενάγων θα απωλέσει το ποσό των 7,00 ευρώ κατά μέσο όρο μηνιαίως από την προσδοκώμενη είσπραξη φιλοδωρημάτων, που θα ελάμβανε από τους πελάτες του στα πλαίσια της ως άνω εργασίας του και συνολικά δικαιούται το ποσό των 1.330,00 ευρώ (190 μήνες X 7 ευρώ/μήνα), το οποίο αποτελεί ζημία, που δικαιούται να αξιώσει στα πλαίσια των άρθρων 298 και 929 του Α.Κ.
Το αιτούμενο κατά το επιπλέον αγωγικό αίτημα για το ίδιο χρονικό διάστημα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Για το περαιτέρω χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση του 63ου έτους της ηλικίας του ενάγοντος, δεν είναι σε κανένα βαθμό πιθανολογούμενο ότι θα διατηρούσε τη θέση εργασίας του ως διανομέας φαγητού, με την έννοια ότι ενδέχεται πως δεν θα μπορέσει μετά την ηλικία των 50 ετών, να ανταγωνιστεί τους νεότερους από τον ίδιο, οι οποίοι εισερχόμενοι στην παραγωγική ηλικία από το 18° έτος της ηλικίας τους και όντας ανειδίκευτοι σαν και αυτόν, στρέφονται σε παρόμοιες θέσεις εργασίας, που δεν απαιτούν καμία ειδίκευση ή δεξιότητα ή μόρφωση πέραν της βασικής και προτιμώνται από τους εργοδότες ως φθηνότερο εργατικό δυναμικό έναντι των εργαζόμενων που έχουν μακρότερο εργασιακό βίο και δικαιούνται μεγαλύτερων απολαβών.
Επομένως, το κονδύλιο αποζημίωσης για το χρονικό διάστημα από 1.1.2026 έως 31.12.2038 είναι ουσιαστικά αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί.
Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται για τις παραπάνω αιτίες (θετική και αποθετική ζημία) το συνολικό ποσό των 79.030,50 ευρώ (66.355,80 + 11.144,70 + 1.330 + 200), το οποίο οφείλει να του καταβάλει η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρία. Με βάση λοιπόν τα προεκτεθέντα και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ενάγων, ο οποίος είναι πλέον 45 ετών και έχει καταστεί ανίκανος για εργασία, δεν έχει άλλα έσοδα για να καλύψει τις καθημερινές του ανάγκες καθώς και τις ανάγκες της νοσηλείας του, οι οποίες με βεβαιότητα θα προκύψουν στο μέλλον και θα πρέπει να καλυφθούν από τον ίδιο, καθώς είναι ανασφάλιστος, κατά τα προαναφερόμενα, το ποσό της ανωτέρω αποζημίωσης πρέπει να καταβληθεί στον ενάγοντα, σε κεφάλαιο εφάπαξ από 7.3.2010 μέχρι 31.7.2012 γιατί αφορά το προγενέστερο χρονικό διάστημα μέχρι την άσκηση της αγωγής και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1.8.2012 μέχρι 31.12.2018 εφάπαξ και όχι σε περιοδικές παροχές, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι για την εφάπαξ επιδίκαση του (άρθρ. 930 εδ.
β' Α.Κ) κατά την εν μέρει ουσιαστική παραδοχή του αιτήματος της αγωγής. Στη προκειμένη περίπτωση, συγκεντρωμένη η αποζημίωση μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του δικαιούχου της αποζημίωσης ενάγοντα και δεν έχει να κάνει με την φερεγγυότητα της ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία ουδόλως αμφισβητείται από τον ενάγοντα.
Αυτό δε διότι, όπως αποδείχθηκε από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία ο ενάγων με την εφάπαξ επιδίκαση της οφειλόμενης αποζημίωσης θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τις πρόσθετες και συγχρόνως αρκετά μεγάλες δαπάνες ιατροφαρμακευτικής του περίθαλψης, στις οποίες είναι υποχρεωμένος να υποβληθεί ένεκα της αναπηρίας του, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν άλλοι σπουδαίοι λόγοι που να αφορούν το πρόσωπο του ενάγοντος, όπως η πρόθεση του τελευταίου αξιοποιώντας το ποσό της αποζημίωσης, να δημιουργήσει επιχείρηση προσφοράς εδεσμάτων, οικογένεια ή να προβεί στην αγορά οικίας για τη στέγασή του.
Όσο δε αφορά το υπόλοιπο ποσό, θα καταβάλλεται περιοδικά, καθόσον δεν υφίσταται σπουδαίος λόγος για την εφ' άπαξ καταβολή όλου του ανωτέρω ποσού, αφού η υπόχρεη προς καταβολή του ασφαλιστική εταιρία είναι φερέγγυος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως, με την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 3158/2015 απόφαση, έκρινε ότι ο ενάγων αν δεν είχε τραυματιστεί και καταστεί πλήρως ανίκανος για την άσκηση του ανωτέρω επαγγέλματος του θα εξακολουθούσε να εργάζεται ως διανομέας φαγητού μέχρι το έτος 2038, που θα συμπλήρωνε το 63ο έτος της ηλικίας του και κατόπιν αυτών επιδίκασε ως αποζημίωση από την απώλεια των προσδοκώμενων εισοδημάτων του για μισθούς, δώρα, επιδόματα και φιλοδωρήματα για το αιτούμενο χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό των 215.129 ευρώ, καταβαλλόμενο εφάπαξ, έσφαλε μερικώς κατά τον εν μέρει βάσιμο περί τούτου λόγο της έφεσης της εκκαλούσας-εναγόμενης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, στην οποία ήταν ασφαλισμένο, σύμφωνα με τον Ν. 489/1976, το ζημιογόνο αυτοκίνητο, κατά των συνεκκαλουμένων με αυτήν, υπ' αριθμ. 2036/2014, εν μέρει οριστικής και υπ' αριθμ. 3158/2015 οριστικής αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και αφού εξαφάνισε αυτές, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, ως αποζημίωσή του λόγω διαφυγόντος κέρδους, τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά, εφάπαξ, όσα αφορούν το χρονικό διάστημα από 7-3-2010 μέχρι 31-12-2018 και σε μηνιαίες δόσεις για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα από 1-1-2019 μέχρι 31-12-2025.
Με τις κρίσεις του, όμως, αυτές το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 298 και 930 εδάφ. α' του Α.Κ., καθόσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη, ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγικής αξιώσεως των διαφυγόντων κερδών, για το από 1-1-2026 έως 31-12-2038, μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα, αλλά και την εφάπαξ καταβολή των ποσών, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-2019 και εντεύθεν.
Το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου δεν καλύπτεται με σαφήνεια και πληρότητα χωρίς λογικά κενά, καθόσον, αναφορικώς μεν, με την ως άνω αξίωση των διαφυγόντων κερδών, το Εφετείο δεν εξηγεί γιατί μόνη η ηλικία του αναιρεσείοντος είναι εμπόδιο στην άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας από αυτόν του διανομέα φαγητών για το μετά το 50ο έτος της ηλικίας του και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα ότι ο ενάγων δεν θα μπορούσε, λόγω της ηλικίας του, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2026 μέχρι 31-12-2038, να ασκήσει το ανωτέρω επάγγελμα και να προσπορισθεί από την άσκησή του τα αντίστοιχα εισοδήματα, τα οποία, κατά την αγωγή, στερήθηκε λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία, συνεπεία του ατυχήματος.
Και τούτο, διότι δεν ερεύνησε, αν για την άσκηση του ανωτέρω επαγγέλματος υπάρχουν και άλλοι τρόποι, περισσότερο πρόσφοροι για επαγγελματία με την ηλικία του ενάγοντος. Πλέον αυτών, ενόψει της επακριβώς διατυπούμενης στην προσβαλλομένη παραδοχής ότι: "...δεδομένου ότι σε όσο αφορά την αναφερόμενη μετατραυματική ψυχιατρική διαταραχή του, εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να λαμβάνει συστηματική φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση αυτής, όπως προκύπτει από τις διαπιστώσεις της παραπάνω από 21.12.2020 ιατρικής γνωμάτευσης του ορθοπεδικού χειρουργού Κ.
Κ.....", υπάρχει ασάφεια ως προς το αν ο αναιρεσείων, βάσει των όσων αναφέρονται στην έκθεση της επικαλούμενης, διαταχθείσας από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ιατρικής πραγματογνωμοσύνης ή άλλων στοιχείων, θα εξακολουθήσει να υποβάλλεται και για το μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή του χρόνου συνταξιοδοτήσεώς του στις 31.12.2038, σε θεραπεία για την αγχώδη μετατραυματική διαταραχή, η οποία, κατά τα ως άνω, φέρεται ως αποκλειστική αιτία της ολικής ανικανότητάς του για οποιοδήποτε άλλο ισοδύναμο κοινωνικώς και οικονομικώς με αυτό που ασκούσε πριν το ατύχημα επάγγελμα, καθώς και ως προς την ενδεχόμενη δυνατότητα ασκήσεως από τον αναιρεσείοντα άλλου ελαφρότερου επαγγέλματος.
Αναφορικώς δε, με την εφάπαξ επιδίκαση του ποσού των διαφυγόντων κερδών, για το μετά την 1-1-2019 χρονικό διάστημα, δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά, που στοιχειοθετούν την μη διαπιστωθείσα συνδρομή του "σπουδαίου λόγου" στην ένδικη περίπτωση ως αναγκαίας προϋποθέσεως για την κατ' εξαίρεση εφάπαξ επιδίκαση σ' αυτόν του συνόλου των εκ της εργασίας του αποδοχών, επιδομάτων και των αντίστοιχων ασφαλιστικών εισφορών, αφού η κρίση του Εφετείου ότι η υπόχρεη προς καταβολή αποζημιώσεως ασφαλιστική εταιρεία είναι φερέγγυα, δεν είναι επαρκής.
Και τούτο, διότι μόνη η αιτιολογία, που διαλαμβάνει η προσβαλλομένη στην ελάσσονα πρότασή της σχετικώς με τη συνδρομή του, από το νόμο, αναγκαίου για την εφάπαξ επιδίκαση (αναγνωριστικά) του ποσού των διαφυγόντων κερδών, ουσιώδους ζητήματος του "σπουδαίου λόγου", είναι ασαφής και ελλιπής. Η φερεγγυότητα στο μέλλον της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας στην καταβολή των επιδίκων ποσών δεν επαρκεί για την, από το Δικαστήριο της ουσίας, διαπίστωση της συνδρομής "σπουδαίου λόγου", αναφορικώς με την εφάπαξ καταβολή του ποσού της αποζημιώσεως, εφόσον δεν αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση προκύπτουσες εκ των αποδείξεων παραδοχές, σχετικώς με την, ελεγχόμενη αναιρετικώς, συνδρομή στην ένδικη περίπτωση, του, κατά την έννοια του άρθρου 930 εδάφ.
α' του Α.Κ., "σπουδαίου λόγου", δεδομένου ότι δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένες περιστάσεις, βάσει των οποίων μπορεί να διαπιστωθεί ότι η εφάπαξ επιδίκαση εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα του δικαιούχου ενάγοντος - αναιρεσείοντος, στοιχεία, τα οποία είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας του δικάσαντος την ένδικη αγωγική αξίωση Εφετείου, αναφορικώς με το ουσιώδες ζήτημα του "σπουδαίου λόγου" και έλλειψή τους στερεί από το Δικαστήριο της ουσίας τη δυνατότητα να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 930 εδάφ.
α' του Α.Κ., για το εάν η εφάπαξ επιδίκαση του αιτουμένου ποσού και μετά την 1-1-2026 είναι επιβεβλημένη για την καλύτερη, με τις ως άνω, συγκεκριμένες παροχές, αντιμετώπιση των αναγκών του αναιρεσείοντος, όπως αυτές διαμορφώθηκαν ή εξακολουθούν να εξελίσσονται δυσμενώς για εκείνον μετά τον, από το ένδικο ατύχημα, τραυματισμό του.
Συνεπώς, ως προς τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, τον πρόσθετο λόγο αυτής, κατά το πρώτο σκέλος αυτών και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, το Εφετείο υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 930 εδάφ. α' του Α.Κ., αλλά και εκείνης του άρθρου 929 του Α.Κ., ενόψει του ότι η ως άνω επιδικασθείσα (αναγνωριστικώς) σε κεφάλαιο εφάπαξ αποζημίωση, προβλέπεται και στηρίζεται στο άρθρο 929 του ΑΚ (Α.Π. 206/2020, Α.Π. 1140/2015).
Εξάλλου, το Εφετείο ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή η μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, αναφορικώς με το ύψος των μηνιαίων αποδοχών και των φιλοδωρημάτων, που ο αναιρεσείων θα ελάμβανε κατά το χρονικό διάστημα από 7-3-2010 έως 31-12-2025.
Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν θα ελάμβανε συνεχώς το ίδιο ποσό ως μηνιαίες αποδοχές και ως φιλοδωρήματα, αλλά το ύψος αυτών θα κυμαίνονταν, και δη ότι αρχικώς, θα είχε πτωτική πορεία και, ακολούθως, ανοδική, συνεπεία της οικονομικής κρίσεως που επικρατούσε στη Χώρα κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, εξαιτίας της οποίας, αρχικώς, μειώθηκε το ενδιαφέρον του αγοραστικού κοινού για την κατ' οίκον διανομή φαγητού και, ακολούθως, μετά τη βελτίωση των οικονομικών μεγεθών, αυξήθηκε.
Την κρίση του αυτή το Εφετείο αιτιολογεί επαρκώς και, ως εκ τούτου, με τις ανωτέρω σαφείς παραδοχές, που έχουν λογική ακολουθία, δικαιολογείται το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δεν στερείται νομίμου βάσεως και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή όχι υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε, τους οποίους δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Περαιτέρω, οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις και αντιφάσεις, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αναιρεσείοντα, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψη του τελευταίου, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Επιπλέον, οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους ερευνόμενους πρώτο λόγο της αναιρέσεως και τον πρόσθετο λόγο αυτής, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος τους, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε των προσβαλλόμενων πλημμελειών της παραβάσεως ευθέως και εκ πλαγίου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Επομένως, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 929 του Α.Κ. και της ελλείψεως νομίμου βάσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. και ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος τους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν και ως απαράδεκτοι, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Κατά το άρθρο 929 του Α.Κ. "Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του". Εξάλλου, κατά το άρθρο 298 του Α.Κ. "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τα παραπάνω άρθρα προκύπτει ότι, σε περίπτωση τραυματισμού προσώπου εργαζομένου βάσει σχέσεως εξαρτημένης εργασίας, η οποία καταλαμβάνεται από την υποχρεωτική ασφάλιση του Ι.Κ.Α., υπέρ του οποίου καταβάλλονται οι προβλεπόμενες εκάστοτε από το νόμο εργοδοτικές και εργατικές εισφορές, ο παθών δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο σε αποζημίωση τα διαφυγόντα εισοδήματα κατά τη διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία.
Σ' αυτά περιλαμβάνονται, όχι μόνο οι καθαρές αποδοχές που θα αποκόμιζε με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά, επιπλέον, τόσο οι εργατικές όσο και οι εργοδοτικές εισφορές. Οι εισφορές αυτές δεν καταβάλλονται, γιατί δεν παρέχεται εργασία, προς την οποία αναγκαίως συνδέονται. Οι εισφορές αυτές, όμως, αποτελούν στην ουσία όφελος του ιδίου του εργαζομένου, ο οποίος δεν θα μπορέσει να απολαύσει τα εξ αυτών ωφελήματα, αφού δεν μπορεί να εργασθεί συνεπεία της ανικανότητάς του από τον τραυματισμό (Α.Π. 67/2019, Α.Π. 426/2014, Α.Π. 384/2013).
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των άρθρων 297, 298 και 929 του Α.Κ., επειδή απέρριψε το αίτημά του για την επιδίκαση σε αυτόν των εργοδοτικών εισφορών, που αφορούν το χρονικό διάστημα της αδυναμίας του να εργασθεί συνεπεία του τραυματισμού του, ήτοι από 21-9-2007 και εντεύθεν.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "...Εξάλλου, σε περίπτωση προσωρινής διακοπής εργασίας, λόγω ανικανότητας του εργαζόμενου μισθωτού, συνεπεία τραυματισμού, ο εργοδότης, σύμφωνα με την ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία, απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που διαφορετικά θα τον βάρυναν.
Βέβαια, ο εργαζόμενος - τραυματισθείς δεν έχει άμεση αξίωση κατά του εργοδότη προκειμένου να απαιτήσει τις εισφορές αυτές. Όμως οι εισφορές δεν παύουν να αποτελούν όφελος για τον εργαζόμενο, η απόλαυση του οποίου χάνεται για τον παραπάνω λόγο. Ο εργαζόμενος, για να απολαύσει το όφελος των εργοδοτικών εισφορών θα πρέπει, είτε, να τις καταβάλει ο ίδιος με δικά του χρήματα, είτε να απασχοληθεί μεταγενέστερα για ίσο χρόνο.
Τελικά, οι εισφορές αυτές με την παραπάνω μορφή αποτελούν ζημία για τον παθόντα, κατά την έννοια του άρθρου 929 ΑΚ, ο οποίος για το λόγο αυτό δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση από τον υπόχρεο. Ενόψει αυτών, η αποζημίωση του παθόντος για τη στέρηση των εισοδημάτων του, εξαιτίας της ανικανότητάς του για παροχή εργασίας, περιλαμβάνει το σύνολο των ακαθάριστων (μικτών) αποδοχών του, που θα έπαιρνε, αν δεν τραυματιζόταν, δηλαδή εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και τις κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών οργανισμών, με τις οποίες βαρύνεται ο εργοδότης πρέπει να παρακρατεί από τις αποδοχές του μισθωτού και εναπόκειται στον αξιούντα την αποζημίωση να τις διεκδικήσει, είτε, μαζί με τις μικτές αποδοχές που ζητεί λόγω αποζημίωσης είτε αυτοτελώς ...
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή του επικαλούμενος ότι αν δεν είχε τραυματιστεί και καταστεί πλήρως ανίκανος για την άσκηση του ανωτέρω επαγγέλματός του όσο και για την άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος στο μέλλον, ο εκάστοτε εργοδότης του θα εξακολουθούσε να καταβάλει για λογαριασμό του, εργοδοτικές εισφορές, οι οποίες κατά το χρόνο του ατυχήματος ανέρχονταν μηνιαίως στο ποσό των 149,80 ευρώ (533,82 X 28,06%), ζητεί να του επιδικαστεί το συνολικό ποσό των 56.175,00 ευρώ (375 μήνες X 149,80 ευρώ/μήνα) που αντιστοιχούν στις εργοδοτικές εισφορές από το χρόνο του ατυχήματος (21.9.2007) μέχρι 31.12.2038, που θα διαρκούσε ο εργασιακός του βίος.
Με το περιεχόμενο αυτό, η άσκηση της αξίωσης του ενάγοντος που δεν αφορά ζημία από την απώλεια των εργοδοτικών εισφορών, λόγω της προσωρινής διακοπής της εργασίας του εξαιτίας του τραυματισμού του, αλλά το σύνολο των εργοδοτικών εισφορών για όλο τον εργασιακό του βίο, είναι απορριπτέα προεχόντως ελλείψει εννόμου συμφέροντος, διότι ακόμη και εάν καταβάλει ο ίδιος το παραπάνω ποσό στον ασφαλιστικό του φορέα, έχει απωλέσει πλέον το όφελος των ασφαλιστικών αυτών εισφορών, αφού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του ν. 1846/1951, που είναι ο θεσμικός περί ΙΚΑ νόμος, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει μέχρι σήμερα, ο ενάγων δεν μπορεί να υπαχθεί, αλλά ούτε θα υπαχθεί στο μέλλον στην υποχρεωτική ασφάλιση των μισθωτών με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, λόγω της πλήρους ανικανότητάς του για τη παροχή πραγματικής εργασίας.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως, που με την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 3158/2015 απόφαση, έκρινε ότι ο ενάγων απώλεσε και θα απωλέσει εργοδοτικές εισφορές ποσού 149,80 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 21.0.2007 και 31.12.2038 και κατόπιν αυτού επιδίκασε για την αιτία αυτή το ποσό των 56.175,00 ευρώ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο της έφεσης της εκκαλούσας - εναγόμενης".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, το αιτούμενο κονδύλιο να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει να του καταβάλει εργοδοτικές εισφορές για το χρονικό διάστημα μετά τον επισυμβάντα επίδικο τραυματισμό του. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 929 του Α.Κ.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχήν των προαναφερθέντων αναιρετικών λόγων, κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
Στην συνέχεια, η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικασθεί κατ' ουσίαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδάφ. τελευταίο του Κ.Πολ.Δ. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης, στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη αυτή, υποχρεώσεως για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση, της υποθέσεως κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υποθέσεως μετά την έκδοση της αναιρετικής αποφάσεως ενώπιον του ιδίου Τμήματος, το οποίο δικάζει, πλέον, ως Δικαστήριο της ουσίας, σε νέα, προς το σκοπό αυτό, δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διατάξεως του άρθρου 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε κατ' αυτήν οι διάδικοι να διαμορφώσουν αναλόγως τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους (Α.Π. 1941/2022, Α.Π. 305/2021, Α.Π. 340/2020, Α.Π. 2082/2017).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω της νίκης αυτού (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 και 191 του Κ.Πολ.Δ.), που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 18-3-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4515/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4515/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.
Κρατεί την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παραπέμπει για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο Τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β 'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ