Legislator Case Law & Legislation
1232/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance company verdict due to failure to prove driver's intoxication at accident time.

Case Number 1232/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision, remanding the case for further examination. The insurance company argued that the driver was intoxicated at the time of the accident, a fact necessary to establish liability under the relevant traffic regulations. However, the court found that the lower court failed to investigate whether the driver was intoxicated, relying instead on the claim that the driver suffered from dementia and lacked capacity, which did not negate the intoxication issue. Consequently, the court ruled that the lower court violated substantive law by not addressing the intoxication element and ordered the case to be sent back for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 6β' of Decree-Law 237/1986; The court must examine the driver's intoxication at the time of the accident to establish liability, and failure to do so constitutes a violation of substantive law requiring the case to be remanded for further examination.

Keywords

AI generated
driver intoxication liability establishment substantive law violation case remand insurance liability dementia defense traffic accident

Cited Legislation

AI generated
Art. 6β' of Decree-Law 237/1986
Art. 74(1) of Law 4690/2020
Art. 83(1) of Law 4790/2021
Art. 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 495(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1232 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1232/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Α. του Χ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 3/8 του αποβιώσαντος στις 26-7-2016 πατρός του Χ. Α. του Δ. και 2) Σ. Α. του Χ., πρώην κατοίκου ... και νυν διαμένοντος στην……., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 3/8 του αποβιώσαντος στις 26-7-2016 πατρός του Χ. Α. του Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Πανωραία Αρώνη - Κουμεσοπούλου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «G. H. Α. A. E., που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2015 αγωγή του Θ. Δ. του Δ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 8-8-2015 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση -παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 172/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3232/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-10-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020(A` 104) ορίζεται ότι "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ.1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), δηλ.

η 6-4-2021" (ΑΠ 811/2023, ΑΠ 987/2022). Στην ερευνώμενη υπόθεση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η υπό κρίση, από 8-10-2021 (αριθμ. έκθ. καταθ. 8363/1039/2021), αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης[άρθρ. 681A, 666, 667 και 670 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015], με αριθ. 3232/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που ασκήθηκε με την κατάθεσή της, στις 27-10-2021, στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσής της (7-6-2019) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε 7-6-2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδ.

α' του ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ. α' του ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών (στις 27-10-2021). Συνακόλουθα, η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι, η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3232/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρ. 681 Α Κ.Πολ.Δ.), αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Ο Θ. Δ. (μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 16-5-2015 (αριθμ. κατάθ. 58615/2996/2015) αγωγή, με την οποία ιστορούσε ότι η δεύτερη εναγομένη Β. Ν. (μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΖΖΙ … ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου Χ.

Α., που ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες σε τρίτους από τη λειτουργία του στην τρίτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "G. H.", προκάλεσε από υπαιτιότητά του το σοβαρό τραυματισμό του κατά την περιγραφόμενη στην αγωγή σύγκρουση του παραπάνω αυτοκινήτου με την οδηγούμενη από τον ίδιο υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσυκλέτα. Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησε όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, να του καταβάλουν ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία, την οποία υπέστη και ως πρόσθετη αποζημίωση (άρθρο 931 ΑΚ) και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το συνολικό ποσό των 387.064,01 ευρώ άλλως 394.506,79 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο.

Περαιτέρω, η τρίτη εναγόμενη της προαναφερόμενης από 16-5-2015 αγωγής, ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "G. H.", άσκησε κατά των δύο εναγομένων της αγωγής την από 8-8-2015 (αριθμ. κατάθ. 82564/4463/2015) παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία ιστορούσε ότι δυνάμει σύμβασης ασφάλισης, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του πρώτου των παρεμπιπτόντως εναγομένων Χ.

Α., ιδιοκτήτη του φερομένου ως ζημιογόνου αυτοκινήτου της κύριας αγωγής, είχε ασφαλίσει αυτό για τις προς τρίτους ζημίες κατά τη λειτουργία του, ότι με την εν λόγω σύμβαση είχαν εξαιρεθεί από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ότι η δεύτερη των παρεμπιπτόντως εναγομένων Β.

Ν., οδηγός του παραπάνω αυτοκινήτου κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, τελούσε κατά το χρόνο αυτό υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι έκαστος εις ολόκληρον, υποχρεούνται να της καταβάλουν κάθε ποσό που αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής Θ.

Δ., με το νόμιμο τόκο, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 172/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η κύρια αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και η παρεμπίπτουσα αγωγή καθ' ολοκληρίαν.

Κατά της απόφασης αυτής και καθό μέρος αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή, η οποία ενδιαφέρει εν προκειμένω, άσκησαν την από 7-6-2017 (αριθ. κατάθ. 54562/3668/7-6-2018) έφεση, οι Δ. Α. και Σ. Α. του Χ. (ήδη αναιρεσείοντες), οι οποίοι υπεισήλθαν στη δικονομική θέση του αρχικώς πρώτου εναγόμενου πατέρα τους Χ. Α., ο οποίος απεβίωσε, στις 26-7-2016, (μετά την έκδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, κατά ποσοστό 3/8 ο καθένας, αιτούμενοι την παραδοχή της έφεσης και την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής της αντιδίκου τους.

Επί της έφεσης αυτής (η οποία συνεκδικάσθηκε με τις από 21-6-2017 (αριθ. κατάθ. 549720/502919/2017) και από 11-7-2017 (αριθ. κατάθ. 556992/503388/2017) εφέσεις, οι οποίες δεν ενδιαφέρουν την παρούσα δίκη), εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3232/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η ως άνω έφεση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του ν. ΓπΝ/1911, για κάθε ζημία, που προξενείται από αυτοκίνητο, ενέχεται σε αποζημίωση ο οδηγός, ο κάτοχος και ο ιδιοκτήτης, ο οποίος όμως [ιδιοκτήτης], σε περίπτωση που δεν είναι και κάτοχος, ενέχεται μόνο μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του ν.

ΓΠΝ/1911 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 114 ΕισΝΑΚ) "κάτοχος αυτοκινήτου θεωρείται πας ο κατά τον χρόνο ου ατυχήματος κατέχων το αυτοκίνητο είτε κατά κυριότητα είτε εκ συμβάσεως, εκμεταλλευόμενος δε αυτό εν ιδίω ονόματι, ως και ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος της κατοχής αυτοκινήτου και χρησιμοποιών τούτο καθ' οιονδήποτε τρόπο".

Εξάλλου με τις διατάξεις των άρθρων 2 περ. 1, 6 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: Ο κύριος, ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα, επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (2 παρ. 1).

Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου (6 παρ. 1). Το πρόσωπο που ζημιώθηκε, έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ίδια αξίωση κατά του ασφαλιστή (10 παρ. 1). Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατά το άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού (11 παρ. 1).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 42 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 43 παρ. 2 του ν. 2963/2001, "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού".

Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδάφ. γ' του ν. 3557/2007, η ισχύς του οποίου άρχισε, κατ' άρθρ. 18 του νόμου αυτού, από 14-5-2007, με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 100/τ.Α714-5-2017), καταργήθηκε η Κ4/585/5-4-1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/τ. ΑΕ και ΕΠΕ), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β στο π.δ/γμα 237/1986 (που κωδικοποίησε το ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης"), το οποίο ορίζει, στην πρώτη παράγραφο του, ότι: 1.

Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από....., β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α'), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος ..., γ) από... .Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 2496/1997, τον λήπτη της ασφάλισης βαρύνουν όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός από εκείνες που από τη φύση τους πρέπει να εκπληρωθούν από τον ασφαλισμένο.

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, της τελευταίας εφαρμοζόμενης συμπληρωματικά και στην ασφάλιση της αστικής ευθύνης εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων, συνάγεται ότι η ρήτρα στο ασφαλιστήριο για εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός έχει καταναλώσει οινόπνευμα περισσότερο του επιτρεπτού από τον Κ.Ο.Κ., αποτελεί αληθώς καλυμμένο συμβατικό ασφαλιστικό βάρος.

Όμως προϋπόθεση για την λειτουργία αυτής σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεν έχει τις υποχρεώσεις από την ασφαλιστική σύμβαση που μπορούν να εκπληρωθούν μόνο από τον ασφαλισμένο οδηγό του αυτοκινήτου, είναι να υφίσταται υπαιτιότητα αυτού (330 ΑΚ). Ειδικότερα, τα πρόσωπα, κατά των οποίων δύναται να στραφεί αναγωγικά ο ασφαλιστής, σε περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη και να ζητήσει όσα κατέβαλε ή πρόκειται να καταβόλει στον ζημιωθέντα τρίτο, είναι ο οδηγός, ο ασφαλισμένος και ο λήπτης της ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενος).

Κάθε ένα από τα πρόσωπα αυτά ευθύνεται αυτοτελώς, δηλαδή υπάρχει παράλληλη και εις ολόκληρον ευθύνη ενός εκάστου από τα πρόσωπα αυτά, έναντι του ασφαλιστή. Τα ως άνω πρόσωπα, όμως, δεν έχουν ευθύνη εξ αναγωγής, από μόνο το γεγονός ότι φέρουν την ως άνω ιδιότητα. Προϋπόθεση είναι να μπορεί η παράβαση να αποδοθεί σε υπαιτιότητα ενός εκάστου από τα ως άνω πρόσωπα.

Για να τελεσφορήσει, τελικά η αναγωγή αυτή, πρέπει τα ως άνω πρόσωπα να βαρύνονται με υπαιτιότητα, για την παράβαση αυτή, η οποία συντρέχει όταν ο ιδιοκτήτης παραχωρεί την οδήγηση του οχήματος σε πρόσωπο, για το οποίο γνωρίζει ότι δεν είναι ικανό προς ασφαλή οδήγηση, εξ αιτίας προηγούμενης ανάλωσης οινοπνεύματος.

Εάν, επομένως, ο ιδιοκτήτης του οχήματος δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να αποτρέψει τη μέθη του οδηγού, τότε δεν τελεσφορεί η εναντίον του ασκηθείσα αναγωγή του ασφαλιστή. Επομένως, ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο χωρίς να έχει ευθύνη, λόγω της συμβατικής εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου βρίσκεται σε μέθη, δεν δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του κυρίου και μη οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να αξιώσει απ' αυτόν τα καταβληθέντα ποσά, αν τον τελευταίο δεν βαρύνει υπαιτιότητα σε σχέση με το γεγονός ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου του, βρισκόταν υπό την επιρροή οινοπνεύματος όταν προξένησε το ατύχημα (ΑΠ 467/2017, ΑΠ 1497/2014, ΑΠ ΑΠ 1016/2013, ΑΠ 1068/2013, ΑΠ 991/2011, ΑΠ 1451/2009, ΑΠ 1357/2008, ΑΠ 1517/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή, ως νόμιμη ή απορρίφθηκε έγινε δεκτή κατ' ουσία.

Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020).

Έτι περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν τα περιστατικά εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση, στη προκείμενη περίπτωση, συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 26/2004, Ολ. ΑΠ 1/1999, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 955/2022).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο, αναφορικά με την από 8-8-2015 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "GENERALI HELLAS", με την οποία αυτή ζήτησε να αναγνωριστεί ότι και ο κύριος του ασφαλιζόμενου από αυτή με αριθ. κυκλοφορίας … ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου από υπαιτιότητα της οδηγού (Β.

Ν.) του οποίου, τελούσας κατά τα εκτιθέμενα σε μέθη, προκλήθηκε το αναφερόμενο αυτοκινητικό ατύχημα, ευθυνόμενος εις ολόκληρον μετά της τελευταίας υποχρεούται να της καταβάλλει κάθε ποσό που αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής, Θ. Δ., διότι με όρο της ασφαλιστικής σύμβασης που είχε καταρτιστεί μεταξύ αυτής (αναιρεσίβλητης) και του ιδιοκτήτη του φερομένου ως ζημιογόνου αυτοκινήτου είχαν εξαιρεθεί από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όπως εν προκειμένω η Β.

Ν., οδηγός του οχήματος κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος και την προς απόκρουση αυτής (αγωγής) προβληθείσα ένσταση των αναιρεσειόντων οι οποίοι υπεισήλθαν στη δικονομική θέση του αρχικώς εναγομένου Χ. Α. ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου ως κληρονόμου του, μετά τον επισυμβάντα θάνατό του, περί περιορισμού της ευθύνης τους, κατ` άρθρο 4 του ν.

ΓΠΝ/1911, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, τα εξής: "...ο πρώτος εναγόμενος (Χ. Α.), ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, με την υπ' αρ. 4706/30-10-2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τέθηκε σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης λόγω άνοιας (Alzheimer), με αποτέλεσμα να μειώνεται η ικανότητά του να λειτουργεί αυτόνομα σε διάφορες καθημερινές του δραστηριότητες και ορίστηκε δικαστική συμπαραστάτης αυτού η 2η εναγόμενη σύζυγος του (Β.

Ν.), με την οποία είχε έλθει σε 2° γάμο στις 29-5-1998. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1681 εδ. α' ΑΚ τα αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης αρχίζουν αφότου δημοσιευθεί η σχετική απόφαση, ενταύθα δε στις 30-10-2013, ήτοι μετά το χρόνο του ατυχήματος (13-8-2013). Η εναγόμενη οδηγός κατέχει νόμιμη άδεια οδήγησης από τις 23-2-1978 και κατά τα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας οδηγούσε το ζημιογόνο αυτοκίνητο πολλά έτη πριν από το ατύχημα, τουλάχιστον 13 έτη...

με τη συγκατάθεση του συζύγου της - ιδιοκτήτη, στην οποία είχε παραχωρήσει την οδήγηση αυτού, δεδομένου και του γεγονότος ότι δεν αποδείχθηκε ότι η οικογένεια του θανόντος είχε και άλλο αυτοκίνητο. Με την επιλογή αυτή του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ήτοι της συζύγου του ως οδηγού, ο ίδιος εξακολουθούσε να έχει την οικονομική εκμετάλλευση αυτού, αφού, με την παραχώρηση της οδήγησης, ο ίδιος δεν στερήθηκε της κατοχής του, η έννοια της οποίας συνδυάζεται με την οικονομική εκμετάλλευση του αυτοκινήτου και για το λόγο αυτό δεν χάνεται η κατοχή του σε περίπτωση βραχυχρόνιας παραχώρησής του ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση περιορισμού της ευθύνης του εναγόμενου ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου μέχρι την αξία του και, στη συνέχεια, και την από 7-6-2017 έφεση των υπεισελθόντων στη δικονομική θέση του αρχικώς πρώτου εναγόμενου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ήδη αναιρεσειόντων.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν (άρθρα 2 παρ.1, 6 παρ. 1, 10 παρ.1, 11 παρ.1 του ν. 489/1976, 6β'του π.δ/τος 237/1986 όπως προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3557/2007 και ισχύει από 14-5-2007 και εφαρμόζεται εν προκειμένω λόγω του χρόνου επέλευσης του ένδικου ατυχήματος), καθόσον μεταξύ των ανωτέρω παραδοχών, με βάση τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του, ουδόλως διαλαμβάνεται και παραδοχή, περί υπαιτιότητας του κυρίου και κατόχου του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη εταιρία αυτοκινήτου και αρχικώς εναγόμενου Χ.

Α. (στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες) σε σχέση με το γεγονός ότι η οδηγός του αυτοκινήτου του βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν προκλήθηκε το ένδικο ατύχημα, στοιχείο απαραίτητο για την ενεργοποίηση του όρου του άρθρου 6β'του π.δ/τος 237/1986 (25 αριθμ. 8 της με αριθμ. Κ4/585/5-4-1978).

Δεν ερεύνησε δηλαδή την ύπαρξη υπαιτιότητας του κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου, για το γεγονός ότι κατά το χρόνο του επισυμβάντος ατυχήματος η οδηγός του φερόμενου ως ζημιογόνου αυτοκινήτου τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος και η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία-αναιρεσίβλητη δεν διατηρεί ποσώς αναγωγικό δικαίωμα κατά του ως άνω κυρίου του ζημιογόνου οχήματος, του οποίου εξ αδιαθέτου κληρονόμοι κατά ποσοστό 3/8 ο καθένας τυγχάνουν οι αναιρεσείοντες ευθυνόμενοι για κάθε ποσό, που οφείλει να καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο, ενόψει του ισχυρισμού των τελευταίων, ο οποίος εμπεριέχεται στο δεύτερο λόγο της έφεσής τους, περί έλλειψης υπαιτιότητας αυτού, καθόσον, κατά το χρόνο του ατυχήματος, στερείτο της βούλησης και δικαιοπρακτικής του ικανότητας, πάσχοντας από άνοια και όντας ανίκανος να επιμεληθεί των υποθέσεών του.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ως άνω διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ` ακολουθία, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του κριθέντος ως βάσιμου ως άνω λόγου, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθ. 3232/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία ζημιών από αυτοκίνητα).

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτούς για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ