Legislator Case Law & Legislation
1232/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against final judgment due to procedural defect in statute of limitations calculation.

Case Number 1232/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final judgment from the Athens Court of First Instance, ordering a remand for retrial. The appellants argued that the statute of limitations for their claim was not expired because the defendant's delay in contesting the employment contract cancellation created uncertainty regarding the contract's validity. The court accepted this procedural defect, finding that the limitation period could not run while the validity of the contract was in question, and thus remanded the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) and 503(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; A final judgment is not considered legally effective for the purpose of calculating the statute of limitations if the validity of the underlying legal relationship remains uncertain due to prior procedural defects.

Keywords

AI generated
statute of limitations final judgment legal effect employment contract procedural defect remand for retrial uncertainty of validity

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 309(a) of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 503(1), (2) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 135(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 5/2001
Supreme Court of Greece, Case 9/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1232 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1232/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Μ. Ν. του Λ., 2)Ι. Ν. του Μ., κατοίκων ... και 3) Μ.-Π. Ν. του Μ., κατοίκου ..., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Α. Ι., συζ. Μ. Ν.. Ο πρώτος παρίσταται για τον εαυτό του, ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και οι δεύτερος και τρίτη εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου - καθού η κλήση:…., που εδρεύει στο Π… …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Πετρακάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2012 αγωγή της αρχικής διαδίκου Α. Ι., δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1991/2012 μη οριστική, 1361/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και 1435/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 18/2/2018 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1064/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, που διέταξε την επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζητήσεως της υπόθεσης. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 3/9/2019 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη, κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου, στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. Α.Π. 5/2001 και 9/1996). Εξάλλου, κατά το άρθρο 503 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ενώ όταν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στο εξωτερικό, η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση, κατά το άρθρο 135 παρ. 1 του ΚΠολΔ, της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της απόφασης.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι, κατά περίπτωση, παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, ή (όταν ο ερήμην δικασθείς διάδικος διαμένει στο εξωτερικό) η εξηκονθήμερη προθεσμία από την τελευταία, κατά το άρθρο 135 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δημοσίευση της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού.

Τούτο, διότι, έκτοτε η ερήμην εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδαφ. β' του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 του ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, Ολ.

Α.Π. 17/2013 Ολ. Α.Π. 626/1980). Ενόψει τούτου, η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος, άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης, απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ.

β' του ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας μπορεί να καλυφθεί με έγκριση, εκ των υστέρων, του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης, που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και, ως εκ τούτου, να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (Ολ.

Α.Π. 17/2013, Ολ. Α.Π. 9/1996 και 626/1980, Α.Π. 845/2018, Α.Π. 519/1993).

Στη προκειμένη περίπτωση, με την από 03-09-2019 κλήση των………, υπό την ιδιότητά τους ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιώσασας την 18-05-2012 αρχικής ενάγουσας Α. Ι., συζ. Μ. Ν., νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η από 18-02-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 4310/371/03-05-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 1435/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 έως 676 του ΚΠολΔ), μετά την έκδοση της με αριθμό 1064/2019 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο διέταξε την επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου, επιμελεία αυτών, να προσκομισθεί βεβαίωση της Γραμματείας του Εφετείου Αθηνών, περί μη ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της ως άνω απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν, η από 24-07-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4707/27-07-2015 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου….., κατά της με αριθμό 1361/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας ερήμην αυτού, ως εναγομένου είχε δεχθεί στο σύνολό της, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 24-04-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 80506/1805/26-04-2012 αγωγή της ως άνω αρχικής ενάγουσας Α.

Ι., συζ. Μ. Ν.. Στη συνέχεια, δε, αφού εξαφάνισε, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας αυτήν κατ' ουσίαν, εντός των ορίων που καθορίστηκαν από την έφεση, απέρριψε, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, κατά την κύρια αυτής βάση και ως μη νόμιμη, κατά την επικουρική αυτής βάση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά το νόμο, διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 03-05-2018 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 28-03-2017 (άρθρα 552 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Κατά της απόφασης αυτής δεν έχει ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας (βλ. το με αριθμό πρωτ. … Πιστοποιητικό περί κατάθεσης ενδίκων μέσων της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών Ε. Δ.). Υπό τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η νομοτύπως ασκηθείσα στις 03-05-2018 από τους ερημοδικασθέντες εφεσίβλητους ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 1435/2017 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που υπογράφεται από τον Δικηγόρο Αθηνών Μ.

Λ. Ν., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, υπό την παραπάνω ιδιότητά του, αλλά και ως πληρεξούσιος δικηγόρος των λοιπών αναιρεσειόντων, είναι παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ, αφού από το επικαλούμενο και νομίμως προσκομιζόμενο από αυτούς υπ' αριθμ. … ειδικό πληρεξούσιο, που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Π.

Ά. Ι. Σ. προκύπτει ότι οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσειόντων, εκτός από τη χορήγηση της πληρεξουσιότητας προς τον άνω Δικηγόρο να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου, εγκρίνουν και τη συναγόμενη από την απευθείας άσκηση της αίτησης αναίρεσης σιωπηρή παραίτησή τους από το δικαίωμα αυτών για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου.

Η έγκριση δε αυτή, ενεργώντας αναδρομικώς, ισχυροποίησε την παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε, κατά τα προαναφερόμενα, σε αναίρεση.

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 "πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας". Από τη διάταξη αυτή και τον επιδιωκόμενο με τη θέσπισή της σκοπό, συνιστάμενο στην εκκαθάριση, σε βραχύ χρονικό διάστημα, των αξιώσεων των εργαζομένων από τη λύση της εργασιακής σχέσης, για την ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας, ως προς αυτές, ο οποίος (σκοπός) πληρούται και με την προβολή με ένσταση ή αντένσταση της ακυρότητας της καταγγελίας, συνάγεται ότι και η, κατά τον ως άνω τρόπο, προβολή της ακυρότητας της καταγγελίας, την οποία προϋποθέτουν οι ενασκούμενες με την αγωγή αξιώσεις του μισθωτού εμπίπτει στην καθιερούμενη τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία (Ολ.

Α.Π. 1338/1985). Η άρση όμως, της αβεβαιότητας, ως προς το κύρος της καταγγελίας της σχέσης εργασίας, στην οποία στοχεύει η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 3198/1955, κατόπιν προβολής της με κοινοποιηθείσα, στην τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία, από την λύση της σχέσης εργασίας, αγωγή ή με εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα ανωτέρω, υποβληθείσα ένσταση ή αντένσταση, πληροί τον επιδιωχθέντα με την θέσπιση της ως άνω διάταξης σκοπό και οι, μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής, εγειρόμενες αγωγές περί καταψήφισης των αποδοχών του μισθωτού, για το, μετά την άκυρη καταγγελία, χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο εργοδότης ευρίσκεται σε υπερημερία, δεν είναι απαράδεκτες (Α.Π. 1535/2014, Α.Π. 702/2014, Α.Π. 1341/2002, Α.Π. 284/1996).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η αρχικώς ενάγουσα Α. Ι., σύζυγος Μ. Λ. Ν., που απεβίωσε στις 18-05-2012 και της οποίας καθολικοί διάδοχοι είναι οι ήδη αναιρεσείοντες Μ. Λ. Ν., Ι. Μ. Ν. και Μ. - Π. Μ. Ν., στην από 24-04-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 80506/1805/26-04-2012 ένδικη αγωγή της, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθετε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Σωματείο με την επωνυμία "….", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις 20-08-1980, προκειμένου να εργαστεί, ως διοικητική υπάλληλος, στο Δημοτικό Σχολείο "……", στο Π…..

Ότι στις 15-12-2006 το εναγόμενο κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της. Ότι με την προγενέστερη από 12-03-2007 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1140/12-03-2007 αγωγή της, επικαλούμενη την ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης και την εξ αυτής υπερημερία του εναγομένου ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας, για τους αναφερόμενους στην αγωγή εκείνη λόγους.

Ότι, με την ίδια αγωγή ζήτησε, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από την άκυρη καταγγελία, ήτοι από την 16-12-2006, μέχρι τη συζήτηση της αγωγής εκείνης, το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα πέντε (14.795,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος εκάστου μηνός, οπότε έκαστος μισθός κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητός, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας και για το, μετά τη συζήτηση της αγωγής, χρονικό διάστημα και για όσο χρόνο θα εξακολουθούσε να μην αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της και, περαιτέρω, να της καταβάλει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη, άλλως και σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασής της, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, η οποία ανέρχεται σε τριάντα τέσσερις χιλιάδες πεντακόσια σαράντα (34.540,00) ευρώ, νομιμοτόκως αφότου κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.

Ότι επί της υπόθεσης αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2503/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 15-12-2006 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της τότε ενάγουσας και υποχρέωσε το εναγόμενο να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, ήτοι για το από 16-12-2006 έως 05-11-2007 χρονικό διάστημα, συνολικού ύψους δέκα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα πέντε (14.795,00) ευρώ, καθώς και εύλογη χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτής, ύψους τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

Στη συνέχεια εξέθετε ότι, κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση, παραπονούμενη για την απόρριψη του αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής της, περί της υποχρέωσης του εναγομένου να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας, για όσο χρονικό διάστημα αρνείτο να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της, ήτοι για το διάστημα πέραν της περιόδου, για την οποία της επιδικάστηκαν μισθοί υπερημερίας και ως προς το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης.

Ότι, παρελθούσας της προθεσμίας άσκησης έφεσης υπό του αντιδίκου της, η ως άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, κατά το μέρος της που είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της και κατά το μέρος της, που είχε επιδικάσει σ' αυτήν μισθούς υπερημερίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής.

Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ήδη αναιρεσείοντες, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αρχικής ενάγουσας, ζήτησαν, μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223 εδ. β', 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αιτήματος της αγωγής με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις τους, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσαν, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, να υποχρεωθεί το εναγόμενο, το οποίο εξακολουθούσε να είναι υπερήμερο, μετά την τελεσίδικη κρίση της διαφοράς με την προηγούμενη με αριθμό 2503/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσον αφορά την ακυρότητα της καταγγελίας, να τους καταβάλει, υπό την προαναφερομένη την ιδιότητά τους, για μισθούς υπερημερίας και συγκεκριμένα για επιδόματα αδείας και επιδόματα εορτών (δώρα), που ήταν γεγενημένα κατά τον χρόνο θανάτου της δικαιοπαρόχου τους (αρχικής ενάγουσας) για το χρονικό διάστημα των ετών 2007, 2008, 2009, 2010, 2011 και 2012:

α) το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριάντα πέντε (4.035,00) ευρώ, για επιδόματα αδείας, β) το ποσό των έξι χιλιάδων επτακοσίων είκοσι πέντε (6.725,00) ευρώ, για επιδόματα εορτών (δώρα) Χριστουγέννων και γ) το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριάντα πέντε (4.035,00) ευρώ, για επιδόματα εορτών (δώρα) Πάσχα, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα κατά την οποία έκαστο από τα επιμέρους αυτά ποσά κατέστη απαιτητό, μέχρι την άσκηση της αγωγής και εφεξής με το νόμιμο τόκο και μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 έως 676 του ΚΠολΔ), το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε τη με αριθμό 1991/2012 απόφασή του, με την οποία ανέβαλε κατ' άρθρο 249 του ΚΠολΔ, την έκδοση της οριστικής του απόφασης μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της από 18-01-2011 έφεσης, που είχε ασκήσει η αρχικώς ενάγουσα και της αντέφεσης, που είχε ασκήσει το εναγόμενο κατά της με αριθμό 2503/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί επί της προγενέστερης ως άνω από 12-03-2007 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1140/12-03-2007 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας.

Με τη με αριθμό 2503/2010 απόφαση, το Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε ότι η γενόμενη στις 15-12-2006 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της τότε ενάγουσας ήταν άκυρη, ως καταχρηστική και υποχρέωσε το εναγόμενο να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, ήτοι για το από 16-12-2006 έως 05-11-2007 χρονικό διάστημα, συνολικού ύψους δέκα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα πέντε (14.795,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος εκάστου μηνός που εκάστη επιμέρους απαίτησης κατέστη απαιτητή, καθώς και εύλογη χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτής, ύψους τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

Ακολούθως, επί της άνω έφεσης και της αντέφεσης, εκδόθηκε η με αριθμό 138/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την αντέφεση, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, ενώ δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση. Ειδικότερα, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν είχε προσβληθεί με έφεση, κατά το μέρος που είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας και κατά το μέρος που είχε επιδικάσει σε αυτήν μισθούς υπερημερίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής και ότι, συνακόλουθα, κατά τα μέρη της αυτά, είχε καταστεί τελεσίδικη.

Ακολούθως, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά το μέρος που απέρριψε (σιγή) το περί τοκοδοσίας αίτημα, το οποίο αφορούσε το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, καθώς και κατά το μέρος που απέρριψε (σιγή) το αίτημα καταβολής μισθών υπερημερίας για το από 06-11-2007 έως 06-06-2008 χρονικό διάστημα και, κατόπιν αυτών, υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της αρχικής ενάγουσας, η οποία κατά τη συζήτηση της έφεσης είχε αποβιώσει, τους τόκους υπερημερίας του επιδικασθέντος με τη με αριθμό 2503/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ποσού των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ από την επίδοση της αγωγής και, περαιτέρω, αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των εννέα χιλιάδων τετρακοσίων δέκα πέντε (9.415,00) ευρώ, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 06-11-2007 έως 06-06-2008, με το νόμιμο τόκο από το τέλος εκάστου μηνός, οπότε έκαστος επιμέρους μισθός κατέστη απαιτητός.

Στη συνέχεα, οι ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 02-03-2014 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 35235/2014 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 913/17-03-2014 κλήση τους, επανέφεραν προς περαιτέρω συζήτηση την ένδικη αγωγή και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1361/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας ερήμην του εναγομένου και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, δέχθηκε αυτήν στο σύνολό της, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και τους επιδίκασε το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα πέντε (14.795,00) ευρώ, για επιδόματα εορτών και αδείας ετών 2007 - 2012 με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση.

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 24-07-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4707/27-07-2015 έφεσης από το ερημοδικασθέν εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο με την οποία παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκληθείσα απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 1435/2017 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και (ανα)δικάζοντας αυτήν κατ' ουσίαν, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, κατά την κύρια αυτής βάση και ως μη νόμιμη, κατά την επικουρική αυτής βάση.

Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα Α. Ι. είχε προσληφθεί από το εναγόμενο [ήδη αναιρεσίβλητο], με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολείτο, ως διοικητική υπάλληλος στο Δημοτικό Σ. "…", στο Π…, από 1-9-1980 μέχρι τις 15-12-2006, που το εναγόμενο κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, γιατί αρνήθηκε να μετακινηθεί σε άλλη θέση της υπηρεσίας της.

Κατόπιν ασκήσεως της από 12-03-2007 αγωγής της, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, με τις υπ' αριθμ. 2503/2010 και 138/2014 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, κρίθηκε καταχρηστική και, ως εκ τούτου, άκυρη και της επιδικάστηκαν μηνιαίοι μισθοί υπερημερίας με την πρωτόδικη απόφαση:

α) από 16-12-2006 έως 05-11-2007, το ποσό των 14.795 ευρώ (μισθοί 11 μηνών), ως και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 3.000 ευρώ, ενώ με την απόφαση του Δικαστηρίου τούτου β) αναγνωρίστηκε ακόμη ότι το εναγόμενο οφείλει στους κληρονόμους της, λόγω του επισυμβάντος θανάτου της, για μισθούς υπερημερίας από 06-11-2007 έως 06-6-2008, το ποσό των 9.415 ευρώ (μισθοί 7 μηνών).

Με την ένδικη αγωγή της (ενν. την από 12-03-2007 αγωγή), επί της οποίας εκδόθηκαν οι προαναφερόμενες αποφάσεις, η ενάγουσα ζητούσε μισθούς υπερημερίας 11 μηνών και συνολικά το ποσό των (1.345 ευρώ μηνιαίος μισθός επί 11) 14.795 ευρώ, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκ 10.000 ευρώ, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει μισθό υπερημερίας εκ 1.345 ευρώ, για όσο χρόνο αρνείτο να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της και ουδένα άλλο ποσό από άλλη αιτία.

Δηλαδή η ενάγουσα με την αγωγή αυτή, που ασκήθηκε εμπρόθεσμα εντός της αποσβεστικής προθεσμίας των τριών μηνών του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, δεν ζήτησε τα επιδόματα αδείας και εορτών, που αναλογούσαν στα χρονικά διαστήματα, για τα οποία αιτείτο μισθούς υπερημερίας. Τα επιδόματα εορτών και αδείας των επιδίκων ετών 2007 έως και 2012, που ζητεί με την ένδικη αγωγή, βασίζονται στις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966, 1 παρ. 1 Ν. 1082/1980 1 παρ. 2 της Υ.Α. 19040/1981, Α.Ν. 539/1945, έχουν διαφορετική νομική αιτία από τα επιδικασθέντα ποσά για μισθούς υπερημερίας και οι σχετικές αξιώσεις ασκούνται για πρώτη φορά με την ένδικη αγωγή, που επιδόθηκε στις 29-9-2015 και 1-10-2015, δηλαδή 9 έτη μετά την άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας.

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε, το δεδικασμένο καλύπτει την ιστορική και νομική αιτία, που κρίθηκε με την τελεσίδικη απόφαση για το ίδιο αντικείμενο, για τον προγενέστερο χρόνο, ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα, που ήσαν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως, όπως το κύρος της συμβάσεως εργασίας, το ύψος των αποδοχών, την ακυρότητα της καταγγελίας, την υπερημερία του εργοδότη περί την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, το δε Δικαστήριο δεσμεύεται από το δεδικασμένο, για την ίδια απαίτηση, που προβάλλεται για χρονικό διάστημα επόμενο εκείνου, για το οποίο επιδικάστηκε η (πρώτη) απαίτηση, εφόσον όμως δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος, με βάση το οποίο ήδη κρίθηκε η απαίτηση κατά τον προγενέστερο χρόνο [...] Στην προκειμένη περίπτωση, οι απαιτήσεις της ενάγουσας έχουν διαφορετική νομική αιτία, αφού αφορούν επιδόματα εορτών και αδείας, που ασκούνται για πρώτη φορά και δεν αφορούν ίδιες απαιτήσεις με τις ήδη κριθείσες, αλλά μεταγενεστέρου χρόνου.

Συνεπώς, ασκούνται για πρώτη φορά και είναι απαράδεκτες, γιατί δεν τηρήθηκε η αποσβεστική προθεσμία των τριών μηνών που προαναφέρθηκε, γεγονός που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως υπό του Δικαστηρίου". Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, κατά την κύρια αυτής βάση.

Με την κρίση του αυτή και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο της ουσίας, υπέπεσε στις αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ (και όχι και σε εκείνη του αριθμού 19 του ιδίου άρθρου) καθώς παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955.

Ειδικότερα, μολονότι δέχθηκε ότι η προγενέστερη από 12-03-2007 αγωγή είχε ασκηθεί, εντός της τριμήνου αποσβεστικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσης εργασίας της ενάγουσας, κατ' άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και ότι η από 15-12-2006 καταγγελία κρίθηκε άκυρη, με τη με αριθμό 2503/2010 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, κατά τις παραδοχές της, παράγει δεδικασμένο το οποίο " ...

καλύπτει την ιστορική και νομική αιτία, που κρίθηκε με την τελεσίδικη απόφαση, για το ίδιο αντικείμενο για τον προγενέστερο χρόνο, ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα, που ήσαν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως, όπως το κύρος της συμβάσεως εργασίας, το ύψος των αποδοχών, την ακυρότητα της καταγγελίας, την υπερημερία του εργοδότη περί την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, το δε Δικαστήριο δεσμεύεται από το δεδικασμένο, για την ίδια απαίτηση, που προβάλλεται για χρονικό διάστημα επόμενο εκείνου, για το οποίο επιδικάστηκε η (πρώτη) απαίτηση, εφόσον όμως δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος, με βάση το οποίο ήδη κρίθηκε η απαίτηση κατά τον προγενέστερο χρόνο ...", στη συνέχεια απέρριψε την ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση αυτής, ως απαράδεκτη, για το λόγο ότι δεν ασκήθηκε μέσα στην τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, εφόσον, κατά το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης "..

οι απαιτήσεις της ενάγουσας έχουν διαφορετική νομική αιτία, αφού αφορούν επιδόματα εορτών και αδείας που ασκούνται για πρώτη φορά και δεν αφορούν ίδιες απαιτήσεις με τις ήδη κριθείσες, αλλά μεταγενεστέρου χρόνου ... ". Ωστόσο, με την κοινοποίηση, εντός της τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από τις λύσεως της σχέσης εργασίας, της προγενέστερης από 12-03-2007 αγωγής της, ήρθη η αβεβαιότητα, ως προς το έγκυρο ή μη της από 15-12-2006 καταγγελίας, ώστε η, μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής, ασκούμενη ένδικη αγωγή, ως προς τα αιτήματα αυτής (που δεν είχαν υποβληθεί με την προηγηθείσα ως άνω από 12-03-2007 αγωγή) περί επιδικάσεως επιδομάτων αδείας και δώρων εορτών, για το χρονικό διάστημα των ετών 2007 2008, 2009 2010, 2011 και 2012, κατά το διάστημα κατά το οποίο διαρκούσε η υπερημερία του εναγομένου, στην οποία είχε περιέλθει αυτό, λόγω της ακυρότητας της από 15-12-2006 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, δεν είναι απαράδεκτες.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου) είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, αφού, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, δια της εμπρόθεσμης με την πρώτη αγωγή της αρχικώς ενάγουσας, προβολής της ακυρότητας της καταγγελίας της σχέσης εργασίας της, ήρθη η αβεβαιότητα ως προς το έγκυρο ή μη της ως άνω καταγγελίας, ώστε να μη υπόκειται στην ως άνω αποκλειστική προθεσμία η ένδικη δεύτερη αγωγή.

Σημειώνεται ότι το Εφετείο, εξετάζοντας την μη ερευνηθείσα πρωτοδίκως επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της ένδικης αγωγής, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι οι σχετικές απαιτήσεις βασίζονται στις διατάξεις του νόμου και όχι στον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ως προς το μέρος αυτό, δεν θίγεται με την αίτηση αναίρεσης η απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερομένου αναιρετικού λόγου ως βάσιμου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης και καθιστά, ως εκ τούτου, αλυσιτελή την εξέταση του δευτέρου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και, στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση προς εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή από αυτόν που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015). Τέλος, πρέπει καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 1435/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσιβλήτου τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ