Supreme Court dismisses appeal where arguments on disability assessment are deemed inadmissible as they challenge substantive facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding disability compensation. The appellant argued procedural errors, but the Court ruled that arguments concerning the specific assessment of disability and the calculation of compensation amounts do not constitute independent grounds for appeal. Consequently, the Court held that these arguments improperly target the court's substantive evaluation of the case facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 576 of the Code of Civil Procedure: Arguments challenging the substantive assessment of disability and the quantum of compensation under Article 931 of the Civil Code are inadmissible as they do not constitute independent grounds for appeal but rather attack the court's evaluation of the case facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1232 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1232/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αγγελακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και ήδη "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δόξα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 10-1-2019 δήλωση, καθώς και στις κατατεθείσες από 7-1-2019 προτάσεις του, δήλωσε ότι η "... ΑΕ" τυγχάνει καθολική διάδοχος, μετά από συγχώνευση διά απορροφήσεως, της αρχικώς αναιρεσίβλητης εταιρείας "... ΑΕ".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-2013 αγωγή Ό. Έ. του Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής και συνεκδικάστηκε με την από 21-1-2014 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της 2ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 22-1-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2015 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική και 18/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 976/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-6-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη υπόθεση, από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ...17/5.11.2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σ. Χ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης από 29.6.2017 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, αφού o τελευταίος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.
Η κρινόμενη από 29.6.2017 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 976/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των ζημιών από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Το διαδικαστικό ιστορικό για το ενδιαφέρον την αίτηση αναίρεσης μέρος της υπόθεσης έχει ως εξής: Κατά παραδοχή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμης της από 22.1.2014 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 20/2014 αγωγής, που άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επί της οποίας εξεδόθη η με αριθμό 18/2016 του ως άνω δικαστηρίου οριστική απόφαση, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των μ' αυτή εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων να καταβάλλουν εις ολόκληρο ο καθένας σ' αυτόν για τις σωματικές βλάβες που υπέστη κατά το επισυμβάν την 8-6-2013 στη Χαλκιδική αυτοκινητιστικό ατύχημα, η πρόκληση του οποίου οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων οδηγού του ζημιογόνου με αριθμό ...22 ΙΧΦ αυτοκινήτου, ασφαλισμένου κατά τον χρόνο εκείνο για τις από αυτό ζημίες σε τρίτους στην εναγομένη και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...
Α.Ε." (ΑΤΕ), στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως η παριστάμενη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε", τα ποσά των α) 132.653,52 ευρώ, για διαφυγόντα εκ της εργασίας του κέρδη κατά τη χρονική περίοδο από 11-2013 μέχρι 5-11-2019, β) 80.000 ευρώ για εύλογη λόγω ηθικής βλάβης χρηματική ικανοποίηση και γ) 50.000 ευρώ ως πρόσθετη κατ' άρθρο 931 ΑΚ, αποζημίωση.
Κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης και της με αυτήν συνεκκαλουμενης με αριθμ. 7/2015 εν μέρει οριστικής απόφασης, με την οποία είχε διαταχθεί η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών που υπέστη ο ήδη αναιρεσείων, ασκήθηκαν από μεν τους εναγομένους η από 6.7.2016 (αρ.
καταθ. 71/2016) έφεση και από τον ενάγοντα η από 4.1.2017 (αρ. καταθ. 1/2017) αντέφεση επί των οποίων εξεδόθη η προσβαλλομένη με την ένδικη αναίρεση απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, απερρίφθη η αντέφεση, ακολούθησε μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης η εκδίκαση της ένδικης αγωγής, η οποία κατ' αποτελέσμα απερρίφθη κατά το περί διαφυγόντων κερδών αίτημά της και περιορίστηκαν τα επιδικασθέντα πρωτοδίκως ποσά της κατ' άρθρο 931 ΑΚ ειδικής αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης σε 20.000 και 30.000 ευρώ, αντιστοίχως.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που συνεπάγεται αναίρεση της απόφασης, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι διαλαμβάνεται σ` αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως είναι πραγματικά, οδηγείται σε κρίση ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, διαφορετική από εκείνη την οποία αυτός που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενό του θεωρεί ως σωστή.
Γενικά ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης συντρέχει όταν έγινε σφάλμα διαγνωστικό, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ως περιεχομένων σ` αυτό περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για την συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 388/2018).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 87/2013). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, 1548/2018, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).
Τέλος, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο α) την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αλλά και β) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΑΠ 1633/2018).
Κατά συνέπεια, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν τα σφάλματα που αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αφορούν την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων ή νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 725/2009).
Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 9/2013).
Κατά την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του" και κατά την διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα "η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, ότι σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από την θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και την αποθετική τοιαύτη (διαφυγόν κέρδος).
Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρο εφαρμογής του άρθρου 298 του Α.Κ., παρέχει η διάταξη αυτή κατά την οποία "(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ' ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει την βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με την θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση.
Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του Α.Κ. έχει το μεν ουσιαστικό χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, το δε δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στον δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 2001/2017, ΑΠ 325/2016, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 601/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα:
Ότι ο αναιρεσείων, κατά το επισυμβάν στις 8.6.2013 στην περιοχή ... τροχαίο ατύχημα, υπέστη σοβαρό τραυματισμό και διακομίσθηκε άμεσα στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο ...."..." όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κατάγματα λεκάνης με διάσταση ηβικής συμφύσεως - τύπου open book, κατάγματα αριστερής και δεξιάς πηχεοκαρπικής, κάταγμα σκαφοειδούς οστού δεξιού χεριού, πνευμονικές θλάσεις άνω λοβών, ρωγμώδες κάταγμα στέρνου με οπισθοστερνικό αιμάτωμα, θλάσεις ορθών κοιλιακών μυών με συνοδό υποδόριο αιμάτωμα, ενδοπυέλικες αιμορραγικές συλλογές και αιμάτωμα οσχέου.
Ότι, εξαιτίας του τραυματισμού του α) υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση εξωτερικής οστεοσύνθεσης με EX-FIX του κατάγματος της λεκάνης, ενώ του τοποθετήθηκαν προσωρινά νάρθηκες και στα δύο χέρια προς τον σκοπό μεταγενεστέρας χειρουργικής αποκαταστάσεως των καταγμάτων στην δεξιά και στην αριστερή πηχεοκαρπική, νοσηλευθείς στην Α' Χειρουργική Κλινική από 8-6-2013 μέχρι 19-6-2013, β) διακομίστηκε στις 19-6-2013 στο Τμήμα Ορθοπεδικής Χειρουργικής του Γενικού Νοσοκομείου ..... "...", όπου στις 21-6-2013 υπεβλήθη σε ανοικτή ανάταξη και οστεοσύνθεση των καταγμάτων των κερκίδων άμφω και του σκαφοειδούς οστού του δεξιού του χεριού και παρέμεινε προς νοσηλεία μέχρι τις 28.6.2013, γ) διακομίστηκε στις 28.6.2013, προς βελτίωση της κινητικότητάς του, σε ειδικό κέντρο αποθεραπείας αποκατάστασης όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος κλινήρης έως τις 28-8-2013, υποβαλλόμενος σε κινησιοθεραπείες.
Περαιτέρω έγινε δεκτό ότι ο ενάγων μετά την έξοδό του από το παραπάνω Κέντρο Αποκατάστασης και αποθεραπείας υπεβλήθη σε εξετάσεις για τις βλάβες που είχε υποστεί (αριστερή και δεξιά πηχεοκαρπική), διαρκείς επανελέγχους, ενώ εξαιτίας των τραυματισμών του κρίθηκε ανίκανος για εργασία από την αρμόδια επιτροπή του Ι.Κ.Α που ήταν ο ασφαλιστικός του φορέας από την επόμενη ημέρα από την επέλευση του επιδίκου ατυχήματος (9.6.2013) μέχρι και την 30.9.2013.
Επιπλέον ότι σύμφωνα με τις με αρ. καταθ. ....1/27.2.2015 και ..../14.2.2015 εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που διεξήγαγαν δυνάμει της με αριθμό 7/2015 εν μέρει οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι προς τούτο διορισμένοι ιατροί ορθοπεδικός και ουρολόγος, αντίστοιχα, για την κατάσταση της υγείας του διαπιστώθηκε, ότι ο ενάγων 18 μήνες μετά το ατύχημα, παρουσιάζει: 1) με βάσει την πραγματογνωμοσύνη του ορθοπεδικού εμμένουσα δυσχέρεια άρσης βάρους, δυσχέρεια χειρωνακτικής εργασίας λόγω του άλγους και της δυσκαμψίας των πηχεοκαρπικών και φαλαγγοφαλαγγικών αρθρώσεών του, δυσχέρεια παρατεταμένης καθιστικής θέσης, αλλά και εκτέλεσης οδήγησης επαγγελματικά, λόγω της αστάθειας και του άλγους στις ιερολαγόνιες αρθρώσεις του και ότι ενδεχομένως στο μέλλον να απαιτηθούν σωρευτικά ή διαζευκτικά χειρουργικές επεμβάσεις εάν και εφόσον παρουσιάσει μετατραυματική αρθρίτιδα και εφόσον επιμένει το άλγος στις ιερολαγόνιες αρθρώσεις και 2) με βάσει την πραγματογνωμοσύνη του ουρολόγου ο αναιρεσείων πάσχει από στυτική δυσλειτουργία αγγειακής αιτιολογίας λόγω φλεβικής διαφυγής απότοκης του είδους της κάκωσης, (κάταγμα λεκάνης με διάσταση ηβικής σύμφυσης), που υπέστη κατά το τροχαίο ατύχημα, δυσχερώς αντιμετωπίσιμη συντηρητικά, ενδεχομένως δε να απαιτηθεί επέμβαση ή τοποθέτηση ενδοπεϊκής πρόθεσης (τεχνητό μέλος).
Βάσει αυτών και σχετικά με το προσβαλλόμενο μεταξύ άλλων με την ένδικη αναίρεση με στοιχείο Α από το αναιρετήριο κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών, για την συνεχιζόμενη κατά το από 5-11-2013 μέχρι 5-11-2019 χρονικό διάστημα ανικανότητά του προς εργασία δέχθηκε επακριβώς τα εξής: "Ο ενάγων, ο οποίος πριν από το παραπάνω ατύχημα παρείχε τις υπηρεσίες του ως πωλητής στην εδρεύουσα στο ύψος του 1ου χιλιομέτρου της επαρχιακής οδού ..., εταιρία με την επωνυμία "...
ΕΠΕ", της οποίας η εμπορική δραστηριότητα συνίσταται στην εμπορία οικοδομικών υλικών, ισχυρίσθηκε ότι εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το παραπάνω περιγραφόμενο ατύχημα και της εντεύθεν ανικανότητάς του προς εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 5-11-2013 μέχρι 5-11-2019, απώλεσε αλλά και πρόκειται να απωλέσει το συνολικό χρηματικό ποσόν των 132.653,52 €, το οποίο μετά πιθανότητος κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων προσδοκούσε να κερδίσει εάν δεν είχε συμβεί το παραπάνω εις βάρος του ατύχημα.
Η ιδιότητα όμως του πωλητή που είχε ο ενάγων απαιτούσε ως προϋπόθεση την δυνατότητα εκ μέρους του συνεχών μετακινήσεων και την συνάντησή του με τους πελάτες της ως άνω επιχειρήσεως προκειμένου να καταρτίζει μαζί τους συμφωνίες πωλήσεων των ειδών της επιχειρήσεως αυτής και η προαναφερθείσα κατάσταση της υγείας του δεν καθιστούσε αυτόν ανίκανον για την εκτέλεση της παραπάνω εργασίας του κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, δηλαδή από 5-11-2013 μέχρι 5-11-2019, να παρέχει δηλαδή τις υπηρεσίες του ως πωλητής στην προαναφερθείσα εταιρία, δεδομένου ότι ο ασφαλιστικός φορέας του δεν θεώρησε αυτόν ανίκανο για εργασία κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, ενώ βεβαίως δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός της σημαντικής μειώσεως της εμπορικής δραστηριότητος των επιχειρήσεων πωλήσεων οικοδομικών υλικών -όπως είναι και η προαναφερθείσα εταιρία στην οποίαν εργαζόταν ο ενάγων- εν όψει της οικονομικής κρίσεως της χώρας μας και συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος από ουσιαστικής απόψεως ο παραπάνω σχετικός ισχυρισμός του, ότι δηλαδή αυτός απώλεσε αλλά και ότι πρόκειται να απωλέσει εισοδήματα εξ αιτίας του τραυματισμού του κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα".
Με αυτές τις αιτιολογίες έκρινε, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο κατ' αποτέλεσμα αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα ως διαφυγόν από την εργασία του, (για το παραπάνω διάστημα των 72 μηνών), κέρδος, το ποσόν των 132.653,52 ευρώ συνολικά, επειδή αποδείχθηκε ότι ο ήδη αναιρεσείων και τότε εφεσίβλητος - ενάγων αποκέρδαινε μηναίως το ποσό των 2.653 ευρώ, ήτοι 1.842,41 ευρώ επιπλέον των 810 ευρώ που ήταν ο συμφωνημένος ανά μήνα μισθός του, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και κατά παραδοχή του τέταρτου λόγου έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων και τότε εκκαλούντων - εναγομένων απέρριψε το ως άνω αγωγικό αίτημα.
Στην προκειμένη περίπτωση όσον αφορά το σχετικό με το αίτημα αυτό κεφάλαιο της προσβαλλομένης: Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται σ' αυτήν η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι ενώ παρατίθεται στο αιτιολογικό της αυτουσίως όλο το περιεχόμενο της ως άνω με αρ. καταθ. 11/2015 έκθεσης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ορθοπεδικού ιατρού, δεν αναφέρθηκε το σημείο εκείνο το οποίο αναφέρεται στο κρίσιμο για την ικανότητα του αναιρεσείοντος να ανταποκριθεί μελλοντικά στην προηγούμενη εργασιακή του απασχόληση, ζήτημα και συγκεκριμένα το τμήμα της εκείνο στο οποίο αναφέρεται επακριβώς ότι "η εξέλιξη της κατάστασης του εξετασθέντος θα είναι -το πιθανότερο- προοδευτικά επιδεινούμενη και κρίνω πως...
δεν θα έχει τη δυνατότητα να εργασθεί στην προηγούμενη εργασία του, ανταποκρινόμενος στις συνθήκες της, όπως αυτές εκτίθενται παραπάνω και μου τις περιέγραψε ο ίδιος". Ωστόσο από την επισκόπηση του προαναφερόμενου περιεχομένου της πληττόμενης απόφασης και εκείνου της πραγματογνωμοσύνης, δεν προκύπτει διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση αυτής με την παραδοχή ως περιεχομένων σ' αυτά περιστατικών, κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται, αλλά το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου τους, οδηγήθηκε σε κρίση ανέλεγκτη, διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθή.
Ειδικότερα για τη διάρκεια και την έκταση της ανικανότητάς του προς εργασία το επίμαχο διάστημα ελήφθησαν υπόψη, η κατάσταση της υγείας του κατά το αυτουσίως παρατιθέμενο στο σκεπτικό της προσβαλλομένης περιεχόμενο της σχετικής έκθεσης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης σχετικά με το είδος, την έκταση των σωματικών βλαβών, τις ιατρικές διαγνώσεις, τις πραγματοποιηθείσες, αλλά και τις ενδεικνυόμενες για το μέλλον, προς αποκατάσταση της υγείας του θεραπείες εν σχέσει και σε συνδυασμό με την, κατά δήλωση του ιδίου περιγραφή της εργασιακής του απασχόλησης, το γεγονός ότι ο ασφαλιστικός του φορέας δεν θεώρησε αυτόν το ίδιο χρονικό διάστημα, ανίκανο για την συγκεκριμένη εργασία.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και σε κάθε περίπτωση, απαράδεκτος διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης, η ως άνω πραγματογνωμοσύνη έχει συνεκτιμηθεί με άλλα αποδεικτικά μέσα για την διαμόρφωση του τελικού πορίσματος της απόφασης σχετικά με το κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών και δεν αποτέλεσε το μοναδικό αποδεικτικό μέσο με βάση το οποίο το Εφετείο διαμόρφωσε αρνητικό αποδεικτικό ως προς το ζήτημα αυτό πόρισμα, ώστε να ιδρύεται ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος.
Εξάλλου ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη κατά το αυτό ως άνω κεφάλαιό της η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους, προς αντίκρουση του τέταρτου λόγου έφεσης ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τους οποίους εξέθεσε στις ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις αλλά και στην αγωγή του, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της ζημίας του από την απώλεια των διαφυγόντων κατά το ως άνω από 5-11-2013 μέχρι 5-11-2019, χρονικό διάστημα είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο με τις ίδιες ως άνω παραδοχές απέρριψε εκ του πράγματος, δηλαδή διά της αντιθέτου παραδοχής του, τους ως άνω ισχυρισμούς περί μόνιμης πλέον αδυναμίας του, λόγω της μετατραυματικής κατά ποσοστό 60% αναπηρίας, να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της εργασίας του ως εξωτερικός πωλητής, δεχόμενο ότι ο ασφαλιστικός φορέας του αναιρεσείοντος, σε αντίθεση με όσα στην πραγματογνωμοσύνη αναφέρονται, δεν διαπίστωσε την κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα ανικανότητά του προς εργασία.
Ακολούθως με τις ως άνω, διαλαμβανόμενες για το κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών κρίσεις του, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως αλλά ούτε και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 298 και 929 ΑΚ, τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά σχετικά με το ότι ο ενάγων ήταν ικανός να εργαστεί ως πωλητής κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας του διαφυγόντος κέρδους και δικαιολογούν την κατ' ουσίαν απόρριψη του αξιούμενου με την ένδικη αγωγή του σχετικού κονδυλίου στο σύνολό του.
Επιπλέον το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, ως προς το κεφάλαιο αυτό είναι σαφές, πλήρες και χωρίς αντιφάσεις, δεν ήταν δε απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας να παρατεθούν στην προσβαλλομένη πρόσθετες αιτιολογίες προς αντίκρουση των όσων αναφέρονται στην πραγματογνωμοσύνη σχετικά την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, τη δυνατότητα να εργαστεί ειδικώς ως εξωτερικός πωλητής, τα σωματικά προσόντα, ικανότητες και δεξιότητες, που απαιτούνται για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος, ούτε και άλλες κρίσεις για την αντίθετη, εν σχέσει με τον ασφαλιστικό του φορέα, εκτίμηση του ιατρού πραγματογνώμονα ότι έχει μόνιμη κατά ποσοστό 60%, αναπηρία.
Ουδεμία δε αντίφαση περιέχει η προσβαλλομένη, όπως με τον τέταρτo αναιρετικό λόγο, μεταξύ άλλων, αιτιάται αυτήν ο αναιρεσείων, εκ μόνου του λόγου ότι το Εφετείο δεν προβαίνει σε συσχετισμό της εκτίμησης του ασφαλιστικού φορέα (ΙΚΑ) περί της ικανότητας του ενάγοντος να εργαστεί, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ως πωλητής με τις βλάβες της υγείας που αναφέρονται στην ως άνω (από τον ορθοπεδικό ιατρό) πραγματογνωμοσύνη.
Τέλος, η αιτιολογία του Εφετείου περί του ότι δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός της σημαντικής μειώσεως της εμπορικής δραστηριότητος των επιχειρήσεων πωλήσεων οικοδομικών υλικών -όπως είναι και η προαναφερθείσα εταιρία στην οποίαν εργαζόταν ο ενάγων- ενόψει της οικονομικής κρίσεως της χώρας μας, είναι πλεοναστική και διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου, ως επιχείρημα από την εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με το ότι, ανεξάρτητα του, ότι δεν αποδείχθηκε η προς εργασία ανικανότητα του ενάγοντος, δεν υπήρχε κατά το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα, ένδειξη για εξωτερικές πωλήσεις της εργοδότριας εταιρίας στο βαθμό που επικαλείτο ο ενάγων.
Συνεπώς οι τρίτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη συνδυαστικά οι από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες είναι αβάσιμοι, σε κάθε δε περίπτωση και απαράδεκτοι, το μεν διότι επιχειρείται δι' αυτών να πληγεί η προς ενίσχυση του εξαχθέντος αποδεικτικού πορίσματος, πλεοναστική αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης, σχετικά με την δυναμική των πωλήσεων της εργοδότριας εταιρίας το επίδικο χρονικό διάστημα, το δε διότι αναγόμενες σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτόν εκδοχής του βαθμού της προελθούσας από τον τραυματισμό του ανικανότητας προς εργασία, την οποία συνδέει με την απώλεια των, επιπλέον του μηναίου μισθού του, εκ της εργασιακής του απασχόλησης απολαβών, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστή ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, ο σχετικοί με το κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών 1ος, 2ος, 3ος και 4ος αναιρετικοί λόγοι με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη αντιστοίχως, οι από τους αριθμούς 20, 8, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις ως άνω αναφερόμενες διακρίσεις.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του, ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη, ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημία, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 213/2017, ΑΠ 405/2015, ΑΠ 150/2015).
Και στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 ΑΚ, ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 142/2019, ΑΠ 752/2018). Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό των εύλογων αυτών χρηματικών ποσών είναι ο χρόνος της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 213/2017).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με τα κεφάλαια της ειδικής αποζημίωσης του άρθρου 931 ΚΠολΔ και της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, πέραν των ως άνω στην αρχή παρατεθέντων παραδοχών της, διέλαβε επακριβώς τα εξής: "Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων συμμετείχε σε διάφορες αθλητικές δραστηριότητες αλλά μετά το παραπάνω ατύχημα και τον εντεύθεν τραυματισμό του και της ως άνω προκληθείσης αναπηρίας του, θα περιορισθούν μετά βεβαιότητας σημαντικά οι κοινωνικές του συναναστροφές λόγω του είδους, της φύσεως και της σοβαρότητος των παραπάνω σωματικών βλαβών του και των συνεπειών που θα έχουν αυτές στην εν γένει κατάσταση της υγείας του.
Είναι λοιπόν αδιαμφισβήτητο ότι ο τραυματισμός του θα έχει γι' αυτόν δυσμενείς κοινωνικές, επαγγελματικές, οικογενειακές και οικονομικές επιπτώσεις, καθ' όσον αυτός γεννήθηκε στις 2-4-1972, όπως ήδη αναφέρθηκε και είχε την θέληση και την προοπτική να εργασθεί και να αναπτύξει κοινωνικές και οικογενειακές δραστηριότητες στα πλαίσια που έχει ο μέσος υγιής άνθρωπος της ηλικίας του.
Η παραπάνω όμως αναφερόμενη κακή κατάσταση της υγείας του αναμένεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ότι θα περιορίσει σημαντικά τις δυνατότητές του για να αναπτύξει διάφορες δραστηριότητες αλλά και να βελτιώσει την κοινωνική και οικονομική θέση του και για την αποκατάσταση της σχετικής αυτής ζημίας του πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτόν κατ' άρθρον 931 Α.Κ., το χρηματικό ποσόν των 20.000,00 € εφ' όσον η σχετική αυτή αξίωση είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τις άλλες αξιώσεις αποζημιώσεως.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την ως άνω εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 18/2016 οριστική απόφασή του επιδίκασε στον ενάγοντα για την προαναφερθείσα αιτία το χρηματικόν ποσόν των 50.000,00 €, εσφαλμένως εφήρμοσε τον νόμο αλλά και κακώς εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία και συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός (δεύτερος) λόγος της κρινόμενης εφέσεως και παράλληλα, να απορριφθεί ο σχετικός (δεύτερος) λόγος της αντεφέσεως.
Από την ως άνω επιδειχθείσα παράνομη συμπεριφορά του πρώτου των εναγομένων Ν. Μ. του Β., εις βάρος του ενάγοντος, ο τελευταίος υπέστη ηθική βλάβη και συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως σε αυτόν. Εν όψει των συνθηκών προκλήσεως του τραυματισμού του εν λόγω ενάγοντος όπως αυτές παραπάνω περιγράφονται, της αποκλειστικής υπαιτιότητος του πρώτου εναγόμενου για την πρόκληση του παραπάνω ατυχήματος και του εντεύθεν σοβαρού τραυματισμού του ενάγοντος, της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των ως άνω διαδίκων φυσικών προσώπων -εκ των οποίων ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του ως πωλητής στην προαναφερθείσα εταιρία, όπως ήδη αναφέρθηκε και ο πρώτος των εναγομένων τυγχάνει αγρότης, δεδομένου ότι η ευθύνη της δευτέρας των εναγομένων ασφαλιστικής εταιρίας τυγχάνει εγγυητική (ΑΠ 1114/2000 ΕλλΔνη 41 (2000) 1591)- της φύσεως, της εκτάσεως και της σοβαρότητος των σωματικών βλαβών που υπέστη ο ενάγων και τις συνέπειες που είχαν αυτές στην υγεία του αλλά και της ταραχής του, του γεγονότος ότι ο ενάγων δοκίμασε στεναχώρια και ταλαιπωρία εξ αιτίας της νοσηλείας του και επιπλέον της στεναχώριας και της ταραχής του από την ολοσχερή καταστροφή της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας του, η οποία καταστράφηκε ολοσχερώς, πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτόν (τον ενάγοντα) το χρηματικό ποσό των 30.000,00 €, που θεωρείται ως εύλογο και δίκαιο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη αυτός από την εις βάρος του προμνηθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προαναφερθέντος πρώτου εναγόμενου.
Το ως άνω χρηματικό ποσόν των 30.000,00 € κρίνεται ως απολύτως εύλογο κατ' εφαρμογή και της αρχής της αναλογικότητος που βρίσκει έρεισμα στην διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος και επιβάλει στα δικαιοδοτικά όργανα κατά την στάθμιση τω εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου εκάστοτε σκοπού και ειδικά στην περίπτωση προσδιορισμού του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως επιβάλλεται να μην υποβαθμίζεται η απαξία της πράξεως αλλά συγχρόνως να μην επέρχεται εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχος υπέρμετρος πλουτισμός του άλλου, διότι τούτο υπερακοντίζει τον επιδιωκόμενο σκοπό που είναι η αποκατάσταση της τρωθείσης διά της αδικοπραξίας κοινωνικής ειρήνης.
Το πρωτοβάθμιο λοιπόν Δικαστήριο, το οποίο με την ως άνω εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 18/2016 οριστική απόφασή του επιδίκασε στον ενάγοντα για την προαναφερθείσα αιτία το χρηματικό ποσόν των 80.000,00 €, εσφαλμένως εφήρμοσε τον νόμο αλλά και κακώς εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία και συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός (πρώτος) λόγος της κρινόμενης εφέσεως και παράλληλα, να απορριφθεί ο σχετικός (πρώτος) λόγος της αντεφέσεως".
Με τον πέμπτο κατά σειρά από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα", που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα πραγματικούς ισχυρισμούς που προέβαλε με τον πρώτο λόγο της αντέφεσής του σχετικά με την σωματική και ψυχική ταλαιπωρία που υπέστη και εξακολουθεί να υφίσταται λόγω του είδους και της έκτασης των σωματικών βλαβών που υπέστη, τις χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υπεβλήθη, τη διάρκεια της δύο μηνών και πλέον νοσηλείας του στο νοσοκομείο και στο Κέντρο αποκατάστασης, την κατά ποσοστό 60% μόνιμη αναπηρία του, το ότι η υγεία του θα είναι πλέον επισφαλής, τη στυτική δυσλειτουργία που οφείλεται στο κάταγμα της λεκάνης, τις δυσμενείς επιπτώσεις που έχουν τα παραπάνω στην ποιότητα της ζωής του και εν γένει στην ψυχική του υγεία, η οποία έχει ανεπανόρθωτα διαταραχθεί.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που αντλούνται από το νόμο και την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν έχουν αυτοτέλεια (ΑΠ 2166/2009). Ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο λόγος του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου το Εφετείο καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στο ποσό των 30.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τo ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης και επομένως ο σχετικός έκτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της ως άνω διατάξεως που εφαρμόστηκε, την οποία και δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στις αιτιολογίες για την επιδίκαση του εν λόγω ποσού γίνεται μνεία στις συνθήκες προκλήσεως του τραυματισμού του ενάγοντος, όπως αυτές σε άλλο σημείο της απόφασης περιγράφονται, στη φύση, την έκταση και τη σοβαρότητα των σωματικών βλαβών, που υπέστη και τις συνέπειες που είχαν αυτές στην υγεία του.
Οι αιτιολογίες αυτές, συνδυαζόμενες με άλλες σχετικές παραδοχές που παρατέθηκαν σε άλλα σημεία της προσβαλλόμενης απόφασης επαρκούν για τον προσδιορισμό του ύψους του παραπάνω κονδυλίου της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του άρθρ. 932 ΑΚ.
Συνεπώς, ο έβδομος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη, την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή κατά τον καθορισμό του ποσού της οφειλόμενης σε αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής βλάβης του, όφειλε, κατ' άρθρο 932 του Α.Κ. για την πληρότητα της αιτιολογίας της, να αναφέρει τα ποσά, που, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, επιδικάζονται ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε παρόμοιες με την κρινόμενη περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη αιτίαση για μη παράθεση ικανοποιητικών αιτιολογιών, αναφέρεται στην κατά την άποψη του αναιρεσείοντος πληρέστερη ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, υπό την επίκληση δε της προσβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου της άνω ουσιαστικής διατάξεως, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Συνακολούθως οι ως άνω 5ος, 6ος και 7ος αναιρετικοί λόγοι πρέπει, ν'απορριφθούν.
Με τον όγδοο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, ότι για τον σχηματισμό της κρίσης του περί του ύψους της επιδικαζόμενης ειδικής χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ στο ποσόν των 20.000 ευρώ, δεν έλαβε υπόψη τους υποβληθέντες στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τον δεύτερο λόγο της αντέφεσής του ισχυρισμούς περί της δυσμενούς επίδρασης που έχει και θα εξακολουθήσει να έχει στο επαγγελματικό και οικονομικό του μέλλον η κατάσταση της υγείας του.
Πιο συγκεκριμένα, ότι οι προκληθείσες από το ένδικο ατύχημα σωματικές του βλάβες επέφεραν σ' αυτόν μόνιμα μερική αναπηρία και ειδικότερα διαταραχές θέσης, στάσης και βάδισης, δυσχέρεια άρσης βάρους, δυσκαμψία - αγκύλωση, ελαττωμένη μυϊκή ισχύ συλλήψεως και στα δύο χέρια, δυσκαμψία των δακτύλων του αριστερού χεριού και δυσχέρεια εκτάσεως του μέσου και του παράμεσου δακτύλου του αριστερού χεριού, στυτική δυσλειτουργία και τέλος οι έντονες ψυχικές διαταραχές, λαμβανομένης υπόψη και της ηλικίας που βρισκόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος (41 ετών), απέκλεισαν κάθε δυνατότητα μελλοντικής διατήρησης και αύξησης των εισοδημάτων του και κατ' επέκταση την απόκτηση οικονομικής αυτοτέλειας, που, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα επιτύγχανε με την αύξηση των ωρών εργασίας του ως εξωτερικός πωλητής στην προαναφερθείσα εταιρία.
Οι παραπάνω όμως αιτιάσεις δεν μπορούν να ιδρύσουν λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αποτελούν επιχειρήματα για τον προσδιορισμό της αναπηρίας και επομένως ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και σε κάθε περίπτωση εν τέλει απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας πλήττεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 2176/2009).
Επίσης το Εφετείο με την κρίση του αυτή, αναφορικά με το αγωγικό αίτημα της αποζημιώσεως του άρθρου 931 ΑΚ δεν παραβίασε με τις παραπάνω παραδοχές ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, το μεν διότι δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, δεν υστερεί καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις επιδίκασης χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ, το δε διότι το αποδεικτικό, αντίστοιχο με το κεφάλαιο αυτό πόρισμα του Εφετείου, είναι πλήρες και χωρίς αντιφάσεις, αφού οι αιτιολογίες του προς τούτο, συνδυαστικά με όσες παραδοχές σχετικώς, σε άλλες θέσεις της προσβαλλομένης παρατέθησαν (περιορισμός αθλητικών, κοινωνικών και οικογενειακών δραστηριοτήτων που συνδέονται με επιπτώσεις στην εν γένει επαγγελματική του εξέλιξη, αβέβαιο οικονομικό μέλλον, διότι, λόγω της μη αναστρέψιμης εν μέρει κατάστασης της υγείας του έχουν περιοριστεί οι επαγγελματικές του επιλογές, χωρίς ωστόσο να θεωρείται από τον ασφαλιστικό του φορέα ανίκανος να απασχοληθεί με την ίδια κατά τον χρόνο του ατυχήματος επαγγελματική δραστηριότητα ως πωλητής οικοδομικών και συναφών υλικών), επαρκούν για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ.
Επομένως ο ένατος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, σιωπηρώς δε κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου και σφάλμα από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια οι 8ος και 9ος αναιρετικοί λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν. Μετά απ' αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ο οποίος ηττήθηκε, μόνο στα δικαστικά έξοδα της προσηκόντως παρισταμένης δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Αντίθετα δικαστικά έξοδα για τον μη παρισταμενο πρώτο των αναιρεσιβλήτων δεν πρέπει να επιβληθούν, αφού αυτός δεν παραστάθηκε και δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 29.6.2017 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 976/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δευτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Οκτωβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ