Legislator Case Law & Legislation
1232/2018 AI generated

1232/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1232/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2012 αγωγή του Γ. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:235/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5021/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος με την από 31-3-2016 αίτησή του και ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων με την από 16-3-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου-αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησής της και την απόρριψη της αντίθετης καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1232/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υπόθεσής του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει για το σύνολο των ενεργειών του ορισμένη αμοιβή είναι καθαρά και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης (ΑΠ 556/2009).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1232 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1232/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου: Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου-αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Κουνιάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2012 αγωγή του Γ. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:235/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5021/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος με την από 31-3-2016 αίτησή του και ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων με την από 16-3-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου-αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησής της και την απόρριψη της αντίθετης καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου, συζητήθηκαν οι εξής αιτήσεις αναιρέσεως: α) η από 16-3-2016 αίτηση του Κ. Π. κατά του Π. Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5021/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (αρ. πιν. 42) και β) η από 31-3-2016 αντίθετη αίτηση του Π. Γ. κατά του Κ. Π., για αναίρεση της ίδιας πιο πάνω απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (αρ. Πιν. 01). Οι αιτήσεις αυτές αναιρέσεως κατά της ίδιας προσβαλλόμενης απόφασης είναι συναφείς και για το λόγο αυτό πρέπει αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η συνεκδίκαση τους γιατί έτσι επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 91 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 ''Κώδικας περί Δικηγόρων'', όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, ''Ο Δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης δικαστηριακής ή άλλης την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβήν δια πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον'', ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα (όπως ισχύει μετά την προσθήκη του εδ.

β' αυτής με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν.δ. 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του ν. 1093/1980), ''Τα της αμοιβής του Δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή άλλης πάσης φύσεως νομικάς εργασίας, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρ. 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής.

Πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος'' . Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του δικηγόρου ως εργαζομένου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του, ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ως άμισθου δημόσιου λειτουργού, που έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση του εντολέα του ενώπιον των δικαστηρίων και κάθε αρχής, κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέως του, ανεξάρτητα αν είναι διάδικος, ή του αντιπροσώπου του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ' ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 957/2014, 1309/2012).

Η σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υπόθεσής του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει για το σύνολο των ενεργειών του ορισμένη αμοιβή είναι καθαρά και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης (ΑΠ 556/2009).

Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου", εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων ης διακριτικής του ευχέρειας (ΑΠ Ολομ 9/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 455/2014). Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 121/2014, 1504/2011, 479/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί συναφών εφέσεων των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, επί αγωγής του αναιρεσείοντος Δικηγόρου για δικηγορικές αμοιβές, δέχθηκε, όπως από αυτή προκύπτει, ανελέγκτως τα ακόλουθα, σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεων: "...Ο ενάγων (ήδη εκκαλών και εφεσίβλητος), Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, εγγεγραμμένος στον ΔΣΑ από το έτος 1980 με Α.Μ.

….9, από τον Μάρτιο του ….2 ασκούσε καθήκοντα αναπληρωτή Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών και στη συνέχεια Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ παράλληλα ασχολείτο ενεργά με την πολιτική στην περιοχή της ….. Κατά το μήνα Ιούλιο του 1997, ο εναγόμενος (ήδη εφεσίβλητος και εκκαλών), απευθύνθηκε στον ενάγοντα, με τον οποίο ήταν συγχωριανοί, ενώ επιπλέον ο πρώτος ήταν ανάδοχος του τέκνου του αδελφού του δευτέρου, και του ζήτησε να τον εκπροσωπήσει και να προβεί σε όλες τις νόμιμες ενέργειες προς απόκρουση της από 24-6-1997 (αυξ.αρ.καταθ.

…7/1997) αγωγής της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας", απευθυνόμενης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφομένης κατ' αυτού (εναγομένου), των τριών τέκνων του, Β., Ν. και Γ. Κ., καθώς και κατά του γαμβρού του Κ. Λ. συζύγου Β. Κ., με την οποία η εκεί ενάγουσα τράπεζα, αφού εξέθετε ότι είχε ληξιπρόθεσμη απαίτηση σε βάρος του εναγομένου απορρέουσα από δύο συμβάσεις πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό που είχαν συναφθεί μεταξύ αυτής και της αναφερόμενης στην αγωγή ομόρρυθμης εταιρείας, της οποίας ομόρρυθμος εταίρος ήταν, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή και ο εναγόμενος, τις οποίες απαιτήσεις της είχε εξοπλίσει με εκτελεστούς τίτλους, και δη, τις υπ' αρ.

…5/1992 και ….6/1992 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του 'Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ανέρχονταν δε κατά τον χρόνο κατάθεσης της αγωγής στα ποσά των 241.646.282 δραχμών και 253.772.790 δραχμών αντίστοιχα, ζητούσε να απαγγελθεί η διάρρηξη, ως καταδολιευτικών, των απαλλοτριώσεων στις οποίες προέβη ο εναγόμενος με τα υπ' αρ.

….1 και ….2/31-ΤΙ 997 συμβόλαια γονικής παροχής του αναπληρωτή Συμβολαιογράφου Γ. Κ. στους λοιπούς εναγομένους. Δικάσιμος της ως άνω αγωγής, είχε προσδιοριστεί η 2-4-1998. Ο εναγόμενος, που δεν είχε καμία σχέση με την αναφερομένη στην αγωγή ομόρρυθμη εταιρεία ούτε είχε λάβει ποτέ επιχειρηματικά δάνεια από την Εθνική Τράπεζα, είχε εμπλακεί στην ως άνω δίκη από αμέλεια των υπαλλήλων της τράπεζας, γι' αυτό και, ταυτόχρονα με την προφορική ανάθεση, στον ενάγοντα, της απόκρουσης της ανωτέρω αγωγής, του ανέθεσε, επίσης προφορικώς, να ασκήσει αγωγή σε βάρος της τράπεζας ζητώντας χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη λόγω της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του από την τράπεζα και τους προστηθέντες αυτής, χωρίς, ωστόσο, να αναφερθεί σε συγκεκριμένο ποσό που διεκδικούσε.

Αναφορικά με την αμοιβή του ενάγοντος, συμφώνησαν ότι ο εναγόμενος θα του κατέβαλλε την αμοιβή του κατά την διάρκεια της εκτέλεσης των μερικότερων πράξεων για την διεκπεραίωση της εντολής, ενώ δεν συμφώνησαν τίποτε περί του τρόπου υπολογισμού της ή του ύψους της αμοιβής του ενάγοντος. Άμεσα ο ενάγων, συγκέντρωσε τα συμβόλαια αγοράς και τα έγγραφα στοιχεία από τα οποία προέκυπτε η ταυτότητα του εναγόμενου, και, μετά από προσωπική παράστασή του στη νομική υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας, κατά την οποία ενημέρωσε τη δικηγόρο της ότι ο πελάτης του (εναγόμενος) είχε εμπλακεί σε μια αντιδικία που δεν τον αφορούσε, συνέταξε και απέστειλε προς την Τράπεζα, για λογαριασμό του εντολέως του, την από 17-7-1997 εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία - δήλωση, που επιδόθηκε στην τράπεζα στις 13.7.1998, με την οποία την καλούσε να αποδεχθεί τις απόψεις του ώστε να επιλυθεί η διαφορά μεταξύ τους εξωδικαστικά, ενώ της γνωστοποιούσε και ότι, ο εντολέας του είχε την πρόθεση να ασκήσει κατ' αυτής χρηματικής ικανοποίηση ύψους 50.000.000 δραχμών λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια σε βάρος του συμπεριφορά της,- με οποιονδήποτε τρόπο και αν λυνόταν η μεταξύ τους διαφορά {δικαστικώς ή εξωδίκως).

Μετά τη λήψη του εν λόγω εξωδίκου, η Εθνική Τράπεζα με το από 22.7.1997 δικόγραφό της, που κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και επέδωσε στους εναγομένους της αγωγής της την 24-7-1997, παραιτήθηκε από το δικόγραφο αυτής (αγωγής), η οποία, αυτονοήτως, δεν συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί για τη συζήτησή της (2-4-1998).

Ακολούθως ο ενάγων συνέταξε και υπέγραψε ως πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου-εντολέως του την από 3-11- 1997 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έλαβε αριθμό κατάθεσης ….1/1997, την οποία έστρεφε κατά της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και, επικαλούμενος ηθική βλάβη την οποία υπέστη από την εκ της βαρύτατης αμέλειας των προστηθέντων οργάνων της προσβολή της προσωπικότητάς του, ζητούσε να υποχρεωθεί η Τράπεζα να του καταβάλει το ποσό των 50.000.000 δραχμών νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Δικάσιμος αυτής προσδιορίστηκε η 29-4-1998, ενώ ακολούθως, αντίγραφο αυτής ο ενάγων επέδωσε στην τράπεζα στις 21-11-1997 (βλ. την ….47/21-11-97 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Μ.). Κατά την ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία ο ενάγων, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του εντολέως του, εκεί ενάγοντος, κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, η συζήτηση της αγωγής αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 17.2.1999, οπότε και συζητήθηκε.

Κατά τη γενομένη συζήτηση, ο ήδη εναγόμενος, ενάγων της αγωγής εκείνης, εκπροσωπήθηκε από τον ήδη ενάγοντα δικηγόρο του, ο οποίος με δε τις έγγραφες προτάσεις του έτρεψε το αίτημα της αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8352/1999 προδικαστική απόφαση του δικάσαντος δικαστηρίου, με την οποία τάχθηκαν αποδείξεις.

Αντίγραφο της ανωτέρω απόφασης, καθώς και της από 5-6-2000 κλήσεως προς εξέταση μαρτύρων, ο ενάγων επέδωσε στην αντίδικο τράπεζα στις 27-8-2000, γνωστοποιώντας και τον μάρτυρα απόδειξης του εντολέως του (βλ. την υπ' αριθ. ……6/27-9-2000 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Μ.). Οι εμμάρτυρες αποδείξεις διήρκεσαν από την 25.10.2000 μέχρι την 25.2.2004, συνταχθείσας της υπ' αριθ. 850/2000 Εισηγητικής Εκθέσεως της Εισηγήτριας Δικαστού του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Μετά το πέρας των εμμάρτυρων αποδείξεων η αγωγή επαναφέρθηκε προς μετ' απόδειξη συζήτηση με κλήση της εκεί εναγομένης τράπεζας και συζητήθηκε μετά από αναβολή από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο στις 20.4.2005. Κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση, στην οποία η αγωγή συζητήθηκε μετ' αναβολή, ο εκεί ενάγων και νυν εναγόμενος Π.

Κ. εκπροσωπήθηκε από τον ενάγοντα ως πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος συνέταξε και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις για λογαριασμό του. Ακολούθως εκδόθηκε η υπ. αριθ. 5072/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του και αναγνωρίσθηκε ότι η εναγόμενη τράπεζα υποχρεούτο να καταβάλει στον εκεί ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα, παρά τις δικαστικές ενέργειες, στις οποίες είχε προβεί ο ενάγων για λογαριασμό του εναγομένου- εντολέως του, ουδέν ποσό έλαβε από τον τελευταίο, ούτε ως αμοιβή, ούτε για τα έξοδα, στα οποία αυτός είχε υποβληθεί. Έτσι, μετά την έκδοση της ανωτέρω οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων ενημέρωσε τον εναγόμενο ότι το ποσό που αναγνωρίσθηκε με την ως άνω απόφαση δεν αρκούσε για την αμοιβή του και τις δαπάνες του.

Ο εναγόμενος ζήτησε από τον ενάγοντα να συντάξει για λογαριασμό του και να καταθέσει έφεση κατά της υπ' αριθ. 5072/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ευελπιστώντας στην έκδοση απόφασης που θα αναγνώριζε ως οφειλόμενο σε αυτόν (ενάγοντα) από την εφεσίβλητο Εθνική Τράπεζα ποσό μεγαλύτερο εκείνου που είχε αναγνωρισθεί ως οφειλόμενο πρωτοδίκως.

Ο ενάγων συνέταξε για λογαριασμό του εντολέως του την από 20-10-2006 (αυξ.αρ.καταθ. 9840/2006) έφεση, απευθυνόμενη ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά της Εθνικής Τράπεζας, ζητώντας τη μεταρρύθμιση της ανωτέρω απόφασης, την οποία προσδιόρισε για την 1.3.2007 και επέδωσε στην εφεσίβλητη στις 4.12.2006 (βλ. την υπ' αριθ.

…. Γ/4.12.2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στα Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Μ.). Κατά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο, η συζήτηση της έφεσης αναβλήθηκε για την 17-5-2007. Στη συνέχεια, η αντίδικος Εθνική Τράπεζα, άσκησε την από 15-3- 2007 έφεσή της κατά της ιδίας ως άνω υπ' αριθ. 5072/2005 απόφασης, η οποία προσδιορίσθηκε για την 17-5-2007, οπότε και αμφότερες συζητήθηκαν, συνεκδικαζόμενες μεταξύ τους, ο δε εκεί εκκαλών και εφεσίβλητος, εντολέας του ενάγοντος, εκπροσωπήθηκε από τον τελευταίο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επί των εφέσεων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4176/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της Τράπεζας και έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση του ήδη εναγομένου, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και, αφού έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσίαν η αγωγή του, αναγνωρίστηκε ότι η εναγόμενη όφειλε να του καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Μετά από γραπτή παραγγελία του ενάγοντος, ως πληρεξουσίου δικηγόρου του εκκαλούντος-εφεσίβλητου, επιδόθηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στις 15.2.2008 ακριβές αντίγραφο της υπ. αριθ. 4176/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών καθώς και η από 14.2.2008 εξώδικη όχληση του ενάγοντος προς την εκεί εναγομένη τράπεζα για καταβολή του ποσού των 10.000 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, του ποσού των 14.956,83 ευρώ για τόκους επιδικασθέντος κεφαλαίου από 18.7.1997 μέχρι 14.2.2008 και του ποσού των 1.000,00 ευρώ για δικαστική δαπάνη, ήτοι του συνολικού ποσού των 25.956,83 ευρώ, και αυτό νομιμότοκα από την επίδοση της εξώδικης αυτής όχλησης μέχρι την εξόφληση, όπως τούτα προκύπτουν από την υπ' αριθ.

….2Γ/15.2.2008 έκθεση επίδοσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Μ.. Όμως, η Εθνική Τράπεζα αρνήθηκε να προβεί σε καταβολή και άσκησε στις 17-3-2008 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 4176/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Έτσι, ο ενάγων κατέθεσε για λογαριασμό του εντολέως του στο Ειρηνοδικείο Αθηνών την από (δεν βγάζω την ημεροχρονολογία) αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής κατά της Ε.Τ.Ε.

βάσει της αναγνωρισθείσας, με την ως άνω εφετειακή απόφαση, απαίτησης του εντολέα κατά της καθ' ης, επί της οποίας αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 27153/2008 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, με την οποία η εκεί καθ' ης η διαταγή πληρωμής Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος διατάχθηκε να καταβάλλει στον εκεί αιτούντα Π.

Κ. το ποσό, των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, (22-11- 1997) μέχρι την εξόφληση καθώς και 190 ευρώ για δικαστικά έξοδα έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Αντίγραφο εξ απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, με την από 25-7-2008 επιταγή προς πληρωμή, επέδωσε ο ενάγων στην τράπεζα την 24-7-2008 (υπ' αρ.

…7/25-7-2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Κ.), επιτάσσοντάς τη να καταβάλει στον εντολέα του το συνολικό ποσό των 25.767,77 ευρώ, νομιμοτόκως. Μετά την κοινοποίηση της ως άνω επιταγής, η ΕΤΕ κατέβαλε στον ενάγοντα, στις 30-7-2008, το ποσό των 25.781,16 ευρώ προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτής, με επιφύλαξη του δικαιώματος της ασκήσεως ανακοπής κατά της επιταγής ως και της έκβασης της αιτήσεως αναιρέσεως που είχε ασκήσει κατά της εφετειακής απόφασης.

Από το ποσό των τόκων υπερημερίας, ύψους 14.708,56 ευρώ παρακρατήθηκε ποσοστό 20%, δηλαδή ποσό 2.941,71 ευρώ, για να αποδοθεί νομίμως ως φόρος εισοδήματος στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. του επιτάσσοντος ήδη εναγόμενου, ενώ σχετικά με την εν λόγω παρακράτηση η ΕΤΕ εξέδωσε την από 28-5-2009 βεβαίωσή της, την οποία απέστειλε άμεσα στον εναγόμενο (εντός του Μάίου του ιδίου έτους).

Έτσι, η Εθνική Τράπεζα κατέβαλε στον ενάγοντα υπό την ως άνω ιδιότητά του το, μετά την ως άνω αναφερόμενη παρακράτηση, ποσό των 22.839,45 (25.781,16 - 2.941,71) ευρώ. Τέλος, η ασκηθείσα εκ μέρους της αίτηση αναίρεσης, η οποία συζητήθηκε στις 14-2-2011 ερήμην του αναιρεσιβλήτου, απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 179/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Εκ του εισπραχθέντος ανωτέρω ποσού των 22.839,45, ο ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό του εναγόμενου στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος την 2-8-2011 ποσό 2.500 ευρώ και την 5-12-2011 ποσό 19.266,85 ευρώ συνολικά του κατέβαλε το ποσό των 21.766,85 ευρώ, ενώ παρακράτη ποσό των 1.072,60 ευρώ έναντι της αμοιβής και των εξόδων του. Με βάση τις ανωτέρω δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, στις οποίες προέβη ο ενάγων, o δικηγόρος για λογαριασμό του εναγομένου εντολέως του, και εφόσον δεν συνήφθη συμφωνία μεταξύ τους για το ύψος της αμοιβής, οφείλονται στον ενάγοντα, για τις αμέσως κατωτέρω ενέργειες του, τα ακόλουθα ποσά, όπως αυτά προκύπτουν από τις διατάξεις του ν.δ. 3026/1954:

Για τη σύνταξη της από 3-11-1997 αγωγής για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του εντολέως του κατά της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, της οποίας το αντικείμενο είναι αποτιμητό σε χρήμα, ο ενάγων δικαιούται ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της. Ο εναγόμενος, ισχυρίζεται ότι, το αντικείμενο της ως άνω αγωγής (50.000.000 δραχμές ή 146,735,14 ευρώ) ήταν ιδιαίτερα διογκωμένο, γεγονός που μπορούσε να αντιληφθεί ο ενάγων δικηγόρος, εάν επεδείκνυε την δέουσα επιμέλεια, και ως εκ τούτου η δικαιούμενη αμοιβή του θα πρέπει να υπολογιστεί επί του ποσού των 10.000 ευρώ.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός, ο οποίος περιλαμβάνεται στις έγγραφες προτάσεις του εναγομένου που κατατέθηκαν πρωτοδίκως και στο κεφάλαιό της "II. Άρνηση αγωγής άλλως ένσταση αοριστίας και αβασίμου κονδυλίων αγωγής", επαναφέρεται δε και με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, ως ένσταση εκ του άρθρου 102 του ν.δ. 3026/1954, θα έδει να προταθεί προφορικώς κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να καταχωρηθεί συνοπτικώς στα πρακτικά συνεδριάσεως.

Τέτοια όμως προφορική πρόταση της εν λόγω ένστασης δεν έγινε, ενώ εξάλλου δεν γίνεται επίκληση των προϋποθέσεων βραδείας προβολής της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και συνεπώς είναι απαράδεκτη, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στη νομική σκέψη απορριπτομένου, επομένως, ως αβασίμου του ως άνω πρώτου λόγου της έφεσης του εναγομένου.

Επομένως, για την σύνταξη της ως άνω αγωγής, ο ενάγων δικαιούται 2.934,70 ευρώ. Περαιτέρω για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων για λογαριασμό του εντολέως του- νυν εναγομένου για την πρώτη συζήτηση της από 3-11-1997 αγωγής, ο ενάγων δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 107 παρ. 1 σε συνδυασμό με άρθρο 100 νδ 16/1954, ως ελάχιστη αμοιβή του το ποσό των 1.467,35 (146.735,14 ευρώ χ ί) ευρώ.

Ακολούθως, όπως αποδεικνύεται από την προσκομισθείσα από τον ενάγοντα υπ' αριθ. 850/2000 Εισηγητική Έκθεση της Εισηγήτριας Δικαστού του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη διεξαγωγή των εμμάρτυρων αποδείξεων, ο ενάγων παραστάθηκε κατά την εξέταση των μαρτύρων στις 25.10.2010, στις 29.11.2010, στις 16.5.2001, στις 21.11.2001, στις 30.1.2002 και στις 25.4.2004 και άρα δικαιούται για καθεμία των πέντε πρώτων παραστάσεων του (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 1118877/2240/Α0012/21.12.2000 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης) το ποσό των 25.000 δραχμών και ήδη ισόποσο των 73,37 ευρώ, και επομένως συνολικά το ποσό των 366,85 (73,37 χ 5 παραστάσεις) ευρώ, και για την τελευταία παράστασή του στις 25.2.2004 δικαιούται, σύμφωνα με την ισχύουσα κατά τον χρόνο παράστασής του με αριθμό 1085081/1473/Α0012/2003 Κ.Υ.Α.

των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, το ποσό των 80 ευρώ. Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από την ίδια ως άνω Εισηγητική Έκθεση, η εξέταση των μαρτύρων αναβλήθηκε κατά τις δικασίμους της 24ης.1.2001, της 7ης•3 2001, της 27ης.6.2001, της 18.9.2002 και της 9ης•4-2003 μετά από αίτημα του πληρεξουσίου δικηγόρου της εναγομένης ενώ στις 24.4.2002 αναβλήθηκε η εξέταση των μαρτύρων σύμφωνα με το άρθρο 149 παρ. 2 ΚΠολΔ λόγω παράτασης της προθεσμίας διεξαγωγής της εμμάρτυρης απόδειξης με απόφαση του Εισηγητή Δικαστή και επομένως, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 118 παρ. 3 του νδ 3026/1954, ο ενάγων δικαιούται για κάθε παράσταση το ήμισυ της αμοιβής που θα εδικαιούτο εάν είχε παρασταθεί κατά την εξέταση μάρτυρα, ήτοι 36,685 (73,37 : 2) ευρώ και συνολικά το ποσό των 220,11 (36,68 ευρώ X 6) ευρώ.

Τέλος, από την ίδια ως άνω Εισηγητική έκθεση αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσώπησε τον εντολέα του κατά τις δικασίμους της 27ης-3-2002, της 4ης-12-2002, της 15ης-1-2003, της 17ης-9-2002 και της 3ης-12-2003. Ειδικότερα, την 27-3-2002 η συζήτηση ματαιώθηκε, την 4-12-2002 και την 17 9-2003 η υπόθεση αναβλήθηκε χωρίς την εκπροσώπηση του ενάγοντος, την 15- 1-2003 η υπόθεση συζητήθηκε χωρίς την εκπροσώπησή του και την 3.12.2003 η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω αποχής των δικηγόρων, επίσης με απουσία του ενάγοντος.

Επομένως, για τις ως άνω δικασίμους ο ενάγων δεν δικαιούται οιασδήποτε αμοιβής. Ομοίως, κατά την αρχικά ορισμένη δικάσιμο της 28ης.4.1998 για τη συζήτηση της αγωγής, η οποία αναβλήθηκε για την 17.2.1999 με αίτημα της εναγομένης, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων παρέστη, ώστε να δικαιούται της αιτηθείσης αμοιβής.

Συνεπώς, είναι απορριπτέος ο τέταρτος λόγος της έφεσής του, με τον οποίο παραπονείται για την απόρριψη των οικείων κονδυλίων. Περαιτέρω, για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων για λογαριασμό του εντολέως του νυν εναγομένου για την μετ' απόδειξη συζήτηση της από 3.11.1997 αγωγής, ο ενάγων δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 107 παρ. 2 σε συνδυασμό με άρθρα 107 παρ.1 και 100 παρ. 1 του άνω ν.δ. ως ελάχιστη αμοιβή του το ποσό των 1.467,35 (146.735,14 ευρώ X 1%) ευρώ. Εξάλλου, για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων επί των συνεκδικασθεισών εφέσεων, ο ενάγων δικαιούται, κατά το άρθρο 107 παρ. 1 του ίδιου νδ/τος ως αμοιβή του το ποσό των 2.934,70 (146.735,14 ευρώ χ 2%) ευρώ. Ο ισχυρισμός του ότι δικαιούται ιδιαίτερης αμοιβής για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων επί εκάστης των ανωτέρω συνεκδικασθεισών εφέσεων, είναι αβάσιμος, καθ' όσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέταξε διαφορετικό δικόγραφο εγγράφων προτάσεων για την υποστήριξη της έφεσης του εκκαλούντος εντολέα του και διαφορετικό για λογαριασμό του εντολέα του ως εφεσίβλητου, προς απόκρουση της έφεσης της αντιδίκου του, κάτι που ευχερώς θα ηδύνατο να αποδείξει, προσκομίζοντας αντίγραφο τούτων εξαχθέν από τον οικείο φάκελο του Εφετείου.

Συνεπώς, είναι απορριπτέος ο πέμπτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο παραπονείται κατά της εκκαλουμένης που επιδίκασε μία ενιαία αμοιβή. Επομένως, ο ενάγων, για τις ως άνω δικαστικές ενέργειες, καθώς και για τις λοιπές, ως προς τις οποίες δεν διατυπώνεται παράπονο (για παράσταση στις 17.2.1999 κατά την πρώτη συζήτηση της από 3.11.1997 αγωγής ποσό 16,43 ευρώ, για παράσταση στις 20.4.2005 στη μετ' απόδειξη συζήτηση της ίδιας αγωγής, ποσό 220 ευρώ, για σύνταξη και την κατάθεση της από 20.10.2006 έφεσης ποσό 156 ευρώ, για αναβολή της συζήτησης της έφεσης κατά τη δικάσιμο της 1ης-3-2007 ποσό ευρώ, για συζήτησή της κατά τη δικάσιμο της 17ης.5.2007, ποσό 187 ευρώ, για σύνταξη και κατάθεση της από 7-7-2008 αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής ποσό 64 ευρώ) δικαιούται συνολικής αμοιβής ύφους (2.934,70 + 1.467,35 + 366,85 + 80 + 220,11 + 1.467,35 + 2.934,70 + 16,43 + 220 + 156 + 93,5 + 187 + 64=) 10.207,99 ευρώ, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, εκτιμώντας προσηκόντως το αποδεικτικό υλικό.

Αντίθετα, για τις ενέργειές του αναφορικά με την από 24.6.1997 αγωγή διάρρηξης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ο ενάγων ουδέποτε συνέταξε και κατέθεσε προτάσεις, καθ' όσον, όπως ήδη εκτέθηκε, η ως άνω αγωγή δεν συζητήθηκε, μετά τη γενομένη παραίτηση από το δικόγραφό της εκ μέρους της τότε ενάγουσας. Για την ως άνω υπόθεση, ο ενάγων θα εδικαιούτο την αμοιβή για τη σύνταξη της από 17.7.1997 εξώδικης πρόσκλησης-δήλωσης- διαμαρτυρίας του εντολέως του, πλην όμως η σχετική αξίωσή του έχει υποπέσει σε παραγραφή, όπως βάσιμα ισχυρίστηκε ο εναγόμενος με σχετική ένστασή του, καθ' όσον από το τέλος του έτους που η εν λόγω αντιδικία περαιτώθηκε, δια της παραιτήσεως της ενάγουσας από την αγωγή (Ιούλιος 1997), μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 13.12.2012 (βλ.

σχετικό την υπ' αριθ. 1210Γ/13.12.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αμφισσας Βασιλείου Αθανασόπουλου) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 190 του νδ/τος 3026/1954, η δε συγκεκριμένη υπόθεση, ανεξαρτήτως της χρονικής σύμπτωσης της εντολής ανάθεσής της με την εντολή ασκήσεως αγωγής για χρηματική ικανοποίηση, είναι κεχωρισμένη με διακριτό χρόνο περαίωσης, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση.

Συνεπώς είναι αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος και ο συναφής με αυτόν δεύτερος λόγος αυτής. Εξάλλου, πέραν των αμοιβών του για τις κατ' ιδίαν δικαστικές ενέργειές του, ο ενάγων δικαιούται και τις δαπάνες (άρθρο 91 παρ. 1 νδ 3026/1954) στις οποίες υποβλήθηκε για την εκτέλεση της ανατεθείσας σε αυτόν εντολής.

Ειδικότερα ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα, ο οποίος κατέβαλε εξ ιδίω στον δικαστικό επιμελητή Ι. Μ. και στη δικαστική επιμελήτρια Ε. Κ. τα κάτωθι ποσά : το ποσό των 30 ευρώ για την επίδοση τη από 17.7.1997 εξώδικης πρόσκλησης-διαμαρτυρίας του εντολέως του- νυν εναγομένου, προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (βλ.

την υπ. αριθμ. ….5Β/18.7.1997 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Μ.), το ποσό των 30 ευρώ για την επίδοση για λογαριασμό του εντολέως του στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ακριβούς αντιγράφου της από 3.11.1997 αγωγής (βλ. την υπ' αριθ. …5Β/21.11.1997 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι.

Μ.), το ποσό των 30 ευρώ για την επίδοση για λογαριασμό του εντολέως του - νυν εναγόμενου στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ακριβούς αντιγράφου της υπ. αριθ. 8352/1999 προδικαστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (βλ. την υπ' αριθ. …3Β/28.9.2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι.

Μ.), το ποσό των 30 ευρώ για την επίδοση για λογαριασμό του εντολέως του στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ακριβούς αντιγράφου της από 5.6.2000 αιτήσεως- κλήσεως για την εξέταση των μαρτύρων επί των ταχθέντων με την υπ. αριθ. 8352/1999 προδικαστική απόφαση θεμάτων απόδειξης (βλ. την υπ' αριθ. ….4Β/28-9-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι.

Μ.), το ποσό των 30 ευρώ για την επίδοση για λογαριασμό του εντολέως του- νυν εναγόμενου στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ακριβούς αντιγράφου της από 20.10.2006 και με αριθμό κατάθεσης 9840/2006 εφέσεως κατά της με αριθμό 5072/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (βλ. την υπ' αριθ. ….7Γ/4.12.2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι.

Μ.), το ποσό των 30 ευρώ για την επίδοση για λογαριασμό του εντολέως του - νυν εναγόμενου στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ακριβούς αντιγράφου, της υπ' αριθ. 4176/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (βλ. την υπ1 αριθ. …2Γ/15.2.2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Μ.), και τέλος το ποσό των 30 ευρώ για την επίδοση για λογαριασμό του εντολέως του-νυν εναγόμενου στην ΕΤΕ ακριβούς αντιγράφου τις υπ' αριθ. 27153/2008 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών (βλ.

την υπ' αριθ. ….7/25-7-2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Ε. Κ.). Για δαπάνη δακτυλογράφησης της από 3.11.1997 αγωγής αποτελουμένης από 8 σελίδες), των προτάσεων της πρώτης συζήτησης επί της αγωγής αυτής (αποτελούμενών από 16 σελίδες), των προτάσεων της μετ' απόδειξη συζήτησης επί της αγωγής αυτής (αποτελούμενων από 8 σελίδες), ήτοι για δαπάνη δακτυλογράφησης 41 συνολικά σελίδων, ο ενάγων δικαιούται από τον εναγόμενο το ποσό των 123 (41 σελίδες X 3 ευρώ η σελίδα) ευρώ.

Για δαπάνη αγοράς ενσήμων που επικολλήθηκαν στην από 3.11.1997 αγωγή, στις προτάσεις της πρώτης και της μετ' απόδειξη συζήτησης αυτής, στο δικόγραφο της από 20.10.2006 έφεσης και στις προτάσεις του εντολέως του εκεί εκκαλούντος - εφεσίβλητου, καθώς και στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών ο ενάγων δικαιούται από τον εναγόμενο το συνολικό ποσό των 41 ευρώ.

Για δαπάνη αγωγοσήμου για την από 7 7.2008 αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, δικαιούται το ποσό των 133 ευρώ, ενώ για τέλη απογράφου δικαιούται το ποσό των 522,60 ευρώ (βλ. το 9819/25-7- 2008, σειρά ΣΤ 55579974 διπλότυπο είσπραξης της Α'Δ.Ο.Υ. Αθηνών, που μνημονεύεται και στο σώμα της Διαταγής Πληρωμής) και όχι το ποσό των 50 ευρώ, που εσφαλμένα επιδικάστηκε από την εκκαλουμένη απόφαση.

Τέλος, για τις μετακινήσεις του ενάγοντος από το ευρισκόμενο επί της οδού …. αριθμός 2 στο ….. γραφείο του προς την Αθήνα, όπου εκτέλεσε τις κατ' ιδίαν διαδικαστικές πράξεις, και συγκεκριμένα για (κατάθεση της από 3-11-97 αγωγής την 7-11-97, πρώτη συζήτηση αυτής την 17-2-99, παράσταση σε 12 συνολικά διεξαγωγές, όπως πιο πάνω εξειδικεύονται κατά ημερομηνία, παράσταση κατά τη μετ' απόδειξη συζήτησή της στις 20-4-2005, κατάθεση της έφεσης κατά της 5072/05 απόφασης στις 30- 11-2006, παράσταση στην αναβολή της συζήτησής της την 1-3- 2007, παράσταση κατά τη συζήτησή της στις 17-5-2007, παραλαβή της υπ' αρ. 4176/2007 απόφασης του Εφετείου στις 12-2-2008, κατάθεση αίτησης για διαταγή πληρωμής στις 7-7-2008 και παραλαβή της υπ' αρ. 27153/2008 διαταγής πληρωμής στις 25-7-2008), ήτοι για 21 συνολικά αναγκαίες μεταβάσεις στα δικαστήρια και επιστροφή στο γραφείο του την δαπάνη των οποίων κατέβαλε εξ ιδίων χρημάτων, ο ενάγων δικαιούται από τον εναγόμενο το συνολικό ποσό των 1.113,60 (30 + 30 + 30 + 30 + 30 + 30 + 30 + 123 + 41 + 133 + 522,60 + 84) ευρώ και όχι των 557 ευρώ, που του επιδικάστηκε, γενομένων δεκτών ως βάσιμων και από ουσιαστική άποψη των τρίτου και έκτου λόγων της έφεσης του ενάγοντος.

Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται από τον εναγόμενο για το σύνολο της αμοιβής του και για τις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε για την εκτέλεση της ανατεθείσας σε αυτόν εντολής, το συνολικό ποσό των (10.207,99 + 1.113,60=) 11.321,59 ευρώ. Μετά δε, την αφαίρεση εκ του ποσού αυτού, του ποσού των 1.072,60 ευρώ που παρακράτησε ο ενάγων έναντι εξόδων και αμοιβών, ο εναγόμενος εξακολουθεί να του οφείλει για την ως άνω αιτία το ποσό των 10.248,99 ευρώ, γενομένης δεκτής και ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης μερικής εξόφλησης που προέβαλε ο εναγόμενος, την οποία άλλωστε δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση.

Εκ του ποσού αυτού, εκείνο το οποίο αφορά αμοιβές του ενάγοντος, είναι τοκοφόρο από της επιδόσεως της αγωγής, καθ' όσον ο ενάγων δεν επικαλείται προγενέστερη της αγωγής όχληση προς καταβολή τούτου, ενώ για τα επιμέρους ποσά των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων, οφείλονται τόκοι, κατ' άρθρο 301 του Α.Κ., από το χρόνο που διενεργήθηκε κάθε αντίστοιχη δαπάνη.

Και τούτο διότι, οι δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε ο εντολοδόχος προς κανονική εκτέλεση της εντολής, αποδίδονται, κατ' άρθρο 301 παρ. 1 ΑΚ, έντοκα, και μάλιστα από του χρόνου καταβολής του ποσού τούτων (βλ. Καυκά, ό.π., σελ. 920, Βαθρακοκοίλη, ό.π., στο άρθρο 722 παρ. 5, σελ. 853, Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, ΑΚ 722, 114, σελ. 754, και τις εκεί παραπομπές στη νομολογία), ανεξάρτητα από τυχόν υπερημερία του οφειλέτη εντολέα ή από τυχόν επίδοση της αγωγής (πρβλ.

ΑΠ 1102/1980 ΝοΒ 29.502, ΕφΘεσσαλ 792/2008 Αρμ 2009.357).

Συνεπώς η εκκαλουμένη απόφαση, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα εν μέρει παραπονείται ο εναγών με το σχετικό έβδομο λόγο της έφεσής του. Περαιτέρω, όπως ήδη εκτέθηκε, κατά την ανάθεση της εντολής από τον εναγόμενο στον ενάγοντα, αυτοί δεν συμφώνησαν περί του ύψους της αμοιβής του ενάγοντος ούτε περί του ακριβούς χρόνου καταβολής της.

Λόγω της γνωριμίας που τους συνέδεε, συμφώνησαν να καταβάλλεται η αμοιβή του ενάγοντος κατά την διάρκεια της εκτέλεσης των μερικότερων πράξεων για την διεκπεραίωση της εντολής χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, πλην όμως ο εναγόμενος ουδέποτε κατέβαλε στον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό, αμφότεροι δε ανέμεναν την απόφαση του δικαστηρίου επί της αγωγής χρηματικής ικανοποίησης.

Μετά την έκδοση της υπ' αρ. 5072/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε ως οφειλόμενο από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στο νυν εναγόμενο ποσό, για την χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, αυτό των 3.000 ευρώ, ο ενάγων, όπως έχει ήδη λεχθεί, ενημέρωσε τον εναγόμενο εντολέα του ότι το ποσό αυτό δεν αρκούσε για να καταβληθεί σε αυτόν η αμοιβή του για τις ενέργειές του και οι δαπάνες στις οποίες είχε υποβληθεί μέχρι τότε για την διεκπεραίωση της εντολής.

Ο εναγόμενος, προκειμένου να μην αναγκαστεί να καταβάλει εξ ιδίων οποιοδήποτε ποσό, ζήτησε από τον ενάγοντα να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ελπίζοντας στην έκδοση ευνοϊκότερης απόφασης που θα του αναγνώριζε υψηλότερο ποσό ως δικαιουμένη χρηματική ικανοποίησή του ώστε να καλυφθεί με αυτό και η αμοιβή και οι δαπάνες του νυν ενάγοντος, χωρίς όμως να του καταβάλει κανένα ποσό.

Αμέσως μετά την έκδοση της 4176/2007 απόφαση του Εφετείου, που αναγνώρισε ως δικαιούμενο το ποσό των 10.000 ευρώ, ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο να τον εξουσιοδοτήσει προκειμένου να εισπράξει από την τράπεζα οποιοδήποτε ποσό επιδικαστεί, χωρίς, ωστόσο, να του αναφέρει κατ' εκείνο το χρόνο την έκδοση της ως άνω απόφασης (ενδεχομένως φοβούμενος ότι ο εντολέας του θα εισπράξει ο ίδιος το ποσό και δεν θα του καταβάλει τις αμοιβές και τα έξοδά του).

Έτσι, στις 20.8.2007 ο εναγόμενος εξουσιοδότησε τον ενάγοντα με την υπό την αυτή ημερομηνία έγγραφη εξουσιοδότησή του, θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής του, να εισπράξει από την εναγομένη τράπεζα κάθε ποσό που θα αναγνωρισθεί ότι οφείλει να του καταβάλει αυτή συνεπεία των σχετικών δικαστικών αποφάσεων ή ως προϊόν συμβιβασμού καθώς και τυχόν επιδικασθησόμενες δικαστικές δαπάνες, εγκρίνοντας και όλες τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες στις οποίες είχε προβεί μέχρι τότε ο ενάγων ως πληρεξούσιος δικηγόρος του για την εκτέλεση της ανατεθείσας σε αυτόν εντολής.

Ακολούθως, επειδή η ΕΤΕ δεν κατέβαλε το ποσό, ο ενάγων προχώρησε στην έκδοση της διαταγής πληρωμής και ακολούθως εισέπραξε το ποσό από την τράπεζα, με βάση την εξουσιοδότηση που του είχε χορηγήσει ο εναγόμενος εντολέας του. Μετά την είσπραξη του ποσού, ο εναγόμενος ενημερώθηκε από τον ίδιο τον ενάγοντα και από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος για την καταβολή και αντίστοιχα την είσπραξη του εν λόγω ποσού.

Από δε την ΕΤΕ συγκεκριμένα, ο εναγόμενος ενημερώθηκε κατά το μήνα Μάιο του έτους 2009, καθόσον αυτή του απέστειλε την από 28.5.2009 βεβαίωση, στην οποία αναφερόταν ότι την 30.7.2008 παρακρατήθηκε επί του ποσού των τόκων των 14.708,56 ευρώ φόρος 20%, ποσού 2.941,71 ευρώ, κατά την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της υπ' αριθ. 27153/2008 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών στο όνομα του ίδιου ως δικαιούχου.

Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η εν λόγω βεβαίωση του απεστάλη κατά το έτος 2011 και ότι μέχρι τότε αγνοούσε την εκ μέρους της ΕΤΕ εξόφληση του ποσού. Όμως ο ισχυρισμός του αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος, καθ' όσον, αφ' ενός η βεβαίωση απεστάλη προς φορολογική χρήση του οικείου οικονομικού έτους (2009) για εισοδήματα του έτους 2008 (οπότε και παρακρατήθηκε το αναγραφόμενο ποσό ως φόρος τόκων), αφ' ετέρου, ο ίδιος ο εναγόμενος, στην από 11-11-2011 αναφορά που κατέθεσε στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, αναγράφει ότι η βεβαίωση του απεστάλη κατά το Μάιο του 2009 (2η σελίδα του άνω εγγράφου).

Έτσι, ο εναγόμενος και ανεξαρτήτως της ενημερώσεώς του από τον ενάγοντα, από τον χρόνο εκείνο, πληροφορήθηκε και από την Τράπεζα ότι το επιδικασθέν ποσό είχε εισπραχθεί. Περί της δημοσιεύσεως, εξάλλου, της εφετειακής απόφασης, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι οφείλεται στον εναγόμενο (τότε ενάγοντα) το ποσό των 10.000 ευρώ, ο τελευταίος έλαβε γνώση πολύ προγενέστερα, και συγκεκριμένα από της προς αυτόν επιδόσεως της από 14-3-2008 αίτησης αναίρεσης που άσκησε η ΕΤΕ.

Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο της απόφασης του Αρείου Πάγου, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο (ήδη εναγόμενο) την 1-8- 2008, ενώ στο δεύτερο φύλλο της αίτησης αναίρεσης, αναφέρεται καθαρά ότι η εφετειακή απόφαση αναγνώρισε ότι η Τράπεζα οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ, νομιμοτόκως.

Ο ενάγων, εξάλλου, αμέσως μετά την είσπραξη του ποσού, τον ενημέρωσε ότι θα κρατούσε τούτο στην κατοχή του, έναντι της συνολικής αμοιβής του και των δαπανών στις οποίες είχε αυτός υποβληθεί για την εκτέλεση της εντολής και ότι μετά την έκδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου (και ανάλογα με την τελειωτική έκβαση της υπόθεσης) θα γινόταν η εκκαθάριση του μεταξύ τους λογαριασμού.

Πράγματι, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1279/20.7.2011 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης, ο ενάγων ενημέρωσε τον εναγόμενο για την έκβαση της δίκης και του έκανε γνωστό ότι τα χρήματα που είχε εισπράξει για λογαριασμό του (εναγομένου) από την Εθνική Τράπεζα θα τα κρατούσε ως αμοιβή του για όλες τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί για λογαριασμό του σε σχέση με την ανατεθείσα σε αυτόν εντολή καθώς και για τις δαπάνες στις οποίες είχε υποβληθεί.

Έκτοτε ο εναγόμενος άρχισε να διαδίδει στον αδελφό του ενάγοντος Ε. Π., με τον οποίον ήταν κουμπάροι, αλλά και σε συγχωριανούς τους ότι ο ενάγων τον είχε διαβεβαιώσει ότι δεν θα του ζητούσε αμοιβή για τις εκτελεσθείσες από αυτόν ενέργειες και για τις δαπάνες και έξοδα στα οποία είχε υποβληθεί, ότι παρόλα αυτά του πήρε πολύ μεγάλη αμοιβή και ότι δεν του έδωσε τα χρήματα που του επιδίκασε το Δικαστήριο από την αντιδικία του με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και τα οποία είχε εισπράξει για λογαριασμό του ο ενάγων χωρίς να τον ενημερώσει.

Επιπλέον απευθύνθηκε στο συνταξιούχο δικηγόρο Άμφισσας, Ε. Λ., στον οποίον ανακοίνωσε ότι ο ενάγων (αυτόν ενέργειες και για τις δαπάνες και έξοδα) στα οποία είχε υποβληθεί οπότε ο τελευταίος άρχισε να οχλεί τηλεφωνικά αυτόν (ενάγοντα) ακόμη κατά το διάστημα που ήταν νοσηλευόμενος και να του ζητάει, ενεργώντας ως πληρεξούσιος δικηγόρος και εκπρόσωπος, όπως του εδήλωσε, του εναγόμενου, εξηγήσεις γιατί υπολόγιζε αμοιβές και έξοδα σε τέτοιο ύψος λέγοντάς του παράλληλα ότι ο εναγόμενος θα καταθέσει για το λόγο αυτό σε βάρος του αγωγή και ότι θα κάνει και αναφορά στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών.

Την 1.11.2011 ο εναγόμενος υπέβαλε στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών έγγραφο τιτλοφορούμενο "Διαμαρτυρία" με το οποίο διαμαρτυρόταν για τη συμπεριφορά του ενάγοντος και ζητούσε από το Δικηγορικό Σύλλογο να συστήσει στον ενάγοντα που ήταν μέλος του να συνετισθεί και να του καταβάλει το πρέπον ποσό πριν αυτός προβεί στις νόμιμες ενέργειες κατά αυτού, και επιπλέον ανέφερε αναληθώς ότι ο ενάγων ουδέποτε του ζήτησε χρήματα κατά τη διάρκεια του δικαστικού αγώνα ούτε ποτέ τον ενημέρωσε για την πρόοδο της δίκης που είχε ανοίγει με την από 3-11-1997 αγωγή.

Μετά την υποβολή της ως άνω αναφοράς, ο ενάγων, αντιλαμβανόμενος τη στρέβλωση των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του εναγομένου, προτίμησε, αντί της επισχέσεως, να διεκδικήσει δικαστικώς τις αμοιβές του και κατέθεσε, στις 5-12-2011, στο λογαριασμό του εναγομένου και το προαναφερθέν ποσό των 19.266,85 ευρώ.

Όσα όμως ο εναγόμενος ισχυριζόταν και διέδιδε ενώπιον τρίτων προσώπων για τον ενάγοντα και συγκεκριμένα ενώπιον των συγχωριανών του, του αδελφού του ενάγοντος και του Ε. Λ. και του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και δη το ισχυριζόμενο ότι ο ενάγων τον είχε διαβεβαιώσει ότι δεν θα του ζητούσε αμοιβή για τις εκτελεσθείσες από αυτόν ενέργειες και για τις δαπάνες και έξοδα στα οποία είχε υποβληθεί, ήταν ψευδές και δη εν γνώσει του, καθ' όσον το αληθές ήταν ότι, κατά τη ρητή συμφωνία τους, ο εναγόμενος θα του κατέβαλλε την αμοιβή του κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των μερικότερων πράξεων για την διεκπεραίωση της εντολής (χωρίς ειδικότερη συμφωνία για τον τρόπο υπολογισμού ή το ύψος της αμοιβής).

Επίσης, είναι αναληθές ότι ο ενάγων δεν τον ενημέρωνε για την πορεία της αντιδικίας. Άλλωστε κατά την διάρκεια των διεξαγωγών εξετάστηκε και μάρτυρας με επιμέλεια του εναγομένου, τότε ενάγοντος, ενώ μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης και την ενημέρωση του τελευταίου ότι το ποσό που αναγνωρίστηκε ήταν πολύ μικρό και δεν αρκούσε για την κάλυψη εξόδων και αμοιβών, ο ίδιος ο εναγόμενος έδωσε εντολή για την άσκηση εφέσεως.

Μόνο σε σχέση με την έκδοση της εφετειακής απόφασης η ενημέρωση εκ μέρους του ενάγοντος έγινε καθυστερημένα - και συγκεκριμένα αμέσως μετά την είσπραξη του ποσού, αλλά τούτο δεν αναιρεί το ψεύδος των ισχυρισμών του εναγόμενου περί παράλειψης ενημέρωσής του για την πορεία της υπόθεσης. Περαιτέρω, σε σχέση με την παρακράτηση του ποσού που εισπράχθηκε από τον ενάγοντα, τούτο δεν απεκρύβη από τον εναγόμενο, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, αλλά, αμέσως μετά την είσπραξή του ο εναγών του γνωστοποίησε ότι το κρατεί στην κατοχή του προσωρινώς μέχρι να γίνει η τελική εκκαθάριση μετά την έκδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου επί της αίτησης αναίρεσης.

Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο ενάγων, κατά την 2-8-2011 κατέθεσε στον τραπεζικό λογαριασμό του εναγόμενου το ποσό των 2.500 ευρώ (παρακρατώντας ως αμοιβή και έξοδά του το ποσό των 20.393,45 ευρώ), και στη συνέχεια, την 29-11-2011, κοινοποίησε στον εναγόμενο πίνακα αμοιβών με τον οποίο προσδιόριζε την αμοιβή του, μαζί με τις δαπάνες και τους τόκους, στο ποσό των 45.554,13 ευρώ, ήτοι ποσό διαφορετικό από το δια της αγωγής αιτούμενο, δεν συνιστούν περιστατικά που θεμελιώνουν συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος σε σχέση με όσα ο εναγόμενος ισχυρίστηκε, καθ' όσον, η τοιαύτη διάδοση των συγκεκριμένων ψευδών περιστατικών, που προαναφέρθηκαν, δεν εγένετο ένεκα εύλογης αμφιβολίας του εναγομένου ως προς την αλήθεια ή μη τούτων, προκληθείσας από προηγηθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος, ώστε να υπάρχει έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 300 Α.Κ.

Ειδικότερα, οι ανωτέρω ισχυρισμοί του εναγομένου, δεν αφορούσαν στο ύψος του ποσού της αμοιβής του ενάγοντος, ώστε να μπορεί να δικαιολογηθεί κάποια αμφιβολία του ως προς αυτό, αλλά καθιστούσαν (δια της εξωτερικεύσεως και διαδόσεώς τους) σαφές και βέβαιο ότι ουδεμία αμοιβή συμφωνήθηκε, ότι ουδεμία ενημέρωση υπήρξε εκ μέρους, ενάγοντος για την πορεία της υπόθεσης, και, τέλος, ότι ο ενάγων ιδιοποιήθηκε κατ' ουσίαν το επιδικασθέν ποσό.

Έτσι, η συμπεριφορά αυτή του εναγομένου εκδηλώθηκε εν πλήρη γνώσει του ότι τα διαδιδόμενα ως άνω είναι ψευδή και μπορούν να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, στην οποία άλλωστε στόχευε. Κατά συνέπεια, δεν δύναται να τύχει εφαρμογής ούτε η διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 Π.Κ., εφόσον τα ισχυρισθέντα γεγονότα συνιστούν συκοφαντική δυσφήμηση.

Συνεπώς, αμφότερες οι ως άνω ενστάσεις του εναγόμενου είναι απορριπτέες, η πρώτη ως ουσία και η δεύτερη ως νόμω αβάσιμη, απορριπτέου όντος, κατά συνέπεια, και του σχετικού έκτου λόγου της έφεσής του. Ακολούθως, αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες τελέσεως της σε βάρος του ενάγοντος προσβολής της προσωπικότητάς του, του βαθμού πταίσματος του εναγόμενου, του είδους, της έντασης, και της έκτασης της προσβολής του ενάγοντος, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, το οποίο θεωρείται εύλογο και το οποίο πρέπει να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει ο εναγόμενος για την ως άνω αιτία, απορριπτομένων των τρίτου, τέταρτου και έκτου λόγου της έφεσης του εναγόμενου και γενομένου δεκτού του ογδόου λόγου της έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο αμφότεροι παραπονούνται για την επιδίκαση εκ μέρους της εκκαλουμένης του ποσού των 700 ευρώ για την αιτία αυτή.

Το συνολικό επομένως ποσό που ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα για την αμοιβή του και τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας σε αυτόν από τον εναγόμενο εντολής καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια σε βάρος του εκ μέρους του εναγόμενου προσβολή της προσωπικότητάς του ανέρχεται σε 16.321,59 ευρώ, ποσό το οποίο του οφείλει ο εναγόμενος νομιμοτόκως, και δη για μεν τις δαπάνες από το χρόνο που εκάστη εξ αυτών διενεργήθηκε, νια δε τα υπόλοιπα ποσά από της επιδόσεως της αγωγής...".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, κατέληξε ότι ο ενάγων-αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος δικαιούται το ποσό των 16.321,59 ευρώ και επιδίκασε σ' αυτόν το πιο πάνω ποσό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, αφού προκειμένου να καταλήξει στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.

Ειδικότερα, αμφότεροι οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δη αναφορικά με:

Α) την αίτηση αναίρεσης του Κ. Π. και τους 4ο , 5ο και 7ο λόγους της ειδικότερα : α) "...Αμέσως μετά την έκδοση της 4176/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που αναγνώρισε ως δικαιούμενο το ποσό των 10.000,00 ευρώ, ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο να τον εξουσιοδοτήσει, προκειμένου να εισπράξει από την τράπεζα οποιοδήποτε ποσό επιδικασθεί, χωρίς ωστόσο να του αναφέρει κατ' εκείνο το χρόνο, την έκδοση της ως άνω απόφασης (ενδεχομένως φοβούμενος ότι ο εντολέας του θα εισπράξει ο ίδιος το ποσό που δεν θα του καταβάλει τις αμοιβές και τα έξοδά του)...", δέχεται δηλαδή αντιφατικά πράγματα, διότι, ενώ δέχεται ότι η συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου προς αυτόν ήταν άψογη και σύμφωνη με το δικηγορικό λειτούργημα επιδικάζοντας σε βάρος του χρηματική ικανοποίηση, στη συνέχεια δέχεται αφενός μεν ότι δεν ενημερώθηκε από τον αναιρεσίβλητο εγκαίρως για την έκδοση της εφετειακής αποφάσεως, δηλαδή για το πλέον σημαντικό θέμα της υποθέσεώς του, αφετέρου δε ότι του απέσπασε την επίδικη εξουσιοδότηση, αποκρύπτοντάς του την αλήθεια δηλ.

συμπεριφορά που απάδει του δικηγορικού λειτουργήματος, β) "...Πράγματι μετά την έκδοση της υπ' αριθμό 1279/20.7.2011 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως ο ενάγων ενημέρωσε τον εναγόμενο για την έκβαση της δίκης και του έκανε γνωστό ότι τα χρήματα που είχε εισπράξει για λογαριασμό του (εναγομένου) από την Εθνική Τράπεζα θα τα κρατούσε ως αμοιβή του για όλες τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί για λογαριασμό του...", δηλαδή δέχεται αντιφατικά πράγματα, διότι ενώ δέχεται ότι η συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου απέναντι του ήταν άψογη και σύμφωνη με το δικηγορικό λειτούργημα, στη συνέχεια δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος δεν τον ενημέρωσε για τα έξοδα στα οποία είχε υποβληθεί και για την αμοιβή του για κάθε μία δικαστική ενέργεια αλλά ότι αποφάσισε μονομερώς να παρακρατήσει το σύνολο του ποσού που εισέπραξε, συμπεριφορά που απάδει του δικηγορικού λειτουργήματος, γ) "....ο ενάγων κατά την 2-8-2011 κατέθεσε στον τραπεζικό λογαριασμό του εναγόμενου το ποσό των 2.500,00 ευρώ (παρακρατώντας ως αμοιβή και έξοδά του το ποσό των 20.393,45 ευρώ) και στη συνέχεια την 29- 11-2011 κοινοποίησε στον εναγόμενο πίνακα αμοιβών με τον οποίο προσδιόρισε την αμοιβή του, μαζί με τις δαπάνες στο ποσό των 45.554,13 ευρώ...", ήτοι δέχεται, ως αποδεδειγμένα αντιφατικά μεταξύ τους γεγονότα, διότι ενώ δέχεται ότι η συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου απέναντι του ήταν άψογη και σύμφωνη με το δικηγορικό λειτούργημα, στη συνέχεια δέχεται ότι την 20.07.2011 (μετά την έκδοση της αναιρετικής αποφάσεως) ο αναιρεσίβλητος τον ενημέρωσε ότι το σύνολο των εξόδων και της αμοιβής του, είχε προσδιορισθεί μονομερώς από αυτόν στο ποσό των 22.839,45 ευρώ (ήτοι το σύνολο του ποσού που εισέπραξε), στη συνέχεια δέχεται ότι την 2-8- 2011 παρακράτησε, ο ίδιος, ενεργώντας μονομερώς για αμοιβή και έξοδα το ποσό των 20.393,54 ευρώ και στη συνέχεια (η προσβαλλόμενη) δέχεται ότι την 29-11-2011 ο ίδιος ενεργώντας και πάλι μονομερώς προσδιόρισε για αμοιβή και έξοδα το ποσό των 45.554,13 ευρώ.

Στη συνέχεια η προσβαλλόμενη δέχεται ως αποδεδειγμένα αντιφατικά μεταξύ τους γεγονότα και ειδικότερα, ενώ δέχεται, ότι υπήρξε πλημμελής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ενημέρωσή και μονομερής εκ μέρους του προσδιορισμός του ποσού που του όφειλε στο ποσό των 22.839,45 ευρώ την 20.7.2011, στο ποσό των 20.393,54 ευρώ την 2-8- 2011 και στο ποσό των 45.554,13 ευρώ την 29-11-2011, στη συνέχεια δέχεται ότι εξαιτίας των διαμαρτυριών μου, ο αναιρεσίβλητος υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, προσδιόρισε χρηματική ικανοποίηση στο ποσό των 5.000,00 ευρώ, χωρίς να αιτιολογήσει επαρκώς το ύψος αυτού, ώστε να καθίσταται δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος αυτού στα όρια της αναλογικότητας (ΑΠ Ολ. 9/2015), δ) η προσβαλλόμενη δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται το ποσό των 10.248,99 ευρώ για έξοδα και αμοιβή και το ποσό των 5.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ήτοι το συνολικό ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων διακοσίων σαράντα οκτώ ευρώ και ενενήντα εννέα λεπτών (15.248,99 ευρώ), ενώ στο διατακτικό της, αναγνωρίζει ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται για έξοδα, αμοιβή και χρηματική ικανοποίηση το ποσό των δέκα έξι χιλιάδων τριακοσίων είκοσι ενός ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (16.321,59).

Β) αναφορικά με την αίτηση αναίρεσης του Π. Γ. και τους λόγους της ειδικότερα, όπως οι λόγοι αυτοί αριθμούνται στο αναιρετήριο: 1.α) Η προσβαλλόμενη, με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία έκρινε ότι, ο αντίδικος του έδωσε ενιαία εντολή, που περιλάμβανε την απόκρουση της κατ' αυτού αγωγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και την άσκηση κατ' αυτής αγωγής για αποζημίωση αυτού λόγω ηθικής βλάβης και ότι η αξίωσή του για αμοιβή για την απόκρουση της αγωγής της Τράπεζας έχει παραγραφεί, γιατί από τότε που περατώθηκε η σχετική δίκη, με παραίτηση από το δικόγραφο, μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα τέτοιο που η αξίωση αυτή υπέπεσε σε παραγραφή.

Η κρίση αυτή είναι αντιφατική, αφού αφενός δέχεται ότι η εντολή που δόθηκε ήταν ενιαία και η τελευταία διαδικαστική πράξη για την περαίωση όλων των ενεργειών, δικαστικών και εξώδικων, για την απόκρουση της αγωγής και την άσκηση της αγωγή αυτού κατά της Εθνικής Τράπεζας, συνέβη πριν να συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής, αφετέρου δέχεται η προσβαλλόμενη, ότι μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης επί της αγωγής του Π.

Κ. κατά της Εθνικής Τράπεζας, ο Π. Κ.ς, έδωσε εντολή για την άσκηση έφεσης. Κρίνοντας έτσι η προσβαλλόμενη, περιέχει ανεπαρκή και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τον χρόνο συμπλήρωσης της παραγραφής και των ειδικότερων αξιώσεων, 2β). Περαιτέρω η προσβαλλόμενη έσφαλε με την κρίση της, διότι με ανεπαρκή αιτιολογία, δέχεται ότι η ενασχόλησή του (Γ.

Π.) με την μελέτη της αγωγής της Εθνικής Τράπεζας κατά του Π. Κ., η συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων για την απόκρουση της αγωγής, η επικοινωνία με τις υπηρεσίες και τα Καταστήματα της ενάγουσας τράπεζας, η κατάρτιση εγγράφου με τις απόψεις του εναγομένου, η τεκμηρίωση με αποδεικτικά έγγραφα και η επίδοση εξωδίκως αυτών στην Εθνική Τράπεζα, δικαιολογεί μόνο αμοιβή για σύνταξη εξωδίκου και όχι αμοιβή για εξωδικαστική επίλυση επίδικης διαφοράς ή κατάρτιση ιδιωτικού εγγράφου, που οδήγησε στην εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς.

Η κρίση αυτή στηρίζεται σε ανεπαρκείς αιτιολογίες, 3γ) Η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι για να δικαιούται αμοιβής για τη σύνταξη προτάσεων έπρεπε να μη περιέχονται τόσο οι προτάσεις για την υποστήριξη της έφεσης του εκκαλούντος εντολέα του όσο και οι προτάσεις για την απόκρουση της έφεσης κατά του εφεσιβλήτου εντολέα του, στο αυτό ή σε όμοιο δικόγραφο, αλλά σε ιδιαίτερο για την κάθε δικογραφία, στερείται επαρκούς αιτιολογίας, καθόσον δεν αιτιολογεί επαρκώς για ποια από τις δύο υποθέσεις στο Εφετείο δικαιούται αμοιβής, ήτοι για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, αφού οι προτάσεις που κατέθεσε αναφέρονται και στις δύο εφέσεις και έχουν κατατεθεί σε όμοια δικόγραφα και στους δύο φακέλους δικογραφίας του Εφετείου και γιατί δικαιούται αμοιβής γι' αυτή μόνο και όχι και για την άλλη υπόθεση, 5β.) η προσβαλλόμενη δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί η λήψη από την Εθνική Τράπεζα της δικαστικής δαπάνης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, η λήψη αμοιβής για τη σύνταξη επιταγής προς πληρωμή της διαταγής πληρωμής, η λήψη των εξόδων για την έκδοσή της, πρέπει να αφαιρεθούν από τις έναντι του αντιδίκου του αξιώσεις για αμοιβή.

Οι ανωτέρω σχετικές αιτιάσεις αμφοτέρων των αναιρεσειόντων, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες πέραν των ανωτέρω συγκεκριμένων λόγων τους, είναι διάσπαρτες και σε διάφορα σημεία αμφοτέρων των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεων, είναι βάσιμες όπως και οι λόγοι αυτοί και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Η αναιρετική εμβέλεια τούτων, στο σύνολο της προσβαλλόμενης με τις ανωτέρω αναιρέσεις απόφασης (βλ. ΑΠ 1840/2007) και ως προς αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες της παρούσας δίκης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των υπόλοιπων λόγων των αναιρέσεων, που επιχειρείται να θεμελιωθούν στους αριθμούς 1, 8, 9, 10, 11, 12, 14 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ήτοι, αν το δικαστήριο, α) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, β) άφησε αίτηση αδίκαστη, γ) παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, δ) δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ε) παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, στ') παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, ζ) αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις), η παραδοχή μερικών ή και όλων εκ των οποίων λόγων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλ.

αναίρεση της απόφασης για την απόρριψη των λόγων έφεσής των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων.

Μετά από αυτά, πρέπει να γίνουν δεκτές οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών, σύμφωνα με τα άρθρα 183 και 178 του ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει : α) την από 16-3-2016 αίτηση του Κ. Π. κατά του Π. Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5021/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (αρ. πιν. 42) και β) την από 31-3-2016 αίτηση του Π. Γ. κατά του Κ. Π., για αναίρεση της ίδιας απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί την 5021/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα της παρούσας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ