1232/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1232/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης, κατ’ εξακολούθηση και να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (84§2β ΠΚ) όπως και πρωτοδίκως". Ακολούθως δε κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι : "Στη Θεσσαλονίκη, την 31-7-2009, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας "….
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1232 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1232/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Βασιλείου Τσιλογιάννη του Κωνσταντίνου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Χριστοφορίδη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2720/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 798/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεως του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972), ορίζετο, "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών".
Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι, "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".
Κατά το ίδιο άρθρο 79 παρ. 1 του άνω ν. 5960/1933, περί επιταγής, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/72, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ.1 περ. α του Ν. 2408/1996, ορίζεται πλέον ότι "εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών".
Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι, το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτηση του απαιτείται αντικειμενικά μεν, α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, β) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του ..εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και δ) έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, δόλος, η ύπαρξη του οποίου δεν απαιτείται να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, για δε την ύπαρξη του αρκεί η γνώση του εκδότη για την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων.
Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) δόλος και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως. Άρα, για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων.
Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα.
Ήτοι, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ* αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίηση της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ’ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Η αιτιολογία τέλος της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως το οποίο όμως εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσον αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 2720/2015 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ’ εξακολούθηση, με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτιών, επέβαλε δε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία.
Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα κάτωθι: "Στη Θεσσαλονίκη, την 31-7-2009, ως Νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας "…." με έδρα τη ...
Θεσσαλονίκης, εξέδωσε επιταγή μη πληρωθείσα από την πληρώτρια τράπεζα στην οποία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής και κατά το χρόνο της πληρωμής αυτής, και συγκεκριμένα, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ... επιταγή ποσού 47.000 ευρώ σε διαταγή ... προς την ... (Υποκατάστημα ..., Θεσσαλονίκης) η οποία εμφανίσθηκε για πληρωμή την 5-8-2009 και δεν πληρώθηκε γιατί στον υπ’ αριθμ. ...
λογαριασμό επί του οποίου σύρονταν η επιταγή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Επίσης, στη Θεσσαλονίκη, στις 31-1-2009, ως εκπρόσωπος της ως άνω ανώνυμης εταιρίας "…." με έδρα τη ... Θεσσαλονίκης, εξέδωσε επιταγή μη πληρωθείσα από την πληρώτρια τράπεζα στην οποία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής και κατά το χρόνο της πληρωμής αυτής, συγκεκριμένα, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ...
επιταγή ποσού 47.000 ευρώ σε διαταγή ... προς την ... (Υποκατάστημα ...) η οποία εμφανίσθηκε για πληρωμή την 5-2-2009 και δεν πληρώθηκε γιατί στον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό επί του οποίου σύρονταν δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της εκδότριας εταιρίας οπωσδήποτε γνώριζε την έλλειψη διαθεσίμων στον ως άνω λογαριασμό, αφού ο ίδιος κινούσε το λογαριασμό αυτό.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης, κατ’ εξακολούθηση και να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (84§2β ΠΚ) όπως και πρωτοδίκως". Ακολούθως δε κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι : "Στη Θεσσαλονίκη, την 31-7-2009, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας "….
με έδρα τη ... Θεσσαλονίκης, εξέδωσε επιταγή μη πληρωθείσα από την πληρώτρια τράπεζα στην οποία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής και κατά το χρόνο της πληρωμής αυτής, και συγκεκριμένα, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ... επιταγή ποσού 47.000ευρώ σε διαταγή ... προς την ... (Υποκατάστημα ..., Θεσσαλονίκης) η οποία εμφανίσθηκε για πληρωμή την 5-8-2009 και δεν πληρώθηκε γιατί στον υπ’ αριθμ....
λογαριασμό επί του οποίου σύρονταν η επιταγή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Στη Θεσσαλονίκη, στις 31-1-2009, ως εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας "...." με έδρα τη ... Θεσσαλονίκης, εξέδωσε επιταγή μη πληρωθείσα από την πληρώτρια τράπεζα στην οποία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής και κατά το χρόνο της πληρωμής αυτής, συγκεκριμένα, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ...
επιταγή ποσού 47.000 ευρώ σε διαταγή ... προς την ... (Υποκατάστημα ...) η οποία εμφανίσθηκε για πληρωμή την 5-2-2009 και δεν πληρώθηκε γιατί στον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό επί του οποίου σύρονταν η επιταγή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Το δικαστήριο αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο τα ελαφρυντικό 84§2β, ότι ο κατηγορούμενος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια." Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, κατ’ αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 του ΠΚ και 79 παρ.1 του Ν.5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ΝΔ 1325/1972, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι, δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα: α)αναφέρεται στο αιτιολογικό ότι ειδικές επιταγές εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο κα υπογράφονται από τον ίδιο, ως νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...." και δεν απαιτείτο άλλος ειδικότερος προσδιορισμός ως προς την εν λόγω ιδιότητά του, β)εκθέτει τον χρόνο εκδόσεως των ενδίκων επιταγών γ)την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή και την μη πληρωμή τους, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων.
Η περαιτέρω αιτίαση ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ του ότι το σκεπτικό της εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού είναι αβάσιμη, αφού το προκειμένω, το διατακτικό περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού.
Προς δε, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ελλιπής, διότι δεν εκτίθεται σ’ αυτή ότι γνώριζε την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, κατά το χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής των επίμαχων επιταγών, είναι αβάσιμη, αφού, όπως εκτίθεται ανωτέρω η αναφορά αυτή στη "γνώση", δεν είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αιτιολογίας και ειδικότερα για την υποκειμενικά θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος.
Η ύπαρξη δε του στοιχείου του δόλου στο έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής ενυπάρχει στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του. Ειδική αιτιολογία του δόλου απαιτείται αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τέτοια όμως, πρόσθετα στοιχεία, μετά την κατά τ’ ανωτέρω τροποποίηση του άρθρου 79 παρ.1 του Ν.5960/1933, δεν αξιώνονται (όπως προεκτέθηκε) επί του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής.
Τέλος, δεν υφίστανται αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλόμενης, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, από το γεγονός ότι, ενώ κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών εν συνεχεία αναγνωρίσθηκε σ’ αυτό το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων λόγω, της οικονομικής του αδυναμίας να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις οφειλόμενες στην οικονομική κρίση.
Συνεπώς, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχεία Δ’ και Ε’ του ΚΠοινΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως ως και ελλείψεως νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρ.583 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ’ αριθμ.28/9-7-2015 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2720/2015 απόφασης του Β’ Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ