Legislator Case Law & Legislation
1232/2015 AI generated

1232/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1232/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/2002 προσφυγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Κρήτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 438/2005 του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 3507/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/6/2014 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1232/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Keywords

AI generated
late payment of fees unpaid licensing royalties missed deadline untimely restitution petition registration of construction lien non-renewal of contract
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1232 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1232/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ Α.Ε.), που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ξανθή Καλύβα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Κοινοπραξίας ανάληψης δημοσίων έργων με την επωνυμία "Π. Γ. του Α. - Β. Ε. του Κ." ως ειδικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Κοινοπραξίας ανάληψης δημοσίων έργων με την επωνυμία "Π. Α. - Β. Ε." που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευτυχία Κατσαρού-Πετράκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/2002 προσφυγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Κρήτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 438/2005 του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 3507/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/6/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 1/12/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ.3507/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 19-3-2010 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθ.2935/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δικάσει την από 19-11-2002 προσφυγή - αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, για διαφορές που ανέκυψαν από τη μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση περί εκτέλεσης από την αναιρεσίβλητη του έργου "Ποιοτική Αναβάθμιση Αστικού Δικτύου-Εργολαβία Νομού Ρεθύμνης έτους 1999", που είχε παραπεμφθεί ενώπιoν του προς έκδίκαση με την υπ’ αριθ. 438/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης και, αφού την είχε δεχθεί κατά ένα μέρος, α) είχε ακυρώσει την τεκμαιρόμενη σιωπηρή απόρριψη του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας της από 18-6-2002 αίτησης θεραπείας της αναιρεσίβλητης κατά το μέρος που αφορούσε τον 8ο λογαριασμό και β) είχε υποχρεώσει την αναιρεσείουσα να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη το οφειλόμενο από το λογαριασμό αυτό ποσό, πλέον ΦΠΑ 18%, συνολικού ύψους 54.506,81 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής-προσφυγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ.8 του ν. 1418/1984, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης και εφαρμόζεται εν προκειμένω κατόπιν συμφωνίας των μερών, "οι λογαριασμοί των κατά τη σύμβαση οφειλομένων ποσών συντάσσονται κατά μηνιαία χρονικά διαστήματα, εκτός αν η σύμβαση ορίζει άλλες προθεσμίες.

Οι λογαριασμοί συντάσσονται από τον ανάδοχο και υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία τους ελέγχει και τους διορθώνει όταν απαιτείται, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους. Οι εγκρινόμενοι από τη διευθύνουσα υπηρεσία λογαριασμοί αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί...".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 38 του ΠΔ 609/1985 " 1.Κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου παίρνονται όλα τα αναγκαία στοιχεία για την επιμέτρηση των ποσοτήτων των εκτελουμένων εργασιών. Οι επιμετρήσεις συντάσσονται με μέριμνα και δαπάνη του αναδόχου και υπόκεινται στον έλεγχο της υπηρεσίας. Τα επιμετρικά στοιχεία λαμβάνονται από κοινού από τον επιβλέποντα και εκπρόσωπο του αναδόχου, καταχωρούνται σε επιμετρικά φύλλα εις διπλούν που υπογράφονται από τα δύο μέρη και καθένα παίρνει από ένα αντίγραφο.2.

στο τέλος κάθε μήνα ο ανάδοχος συντάσσει επιμετρήσεις κατά διακριτά μέρη του έργου για τις εργασίες που εκτελέσθηκαν τον προηγούμενο μήνα. Η επιμέτρηση περιλαμβάνει για κάθε εργασία συνοπτική περιγραφή της με ένδειξη του αντίστοιχου άρθρου του τιμολογίου ή των πρωτοκόλλων κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών, τους αναλυτικούς υπολογισμούς για τον προσδιορισμό της ποσότητας των εργασιών που εκτελέσθηκαν και τα αναγκαία γι’ αυτό επιμετρικά στοιχεία και διαγράμματα με βάση τα στοιχεία απευθείας καταμέτρησης των εργασιών ή των πρωτοκόλλων της επόμενης παραγράφου.

Οι επιμετρήσεις, συνοδευόμενες από τα αναγκαία επιμετρικά σχέδια υποβάλλονται από τον ανάδοχο στη διευθύνουσα υπηρεσία για έλεγχο...Η διευθύνουσα υπηρεσία μετά την παραβολή προς τα επιμετρικά στοιχεία, τον έλεγχο και τυχόν διόρθωση των υπολογισμών, εγκρίνει τις επιμετρήσεις και τις κοινοποιεί στον ανάδοχο...και ο οποίος, αν δεν αποδέχεται τις διορθώσεις μπορεί να ασκήσει το προβλεπόμενο από το νόμο δικαίωμα της ένστασης...4 Δύο μήνες το αργότερο μετά τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να υποβάλλει στη διευθύνουσα υπηρεσία τυχόν επιμέρους επιμετρήσεις που λείπουν και την τελική επιμέτρηση, δηλαδή τελικό συνοπτικό πίνακα που ανακεφαλαιώνει τις ποσότητες όλων των τμηματικών επιμετρήσεων ...Η διευθύνουσα υπηρεσία έχει υποχρέωση να προβεί στον έλεγχο της τελικής επιμέτρησης μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή της και να κοινοποιήσει στον ανάδοχο την ελεγμένη και τυχόν διορθωμένη επιμέτρηση.

Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 έχει εφαρμογή για την τελική επιμέτρηση". Τέλος, κατά το άρθρο 40 του ίδιου ΠΔ " 1...2. Μετά τη λήξη κάθε μήνα ή άλλης χρονικής περιόδου που τυχόν ορίζει η σύμβαση για τις τμηματικές πληρωμές, ο ανάδοχος συντάσσει λογαριασμό των οφειλομένων σ ‘ αυτόν ποσών από εργασίες που εκτελέσθηκαν.

Οι λογαριασμοί αυτοί στηρίζονται στις καταμετρήσεις των εργασιών. Κατ’ αρχήν απαγορεύεται να περιλαμβάνονται στο λογαριασμό εργασίες που δεν έχουν καταμετρηθεί.3...4...5...6...7. Οι λογαριασμοί υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία που τους ελέγχει και τους διορθώνει, αν είναι ανάγκη, μέσα στην προθεσμία που προβλέπει η παρ.8 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984...Ο επιβλέπων υπογράφει το λογαριασμό βεβαιώνοντας έτσι ότι οι ποσότητες είναι σύμφωνες με τις επιμετρήσεις και τα επιμετρικά στοιχεία.

Ο λογαριασμός μετά τον έλεγχο εγκρίνεται από τη διευθύνουσα υπηρεσία και έτσι εγκεκριμένος αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του αναδόχου". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι σε περίπτωση υποβολής λογαριασμού εκ μέρους του αναδόχου του έργου, η διευθύνουσα υπηρεσία υποχρεούται εντός μηνός από την υποβολή του να προβεί στον έλεγχο αυτού και είτε να εγκρίνει αυτόν όπως υποβλήθηκε, είτε να αρνηθεί παντελώς την εγκρισή του, είτε να προβεί σε διόρθωση και στη συνέχεια έγκρισή του ή, αν είναι δυσχερής η διόρθωση, να τον επιστρέψει στον ανάδοχο προς ανασύνταξη και επανυποβολή, οπότε στην τελευταία περίπτωση η μηνιαία προθεσμία για τον έλεγχο του λογαριασμού αρχίζει από την επανυποβολή ή την τελική επανυποβολή ύστερα από την ανασύνταξη από τον ανάδοχο.

Αν η ανωτέρω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, δηλαδή η διευθύνουσα υπηρεσία δεν προβεί σε καμία από τις ανωτέρω ενέργειες, ο υποβληθείς λογαριασμός θεωρείται, ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών του, αυτοδικαίως εγκεκριμένος, η δε διευθύνουσα υπηρεσία δεν μπορεί πλέον να τροποποιήσει το λογαριασμό αυτό, ενώ δεν δύναται να εξετασθεί ούτε η νομιμότητα του περιεχομένου του λογαριασμού ή της διαδικασίας υποβολής του (ΣΤΕ 1455/2013, 3321/2011, 2700/2011, 865/2011).

Η ερμηνεία αυτή των άνω διατάξεων είναι σύμφωνη με το σκοπό αυτών, ο οποίος συνίσταται στην επίλυση οριστικώς και επικαίρως των διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ του αναδόχου και του κυρίου του έργου, ώστε να γνωρίζουν και οι δύο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να μη επικρατεί αβεβαιότητα, πράγμα που εξυπηρετεί και την ανάγκη ταχείας περάτωσης των εργασιών εντός του προβλεπομένου χρονοδιαγράμματος και έχει την έννοια ότι η προθεσμία του ενός μηνός που τάσσεται στη διευθύνουσα υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου για τον έλεγχο του λογαριασμού δεν είναι ενδεικτική, αλλά αποκλειστική προθεσμία ενέργειας και η άπρακτη πάροδος αυτής συνεπάγεται την αυτοδίκαιη έγκριση του, ως αυτός υποβλήθηκε, ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών του.

Μετά δε τη ρητή ή αυτοδίκαιη (σιωπηρή) έγκριση του λογαριασμού η διευθύνουσα υπηρεσία, όπως και επί της εμπρόθεσμης έγκρισης, είναι κατά χρόνο αναρμόδια να τον διορθώσει, αφού στην περίπτωση αυτή, λόγω της πιο πάνω ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, η οποία δεν προβλέπει δυνατότητα να επανέλθει και διορθώσει το λογαριασμό, ανακαλώντας με τον τρόπο αυτό την προηγούμενη ρητή ή σιωπηρή έγκριση του, δεν έχουν εφαρμογή ούτε οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου για την ανάκληση από τη διοίκηση πράξεών της για λόγους αναγόμενους στη νομιμότητά τους, οι οποίες, άλλωστε, προϋποθέτουν σχέση διοίκησης και διοικουμένου, η οποία δεν υφίσταται επί σύμβασης εκτέλεσης έργου και πολύ περισσότερο επί σύμβασης έργου, όταν οι συμβαλλόμενοι είναι ν.π.ι.δ., όπως στην προκείμενη περίπτωση.(σχ ΟλΑΠ 8/2014).

Τέλος, όπως έχει προαναφερθεί, ο λογαριασμός μετά την έγκρισή του, ρητή ή αυτοδίκαιη, αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του αναδόχου. Στην περίπτωση δε που η διευθύνουσα υπηρεσία αρνείται να ικανοποιήσει την απορρέουσα από την εν λόγω πράξη απαίτηση του αναδόχου, αυτός μπορεί να ασκήσει αγωγή με την οποία να επιδιώξει την υλοποίησή αυτής.

Συνακόλουθα τούτων, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, αντικείμενο της οποίας είναι η καταβολή του εγκεκριμένου ποσού του λογαριασμού, δεν είναι αναγκαίο στο δικόγραφό της να γίνεται ειδικότερος προδιορισμός του είδους και της ποσότητας των εργασιών καθώς και της τιμής μονάδος και της αξίας εκάστης και τούτο διότι, όπως έχει προαναφερθεί, στην περίπτωση αυτή δεν καταλείπεται πλέον στάδιο επανελέγχου και έγκρισης ή άρνησης της εγκριθείσας ήδη πιστοποίησης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της από 17-11-2002 προσφυγής-αγωγής της κοινοπραξίας με την επωνυμία "Π. Α. - Β. Ε." κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." προκύπτει ότι η προσφεύγουσα εξέθετε ότι αυτή με την υπ’ αριθ. .../1-6-1999 απόφαση της διευθύνουσας υπηρεσίας της καθής κηρύχθηκε ανάδοχος του έργου "Ποιοτική Αναβάθμιση Αστικού Δικτύου-Εργολαβία Νομού Ρεθύμνης έτους 1999" και ανέλαβε την εκτέλεσή του, ότι την 19-5-2000 αυτή υπέβαλε, πέραν άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, στη διευθύνουσα υπηρεσία της καθής πίνακα εργασιών με τον τίτλο "..." και μαζί τον 8ο λογαριασμό προς έγκριση και πληρωμή, ότι η διευθύνουσα υπηρεσία προέβη στη σύσταση επιτροπής, προκειμένου να γίνει ο έλεγχος των επιμετρήσεων, διότι είχε την άποψη ότι η προσφεύγουσα είχε εκτελέσει μικρότερης αξίας έργο, ότι μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου των επιμετρήσεων, από τον οποίο αυτή (προσφεύγουσα) αποχώρησε, η διευθύνουσα υπηρεσία με την υπ’ αριθ .../30-8-2001 επιστολή της κοινοποίησε σ’ αυτή διορθωμένα τα φύλλα επιμετρήσεων και αρνήθηκε την έγκριση του 8ου λογαριασμού, ζητώντας την επανασύνταξή του, σύμφωνα με τις διορθώσεις στις επιμετρήσεις, ότι, επειδή αυτή αρνήθηκε την διόρθωση του 8ου λογαριασμού, προέβη σ’ αυτή η διευθύνουσα υπηρεσία της καθής και ότι με την υπ’ αριθ..../28-2-2002 επιστολή της που κοινοποιήθηκε σ’ αυτή της γνωστοποίησε αυτόν (8ο λογαριασμό), όπως διορθώθηκε, ότι κατ’ αυτής άσκησε την υπ’ αριθ. .../15-3-2002 ένστασή της, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ..../22-3-2002 απόφαση της διευθύνουσας υπηρεσίας και στη συνέχεια την από 18-6-2002 αίτηση θεραπείας, η οποία ομοίως απορρίφθηκε σιωπηρώς από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της καθής και ακολούθως άσκησε την από 17-11-2002 προσφυγή- αγωγή της με την οποία, πέραν άλλων, ζήτησε α) να ακυρωθεί η τεκμαιρόμενη απόρριψη από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της καθής, λόγω άπρακτης παρόδου της νόμιμης προθεσμίας, της από 18-6-2002 αίτησης θεραπείας κατά της .../22-3-2002 απόφασης του Τηλεπικοινωνιακού Διαμερίσματος Ρεθύμνου, που απέρριψε την από 14-3-2002 ένσταση αυτής (προσφεύγουσας), που στρεφόταν κατά της .../28-2-2002 επιστολής του τεχνικού τμήματος του Τηλεπικοινωνιακού Διαμερίσματος Ρεθύμνου, με την οποία, μεταξύ άλλων, της επιστράφηκε διορθωμένος ο 8ος λογαριασμός με μόνη την υπογραφή του επιβλέποντος μηχανικού και β) να υποχρεωθεί η καθής να της καταβάλει τα ποσά που αφορούσαν στον 8ο λογαριασμό, που αυτή είχε υποβάλλει στην καθής και συγκεκριμένα το ποσό των 46.192,22 ευρώ, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. 18% και συνολικά το ποσό των 54.506,81 ευρώ, θεωρώντας το λογαριασμό αυτό μετά την παρέλευση μηνός από την υποβολή του, αυτοδικαίως εγκεκριμένο.

Από το περιεχόμενο και το αίτημα της παραπάνω προσφυγής -αγωγής προκύπτει ότι με αυτή η προσφεύγουσα-ενάγουσα επιδίωξε, πέραν της ακύρωσης της βλαπτικής γι’ αυτή πράξης της καθής, με ρητό αγωγικό αίτημα την υλοποίηση της πιστοποίησης του 8ου λογαριασμού, όπως υποβλήθηκε από αυτή στην καθής, μετά την, κατά τα ιστορούμενα, αυτοδίκαιη έγκρισή του δια της παρόδου μηνός από της υποβολής του, χωρίς η διευθύνουσα υπηρεσία να προβεί στη διόρθωσή του.

Ζήτησε δηλαδή την επιδίκαση του ποσού του 8ου λογαριασμού. Ενόψει αυτού, η σωρευόμενη ως άνω αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα είναι ορισμένη, καθόσον δεν ήταν αναγκαίο προς τούτο να αναφέρονται το είδος των εργασιών που εκτελέσθηκαν, η ποσότητα αυτών και η τιμή μονάδος καθεμιάς, ως και ότι το έργο παραδόθηκε, παρά μόνον το ποσό του αυτοδικαίως εγκριθέντος λογαριασμού, δεδομένου ότι, όπως έχει προαναφερθεί, δεν είναι δυνατός ο επανέλεγχος της εγκριθείσας ήδη πιστοποίησης.

Το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η σωρευόμενη στην προσφυγή αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα ήταν ορισμένη και απέρριψε ως αβάσιμο το δεύτερο λόγο της έφεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστήριζε τα αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και ο δεύτερος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ. 19) λόγος της αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 6-1999 σύμβασης εργολαβίας η καθ’ ης η προσφυγή (ΟΤΕ ΑΕ) ανέθεσε στην προσφεύγουσα κοινοπραξία, που είχε αναδειχθεί μειοδότρια στο σχετικό μειοδοτικό διαγωνισμό την εκτέλεση του έργου "Ποιοτική Αναβάθμιση του Αστικού Δικτύου - Εργολαβία Ν.

Ρεθύμνης Έτους 1999", με χρόνο έναρξης την 7-6-1999 και λήξης την 11-6-2000. Με τη σύμβαση ορίστηκε ότι η εκτέλεση του έργου διέπεται από τις διατάξεις της νομοθεσίας για τα Δημόσια έργα και ότι η παρακολούθηση και ο έλεγχος της ποιότητας και ποσότητας των εργασιών και γενικά η τήρηση των όρων της σύμβασης από την ανάδοχο θα γίνεται από την αρμόδια Τεχνική Υπηρεσία του ΟΤΕ ως "Διευθύνουσα Υπηρεσία" ή Επιβλέπουσα Υπηρεσία" και ως τέτοια ορίστηκε το Τεχνικό Τμήμα Υποστήριξης Εμπορικής Λειτουργίας ΟΤΕ Ρεθύμνης.

Την 19-5-2000 η ανάδοχος κοινοπραξία υπέβαλε στη Διευθύνουσα Υπηρεσία πίνακα εργασιών με τον τίτλο "..." και μαζί τον 8ο λογαριασμό προς έγκριση και πληρωμή. Η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν προέβη σε διόρθωση ή επιστροφή του λογαριασμού και με την 59/450/2-11-2000 απόφαση, προέβη στη σύσταση επιτροπής ελέγχου και σύνταξης τελικών επιμετρήσεων.

Στις εργασίες της επιτροπής και το γενόμενο έλεγχο αρχικά συμμετείχε εκπρόσωπος της κοινοπραξίας, αλλά κατόπιν απουσίαζε παρά τις σχετικές προσκλήσεις της Διευθύνουσας Υπηρεσίας. Με την 59/313/20-8-2001 απόφαση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας αποφασίστηκε η πραγματοποίηση της προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου, ενώ με την .../30-8-2001 επιστολή της ίδιας Υπηρεσίας αποστάλθηκαν στην κοινοπραξία τα αποτελέσματα του επανελέγχου των επιμετρήσεων της επιτροπής, ενημερώνοντας αυτή ότι δεν θα προβεί στην πληρωμή του 8ου λογαριασμού και την παραλαβή του έργου και κλήθηκε αυτή (η κοινοπραξία), λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της επιτροπής να επανασυντάξει και να υποβάλλει εκ νέου τις επιμετρήσεις, προκειμένου να γίνει η συμβατική λήξη της εργολαβίας.

Το έργο παραλήφθηκε την 5-10-2001 και το πρωτόκολλο προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου κοινοποιήθηκε στην κοινοπραξία δια της .../5-10-2001 επιστολής της διευθύνουσας Υπηρεσίας. Η ανάδοχος κοινοπραξία δεν προέβη στη διόρθωση του 8ου λογαριασμού,,. Η Διευθύνουσα Υπηρεσία, δια της .../28-2-2002 επιστολής...απέστειλε τον 8ο λογαριασμό διορθωμένο, όπως συντάχθηκε από την Υπηρεσία, σύμφωνα με τις ποσότητες του Πρωτοκόλλου Παραλαβής, χωρίς τις αναθεωρήσεις.

Κατά της επιστολής αυτής η ανάδοχος Κοινοπραξία υπέβαλε την .../15-3-2002 ένσταση, που απορρίφθηκε δια της .../22-3-2002 απόφασης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, οπότε η ανάδοχος υπέβαλε την από 18-6-2002 αίτηση θεραπείας προς τη διοίκηση της καθ’ ης η προσφυγή...

Επειδή δε από την υποβολή του 8ου λογαριασμού από την προσφεύγουσα - ανάδοχο στη Διευθύνουσα Υπηρεσία, την 19-5-2000, έχει παρέλθει άπρακτη η ορισμένη μηνιαία προθεσμία προς διόρθωση αυτού, θεωρείται ότι αυτός έχει αυτοδικαίως εγκριθεί, σύμφωνα με τις σκέψεις που προεκτέθηκαν... και αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή της αναδόχου, που η καθ’ ης η προσφυγή - κυρία του έργου υποχρεούται να εξοφλήσει.

Η καθ’ ης η προσφυγή με τον τρίτο λόγο της έφεσης προβάλλει ότι ο 8ος λογαριασμός που υπέβαλε στη Διευθύνουσα Υπηρεσία η προσφεύγουσα δεν συντάχθηκε με βάση εγκεκριμένες από αυτή επιμετρήσεις, διότι τέτοιες δεν υπέβαλε προς έγκριση η προσφεύγουσα, ώστε δεν τηρήθηκαν οι αναγκαίες προϋποθέσεις υποβολής του λογαριασμού προς έλεγχο στη Διευθύνουσα Υπηρεσία.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον τυχόν πλημμέλειες του υποβληθέντος λογαριασμού δεν αναιρούσαν την υποχρέωση της Διευθύνουσας Υπηρεσία σε προθεσμία ενός μηνός από την υποβολή του να προβεί στον έλεγχο αυτού, και ή να τον εγκρίνει, όπως υποβλήθηκε, είτε να αρνηθεί παντελώς την έγκριση του, είτε να προβεί στη διόρθωση και στη συνέχεια έγκριση του, ή αν έκρινε ότι είναι δυσχερής η διόρθωση να τον επιστρέψει στην προσφεύγουσα προς ανασύνταξη και επανυποβολή.

Με την άπρακτη πάροδο της μηνιαίας προθεσμία προς έγκριση, θεωρείται ότι ο λογαριασμός εγκρίθηκε αυτοδικαίως, ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών του, σύμφωνα με τις σκέψεις που προεκτέθηκαν...Το γεγονός ότι η από 18-6-2002 αίτηση θεραπείας απορρίφθηκε με την 521/Δ.1209/5-10-2004 απόφαση του Γενικού Δ/ντη Περιφερειών ΟΤΕ, διότι κρίθηκε ότι η προσφεύγουσα είχε εκτελέσει μικρότερης αξίας έργο δεν αναιρεί την υποχρέωση της καθ’ ης η προσφυγή να πληρώσει τον ως άνω αυτοδικαίως εγκεκριμένο λογαριασμό..." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι από την υποβολή του 8ου λογαριασμού από την αναιρεσίβλητη στη διευθύνουσα υπηρεσία της αναιρεσείουσας στις 19-5-2000 και την πάροδο από τότε της μηνιαίας προθεσμίας, χωρίς αυτή να προβεί εντός αυτής στον έλεγχο αυτού και ή να τον εγκρίνει, όπως υποβλήθηκε, είτε να αρνηθεί παντελώς την έγκρισή του, είτε να προβεί στη διόρθωση και στη συνέχεια έγκρισή του, ή εάν έκρινε ότι είναι δυσχερής η διόρθωση να τον επιστρέψει στην προσφεύγουσα προς ανασύνταξη και επανυποβολή, αφού τον επέστρεψε διορθωμένο με την υπ’ αριθ. .../28-2-2002 επιστολή της, θεωρείται ότι αυτός έχει αυτοδικαίως εγκριθεί και ότι αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή της αναιρεσίβλητης και αφού απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι δεν παρήλθε η προθεσμία του μηνός από την υποβολή του λογαριασμού, διότι κατά την υποβολή του προς έλεγχο στη διευθύνουσα υπηρεσία δεν τηρήθηκαν οι αναγκαίες προς τούτο προϋποθέσεις, και συγκεκριμένα, διότι αυτός δεν συντάχθηκε με βάση τις διορθωμένες και εγκεκριμένες από αυτή επιμετρήσεις, απέρριψε και το σχετικό λόγο της έφεσής της κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε κάνει κατά ένα μέρος δεκτή την προσφυγή και τη σωρευόμενη σ’ αυτή αγωγή και συγκεκριμένα κατά το μέρος που αφορούσε την πιστοποίηση του 8ου λογαριασμού και είχε υποχρεώσει την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό αυτού, ύψους 46.192,22 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α.18% και συνολικά το ποσό των 54.506,81 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η πάροδος άπρακτης της μηνιαίας προθεσμίας από της υποβολής του λογαριασμού στη διευθύνουσα υπηρεσία της αναιρεσείουσας προς έλεγχο και έγκριση είχε ως συνέπεια την αυτοδίκαιη έγκρισή του και ότι μετά ταύτα η διευθύνουσα υπηρεσία δεν μπορούσε να τον ελέγξει και τον διορθώσει, ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών του, αλλά αποτελούσε την πιστοποίηση για την πληρωμή της αναιρεσίβλητης, ορθά εφάρμοσε το νόμο και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.8 του ν. 1418/1984, 38 παρ.1 και 2 και 40 παρ. 7 του ΠΔ 609/1985 και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και δέχθηκε τα παραπάνω, καθόσον αναγκαία προϋπόθεση για την υποβολή και τον έλεγχο των λογαριασμών μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 5 παρ. 8 του ν. 1418/1984 είναι η προηγούμενη υποβολή και έγκριση των επιμετρήσεων των εργασιών, βάσει των οποίων στη συνέχεια συντάσσεται ο λογαριασμός, διαδικασία την οποία δεν ήλεγξε το Εφετείο εάν ακολουθήθηκε, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο διότι, κατά τα προαναφερόμενα, τυχόν πλημμέλειες του λογαριασμού ως προς τη νομιμότητα του περιεχομένου του και τη διαδικασία υποβολής του, δεν αναιρούν την υποχρέωση της διευθύνουσας υπηρεσίας να προβεί στον έλεγχο αυτού εντός μηνός από της υποβολής του και ή να τον εγκρίνει, όπως υποβλήθηκε, είτε να αρνηθεί παντελώς την έγκρισή του, είτε να προβεί στη διόρθωσή του και στην εν συνεχεία έγκρισή του, ή αν έκρινε ότι ήταν δυσχερής η διόρθωσή του να τον επιστρέψει προς ανασύνταξη και επανυποβολή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η μηνιαία προθεσμία αρχίζει από την επανυποβολή ή τελική επανυποβολή ύστερα από την ανασύνταξη.

Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τoν αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 480 και από 25-6-2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης με τα υπ’ αριθ. 1645359, 1645360 και 1645361 παράβολα του Δημοσίου και τα υπ’ αριθ. 274563, 274564 274565 παράβολα του ΤΑΧΔΙΚ.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-6-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 3507/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22 Σεπτεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8 Οκτωβρίου 2015

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ