Legislator Case Law & Legislation
1232/2012 AI generated

1232/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1232/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1232/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η ενδιάμεση αυτή ακυρότητα δεν ήθελε προσβληθεί εμπροθέσμως, δεν κωλύεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστική εκτελέσεως και η διενέργεια του πλειστηριασμού (ΑΠ 1538/2008, ΑΠ 658/2007, ΑΠ 279/2004, 916/2004, 194/2003). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 126 παρ. 1 στοιχ. δ', 127 παρ. 1, 129 παρ. 1 και 139 παρ. 1 στοιχ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1232 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1232/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανωνύμου ξενοδοχειακής εταιρείας με την επωνυμία "ΡΟΔΙΑΚΗ ΑΚΤΗ Α.Ε", με έδρα την ..., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Διονυσία Μουζάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΝΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" πρώην "THREE S' ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΩΝ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ Α.Ε", η οποία εδρεύει στο δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γεώργιο Νικολόπουλο και Μαρίνο Μακρίδη και 2. Κυπριακής Δημόσιας Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάσθηκε η Τράπεζα με την επωνυμία "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" που έχει εγκαταστήσει Υποκατάστημα στην Ελλάδα με διακριτικό τίτλο "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία είχε προκύψει κατόπιν συγχωνεύσεως των τραπεζών "ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", "MARFIN BANK Α.Ε" και "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Μαρίνα Ευαγγελάτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Μαΐου 1999 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 156/2002 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Σεπτεμβρίου 2002 αίτησή της και των από 7 Φεβρουαρίου 2012 προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 10 Μαΐου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως ορίζεται με τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔικ, η οποία επιβάλλει την κατά στάδια προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, η ανακοπή του άρθρου 933 είναι παραδεκτή α) αν αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία μέσα σε δεκαπέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, β) αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, γ) αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, μέσα σε έξι μήνες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά και ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης αν πρόκειται για ακίνητα.

Εξάλλου, στην παράγραφο 4 του άρθρου 999 ΚΠολΔικ ορίζεται, πλην άλλων, ότι ο πλειστηριασμός ακινήτου που υποβλήθηκε σε αναγκαστική κατάσχεση, με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου περί καταρτίσεως περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως, που περιέχει την ημέρα και ώρα του πλειστηριασμού, καθώς και στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου περί επιδόσεως της άνω περιλήψεως στον οφειλέτη μέσα σε είκοσι ημέρες από την ημέρα της κατασχέσεως.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τις διατάξεις των άρθρων 159, 160, 161 και 933 ΚΠολΔικ, συνάγεται ότι μόνο η ανυπαρξία ή το εκπρόθεσμο της επιδόσεως της ως άνω περιλήψεως στον οφειλέτη επάγεται την ακυρότητα του πλειστηριασμού, ενώ η απλώς άκυρη επίδοση αυτής παράγει τις συνέπειές της, σαν να ήταν έγκυρη, μέχρις ότου κηρυχθεί άκυρη με δικαστική απόφαση ύστερα από προσβολή της με ανακοπή από το άρθρο 933 ΚΠολΔικ, εντός της κατ' άρθρο 934 παρ. 1β' και 2 ιδίου Κώδικα προθεσμίας.

Αν η ενδιάμεση αυτή ακυρότητα δεν ήθελε προσβληθεί εμπροθέσμως, δεν κωλύεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστική εκτελέσεως και η διενέργεια του πλειστηριασμού (ΑΠ 1538/2008, ΑΠ 658/2007, ΑΠ 279/2004, 916/2004, 194/2003). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 126 παρ. 1 στοιχ. δ', 127 παρ. 1, 129 παρ. 1 και 139 παρ. 1 στοιχ.

δ' του ΚΠολΔ συνάγεται, πλην άλλων, ότι στην περίπτωση επίδοσης δικογράφου σε νομικό πρόσωπο πρέπει να παραδίδεται τούτο σε εκείνον που είναι εκπρόσωπός του κατά το νόμο ή το καταστατικό και αν αυτός δεν ευρεθεί στο κατά το άρθρο 124 παρ. 2 ΚΠολΔ γραφείο του, το έγγραφο, κατά τη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 του ΚΠολΔ, παραδίδεται στα χέρια του διευθυντή του γραφείου ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες, οπότε πρέπει και αρκεί να αναγράφεται στην έκθεση η ιδιότητα και το ονοματεπώνυμο του προσώπου αυτού (Ολ.ΑΠ 900/1985, ΑΠ 1005/2005, ΑΠ 532/1999), για να μπορεί να διαπιστωθεί αν είναι ένα από τα πρόσωπα που έχουν δικαίωμα παραλαβής εγγράφου, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Κατά την τελευταία αυτή διάταξη ως "υπάλληλοι ή υπηρέτες" προφανώς νοούνται οι υπάλληλοι ή υπηρέτες του νομικού προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση. Εξάλλου, η έκθεση επίδοσης ως δημόσιο έγγραφο, αφού συντάσσεται από δημόσιο όργανο, το δικαστικό επιμελητή, έχει την αποδεικτική δύναμη δημόσιου εγγράφου, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 438 επ.

του ΚΠολΔ και επομένως ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτή ότι ο παραλήπτης του εγγράφου είναι υπάλληλος εκείνου προς τον οποίο γίνεται η επίδοση, γεγονότα που είναι υποχρεωμένος να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής για να ενεργήσει, κατά το άρθρο 129 παρ. 1 του ΚΠολΔ, νομότυπη επίδοση, αποτελεί πλήρη απόδειξη, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη στην οποία υποχρεούται όποιος προβάλλει αμφισβήτηση (ΑΠ 1005/2005, ΑΠ 532/1999).

Η αμφισβήτηση δε της εγκυρότητας της κατά τον άνω τρόπο γενομένης επίδοσης και η τυχόν βασιμότητά της, που καθιστά άκυρη την επίδοση, δεν εξομοιώνεται με έλλειψη επιδόσεως, εφόσον δε αφορά την επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή, με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 159 αρ. 3 ΚΠολΔ, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β, δηλαδή μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού (ΑΠ 658/2007, ΑΠ 279/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, η ήδη αναιρεσείουσα με την από 12-5-1999 ανακοπή της και τους από 27-1-2000 πρόσθετους λόγους της ζήτησε την ακύρωση της υπ' αρ. .../21-4-1999 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Ρόδου Καλλιόπης Ροδίτου-Μαύρου, με την οποία εκπλειστηριάσθηκε αναγκαστικώς στις 21-4-1999 το αναφερόμενο ακίνητο αυτής και κατακυρώθηκε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "THREE S" "3S" ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΩΝ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ Α.Ε." (καθολικοί διάδοχοι της οποίας είναι οι αναιρεσίβλητες).

Επικαλέσθηκε δε προς τούτο με τον δεύτερο λόγο ανακοπής της, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ότι είναι άκυρη η επίδοση στην καθής η εκτέλεση οφειλέτρια εταιρία της υπ' αριθ. 6559/1999 επαναληπτικής περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου, που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Ρόδου ..., βάσει της οποίας διενεργήθηκε ο ως άνω πλειστηριασμός, καθόσον στην από 09-03-1999 έκθεση επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, δεν αναγράφεται ποιος είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ανακόπτουσας, τον οποίο αναζήτησε ο επιμελητής για να την επιδώσει και επειδή δεν τον βρήκε την επέδωσε στην υπάλληλο Α.

Δ., που συνεργάζεται με αυτόν κατά δήλωσή της και ήταν εντεταλμένη για την παραλαβή δικογράφων επέδωσε σε αυτήν το προαναφερόμενο δικόγραφο και υπέγραψε μαζί του στο τέλος της έκθεσης. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον άνω λόγο ανακοπής προεχόντως ως απαράδεκτο, με την αιτιολογία, ότι ο λόγος αυτός ασκήθηκε με την επίδοση της ανακοπής στους καθών στις 12-05-1999, ήτοι μετά την διενέργεια του πλειστηριασμού, και αναφέρεται, όχι στην έλλειψη, αλλά στην δικονομική ακυρότητα ενδιάμεσης πράξης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία όμως ακυρότητα, δεν προτάθηκε, όπως έπρεπε με ανακοπή έως την ημέρα του πλειστηριασμού, τη νόμιμη διεξαγωγή του οποίου δεν παρακώλυσε.

Με την κρίση του αυτή το εφετείο, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1β' Κ.Πολ.Δ., εφόσον η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ακυρότητα της ενδιαμέσης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας, έπρεπε, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, να επιδιωχθεί με την εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπή μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού (άρθρο 934 παρ. 1 εδαφ.

β ΚΠολΔ), δεδομένου ότι αφορούσε, όχι την καθόλου παράλειψη των απαιτουμένων διατυπώσεων αλλά την τήρηση αυτών με τρόπο δικονομικώς έγκυρο.

Συνεπώς, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, καθώς και ο μοναδικός λόγος των προσθέτων λόγων, κατά το πρώτο μέρος του, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη αιτίαση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατά τα άρθρα 933 επ., 583 επ., 585 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ. το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τα στοιχεία της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο και τους λόγους της ανακοπής, δηλαδή τις ελλείψεις που δικαιολογούν την ακύρωση της ανακοπτόμενης πράξης.

Νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα στην ίδια προθεσμία ασκήσεως της ανακοπής. Έτσι, νέοι λόγοι ανακοπής δεν μπορούν να προταθούν για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο από αυτόν που ορίζεται στις ως άνω διατάξεις, όπως με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος στην πρωτόδικη ή την κατ` έφεση δίκη ή με το δικόγραφο της έφεσής του ή των προσθέτων λόγων εφέσεως κατά της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης και αν ακόμη πρόκειται για λόγους που συνίστανται σε ενστάσεις οψιγενείς, των οποίων ο χρόνος γένεσης δεν καθιστούσε δυνατή την προγενέστερη προβολή τους, με την τήρηση της ως άνω διάταξης του άρθρου 585 παρ. 2 εδ.

β` Κ.Πολ.Δικ., η οποία ως ειδική κατισχύει έναντι των γενικών διατάξεων των άρθρων 269 και 527 Κ.Πολ.Δικ. Εξάλλου η τήρηση των αναφερόμενων στην προηγούμενη σκέψη της παρούσης προθεσμιών της ανακοπής, που ορίζονται από το άρθρο 934 ΚΠολΔικ, προϋποθέτει ότι ο καθού η εκτέλεση θα έχει πραγματικά λάβει γνώση της προσβαλλόμενης πράξης, προκειμένου να την προσβάλλει αποτελεσματικά ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου.

Διότι, ναι μεν το σχετικό δικαίωμα πρόσβασης σ' αυτό δεν είναι απόλυτο και υπόκειται σε περιορισμούς, ειδικότερα σε ότι αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της ανακοπής κατά της εκτέλεσης, πλην όμως οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν να εμποδίζουν την ανοικτή πρόσβαση σε ένα άτομο κατά τρόπο ή σε βαθμό, ώστε το δικαίωμά του αυτό να θίγεται στην ίδια την ουσία του.

Οι εν λόγω περιορισμοί συμβιβάζονται με το άρθρο 6 παρ. 1 της κυρωθείσας αρχικώς με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 57/1974, σύμβασης της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", το οποίο έχει υπερνομοθετική ισχύ (Ολ.ΑΠ 40/1998), μόνο εφόσον τείνουν σε ένα νόμιμο σκοπό και εφόσον υπάρχει σχέση αναλογίας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού (απόφαση της 6.12.2002 του Ε.Δ.Α.Δ.).

Αλλά και κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει, δεν αποκλείεται στο νομοθέτη να θέτει περιορισμούς υπό τους οποίους τελεί το εν λόγω δικαίωμα, οι περιορισμοί όμως αυτοί δεν μπορούν να περιστείλουν την προσφυγή στα δικαστήρια κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό, ώστε το δικαίωμα αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα.

Δύναται, συνεπώς, ο νομοθέτης, θεσπίζοντας προϋποθέσεις προσφυγής στα δικαστήρια, να καθορίζει και προθεσμία μέσα στην οποία οφείλει να ορίζει τη γνώση του θιγομένου για το βλαπτικό του οφειλέτη γεγονός, πράξη ή παράλειψη, γιατί χωρίς μια τέτοια γνώση δεν καθίσταται εφικτή η εκ μέρους του διεκδίκηση της παροχής έννομης προστασίας.

Η γνώση αυτή του θιγομένου δεν απαιτείται μεν αναγκαίως να διαπιστώνεται από την επίδοσης της βλαπτικής πράξης στον ίδιο. Πρέπει όμως τουλάχιστον να συνάγεται κατά τρόπο ασφαλή, ότι ενόψει των συντρεχουσών, κατά περίπτωση, συνθηκών, μεταξύ των οποίων και ο χρόνος που μεσολάβησε, ο θιγόμενος, ως επιμελής άνθρωπος, έλαβε ή μπορούσε να έχει λάβει γνώση του βλαπτικού γι' αυτόν γεγονότος (πράξης ή παράλειψης), ώστε να είναι σε θέση να επιδιώξει την παροχή έννομης προστασίας (ΑΕΔ 2/1999).

Η εκ μέρους όμως του καθού η εκτέλεση επίκληση άγνοιας ως προς το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού, λόγω άκυρης επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, πρέπει κατά τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών του άρθρου 116 του ΚΠολΔικ, που ισχύουν αναλογικά και στην αναγκαστική εκτέλεση, να συνδυάζεται και με ισχυρισμό αυτού ότι δεν έλαβε, ούτε μπορούσε να έχει λάβει γνώση της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης (ΑΠ 658/2007).

Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός είναι διάφορος εκείνου με τον οποίο επιδιώκεται η ακύρωση του πλειστηριασμού, λόγω άκυρης επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, και για το παραδεκτό αυτού πρέπει να προτείνεται με το δικόγραφο της ανακοπής ή εκείνο των προσθέτων λόγων ανακοπής, και όχι με μεταγενέστερα αυτών δικόγραφα.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, η ανακόπτουσα με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των από 2-10-2001 πρόσθετων λόγων εφέσεως ισχυρίζεται ότι έλαβε το πρώτον γνώση του προσβληθέντος με την ανακοπή της πλειστηριασμού μετά τη διενέργειά του στις 21-04-1999, και ότι κατά το χρόνο της επιδόσεως της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης την 9η Μαρτίου 1999, το ξενοδοχειακό συγκρότημα, όπου ήταν η έδρα της εταιρίας, ήταν κλειστό, η δε νόμιμος εκπρόσωπός Μ.-Ν.

συζ. Ε. Σ., Πρόεδρος του Δ.Σ., δεν είχε γραφείο στην έδρα του νομικού προσώπου της εταιρίας, στο ξενοδοχείο RODOS BAY, το οποίο ούτως ή άλλως ήταν κλειστό, η δε κατοικία της ήταν στο ... (...), όπου όφειλε ο δικαστικός επιμελητής να την αναζητήσει και να επιδώσει την περίληψη. Ωστόσο, στο δεύτερο λόγο της ανακοπής της, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, δεν περιέχεται αντίστοιχος ισχυρισμός, στον οποίο να γίνεται μνεία ότι η ανακόπτουσα δεν έλαβε γνώση της διενέργειας του πλειστηριασμού λόγω μη επίδοσης σ' αυτήν της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, ενώ ακολούθως αποδίδει την δικονομική της βλάβη μόνο στην ακυρότητα της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης και όχι στην άγνοια ή αδυναμία της να λάβει γνώση της εν λόγω επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης.

Ούτε όμως και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ανακοπής περιέχεται αντίστοιχος ισχυρισμός με τον προβαλλόμενο στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων εφέσεως. Εφόσον επομένως ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος είναι τελείως διάφορος του δευτέρου λόγου της ένδικης ανακοπής, το πρώτον προεβλήθη με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων εφέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της παρούσης σκέψεως.

Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε ομοίως, και απέρριψε τον άνω ισχυρισμό ως απαράδεκτο, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες, με επίκληση της διάταξης αυτής, λόγοι αναιρέσεως (πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του και ο αντίστοιχος των προσθέτων λόγων), είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, όταν λείπει το έννομο συμφέρον, ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΑΠ 1150/93). Έτσι, επί επάλληλων αιτιολογιών (κύριων ή επικουρικών), κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, εάν έστω και μία δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς (ΑΠ Ολ. 25/2003, ΑΠ 53/2004, ΑΠ 1312/1997).

Στην προκείμενη περίπτωση, η ήδη αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της ανακοπής της ζήτησε την ακύρωση του ένδικου πλειστηριασμού καθόσον, παρά τα οριζόμενα στο άρθρο 1001Α του ΚΠολΔ, η επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό δεύτερη των καθών (Τράπεζα), προέβη σε χωριστή κατάσχεση του ακινήτου της (ξενοδοχείου) και χωριστή κατάσχεση των κινητών του ξενοδοχειακού συγκροτήματος "RODOS BAY", η επιλογή δε αυτή της επισπεύδουσας και η εν συνεχεία χωριστή εκπλειστηρίαση μόνο του ακινήτου (και όχι και των κινητών), αποδοκιμάζεται, τόσον από το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, όσον και από το άρθρο 281 του ΑΚ και από το άρθρο 116 ΚΠολΔ, και υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, καθόσον με την ενέργεια αυτή απαξιώθηκε το ξενοδοχείο ως οικονομικό σύνολο και πέτυχε η επισπεύδουσα τη μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς με αντίστοιχη δική της βλάβη.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το λόγο αυτό της ανακοπής, 1) κυρίως ως μη νόμιμο, διότι η επιλογή της επισπεύδουσας για χωριστή κατάσχεση κινητών και ακινήτων δεν ενέχει καταχρηστικότητα, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 1001Α του ΚΠολΔ, δεν απαγορεύεται η χωριστή κατάσχεση και χωριστή εκπλειστηρίαση του ακινήτου και των κινητών αλλά τούτο εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του κατασχόντος και 2) επικουρικώς, διότι η ακυρότητα από την επικαλούμενη καταχρηστική συμπεριφορά της επισπεύδουσας να μην προβεί σε συγκατάσχεση κινητών και ακινήτων της ξενοδοχειακής μονάδας, ώστε να εκτεθεί σαν σύνολο στον πλειστηριασμό, έπρεπε να προβληθεί μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, ήτοι μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού, ενώ προβάλλεται μετά την διενέργεια του τελευταίου.

Ενόψει αυτών, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που πλήττει (μόνο) την ως άνω κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης, για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για παραβίαση του άρθρου 281 του ΑΚ είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού δεν πλήττεται με λόγο αναιρέσεως η επικουρική αιτιολογία της απόφασης (που απέρριψε τον άνω λόγο ανακοπής λόγω της εκπρόθεσμης προβολής του), η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

Από τη διάταξη του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει, ότι "αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της δίκης εωσότου περαιωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα ή άλλη δίκη ...", σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 222 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει, ότι "όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα", προκύπτει, ότι, όταν δεν συντρέχει περίπτωση εκκρεμοδικίας και όταν ακόμη η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται από τη διάγνωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας μιας έννομης σχέσης που κρίνεται από άλλο πολιτικό δικαστήριο, η αναβολή ή όχι της εκδίκασης της ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας εκκρεμούς διαφοράς απόκειται στην κυριαρχική του εξουσία, γι` αυτό η κρίση του περί της αναβολής ή μη της εκδίκασης αυτής δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, το αίτημα περί αναβολής της δίκης και τα προς υποστήριξή του υποβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν "ζήτημα", με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. Ο τρίτος, επομένως, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε ως αβάσιμο το υποβληθέν με τους από 29-01-2002 προσθέτους λόγους εφέσεως αίτημα αναβολής έκδοσης αποφάσεως επί της εφέσεώς και των από 02-10-2001 προσθέτων λόγων έφεσης μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της από 03-03-1999 ανακοπής και των από 29-10-2001 νέων λόγων ανακοπής που άσκησε κατά της εταιρίας "ΔΑΝΕ Α.Ε." και της δεύτερης αναιρεσίβλητης με τις οποίες προσβάλλει πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, που είχαν διενεργηθεί πριν από τον πλειστηριασμό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, εφόσον δεν συνέτρεχε περίπτωση εκκρεμοδικίας, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί απόρριψης του αιτήματος αναβολής (αναστολής) λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων για την παραδοχή του ανήκει στην αναιρετικά ανέλεγκτη διακριτική εξουσία του.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-09-2002 αίτηση και τους από 07-02-2012 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 156/2002 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Ιουλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ