Legislator Case Law & Legislation
1232/2006 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against airline dismissal, ruling it is private not public sector.

Case Number 1232/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's dismissal of a lawsuit filed by four employees of Olympic Airways. The plaintiffs argued that their dismissal and compensation claims should be treated under private law rather than public sector regulations. The court ruled that Olympic Airways ceased to be part of the public sector and is now a private entity, meaning the specific public law limitations did not apply to the fourth plaintiff.

Legislator headnote

AI generated

Art. 6 para. 2 of Law 3198/1955; Art. 1 para. 6 of Law 1256/1982; Art. 51 of Law 1892/1990; Art. 6 para. 1 of Law 96/1975; Art. 1 para. 11 ed. a' of Law 2271/1994: The Supreme Court established that an airline company is no longer subject to public sector regulations once it ceases to be a public enterprise and acquires a purely private legal character.

Keywords

AI generated
public sector status private legal character Olympic Airways dismissal compensation statutory limitations

Cited Legislation

AI generated
Art. 6 para. 2 of Law 3198/1955
Art. 1 para. 6 of Law 1256/1982
Art. 51 of Law 1892/1990
Art. 6 para. 1 of Law 96/1975
Art. 1 para. 11 ed. a' of Law 2271/1994

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1232 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1232/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, κατοίκων όλων .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ταρσίτσα Καλλιμπάκα - Κυπαρισσίδου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πετρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-3-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18541/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 153/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 7 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δευτέρου και τρίτου, κατ' αμφότερα τα μέρη του, λόγων της αναιρέσεως και την απόρριψη του τετάρτου λόγου αυτής.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, κατά την οποία κάθε αξίωση μισθωτού περί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, ή το Β.Δ. της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως τυγχάνει απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου από τότε που κατέστη απαιτητή, αφορά, όπως προκύπτει απ' αυτή, αποζημίωση, την οποία ο μισθωτός δικαιούται απ' ευθείας από το Ν. 2112/1920 ή το Β.Δ.

της 16/18-7-1920 και όχι την αποζημίωση, που δικαιούται από άλλη αιτία, όπως από ειδικό νόμο, που παραπέμπει στον εν λόγω Ν. 2112/1920 μόνο για τον καθορισμό του μεγέθους της αποζημιώσεως, εκτός αν οι διατάξεις αυτές παραπέμπτουν και στο άρθρο 6 του Ν. 3198/1955. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 1759/1988, οι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ για τον κλάδο συντάξεων διοικητικοί, τεχνικοί και υπόλοιπο προσωπικό εδάφους της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της Ολυμπιακής Αεροπλοϊας αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία με την έκδοση απλής διαπιστωτικής πράξης και καταβολής της προβλεπόμενης από τις οικείες ΣΣΕ και τα πρακτικά συμφωνίας αποζημίωσης και δικαιούται πλήρη σύνταξη γήρατος, ανεξάρτητα από ηλικία, αν πραγματοποίησαν 10.500 ημέρες ασφάλισης, από τις οποίες 4.500 τουλάχιστον στην Ολυμπιακή Αεροπορία και στην Ολυμπιακή Αεροπλοϊα.

Επίσης, οι ανωτέρω ασφαλισμένοι αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία με την έκδοση απλής διαπιστωτικής πράξης και καταβολής της προβλεπόμενης από τις οικείες ΣΣΕ και τα πρακτικά συμφωνίας αποζημίωσης και δικαιούνται πλήρη σύνταξη γήρατος, αν πραγματοποιήσουν 9.000 ημέρες ασφάλισης, από τις οποίες 4.500 τουλάχιστον στην Ολυμπιακή Αεροπορία και στην Ολυμπιακή Αεροπλοΐα και συμπληρώσουν το 57ο έτος της ηλικίας τους.

Οι ίδιοι ασφαλισμένοι έχουν δικαίωμα να αποχωρήσουν προαιρετικά από την υπηρεσία τους με την προαναφερόμενη διαδικασία και εφόσον υποβάλουν σχετική αίτηση προς την εργοδότρια εταιρία και λάβουν πλήρη σύνταξη γήρατος, ανεξάρτητα από ηλικία, αν έχουν πραγματοποιήσει οι μεν άνδρες 9.000 ημέρες ασφάλισης, οι δε γυναίκες 7.500 ημέρες ασφάλισης, από τις οποίες 4.500 τουλάχιστον ημέρες στην Ολυμπιακή Αεροπορία και στην Ολυμπιακή Αεροπλοΐα (άνδρες και γυναίκες).

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για την βεβαίωση των προϋποθέσεων αποχώρησης των εργαζομένων (υποχρεωτικής και προαιρετικής) εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη και απαιτείται επιπλέον η καταβολή της προβλεπόμενης από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας αποζημίωση, η οποία ανερχόταν από 1.1.1997 και εφεξής για όσους υπέβαλαν αίτηση πρόωρης συνταξιοδότησης με βάση το Ν. 1759/1988, κατά τη διάρκεια του έτους, που θεμελίωσαν το δικαίωμα, στο 100% της αποζημίωσης του Ν. 2112/1920 και για όσους υπέβαλαν την αίτηση αυτή μετά την παρέλευση του έτους θεμελίωσης του εν λόγω δικαιώματος στο 80% της αποζημίωσης του Ν. 2112/1920, σύμφωνα με τα άρθρα 5 παρ. 1 και 6 του Ν. 1759/1988, 5 της από 5-3-1992 ειδικής επιχειρησιακής συλλογικής συμβάσεως εργασίας μεταξύ της Ο.Α.

και της Ομοσπονδίας Σωματείων Πολιτικής Αεροπορίας (ΟΣΠΑ) και 4 της από 29-1-1997 ειδικής επιχειρησιακής συλλογικής συμβάσεως εργασίας μεταξύ της Ο.Α. και της ΟΣΠΑ. Η αποζημίωση αυτή δεν φέρει τον χαρακτήρα της αποζημίωσης για άτακτη καταγγελία του Ν. 2112/1920, αλλά αποτελεί πρόσθετο οικονομικό αντάλλαγμα για την οικειοθελή πρόωρη αποχώρηση από την εργασία του προσωπικού εδάφους της Ολυμπιακής Αεροπορίας, η δε αναφορά στην αποζημίωση του Ν. 2112/1920 γίνεται μόνο για τον προσδιορισμό του ύψους αυτής.

Συνεπώς, επί της ανωτέρω αποζημιώσεως, εφόσον έχει τον προαναφερόμενο χαρακτήρα, δεν εφαρμόζεται η άνω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 και η σχετική αγωγή δεν υπόκειται στην εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία της διατάξεως αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν με την ένδικη αγωγή τους ότι εργάζονταν στην αναιρεσίβλητη, ως προσωπικό εδάφους, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και αποχώρησαν από την υπηρεσία ο πρώτος την 20-9-2000, η δεύτερη την 15-7-1999, η τρίτη την 20-3-1998 και η τέταρτη την 24-12-2000,.

Κατόπιν αιτήσεώς τους και επιδόσεως σ' αυτούς της σχετικής διαπιστωτικής πράξης περί πρόωρης συνταξιοδότησής τους, με βάση τις διατάξεις του Ν. 1759/1998, γιατί πληρούσαν τις προϋποθέσεις του Νόμου αυτού. Στη συνέχεια δε ζήτησαν με την αγωγή τους την καταβολή στον καθένα εξ αυτών της διαφοράς μεταξύ της αποζημίωσης, που έλαβαν και εκείνης, που δικαιούνταν σύμφωνα με τον παραπάνω Νόμο.

Το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι για τις αξιώσεις των τριών πρώτων αναιρεσειόντων προς συμπλήρωση της οφειλόμενης σ' αυτούς κατά τις ανωτέρω διατάξεις αποζημιώσεως ίσχυε το απαράδεκτο του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την αγωγή, την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω της ασκήσεώς της μετά την πάροδο του προβλεπόμενου από την άνω διάταξη εξαμήνου.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των Ν. 3198/1955 και 1759/1988 και συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το άνω μέρος της, παρελκούσης έτσι της έρευνας του δευτέρου λόγου αυτής.

Επειδή, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967, όταν εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή τράπεζα ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεις, που επιχορηγούνται από το Κράτος, η οφειλόμεν ηαπό το Ν. 2112/1920, όπως ισχύει ήδη, αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δρχ., καταργουμένης κάθε αντίθετης ειδικής διάταξης νόμου ή συμβάσεως οποιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου.

Το ανώτατο αυτό όριο της αποζημιώσεως αυξήθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 207/1974 στο ποσό των 600.000 δρχ., με το άρθρο 24 του Ν. 1082/1980 στο ποσό των 1.000.000 δρχ., με το άρθρο 24 του Ν. 1545/1985 στο ποσό των 1.150.000 δρχ. και με το άρθρο 33 του Ν. 1876/1990 στο ποσό των 1.500.000 δρχ. Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970 ορίσθηκε ότι το τιθέμενο από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 3.

του Α.Ν. 173/1967 ανώτατο όριο αποζημιώσεως ισχύει για κάθε περίπτωση αποζημιώσεως, που οφείλεται δυνάμει ειδικής διάταξης νόμου ή κανονισμού ή σύμβασης στους αποχωρούντας, απομακρυνόμενους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτες του Δημοσίου, των ΟΤΑ, ΝΠΔΔ, Τραπεζών, επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεων, επιχορηγουμένων από το Κράτος, που συνδέονται με αυτά με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καταργουμένης κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οποιασδήποτε μορφής και εθίμου.

Ο νομοθέτης συνέδεσε τον περιορισμό της αποζημιώσεως στο θεσπιζόμενο από τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 33 του Ν. 1876/1990 ανώτατο όριο με το πρόσωπο του εργοδότη, αποβλέποντας προδήλως στην ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ, των επιχειρήσεων και οργανισμών κοινής ωφέλειας και των επιχειρήσεων, που επιχορηγούνται από το Κράτος, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, αφού οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικά τους φορολογούμενους και στην περίπτωση των κοινωφελών επιχειρήσεων το κόστος των παρεχομένων απ' αυτές υπηρεσιών (Ολ.

Α.Π. 39/1998, 33-34/1997), Περαιτέρω, κατά το άρθρο 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, όπως προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού του έτους 2001, ο ευρύτερος δημόσιος νομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο. Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 ορίσθηκε ότι η αληθινή έννοια του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 1232/1982 είναι ότι στο δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται....γ) οι κρατικές ή δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις.....στ) τα κρατικά νομικά πρόσωπα, που έχουν χαρακτηρισθεί από το νόμο ή τα δικαστήρια ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 51 του Ν. 1892/1990 ορί9σθηκε ότι ο κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 δημόσιος νομέας περιλαμβάνει μόνο....γ) τις κάθε είδους κρατικές ή δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις και οργανισμούς.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 96/1975, η Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε. αποτελεί από την ίδρυσή της επιχείρηση κοινής ωφέλειας, ενώ με το άρθρο 1 του Π.Δ. 361/1991, που άρχισε να ισχύει από δημοσίευση αυτού στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 20-8-1991 (άρθρ. 2 παρ. 2), η Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε. παύει να υπάγεται στις διατάξεις, που ισχύουν για το δημόσιο τομέα, με την επιφύλαξη διατήρησης της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 2 του Ν. 1914/1990, κατά την οποία στους φορείς της προηγούμενης παραγράφου εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 25 για χρονικό διάστημα δυο ετών μετά την εξαίρεσή τους από το δημόσιο τομέα.

Επίσης, με το άρθρο 1 παρ. ια εδ. α'του Ν. 2271/1994 καταργήθηκε από 1-1-1995 το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 96/1975 και συνεπώς, η ΔΑ δεν αποτελεί έκτοτε επιχείρηση κοινής ωφέλειας. Επομένως, η τέταρτη αναιρεσείουσα, που αποχώρησε από την υπηρεσία της 24-12-2000 με βάση τις διατάξεις του Ν. 1759/1988, δικαιούται την προβλεπόμενη από τις προπαρατεθείσες διατάξεις αποζημίωση χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ. 1-2 του Ν.Δ. 618/1970, όπως ισχύουν ήδη, αφού η Ολυμπιακή Αεροπορία δεν υπάγεται στο δημόσιο τομέα και δεν αποτελείται πλέον επιχείρηση κοινής ωφέλειας, αλλ' 'χει καθαρώς ιδιωτικού δικαίου χαρακτήρα (πρβλ.

βλ. ΑΠ 1/2006). Συνακόλουθα, το Εφετείο, που αποφάνθηκε αντίθετα και απέρριψε ως μη νόμιμη την κρινόμενη αγωγή ως προς την τέταρτη αναιρεσείουσα, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και συνεπώς, ο σχετικός, κατά το πρώτο μέρος του, τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος της αυτό, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αναιρέσεως.

Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 153/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ

.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ