Supreme Court dismisses appeal against eviction rent claim, upholding 20-year statute of limitations over 5-year rule.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a First Instance Court judgment regarding municipal rent arrears. The appellant argued that a five-year statute of limitations applied to private law contracts, violating the principle of equality and the general twenty-year limitation period. The court rejected this, ruling that the specific five-year limitation for municipal rent claims is a valid legislative exception justified by public interest and does not violate constitutional equality.
Legislator headnote
AI generatedArticles 6 of Law 344/1968; Article 250, Section 16 of the Civil Code: The five-year statute of limitations for rent claims arising from private contracts between municipalities and individuals is a valid legislative exception to the general twenty-year period, justified by public interest and not violating the principle of equality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1231 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1231/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Θ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Χαριστό, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 30-10-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ΟΤΑ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ματέλλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2912/2015 μη οριστική και 5385/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 449/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-1-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 19-1-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 230/24/24-1-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 449/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (στις 30-1-2020), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 449/2021, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Ο.Τ.Α. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εναντίον του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, την από 17-7-2014 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 16713/25-7-2014) αγωγή, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι με το από 4-7-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό συνήψε με τον εναγόμενο σύμβαση μισθώσεως, μετά από την διενέργεια δημοπρασίας, δυνάμει της οποίας του εκμίσθωσε δύο αυτοτελή αγροτεμάχια, κείμενα στο αγρόκτημα Θέρμης στην περιοχή ..., για να χρησιμοποιηθούν για κάθε είδους δραστηριότητα του μισθωτή, όπως δημιουργία χώρων σταθμεύσεως ή για την προσπέλαση σε γειτονικές ιδιοκτησίες.
Ότι η διάρκεια της μισθώσεως ορίσθηκε τετραετής, από 18-7-2000 έως 17-7-2004, με ετήσιο μίσθωμα ποσού 5.429,20 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή όρους και προκαταβλητέο από την 18η Ιουλίου έως την 27η Ιουλίου κάθε μισθωτικής περιόδου. Ότι η νόμιμη διάρκεια της μισθώσεως ως επαγγελματικής, ήταν δωδεκαετής και παρατάθηκε εκ του νόμου για τέσσερα επιπλέον έτη, έως 17-7-2016.
Ότι ο εναγόμενος δεν του έχει καταβάλει μέρος του οφειλόμενου μισθώματος και του τέλους χαρτοσήμου μετά των κρατήσεων υπέρ ΟΓΑ για το χρονικό διάστημα από 18-7-2005 έως 17-7-2006 και το σύνολο των οφειλόμενων μισθωμάτων, τελών χαρτοσήμου μετά των κρατήσεων υπέρ ΟΓΑ για το χρονικό διάστημα από 18-7-2006 έως 17-7- 2014, ήτοι συνολικώς το ποσό των 78.677,62 ευρώ και ότι η καθυστέρηση στην καταβολή των ανωτέρω οφείλεται σε δυστροπία του εναγόμενου.
Με βάση το ιστορικό αυτό και τη διάταξη του άρθρου 66 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος μισθωτής να του αποδώσει τη χρήση του μισθίου και να του καταβάλει για οφειλόμενα μισθώματα (περιόδου από 18-7-2006 έως 17-7-2014) το συνολικό ποσό των 78.677,62 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε ετησίου μισθώματος έως την πλήρη εξόφληση, ήτοι από την 28η Ιουλίου κάθε έτους, καθώς και τα μισθώματα που θα καταστούν ληξιπρόθεσμα έως τη συζήτηση της αγωγής.
Επικουρικώς δε, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η μίσθωση έληξε στις 18-7-2004, ζήτησε να του καταβάλει ως αποζημίωση χρήσεως, για το διάστημα από 18-7-2005 έως 17-7-2014, το ποσό των 56.564,82 ευρώ, καθώς και το ποσό των 19.414,31 ευρώ για την αποκατάσταση της περαιτέρω ζημίας που υπέστη από την μη απόδοση του μισθίου κατά την συμβατική λήξη της μισθώσεως, συνισταμένης στη διαφορά ανάμεσα στην καταβλητέα αποζημίωση χρήσεως και στο μίσθωμα που θα πετύχαινε, αν εκμίσθωνε το μίσθιο σε άλλον μισθωτή, που ανέρχεται σε διαφορά 5% κατ' έτος.
Επίσης, ζήτησε την καταβολή αποζημίωσης χρήσεως και περαιτέρω ζημίας και στην περίπτωση που ο εναγόμενος εξακολουθούσε να παρακρατεί το μίσθιο και μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής έως την συζήτησή της (το οποίο με τις προτάσεις του προσδιόριζε για τον χρόνο έως τις 2-2-2015 στο ποσό των 5.723,25 ευρώ). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αρχικώς, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 2912/2015 μη οριστική απόφασή του, με την οποία ανέβαλε την έκδοση αποφάσεως έως την τελεσίδικη περάτωση δίκης επί ανακοπής του εναγομένου κατά πράξεων ταμειακής βεβαιώσεως του ενάγοντος και, ακολούθως, την υπ' αριθμ. 5385/2019 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, υποχρέωσε τον εναγόμενο και κάθε τρίτο που έλκει δικαιώματα απ' αυτόν ή κατέχει το μίσθιο στο όνομα και για λογαριασμό του, να αποδώσει στον ενάγοντα Δήμο τη χρήση των μισθίων ακινήτων και τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 84.694,07 ευρώ, εκ των οποίων το 78.677,06 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 28η Ιουλίου κάθε μισθωτικού έτους έως την εξόφληση και ποσό 6.017,01 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 10-9-2019 έφεσή του, η οποία, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο".
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους Αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του Δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός Δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και, μάλιστα, είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπ' όψη από το Δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, πλην, όμως, λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Κατά συνέπειαν, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο Δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ. Α.Π. 15/2000, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 1430/2022, Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 1223/2022, Α.Π. 171/2022, Α.Π. 381/2021, Α.Π. 94/2020).
Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο εφέσεώς του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.
Α.Π. 15/2000, Α.Π. 617/2022, Α.Π. 259/2017, Α.Π. 168/2015). Όπως δε, περαιτέρω, προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους, προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγους αναιρέσεως, ακόμη και σε εκείνον του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (Α.Π. 617/2022, Α.Π. 171/2022, Α.Π. 382/2021, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 259/2017, Α.Π. 14/2017, Α.Π. 142/2013, Α.Π. 538/2009).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1α (κατ' εκτίμηση εκ του αριθμού 14) του Κ.Πολ.Δ., διότι δέχτηκε ως ορισμένη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αν και αυτή δεν είχε τα απαραίτητα για το ορισμένο της στοιχεία, ήτοι συμφωνία ότι τα εκμισθωθέντα μίσθια θα αποτελούσαν βοηθητικούς χώρους για την άσκηση εμπορικής ή άλλης επαγγελματικής και προστατευόμενης από το Π.Δ. 34/1995 δραστηριότητας, ότι τα μίσθια αυτά αποτελούσαν βοηθητικούς χώρους εντελώς απαραίτητους για το κύριο μίσθιο ακίνητο και ότι ο αναιρεσείων μισθωτής ήταν έμπορος κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως μισθώσεως.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρεσείων, ο οποίος είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, επειδή είχε γίνει εν μέρει δεκτή η εις βάρος του από 17-7-2014 αγωγή και είχε ασκήσει έφεση, δεν επικαλείται ότι ο ισχυρισμός, περί αοριστίας της αγωγής είχε προταθεί παραδεκτώς με σχετικό λόγο εφέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε ότι συνέτρεχε κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ασχέτως αν λαμβάνεται υπ' όψη ή όχι και αυτεπαγγέλτως, καθόσον αυτός δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, προκύπτει ότι η προαναφερθείσα αγωγή είναι ορισμένη, αφού στο δικόγραφό της, το οποίο παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα του ως άνω λόγου, εκτίθενται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 34/1995, οι οποίες εφαρμόσθηκαν για τη θεμελίωσή της και το Δικαστήριο, για την κρίση του, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα, ούτε σε διαφορετικά στοιχεία από αυτά.
Ειδικότερα, εκτίθεται στην αγωγή η διαδικασία και οι προϋποθέσεις για τη σύναψη της επιδίκου συμβάσεως μισθώσεως μεταξύ των διαδίκων και ο χαρακτήρας της ως εμπορικής, αφού τα εκμισθωθέντα ακίνητα του αναιρεσιβλήτου ήταν αναγκαία, ως ενιαίος βοηθητικός χώρος, για την λειτουργία της εμπορικής επιχειρήσεως του αναιρεσείοντος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021).
Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, επειδή παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων του Π.Δ. 34/1995, διότι με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτηρισμού της συμβάσεως μισθώσεως ως εμπορικής, υπαγομένης στις διατάξεις του Π.Δ. 34/1995.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως προς το ζήτημα του είδους της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως μισθώσεως ως εμπορικής, τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθ. 147/2000 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου Δήμου Θέρμης (ήδη αναιρεσείοντος Ο.Τ.Α.) αποφασίστηκε η εκμίσθωση, διάρκειας τεσσάρων (4) ετών, μετά από δημοπρασία τμήματος του με αριθμό 1768 δημοτικού ακινήτου στο αγρόκτημα Θέρμης, εμβαδού 1.750 τ.μ., που συνορεύει βόρεια με οδό προσπέλασης ..., νοτιοανατολικά με το με αριθμό 711Β αγροτεμάχιο και δυτικά με αγροτικό δρόμο, καθώς και τμήματος του με αριθμό ...
δημοτικού ακινήτου στο αγρόκτημα Θέρμης, εμβαδού 100 τ.μ. περίπου, που συνορεύει νότια με οδό προσπέλασης ..., βορειοανατολικά με τμήμα του με αριθμό 711Β αγροτεμαχίου και δυτικά με υπόλοιπο τμήμα του ... αγροτεμαχίου. Με την υπ' αριθ. 89/2000 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του ενάγοντος, καθορίστηκαν ομόφωνα οι όροι της διακήρυξης για την δημοπρασία εκμίσθωσης των ανωτέρω ακινήτων, μεταξύ των οποίων στο άρθρο 5 αυτής ορίστηκε ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιείται σαν ακάλυπτος χώρος, απαγορευομένης της δημιουργίας οποιοσδήποτε κτιριακής εγκατάστασης, ενώ στο άρθρο 15 αυτής ορίστηκε ότι επιτρέπεται στον μισθωτή να διαρρυθμίσει τον ακάλυπτο χώρο κατάλληλα, ώστε να εξυπηρετεί την ανάγκη του για τη χρήση που το προορίζει, η οποία μπορεί να συνίσταται στη δημιουργία χώρων στάθμευσης ή προσπέλασης σε γειτονική ιδιοκτησία.
Η δημοπρασία διενεργήθηκε στις 20-6-2000 με πλειοδότη τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα (ήδη αναιρεσίβλητο) Γ. Π. και το πρακτικό αυτής εγκρίθηκε ομόφωνα με την υπ' αριθ. 132/2000 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του ενάγοντας. Ακολούθως, με το από 18-7-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό ο ενάγων σύναψε με τον εναγόμενο, ως μοναδικό πλειοδότη στην ως άνω δημοπρασία και βάσει των όρων που καθορίστηκαν στην υπ' αριθ. 89/2000 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής και του πρακτικού που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 132/2000 απόφασή της, σύμβαση μίσθωσης, δυνάμει της οποίας του εκμίσθωσε τα προαναφερόμενα ακίνητα.
Η μίσθωση ορίσθηκε τετραετής, αρχόμενη από την υπογραφή του άνω συμφωνητικού και το ετήσιο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 1.850.000 δραχμών και ήδη 5.429,20 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο κάθε χρόνο κατά ποσοστό 5%, προκαταβλητέο στην αρχή κάθε μισθωτικής περιόδου, η υπεκμίσθωση δε, απαγορεύτηκε.
Στο ως άνω συμφωνητικό δεν αναγράφηκε μεν η συμφωνηθείσα χρήση του μισθίου, πλην όμως ως τέτοια συμφωνήθηκε η προβλεπόμενη στα άρθρα 5 και 15 της ως άνω διακήρυξης, καθόσον στο συμφωνητικό ορίστηκε ότι η εκμίσθωση έγινε βάσει των όρων της διακήρυξης που περιλήφθηκαν στην 89/2000 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής.
Τα μίσθια γειτνιάζουν με το 711Β κληροτεμάχιο, το οποίο ο εναγόμενος μίσθωνε και επί του οποίου ανέγειρε κέντρο διασκέδασης που ξεκίνησε να λειτουργεί ήδη ως τέτοιο από το καλοκαίρι του έτους 2001. Έκτοτε δε υπεκμίσθωνε το κέντρο διασκέδασης σε τρίτο. Με το από 10-1-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό ο εναγόμενος μίσθωσε εκ νέου για χρονικό διάστημα εννέα ετών το 711Β κληροτεμάχιο με το επ' αυτού κτίσμα, που εξακολουθούσε να λειτουργεί ως κέντρο διασκέδασης.
Ακολούθως, στις 28-1-2008, ήτοι λίγες ημέρες αργότερα, το υπεκμίσθωσε εκ νέου έως τις 9-1-2017 στον Η. Β. με την ίδια χρήση. Τα ένδικα μίσθια λειτούργησαν ως βοηθητικός χώρος του γειτνιάζοντος προαναφερόμενου 711Β κληροτεμαχίου, αρχικά για τον σκοπό της ανέγερσης του κέντρου διασκέδασης και ακολούθως από την έναρξη λειτουργίας του κέντρου διασκέδασης ως χώρος στάθμευσης των οχημάτων των θαμώνων του.
Για το σκοπό αυτό εξάλλου τα μίσθια ήταν περιφραγμένα ως ενιαίο ακίνητο με αυτό το οποίο λειτουργεί το κέντρο διασκέδασης διαχρονικά με διάφορες επωνυμίες (..., ..., ...). Ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος χρησιμοποίησε το μίσθιο μόνο μέχρι το καλοκαίρι του 2001 και τούτο καθόσον ο ίδιος στην με αριθμό 6386/2012 ανακοπή του κατά πράξεων ταμειακής βεβαίωσης του Δήμου συνομολογεί ότι έκανε χρήση του μισθίου σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης και ότι με την πάροδο του συμβατικού χρόνου το 2004 ουδεμία διακατοχική σχέση είχε ως προς αυτό και ότι αποτάθηκε στον ενάγοντα για να το παραδώσει, καθόσον αποδεικνύεται ότι και μετά την πάροδο του χρόνου αυτού ο εναγόμενος τον Απρίλιο 2006 κατέβαλε εκουσίως το ποσό των 7.082 ευρώ για τα οφειλόμενα μισθώματα της περιόδου 2005 και μέρος της περιόδου 2006.
Επομένως, η ένδικη μίσθωση, εφόσον συνήφθη για τη χρησιμοποίηση του μισθίου ως εντελώς απαραίτητου βοηθητικού χώρου του προαναφερόμενου γειτονικού ακινήτου, στο οποίο ασκείτο εμπορική δραστηριότητα, υπάγεται στις διατάξεις του π.δ 34/1995 ως εμπορική μίσθωση, δίχως να ασκεί έννομη επιρροή το εάν η άσκηση εμπορικών πράξεων στο μίσθιο γίνεται αυτοπροσώπως από το μισθωτή ή μέσω τρίτου προσώπου ή του τυχόν υπομισθωτή και ανεξάρτητα από το εάν η υπομίσθωση είναι επιτρεπόμενη ή ανεπίτρεπτη.
Τούτο έχει ως αποτέλεσμα ότι η νόμιμη ελάχιστη διάρκειά της ήταν δωδεκαετής, ήτοι έως 17-7-2012, παρατάθηκε δε τούτη εκ του νόμου, λόγω της μη καταγγελίας της σύμβασης από τον ενάγοντα εντός εννέα μηνών από τη λήξη της δωδεκαετίας για τέσσερα ακόμη έτη, ήτοι έως 17-7-2016. Περαιτέρω, με βάση τη συμφωνηθείσα ετήσια αναπροσαρμογή, το ετήσιο μίσθωμα διαμορφώθηκε για το διάστημα 2005 -2006 στο ποσό των 6.929,19 ευρώ, πλέον του ποσού των 249,45 ευρώ για το ανάλογο τέλος χαρτοσήμου μετά της εισφοράς υπέρ ΟΓΑ, ήτοι συνολικά 7.178,65 ευρώ, για το διάστημα 2006-2007 στο ποσό των 7.275,65 ευρώ, πλέον του ποσού των 261,92 ευρώ για το ανάλογο τέλος χαρτοσήμου μετά της εισφοράς υπέρ ΟΓΑ, ήτοι συνολικά 7.537,57 ευρώ, για το διάστημα 2007-2008 στο ποσό των 7.639,43 ευρώ, πλέον του ποσού των 275,02 ευρώ για το ανάλογο τέλος χαρτοσήμου μετά της εισφοράς υπέρ ΟΓΑ, ήτοι συνολικά 7.914,45 ευρώ, για το διάστημα 2008-2009 στο ποσό των 8.021,40 ευρώ, πλέον του ποσού των 288,77 ευρώ για το ανάλογο τέλος χαρτοσήμου μετά της εισφοράς υπέρ ΟΓΑ, ήτοι συνολικά 8.310,17 ευρώ, για το διάστημα 2009-2010 στο ποσό των 8.422,47 ευρώ, πλέον του ποσού των 303,20 ευρώ για το ανάλογο τέλος χαρτοσήμου μετά της εισφοράς υπέρ ΟΓΑ, ήτοι συνολικά 8.725,67ευρώ, για το διάστημα 2010-2011 στο ποσό των 8.843,59 ευρώ, πλέον του ποσού των 318,37 ευρώ για το ανάλογο τέλος χαρτοσήμου μετά της εισφοράς υπέρ ΟΓΑ, ήτοι συνολικά 9.161,96 ευρώ, για το διάστημα 2011-2012 στο ποσό των 9.285,77 ευρώ, πλέον του ποσού των 334,28 ευρώ για το ανάλογο τέλος χαρτοσήμου μετά της εισφοράς υπέρ ΟΓΑ, ήτοι συνολικά 9.620,05 ευρώ, για το διάστημα 2012-2013 στο ποσό των 9,750,06 ευρώ πλέον του ποσού των 351 ευρώ για το ανάλογο τέλος χαρτοσήμου μετά της εισφοράς υπέρ ΟΓΑ, ήτοι συνολικά 10,101,06 ευρώ, για το διάστημα 2013-2014 στο ποσό των 10.237,57 ευρώ, πλέον του ποσού των 368,56 ευρώ για το ανάλογο τέλος χαρτοσήμου μετά της εισφοράς υπέρ ΟΓΑ, ήτοι συνολικά 10.606,12 ευρώ και για το διάστημα 2014-2015 στο ποσό των 10.749,44 ευρώ, πλέον του ποσού των 386,98 ευρώ, για το ανάλογο τέλος χαρτοσήμου μετά της εισφοράς υπέρ ΟΓΑ, ήτοι συνολικά 11.136,42 ευρώ.
Ωστόσο, μολονότι ο εναγόμενος δεν έχει αποδώσει το μίσθιο στον ενάγοντα και παραμένει στη χρήση του, καθυστερεί να καταβάλει στον τελευταίο από δυστροπία τα οφειλόμενα μισθώματα. Ειδικότερα, από το οφειλόμενο μίσθωμα για το διάστημα 2005-2006 ο εναγόμενος κατέβαλε το ποσό των 462 ευρώ και επομένως οφείλει το ποσό των 6.716,65 ευρώ, πλην όμως δεν μπορεί να επιδικασθεί πλέον του αιτηθέντος ποσού των 6.700,01 ευρώ.
Επιπλέον, δεν έχει καταβάλει το σύνολο των οφειλόμενων μισθωμάτων για το χρονικό διάστημα από το 2006 έως 17-7-2014, ως αυτά προαναφέρθηκαν, συνολικού ποσού 71.977,05 ευρώ, καθώς και την αναλογία των οφειλόμενων μισθωμάτων από 18-7-2014 έως 2-2-2015, ποσού 6.017,01 ευρώ [10.749,44 ευρώ : 12 μηνες-895,79 ευρώ πλέον ποσού 3,6% ως τέλος χαρτοσήμου = 928,01 ευρώ μηνιαίως X 6 μήνες = 5,568,06 ευρώ + 448,95 ευρώ (928,01 : 30 ημέρες = 30,93 ευρώ ημερησίως X 15 ημέρες = 464 ευρώ για το διάστημα από 18-1-2015 έως 2-2-2015 πλην όμως δεν μπορεί να επιδικασθεί πλέον του αιτηθέντος ποσού των 448,95 ευρώ) = 6.017,01 ευρώ].
Επομένως, ο εναγόμενος παρότι παραμένει στη χρήση των μισθίων, συνολικά δεν του έχει καταβάλει από δυστροπία τα προαναφερόμενα οφειλόμενα μισθώματα, συνολικού ποσού 84.694,07 ευρώ. Συνακόλουθα, ενόψει της από δυστροπία μη καταβολής των προαναφερόμενων οφειλόμενων μισθωμάτων, πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, καθώς και κάθε τρίτος που έλκει δικαιώματα από αυτόν ή κατέχει το μίσθιο στο όνομα και για λογαριασμό του να αποδώσει στον ενάγοντα τη χρήση των ένδικων μίσθιων ακινήτων, καθώς και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα τα οφειλόμενα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 18-7-2005 έως 2-2-2015, συνολικού ποσού 84.694,07, νομιμότοκα για το ποσό των 78.677,06 ευρώ από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε μισθωτικού έτους, ήτοι από την 28η Ιουλίου κάθε έτους και για το ποσό των 6.017,01 ευρώ, από την επίδοση της αγωγής...".
Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή υποχρεώνοντας τον ήδη αναιρεσείοντα να αποδώσει στον ήδη αναιρεσίβλητο Ο.Τ.Α. τη χρήση των μισθίων ακινήτων και να καταβάλει (ο αναιρεσείων) στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 84.694,07 ευρώ, εκ των οποίων 78.677,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 28 Ιουλίου εκάστου μισθωτικού έτους έως την εξόφληση και 6.017,01 ευρώ από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε σύμβαση μισθώσεως, με τους όρους της δημοπρασίας, προκειμένου ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ως μισθωτής, να χρησιμοποιήσει τα μίσθια ακίνητα ως βοηθητικούς χώρους της παρακείμενης επαγγελματικής του δραστηριότητας, ότι η διάρκεια της συμβάσεως μισθώσεως παρατάθηκε νομίμως και ότι ο εναγόμενος, ως μισθωτής και ήδη αναιρεσείων δεν κατέβαλε τα επίδικα ετήσια μισθώματα και υποχρέωσε τον τελευταίο να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο τα προαναφερθέντα ποσά και για τις παραπάνω αιτίες.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Π.Δ. 34/1995, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία, τόσον ως προς το είδος της συμβάσεως μισθώσεως μεταξύ των διαδίκων, όσο και ως προς την οφειλή του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο από τη σύμβαση αυτή και ως προς τη μη εξόφλησή της (οφειλής). Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Ο.Τ.Α., κατόπιν αποφάσεως του Δημοτικού του Συμβουλίου, εκμίσθωσε, κατόπιν δημοπρασίας, στην οποία πλειοδότησε ο ήδη αναιρεσείων, τα επίδικα συνεχόμενα δύο ακίνητά του (ακάλυπτους χώρους) στον τελευταίο, προκειμένου αυτός να τα χρησιμοποιήσει ως χώρους σταθμεύσεως ή προσπελάσεως σε γειτονική ιδιοκτησία, στην οποία ο αναιρεσείων ασκούσε εμπορική δραστηριότητα (κέντρο διασκεδάσεως) και ότι η χρήση των μισθίων ακινήτων θα γίνονταν σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 89/2000 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του αναιρεσιβλήτου, ήτοι ως ακάλυπτοι χώροι και για την εξυπηρέτηση της εμπορικής δραστηριότητας του αναιρεσείοντος και ότι αποτέλεσαν απαραίτητους βοηθητικούς χώρους για την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας αυτής.
Επομένως, με τις ανωτέρω σαφείς παραδοχές, που έχουν λογική ακολουθία, δικαιολογείται το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δεν στερείται νομίμου βάσεως και καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για την ορθή ή όχι υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε το Εφετείο, τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Οι λοιπές αιτιάσεις και οι ειδικότερες ελλείψεις και αντιφάσεις, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αναιρεσείοντα, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψη του τελευταίου, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Όσα επιπλέον επικαλείται ο αναιρεσείων πάνω, στο λόγο αυτό, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειάζεται ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση. Επιπλέον, οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον ερευνόμενο δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας, της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Επομένως, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. και, συνεπώς, ο οικείος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11, περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 1161/2022, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 344/2020, Α.Π. 620/2019, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 222/2008, Α.Π. 70/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 1/2018, Α.Π. 1874/2008), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους.
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 781/2022) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1167/2019). Μη λήψη υπ' όψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1167/2019, Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 345/2020, Α.Π. 1167/2019).
Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το Δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κανένα (Ολ.
Α.Π. 8/2016, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του Δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1161/2022, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 412/2019, Α.Π. 705/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να αναφέρεται: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως και τις οποίες δεν έλαβε υπ' όψη του το Δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 1161/2022, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 255/2020, Α.Π. 1221/2018, Α.Π. 845/2018).
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, από εκείνο που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ή ότι το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 75/2016, Α.Π. 100/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και συνεκτίμησε, όσον αφορά την αλήθεια ή αναλήθεια, κατά περίπτωση, των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, προκειμένου να καταλήξει στην ως άνω κρίση του και τις υπ' αριθμ. 218/2015 και 219/2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, των Ε. Λ. και Δ. Μ., που είχαν δοθεί με επιμέλεια του αναιρεσείοντος (εναγομένου - εκκαλούντος), μετά από νόμιμη κλήτευση του ενάγοντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά την έρευνα δε του παραδεκτού των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων σχετικά με την κλήτευση του τελευταίου διέλαβε ότι αυτές λήφθησαν "μετά από νόμιμη κλήτευση του ενάγοντος (βλ. υπ'αριθ.3418β'/30-1-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ό. Ε.)...".
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.11γ Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η άποψη του αναιρεσείοντος ότι η διαφορετική εκτίμηση των προαναφερθεισών ενόρκων βεβαιώσεων θα οδηγούσε το Εφετείο σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί απαραδέκτως σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακολούθως, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το Δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 20/2023). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. β' του Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση της αποφάσεως και όταν το Δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη του αποδεικτικά μέσα, που δεν προσκομίσθηκαν ή προσκομίσθηκαν απαραδέκτως μετά την συζήτηση (Ολ. Α.Π. 2.2008, Α.Π. 1139/2020).
Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο και υπό την επίκληση των αριθμών 8 παρ. α' και 11 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτός κατέβαλε ποσό 462 για το ετήσιο μίσθωμα του έτους 2005 και μέρους του 2006, αν και ο ίδιος (αναιρεσείων) δεν προέβαλε κανένα ισχυρισμό περί καταβολής, για μισθώματα της χρονικής περιόδου 2005-2006, ποσού 7.082 ευρώ ή 462 ευρώ, ούτε ο αναιρεσίβλητος προέβαλε τέτοιον ισχυρισμό, ούτε προσκομίσθηκε από τον τελευταίο κανένα αποδεικτικό μέσο για την καταβολή του. Ο αναιρετικός λόγος αυτός, καθό μέρος του στηρίζεται στον αριθμό 11 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη του μη προσκομισθέν αποδεικτικό μέσο. Καθό μέρος του στηρίζεται στον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο, δεχόμενο την καθ' υποφοράν ομολογία του ενάγοντος με το δικόγραφο της αγωγής του περί καταβολής από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ποσού 462 ευρώ, που αφορούσε μέρος του ετησίου μισθώματος για το χρονικό διάστημα από 18-7-2005 έως 17-7-2006, αφαίρεσε το ποσό αυτό από το συνολικό ποσό, που επιδίκασε εις βάρος του τελευταίου.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Β.Δ. 24-9/20-10-1958 "Περί Εσόδων Δήμων και Κοινοτήτων" έσοδα των Δήμων είναι μεταξύ άλλων και τα Ι.α) Τακτικά, προερχόμενα εκ των προσόδων κινητής και ακίνητης περιουσίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 του Α.Ν. 344/1968, ο χρόνος της παραγραφής των αξιώσεων των δήμων και κοινοτήτων είναι είκοσι ετών, αρχόμενος από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκαν αυτές οριστικά. Κατ' εξαίρεσιν, οι προερχόμενες από φόρους γενικά, τέλη, δικαιώματα, εισφορές και αντίτιμο προσωπικής εργασίας παραγράφονται μετά πενταετία ως ανωτέρω. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η απορρέουσα από σύμβαση μισθώσεως αξίωση του Δήμου για καταβολή μισθωμάτων υπόκειται στην, προβλεπόμενη από το άρθρο 6 του Α.Ν. 344/1968, εικοσαετή παραγραφή, η οποία δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, επειδή για τις απαιτήσεις των ιδιωτών από μισθώματα, με το άρθρο 250 αριθμ. 16 του Α.Κ., θεσπίσθηκε πενταετής παραγραφή των αξιώσεων αυτών, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται από λόγους γενικοτέρου δημοσίου συμφέροντος για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως των Δήμων (Α.Π. 206/2019).
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την παραδεκτώς προταθείσα από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφερθείσα με σχετικό λόγο της εφέσεώς του ένσταση, περί πενταετούς παραγραφής, κατ' άρθρον 250 αριθμ. 16 του Α.Κ.
της αγωγικής αξιώσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου για τα αιτούμενα μισθώματα, παραβίασε ευθέως, αφενός μεν, τις διατάξεις των άρθρων 6 του Α.Ν. 344/1968, 1 του Β.Δ. 24-9/20-10-1958 και 44 παρ. 2, εδάφ. γ' του Ν.Δ. 496/1974, τις οποίες εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 6 του Α.Ν. 344/1968 εικοσαετής παραγραφή δεν ισχύει για αξιώσεις, που απορρέουν από συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου που συνάπτουν οι Ο.Τ.Α.
με ιδιώτες, αλλά για αξιώσεις που απορρέουν από σχέσεις Δημοσίου Δικαίου και, επιπλέον, αντίκειται στην από το άρθρο 4 του Συντάγματος απορρέουσα Αρχή της Ισότητας, αφετέρου δε, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 250 αριθμ. 16 του Α.Κ., την οποία δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέα. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 6 του Α.Ν. 344/1968 σαφώς προκύπτει ότι η απορρέουσα από σύμβαση μισθώσεως αξίωση του Δήμου για καταβολή μισθωμάτων υπόκειται στην προβλεπόμενη από το ανωτέρω άρθρο 6 του Α.Ν. 344/1968 εικοσαετή παραγραφή, η οποία δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αβασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων, για το λόγο ότι, για τις απαιτήσεις των ιδιωτών από μισθώματα, με το άρθρο 250 αριθμ. 16 του Α.Κ., θεσπίσθηκε κατά πολύ μικρότερη και, συγκεκριμένα, πενταετής παραγραφή των αξιώσεων αυτών, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως των Δήμων.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε στη δίκη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-1-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 449/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ