Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding union member's contract annulment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's judgment in a labor dispute. The appellant argued the lower court failed to consider evidence proving the employee's ignorance of his union membership and his lack of genuine readiness to work. The court rejected these claims, stating the lower court explicitly acknowledged all submitted evidence and witness testimonies in its reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a labor court judgment is inadmissible if the appellate court fails to demonstrate that it considered all evidence presented by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1231 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1231/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", (πρώην "Χ..."), η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αΐντα - Ελένη Οικονόμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Γ. - Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Κορομπόκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2882/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1263/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 29/7/2020 αίτησή της και τους από 3/2/2021 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 29-7-2020 και με αριθ. κατ. 1982/236/31-7- 2020) αίτηση αναίρεσης και τον ασκηθέντα με το από 3-2-2021 και με αριθ. κατ. 19/4-2-2021 αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 1263/29-5-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί των από 23-4-2019 και με αριθ.
κατ. 8078/887/24-4-2019 και από 28-5-2019 και με αριθ. κατ. 10101/1139/28-5-2019 εφέσεων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας και του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, κατά της με αριθ. 2882/6-3-2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της από 1-7- 2017 και με αριθ. κατ. 105090/10829/3-7-2017 αγωγής.
Με την εν λόγω αγωγή, ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, ισχυρίσθηκε ότι με σύμβαση εργασίας πλήρους απασχόλησης, που καταρτίσθηκε στις 10-2-2006, παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, με την ειδικότητα, τους όρους εργασίας και έναντι των αποδοχών, που αναφέρονται στην αγωγή, μέχρι τις 7-4-2017, οπότε η τελευταία, αν και γνώριζε την ιδιότητά του ως προστατευόμενου από το νόμο μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Ένωση Ηλεκτροτεχνιτών και Βοηθών Ανελκυστήρων Βορείου Ελλάδος" κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας, κατά παράβαση του ν. 1264/1982, προσβάλλοντας, με τον τρόπο αυτό την προσωπικότητά του και αρνούμενη έκτοτε να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του.
Ότι επιπλέον η εναγομένη δεν του κατέβαλε το σύνολο των αποδοχών που εδικαιούτο για υπερεργασία, παράνομη υπερωριακή εργασία, εργασία τα Σάββατα και τις Κυριακές, αμοιβή για γνήσια και απλή ετοιμότητα προς εργασία. Ζήτησε δε, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 23.529,25 ευρώ, να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει για αποδοχές υπερημερίας έως τη συζήτηση της αγωγής το συνολικό ποσό των 11.631,80 ευρώ, για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2017-2018 το ποσό των 2.133,30 ευρώ και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 5.000 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.
Ζήτησε, τέλος, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους όρους εργασίας του, με απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής για την περίπτωση μη συμμόρφωσής της με την παραπάνω υποχρέωση.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την προαναφερόμενη με αριθ. 2882/6-3-2019 οριστική απόφαση, αφού έκρινε έγκυρη την καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, απέρριψε τα συνδεόμενα με το ζήτημα αυτό αιτήματα της αγωγής, ως αβάσιμα κατ' ουσίαν και κατά τα λοιπά δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα νομιμοτόκως το ποσό των 14.747 ευρώ για διαφορές αποδοχών.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε, δίκασε και δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή. Ειδικότερα, επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 14.747 ευρώ για διαφορές αποδοχών και περαιτέρω, αφού αναγνώρισε ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας είναι άκυρη, υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος και αναγνώρισε την υποχρέωση της να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 4.185,67 ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα552, 553, 556, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Με την αίτηση αναίρεσης πρέπει να συνεκδικασθεί ο ασκηθείς, ως άνω, με το από 3-2-2021 αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετος λόγος, ο οποίος είναι παραδεκτός, εφόσον το σχετικό δικόγραφο κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο 30 τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και συγκεκριμένα στις 4-2-2021, όπως προκύπτει από τη νομίμως προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα με αριθ. 730Ε/4-2-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Η.
Χ. (άρθρο 569 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 836/2019).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των παραπάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα η συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 76/2016). Εξάλλου, στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε κατ' ουσίαν ισχυρισμό, για τον οποίο σύμφωνα με τον περί τούτου αναιρετικό λόγο δεν είχαν προταθεί τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου πρέπει να διαλαμβάνονται οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του εν λόγω ισχυρισμού (ΑΠ 235/2019).
Τέλος, λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, είναι αβάσιμος (ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1611/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εταιρία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί ότι "η ενάγουσα δεν επιθυμούσε την απασχόληση στην επιχείρησή της ενός ακόμη εκλεγμένου μέλους στη διοίκηση του σωματείου και για το λόγο αυτό κατήγγειλε τη σύμβαση", παρά το νόμο έλαβε υπόψη μη προταθείσα αντένσταση του ενάγοντος ότι η απόλυσή του ήταν καταχρηστική, διότι έγινε από λόγους εκδίκησης. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και για το λόγο αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν διαλαμβάνονται στην αίτηση αναίρεσης οι πραγματικές παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου όσον αφορά το γενόμενο δεκτό λόγο καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η επικαλούμενη, ως άνω, παραδοχή του δικαστηρίου έχει τεθεί πλεοναστικά και δεν αποτελεί κρίση αυτού ότι η απόλυση του ενάγοντος είναι καταχρηστική διότι έγινε από λόγους εκδίκησης. Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η απόλυση του ενάγοντος είναι άκυρη ως αντιβαίνουσα στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 6α' του ν. 1264/1982 (17η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει πρωταρχικά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε υο δικαστήριο της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναίρεσης, διότι η τύχη της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Επίσης, για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός, ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει, ομοίως, να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, έστω συνοπτικά, άλλα με πληρότητα και σαφήνεια οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση, δηλαδή να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (εξειδίκευση του σφάλματος), δηλαδή ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει, ή ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (ΑΠ 1038/2020, ΑΠ 1778/2013).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος υπό την επίφαση της νομικής πλημμέλειας πλήττει την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου επί της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής (ΑΠ 836/2019, ΑΠ 176/2019, ΑΠ 871/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εταιρία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένστασή της περί καταχρηστικής επίκλησης από τον ενάγοντα, ως λόγου ακυρότητας της ένδικης σύμβασης εργασίας, της ιδιότητάς του, ως συνδικαλιστικού στελέχους, ενώ αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης έλαβε χώρα λόγω πλημμελούς εκτέλεσης των εργασιακών καθηκόντων αυτού και με το να κρίνει περαιτέρω ότι η καταγγελία είναι άκυρη, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 ν. 1264/1982, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Με τον τέταρτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εταιρία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί, στο πλαίσιο έρευνας της παραπάνω ένστασής της, ότι για τη θεμελίωση αυτής απαιτείται η παραβίαση των υποχρεώσεων του εργαζομένου που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας να συνδέεται με τη συνδικαλιστική του δράση παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της.
Περαιτέρω, με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια (πλέον των αναφερομένων στο συναφή τέταρτο λόγο αναίρεσης) ότι με το να δεχθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά παραβίασης των εργασιακών υποχρεώσεων του ενάγοντος, τα οποία επικαλέσθηκε για τη θεμελίωση της, ως άνω ένστασής της και τα οποία αποδείχθηκαν από τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε και από την κατάθεση της μάρτυρά της στο ακροατήριο, δεν συνιστούν υπαιτιότητα του ενάγοντος και δεν οφείλεται σ' αυτά η πρόκληση αναταραχής στο χώρο εργασίας, παραβίασε ευθέως την εν λόγω διάταξη, του άρθρου 281 ΑΚ, αφού δεν υπήγαγε ορθώς τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά στην έννοια της υπαιτιότητας.
Όσον αφορά τους παραπάνω λόγους αναίρεσης αναφέρονται στο αναιρετήριο, η, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ερμηνεία των διατάξεων που ισχυρίζεται ότι παραβιάσθηκαν, καθώς και τα νομικά επιχειρήματά της, που θεμελιώνουν τα, κατά την εκδοχή της, νομικά σφάλματα της προσβαλλόμενης απόφασης. Δεν αναφέρονται όμως και μάλιστα με πληρότητα και σαφήνεια, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, αλλά μόνο αποσπασματικά κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως αποδειχθέντα για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του για το αβάσιμο της σχετικής ένστασης της εναγομένης και το βάσιμο της αγωγής.
Επισημαίνεται ότι στον πρόσθετο λόγο αναίρεσης αναφέρονται, επίσης αποσπασματικά, ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τέσσερα από τα περιστατικά, που, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας στοιχειοθετούν παραβίαση των εργασιακών υποχρεώσεων του ενάγοντος, δεν αναφέρεται όμως το σύνολο των σχετικών με τα περιστατικά αυτά ουσιαστικών παραδοχών του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με βάση τις οποίες τούτο διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής αβασιμότητας του ισχυρισμού της εναγομένης περί πλημμελούς εκπλήρωσης των εργασιακών υποχρεώσεων του ενάγοντος.
Κατόπιν των παραπάνω, δεν μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου αν οι αποδιδόμενες με τους παραπάνω λόγους αναίρεσης, στην απόφαση, παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό. Επομένως οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και, για το λόγο αυτό, απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι.
Επιπλέον ο τέταρτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου κατά το τελευταίο σκέλος του και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και για το λόγο ότι με αυτούς η αναιρεσείουσα εταιρία, , υπό την επίκληση της νομικής πλημμέλειας, πλήττει την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ισχυριζόμενη ότι η υπαιτιότητα του ενάγοντος, που δεν ελήφθη υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αποδείχθηκε από τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, απόσπασμα των οποίων διαλαμβάνει στον πρόσθετο λόγο αναίρεσης.
Περαιτέρω, με τους πέμπτο και έκτο λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς 19 και 1, αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι , με το να δεχθεί ότι ο ενάγων τελούσε σε καθεστώς γνήσιας και όχι απλής ετοιμότητας προς εργασία, επιδικάζοντάς του, κατ' επέκταση της παραδοχής αυτής, διαφορές αποδοχών, αφενός μεν παραβίασε εκ πλαγίου τις οικείες διατάξεις (τις οποίες δεν προσδιορίζει), διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αφετέρου δε παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του ν. 3239/1933, του ν. 3755/1957, του ν. 1876/1990 και του π.δ. 88/1999, τις οποίες εφάρμοσε εσφαλμένα.
Ομοίως, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και, για το λόγο αυτό απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται και μάλιστα με πληρότητα και σαφήνεια, έστω κατά τρόπο συνοπτικό, αλλά μόνο αποσπασματικά κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο του ισχυρισμού του ενάγοντος ότι τελούσε σε καθεστώς γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία, και, επομένως, για το αβάσιμο του ισχυρισμού της εναγομένης ότι τελούσε σε καθεστώς απλής ετοιμότητας προς εργασίας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου αν οι αποδιδόμενες με τους παραπάνω λόγους αναίρεσης στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί, για τον αναιρετικό έλεγχο, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 836/2019).
Για τη βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη μόνο αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη ή τη συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των με επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία έπρεπε να λάβει υπόψη του (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1107/2015, ΑΠ 38/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και έβδομο, από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι από αυτήν δεν προκύπτει αδιαστίκτως ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε με επίκληση:
α) για την απόδειξη του ισχυρισμού της ότι αγνοούσε τη συνδικαλιστική ιδιότητα του ενάγοντος (τρίτος λόγος αναίρεσης), αφού, όπως ισχυρίζεται, δεν προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη το έντυπο 6 που αφορά στην καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, υπογεγραμμένο από το νόμιμο εκπρόσωπο της Α.
Μπίκα, τη με αριθ. ... ανακοίνωση του ΓΕΜΗ, σε συνδυασμό με τη με αριθ. ... ανακοίνωση του ΓΕΜΗ, σχετικά με την εκλογή του Διοικητικού Συμβουλίου της, την από 10-4-2017 επιστολή της στον ενάγοντα, με την οποία του δηλώνει την άγνοιά της για τη συνδικαλιστική της ιδιότητα, το από 19-5-2017 δελτίο εργατικής διαφοράς του ΣΕΠΕ, την κατάθεση της μάρτυρα Χ.
Λ., καθώς και τις με αριθ. 8664/8-5-2018 και 8866/8-5-2018 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α. Λ. και Α. Τ., αντίστοιχα και β) για την απόδειξη του ισχυρισμού της ότι ο ενάγων τελούσε σε καθεστώς απλής και όχι γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία (έβδομος λόγος αναίρεσης), αφού δεν προκύπτει ότι έλαβε υπόψη αποσπάσματα συμφωνητικών που κατήρτισε με πελάτες της, την κατάθεση της μάρτυρα Χ.
Λ. και τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις. Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, διότι από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (8η και 9η σελίδα αυτής) ότι ελήφθησαν υπόψη τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, οι καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και οι προσδιοριζόμενες, ληφθείσες κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των αντιστοίχων διαδίκων, ένορκες βεβαιώσεις των κατονομαζομένων μαρτύρων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι, ως άνω, με αριθ. 8864/8-5-2018 και 8866/8-5-2018 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α.
Λ. και Α. Τ., σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης (κύριος ή πρόσθετος) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος αυτής λόγος. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα εταιρία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-7-2020 και με αριθ. κατ. 1982/236/31-7- 2020 αίτηση και τον από 3-2-2021 και με αριθ. κατ. 19/4-2-2021 πρόσθετο λόγο για αναίρεση της με αριθ. 1263/29-5-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα εταιρία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ