Legislator Case Law & Legislation
1231/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling based on good faith principle and lack of reasoning.

Case Number 1231/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment. The appellant argued the lower court failed to apply the principle of good faith and provided insufficient reasoning. The court rejected these claims, stating the principle of good faith applies to both parties and that the lower court's dismissal of the lawsuit as unlawful precluded any lack of reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Art. 288 of the Civil Code; Art. 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure: The principle of good faith governs performance by both creditor and debtor, and appeals based on lack of reasoning are inadmissible when the lower court dismissed the suit as unlawful.

Keywords

AI generated
principle of good faith Civil Code Article 288 lack of reasoning unlawful lawsuit dismissal appeal inadmissibility Code of Civil Procedure legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 288 of the Civil Code
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure
Art. 93(3) of the Constitution
Art. 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Art. 1 of Law 4335/2015
Arts. 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1231 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1231/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "P. (Π.) Ε. Α. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Τ. του Ν., κατοίκου …, 2) Ν. Τ. του Α. και 3) Π. συζ. Ν. Τ., το γένος Β. Π., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Άρτεμη Καρύδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1174/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1119/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-4-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη". Η διάταξη αυτή είναι εφαρμοστέα επί της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων, τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, των απορρεουσών από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία.

Η ως άνω αρχή λειτουργεί τόσον ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα, όσο και ως διορθωτική αυτών, κατά τις περιπτώσεις εκείνες, που, ένεκα συνδρομής ειδικών συνθηκών, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπληρώσεως των παροχών στο συμφωνηθέν μέτρο, είτε αυτές ρυθμίζονται στη σύμβαση είτε στο νόμο.

Το τελευταίο είναι δυνατό, διότι η Α.Κ. 288 αποτυπώνει γενικότερη αρχή, που έχει προσδιοριστική, άρα και περιοριστική αποστολή για το περιεχόμενο κάθε ενοχικής σχέσεως. Παρέχει δε η εν λόγω αρχή στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως (ΟλΑΠ. 927/1982, Α.Π. 1487/2005, Α.Π. 415/2004).

Ο προσδιορισμός της εκπληρωτέας παροχής, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 288 του Α.Κ., γίνεται μόνο όταν υπάρχει ιδιαίτερος σοβαρός λόγος και στηρίζεται, κατά τα προεκτεθέντα, σε αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την ίδια την έννομη τάξη και τις κρατούσες αντιλήψεις, δοθέντος ότι η αρχή της καλής πίστεως αφενός μεν απαιτεί την τήρηση των συμφωνημένων, όπως αυτά συμπληρώνονται από ειδικές διατάξεις νόμου, αφετέρου δε ότι έχει (αρχή της καλής πίστεως) αμφιμερή ενέργεια, με την έννοια ότι κάθε δικαίωμα πρέπει να ασκείται από το φορέα του εντός των κοινωνικοηθικών ορίων, αλλά και αντιστρόφως κάθε υποχρέωση πρέπει να εκπληρώνεται λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα του δικαιούχου.

Έτσι, με βάση την αρχή της καλής πίστεως, σε περίπτωση παροχής που έχει γίνει επαχθής για τον ένα συμβαλλόμενο, επιβάλλεται η εκπλήρωση αυτής και αποκλείεται η παρέκκλιση από τη σύμβαση, εάν η επαχθής παροχή ανήκει στο πλαίσιο του κινδύνου που ανέλαβε ο υπόχρεος με τη σύμβαση (Α.Π. 433/1971 ΝοΒ 19.1130) ή που πρέπει κατά το νόμο να του καταλογισθεί.

Εξ άλλου, στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου" ορίζεται ότι "εν τη έννοια του άρθρου 1 του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κώδικος δύναται να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου ανήκοντος εις ένα ή πλείονας, ως και επί ορόφων ή μερών των οικοδομημάτων τούτων, επιφυλασσομένων των πολεοδομικών διατάξεων".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για τη σύσταση της κατά τη διάταξη αυτή διαιρεμένης ιδιοκτησίας, της λεγομένης κάθετης ιδιοκτησίας, είναι η ύπαρξη δύο ή περισσότερων αυτοτελών οικοδομημάτων είτε ανεγερθέντων ή μελλόντων να ανεγερθούν σε ενιαίο οικόπεδο που ανήκει σε ένα ή περισσότερους κυρίους, οπότε μπορεί να συσταθεί τέτοια χωριστή ιδιοκτησία είτε σε ολόκληρο το αυτοτελές οικοδόμημα (απλή κάθετη συνιδιοκτησία), είτε σε ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων των αυτοτελών τούτων οικοδομημάτων, οπότε συνυπάρχει κάθετη συνιδιοκτησία και οριζόντια ιδιοκτησία (σύνθετη κάθετη συνιδιοκτησία).

Και στις δύο περιπτώσεις η κάθετη συνιδιοκτησία διέπεται κατά τα λοιπά από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, οι οποίες ισχύουν και επί της κάθετης ιδιοκτησίας, διότι ο ανωτέρω νόμος 1024/1971 δεν επέφερε καμία μεταβολή στη νομική κατασκευή του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως διαμορφώθηκε με τις ανωτέρω διατάξεις.

Περαιτέρω από την πιο πάνω διάταξη του ν. 1024/1971 και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 13 ν. 3741/1929, 1002, 1108 και 1117 του Α.Κ. προκύπτει ότι υπό τους όρους των άρθρων 4 και 13 του νόμου 3741/1929 όλοι οι ιδιοκτήτες και συνιδιοκτήτες αυτοτελών οικοδομημάτων, που υπάγονται στις διατάξεις της κάθετης, καθώς και της οριζόντιας ιδιοκτησίας, μπορούν με την αρχική συστατική πράξη (Κανονισμός) ή με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών να κανονίσουν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας τόσο στα κοινά μέρη που θα καθορίσουν, όσο και στις διαιρεμένες ιδιοκτησίες κατά παρέκκλιση των διατάξεων του νόμου αυτού, που αποτελούν ενδοτικό δίκαιο (Α.Π. 108/2014).

Με ιδιαίτερη, δηλαδή, συμφωνία που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφεται νόμιμα, και με κοινή συναίνεση όλων των ιδιοκτητών ή συνιδιοκτητών αυτοτελών οικοδομημάτων, που υπάγονται στις διατάξεις της κάθετης ιδιοκτησίας, μπορεί να ρυθμιστεί κατά τρόπο διαφορετικό το δικαίωμα χρήσεως καθενός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών.

Οι συμφωνίες αυτές και οι κατά τον τρόπο αυτό δημιουργούμενοι περιορισμοί της κυριότητας έχουν το χαρακτήρα δουλείας και δεσμεύουν όχι μόνο τους εξ αρχής συμβληθέντες και τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους αυτών, αλλά και εκείνους, οι οποίοι προσχώρησαν μεταγενέστερα στον κανονισμό που καταρτίστηκε με τη σύμβαση και τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους αυτών (Α.Π. 1655/2018, Α.Π. 1300/2014, Α.Π. 562/2014, Α.Π. 849/2013, Α.Π. 635/2010, Α.Π. 1465/2009, Α.Π. 115/2003, Α.Π. 759/2002).

Η ρύθμιση που εισάγεται με τους ν. 3741/1929 και 1024/1971, ως προς την απόκτηση και την κατάργηση ιδιαίτερων δικαιωμάτων χρήσεως στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της υπαγόμενης στις ρυθμίσεις τους ιδιοκτησίας, εναρμονίζεται προς την ιδιαιτερότητα που δεσμεύει τις ιδιοκτησίες αυτές και, προπαντός, εξυπηρετεί την ανάγκη δημιουργίας καταστάσεως σταθερότητας και ασφάλειας, σε σχέση προς τα δικαιώματα των ιδιοκτητών των οριζοντίων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της ιδιοκτησίας αυτής (Α.Π. 1655/2018).

Κατ' εξαίρεση, η τροποποίηση αυτή μπορεί να γίνει με απόφαση του δικαστηρίου, στο πλαίσιο της συμπληρωματικής και διορθωτικής λειτουργίας του άρθρου 288 του Α.Κ. το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, έχει εφαρμογή σε όλο τον χώρο του ιδιωτικού δικαίου και αναφέρεται σε κάθε είδους ενοχές, είτε αυτές πηγάζουν από δικαιοπραξία είτε από τον νόμο.

Έτσι, με βάση τα προβλεπόμενα στη διάταξη αυτή κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, μπορεί, με απόφαση του δικαστηρίου, να τροποποιηθεί η ως άνω δικαιοπρακτική ρύθμιση, όταν, λόγω μεταβολής των συνθηκών, εξέλιπε το αντικειμενικό δικαιοπρακτικό της θεμέλιο, ιδίως δε όταν η ρύθμιση αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο αδυναμίας ομαλής λειτουργίας της κάθετης ιδιοκτησίας (Α.Π. 937/2008).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ολ.Α.Π. 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π. 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ενστάσεων των διαδίκων, σύμφωνα με την κυριαρχική εκτίμηση των δικογράφων τους από το δικαστήριο αυτό, δηλαδή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφασή του ως ιστορικό και αίτημα της αγωγής ή των ενστάσεων (Α.Π. 1088/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.) επισκόπηση της ένδικης αγωγής και δέχτηκε, άλλωστε, και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εκτίθεται σ' αυτήν - αγωγή - ότι ".......οι δεύτερος και τρίτη των εναγόμενων απέκτησαν δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1985 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.

Αλμπάνη, νομίμως μεταγεγραμμένου, το περιγραφόμενο κατά θέση, εμβαδόν και όρια άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο, που βρίσκεται στην … επί της οδού … αρ. …, επί του οποίου ανέγειραν, δυνάμει της υπ' αριθμ. …/1989 άδειας οικοδομής, δύο (2) αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, με στοιχεία II και I2, τις οποίες οι ανωτέρω εναγόμενοι υπήγαγαν στις διατάξεις του Ν. 3741/1929, 1002, 1117 Α.Κ.

και στις διατάξεις του Ν.Δ. 1024/1971, δυνάμει της υπ' αριθμ. …/1989 πράξης σύστασης οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου και καθόρισαν τους κοινόχρηστους χώρους και τους χώρους αποκλειστικής χρήσης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, με ποσοστό συγκυριότητας έκαστης οριζόντιας ιδιοκτησίας επί του κοινού οικοπέδου 500/1000 εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχούν για κάθε μία από αυτές σε 737,50 τ.μ., αναφέροντας ότι κάθε μία από τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες έχει το δικαίωμα κατασκευής πισίνας από κοινού με την άλλη ιδιοκτησία στο χώρο που φαίνεται στο σχέδιο κάτοψης του υπογείου και μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών, η κατασκευή της οποίας πραγματοποιήθηκε και στον ίδιο χώρο κατασκευάστηκε επίσης ψησταριά με ξυλόφουρνο εξωτερικού χώρου (BBQ) από οπλισμένο σκυρόδεμα.

Ότι για το θέμα της κατασκευής πισίνας οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι εκφράστηκαν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, στενότερα του δέοντος, ήτοι αποσκοπούσαν στην κατασκευή κοινόχρηστης πισίνας, χωρίς, να αναφέρουν ρητά ότι και ο χώρος της κατασκευής της πισίνας είναι κοινόχρηστος.

Ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1989 συμβολαίου του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων μεταβίβασαν, λόγω γονικής παροχής, στην θυγατέρα τους Α. Τ., την ψιλή κυριότητα της υπό στοιχεία I-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας και με το υπ' αριθμ. …/1989 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν, λόγω γονικής παροχής, την ψιλή κυριότητα της άλλης οριζόντιας ιδιοκτησίας με στοιχεία I-2 στην άλλη θυγατέρα τους Σ.

Τ. (πρώτη εναγόμενη), παρακρατώντας εφ' όρου ζωής τους κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία το δικαίωμα επικαρπίας για κάθε μία από τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες. Ότι δυνάμει του υπ' αριθμ…./…-12-2010 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Ασημακοπούλου-Ζερβού σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. …/….10.2011 συμπληρωματική πράξη της ίδιας Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, η δεύτερη εναγόμενη (Π.

Τ.) και η θυγατέρα της Α. μεταβίβασαν στην ενάγουσα το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος της επικαρπίας και την ψιλή κυριότητα της υπό στοιχεία I-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας, αντίστοιχα, ενώ δυνάμει της υπ' αριθμ…/....2.2011 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης δημόσιου πλειστηριασμού του ανωτέρω ακινήτου, η ενάγουσα απέκτησε και το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος της επικαρπίας, που ανήκε στον δεύτερο εναγόμενο Ν.

Τ. και ως εκ τούτου κατέστη αποκλειστική κυρία της υπό στοιχεία I-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας, που έχει ανεγερθεί στην ανατολική πλευρά του οικοπέδου, προς την οδό .... Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το κοινόχρηστο των ανωτέρω κτισμάτων (πισίνας και ξυλόφουρνου) συμφωνήθηκε στην ανωτέρω πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας που καταρτίστηκε μεταξύ του δεύτερου και της τρίτης των εναγόμενων με βάση ότι το όλο ακίνητο θα ήταν οικογενειακό (θα χρησιμοποιούνταν δηλ.

από τους ίδιους και τις θυγατέρες τους για κατοικία) και ότι με την απόκτηση της ανωτέρω αυτοτελούς ιδιοκτησίας από την ενάγουσα, που είναι κεφαλαιουχική και προβαίνει σε εμπορική εκμετάλλευση αυτής με μίσθωση σε τρίτους για κατοικία δεν υφίσταται το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της σύναψης της συμφωνίας για κοινόχρηστη πισίνα και για κοινόχρηστο ξυλόφουρνο.

Ότι το κοινόχρηστο των δυο αυτών κτισμάτων και του περιβάλλοντος χώρου δημιουργεί κίνδυνο αδυναμίας ομαλής λειτουργίας της κάθετης ιδιοκτησίας διότι στα ίδια κοινόχρηστα πράγματα έχουν ίδια δικαιώματα άτομα που δεν έχουν κανένα σύνδεσμο μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να υφίσταται άμεσος κίνδυνος δημιουργίας κακών σχέσεων μεταξύ τους για την χρήση των πραγμάτων αυτών, γεγονός που δημιουργεί με τη σειρά του διατάραξη της ομαλής εκμετάλλευσης της αυτοτελούς ιδιοκτησίας της.

Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι η κοινή χρήση των ανωτέρω κτισμάτων αντίκειται προς τους σημερινούς κανόνες τακτικής εκμετάλλευσης τέτοιων κατοικιών, όπως αυτοί έχουν διαμορφωθεί από τα χρηστά συναλλακτικά ήθη. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι ενόψει των υψηλών οικιστικών προδιαγραφών της περιοχής, όπου κείνται, οι επίμαχες αυτοτελείς ιδιοκτησίες, πρέπει να προσφέρουν προσωπική άνεση και απόλαυση στους χρησιμοποιούντες αυτές, ως κατοικίες, μαζί με την αίσθηση εντελώς ιδιωτικού χώρου και ότι τούτο δεν συμβαδίζει με την κοινή χρήση.

Ότι ενόψει της ανωτέρω μεταβολής των αντιλήψεων για τη χρήση των ιδιοκτησιών αυτών ως κατοικιών, η πριν από 25 έτη συμφωνία για κοινή χρήση των πραγμάτων αυτών αντίκειται πρόδηλα, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, προς την έννοια της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής και οδηγεί σε προφανή αδικία σε βάρος της, δυσχεραίνοντας σοβαρά την εκμετάλλευση της ιδιοκτησίας της, ως κατοικίας.

Με βάση το ιστορικό αυτό και ισχυριζόμενη ότι θα πρέπει κάθε ιδιοκτησία να έχει στην αποκλειστική χρήση της μια πισίνα και έναν ξυλόφουρνο και ότι η κατοικία των εναγομένων με στοιχεία I-2 έχει ακάλυπτο χώρο στο πίσω μέρος αυτής, έκτασης 175 τ.μ. περίπου, κατάλληλο για εγκατάσταση πισίνας και ξυλόφουρνου, σε αντίθεση με τη δική της ιδιοκτησία που δε διαθέτει τέτοιο χώρο, ζητούσε να τροποποιηθεί η υπ' αριθμ.

…/1989 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Αλμπάνη, κατά τον αναφερόμενο στην αγωγή τρόπο, ώστε να περιέλθει στην αποκλειστική χρήση της οριζόντιας ιδιοκτησίας της (ενάγουσας) ο ακάλυπτος χώρος, όπου βρίσκεται η ήδη κατασκευασμένη κοινόχρηστη πισίνα και ο ξυλόφουρνος και στην οριζόντια ιδιοκτησία των εναγομένων, με στοιχεία I-2 να περιέλθει η αποκλειστική χρήση του ακάλυπτου χώρου, στον οποίο θα κατασκευαστεί, με δαπάνες της ενάγουσας, πισίνα και ξυλόφουρνος, όπως αμφότεροι οι χώροι περιγράφονται και προσδιορίζονται κατά όρια στο από Οκτωβρίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονα μηχανικού Ε.-Α.

Γ.. Ζητούσε επίσης η απόφαση που θα εκδοθεί να παράγει τα έννομα αποτελέσματά της, υπό τον όρο της προηγούμενης καταβολής από μέρους της ενάγουσας στους εναγόμενους, κοινώς και αδιαιρέτως, ποσού 33.210 ευρώ, ως δαπάνη για την κατασκευή πισίνας και ξυλόφουρνου, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα". Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ωστόσο, με βάση τα ως άνω επικαλούμενα περιστατικά κρίνεται ότι δεν συντρέχει περίπτωση τροποποίησης της συστατικής πράξης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 288 Α.Κ.

Τούτο δε διότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ότι, λόγω μεταβολής των συνθηκών, εξέλιπε το αντικειμενικό δικαιοπρακτικό θεμέλιο της επίδικης ρύθμισης για κοινόχρηστη πισίνα και ξυλόφουρνο, ούτε ότι εξ αυτής της ρύθμισης δημιουργείται κίνδυνος αδυναμίας ομαλής λειτουργίας της κάθετης ιδιοκτησίας, απλώς και μόνο από το θεωρητικό ενδεχόμενο του ότι η χρήση των εν λόγω κοινών από άτομα που δεν έχουν κανένα δεσμό μεταξύ τους, μπορεί να δημιουργήσει κίνδυνο για την ανάπτυξη κακών σχέσεων μεταξύ τους, ή από τον αφηρημένο ισχυρισμό της, ότι ενόψει των υψηλών οικιστικών προδιαγραφών της περιοχής, όπου κείνται οι επίμαχες αυτοτελείς ιδιοκτησίες πρέπει να προσφέρουν προσωπική άνεση και απόλαυση στους χρησιμοποιούντες αυτές, ως κατοικίες, μαζί με την αίσθηση εντελώς ιδιωτικού χώρου, πράγμα που δεν συμβαδίζει με την κοινή χρήση.

Επομένως η αγωγή κρίνεται μη νόμιμη και εντεύθεν απορριπτέα.........". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε την από 14.6.2017 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης 1174/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την από 18.6.2014 αγωγή της.

Έκρινε, δηλαδή, το Εφετείο ότι τα επικαλούμενα από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα πραγματικά περιστατικά, για την τροποποίηση της υπ' αριθμ. …/1989 πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Αλμπάνη, ώστε να περιέλθει στην οριζόντια ιδιοκτησία της η αποκλειστική χρήση του ακάλυπτου χώρου, όπου βρίσκεται η ήδη κατασκευασμένη κοινόχρηστη πισίνα και ο ξυλόφουρνος, ενώ στην οριζόντια ιδιοκτησία των εναγομένων να περιέλθει η αποκλειστική χρήση του περιγραφόμενου ακάλυπτου χώρου, στον οποίο θα κατασκευαστεί, με δαπάνες της, πισίνα και ξυλόφουρνος, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 288 του Α.Κ., δεχόμενο ότι:

α) δεν εξέλιπε το αντικειμενικό δικαιοπρακτικό θεμέλιο της συνάψεως της συμφωνίας για κοινόχρηστη πισίνα και ξυλόφουρνο, εξ αιτίας της επικαλούμενης μεταβολής των συνθηκών, β) ούτε δημιουργείται κίνδυνος αδυναμίας ομαλής λειτουργίας της κάθετης ιδιοκτησίας από το θεωρητικό ενδεχόμενο ότι η χρήση των εν λόγω κοινών πραγμάτων από άτομα που δεν έχουν κανένα δεσμό μεταξύ τους μπορεί να δημιουργήσει κίνδυνο για την ανάπτυξη κακών σχέσεων μεταξύ τους και γ) ούτε η κοινή χρήση των ως άνω κτισμάτων αντίκειται προς τους κανόνες τακτικής εκμεταλλεύσεως τέτοιων κατοικιών, όπως αυτοί έχουν διαμορφωθεί από τα χρηστά συναλλακτικά ήθη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν.δ. 1024/1971, 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 13 ν. 3741/1929, 1002, 1108, 1117 και 288 του Α.Κ., εφόσον, υπό τα προεκτιθέμενα, πράγματι δεν εξέλιπε το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της υπ' αριθμ. …/1989 πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Αλμπάνη, προσέτι δε τα παραπάνω δεν στοιχειοθετούν περίπτωση που η εφαρμογή της ως άνω συμφωνίας οδηγεί σε προφανή αδικία σε βάρος του ενός εκ των δύο μερών, η οποία (προφανής αδικία) προσκρούει στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ούτε δημιουργεί κίνδυνο αδυναμίας ομαλής λειτουργίας της κάθετης ιδιοκτησίας, ώστε να χρήζει, ως εκ τούτου, τροποποιήσεως από το Δικαστήριο η προαναφερόμενη συστατική πράξη, κατ' απόκλιση των συμφωνηθέντων, λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη ότι, εφόσον η αναιρεσείουσα, κατά τον χρόνο κτήσεως της ιδιοκτησίας I-1 (το έτος 2011), γνώριζε την κοινή χρήση της πισίνας και του ξυλόφουρνου, γεγονός που αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα, προσχωρώντας στην ως άνω συστατική πράξη, αποκλείεται, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, η, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, παρέκκλιση από τα συμφωνηθέντα.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και, συνεπώς, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (ΟλΑ.Π.3/1997, Α.Π. 701/2011, Α.Π. 121/2009 Α.Π. 1821/2008).

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογιών, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού η ένδικη αγωγή, όπως σημειώθηκε, απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως μη νόμιμη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.4.2019 και με ειδικό αριθμό καταθέσεως 358/2019 αίτηση για αναίρεση της 1119/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ