1231/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1231/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1231 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1231/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Χ. του Χ. και 2) Ε. χήρας Κ. Κ., το γένος Ν. και Σ. Λ., αμφοτέρων κατοίκων ....
Ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βούτα και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Χ. του Π., κατοίκου ... και 2) Χ. Χ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Βερβερίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2011 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και την από 3-7-2013 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2099/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 885/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-7-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Επί αγωγής του πρώτου αναιρεσίβλητου με αντικείμενο την απόδοση της χρήσεως χρησιδανεισθέντος ακινήτου, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των αναιρεσειόντων, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 2099/2014 οριστική απόφαση, που την έκανε δεκτή και διέταξε την απόδοση του ακινήτου στη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Η τελευταία είχε καταστεί μετά την άσκηση της αγωγής ειδική διάδοχος του πρώτου και γι’ αυτό είχε παρέμβει πρόσθετα υπέρ αυτού. Ακολούθως, επί εφέσεως των εναγομένων εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθ. 885/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που την απέρριψε ως αβάσιμη. Κατά της τελευταίας οι εκκαλούντες-εναγόμενοι άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ).
2.-Από τη διάταξη του άρθρου 810 ΑΚ προκύπτει ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για την κατάρτιση συμβάσεως χρησιδανείου η κυριότητα του χρήστη επί του πράγματος, του οποίου παραδίδεται απλώς η χρήση (ΑΠ 367/1990). Επομένως ο χρήστης δεν απαιτείται να είναι οπωσδήποτε κύριος του πράγματος, αρκεί να το έχει στη νομή και κατοχή του, ενώ εάν είναι κύριος, μετά τη λήξη της σύμβασης χρησιδανείου, μπορεί να αναζητήσει αυτό είτε με την ενοχική αγωγή από το χρησιδάνειο, είτε με τη διεκδικητική αγωγή, που βασίζεται στο δικαίωμα της κυριότητας (ΟλομΑΠ 805/1973).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 225 ΚΠολΔ, η επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα (παρ. 1). Η μεταβίβαση του επιδίκου πράγματος ή δικαιώματος ή η σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος, δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη.
Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο κατά τη διάρκεια της δίκης καθιστάμενος ειδικός διάδοχος δεν καθίσταται διάδικος εκ του νόμου, ούτε μπορεί για την επέλευση αυτού του σκοπού να του εκχωρηθεί η αγωγή που ήδη ασκήθηκε, αφού έτσι θα επερχόταν μεταβολή στα πρόσωπα των διαδίκων κατά παράβαση του προαναφερόμενου κανόνα.
Όμως, στην περίπτωση μεταβιβάσεως του επιδίκου πράγματος ή δικαιώματος, ο ενάγων υποχρεούται να ζητήσει με τις προτάσεις του την επιδίκαση αυτού στον ειδικό διάδοχο, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή του αγωγικού αιτήματος (ΑΠ 785/2007). Ειδικότερα, στην περίπτωση του χρησιδανείου, για τη μεταβίβαση του επιδίκου πράγματος, που είναι και το αντικείμενο της συμβάσεως, αρκεί η (άτυπη) μεταβίβαση της νομής αυτού σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 976 επ.
ΑΚ. Δεν απαιτείται οπωσδήποτε και η μεταβίβαση της κυριότητας αυτού κατά τον προβλεπόμενο από το νόμο τύπο, αφού, όπως ο χρήστης, έτσι και ο διάδοχός του δεν απαιτείται να γίνει οπωσδήποτε κύριος του πράγματος, αρκεί να το έχει στη νομή και κατοχή του. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Ωστόσο, απαράδεκτος είναι και ο αλυσιτελής λόγος αναίρεσης, δηλαδή όταν η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
3.-Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Ότι ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος το 1992, με άτυπη σύμβαση χρησιδανείου, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του πατέρα του (πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος), παραχώρησε προς αυτόν χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση του ενός οικοπέδου της κυριότητάς του με ...
και εμβαδόν 104,40 τ.μ. κείμενο στη θέση "..." της κοινότητας ..., όπως ειδικότερα περιγράφεται στην απόφαση, προκειμένου να τοποθετήσει εντός αυτού τροχόσπιτο για τη διαμονή του κατά τους θερινούς μήνες, με τον όρο όμως ότι θα έχει την υποχρέωση να το αποδώσει σε πρώτη ζήτηση του ενάγοντος. Ότι είναι αβάσιμος και γι’ αυτό απορριπτέος ο ισχυρισμός του πατέρα του (χρησάμενου) ότι η διάρκεια του χρησιδανείου ορίσθηκε για όσο χρόνο θα ζούσε.
Ότι μετά την κατάρτιση της σύμβασης χρησιδανείου ο πρώτος εναγόμενος εγκατέστησε στο ένδικο οικόπεδο τροχόσπιτο και διέμενε σ’ αυτό με τη σύντροφό του (δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα). Ότι οι εναγόμενοι ηλεκτροδότησαν παράνομα το τροχόσπιτο με "μπαλαντέζα" από την όμορη οικοδομή της τελευταίας εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση του ενάγοντος.
Ότι, επίσης εν αγνοία του ενάγοντος και χωρίς τη συναίνεσή του, ο πρώτος εναγόμενος διαμόρφωσε στο οικόπεδο δύο χώρους, που χρησιμοποιεί ως κουζίνα και μπάνιο. Ότι, το 2007 ο ενάγων, θέλοντας πωλήσει το οικόπεδο, ζήτησε προφορικά από τον πρώτο εναγόμενο να του το αποδώσει αλλά εκείνος αρνήθηκε και για το λόγο αυτό κατάγγειλε εγγράφως τη σύμβαση χρησιδανείου με την από 23-7-2007 εξώδικη δήλωσή του που του επιδόθηκε την 31-7-2007, επικαλούμενος ως λόγους καταγγελίας επιπρόσθετα και τις παραπάνω αυθαίρετες οικοδομικές κατασκευές, αλλά και την παράνομη ηλεκτροδότηση.
Ότι με την καταγγελία αυτή επήλθε λύση της σύμβασης χρησιδανείου και ως εκ τούτου γεννήθηκε υποχρέωση του πρώτου εναγομένου να αποδώσει τη χρήση του οικοπέδου στον ενάγοντα. Ότι ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων πως η καταγγελία της σύμβασης 15 έτη μετά την κατάρτισή της αντίκειται στην καλή πίστη, καθόσον α) το οικόπεδο είχε αγοράσει ο ενάγων με χρήματα που του έδωσε ο πρώτος εναγόμενος και β) είναι αναγκαία η διαμονή του σ’ αυτό επί όλο το έτος για λόγους υγείας, είναι αβάσιμος και γι’ αυτό απορριπτέος, διότι "τόσο η επικαλούμενη από τον πρώτο εναγόμενο καταβολή εκ μέρους του του τιμήματος για την αγορά του οικοπέδου (για την απόδειξη της οποίας, σε κάθε περίπτωση, δεν αρκεί η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, ούτε τα προσκομιζόμενα από τους εναγομένους απλά φωτοτυπικά αντίγραφα των συναλλαγματικών, που αποδέχθηκε ο ενάγων και η δεύτερη εναγόμενη, ως αγοραστές του οικοπέδου), όσο και η επικαλούμενη αναγκαιότητα της διαμονής του πρώτου εναγομένου στο οικόπεδο, δεν καθιστούν αντίθετη προς την καλή πίστη την καταγγελία της σύμβασης χρησιδανείου, ούτε περαιτέρω την άσκηση του δικαιώματος για απόδοση του οικοπέδου στον ενάγοντα, η οποία είναι αναγκαία, ώστε να μπορεί αυτός να ασκεί πλήρως τα δικαιώματά του, που απορρέουν από την επί του οικοπέδου κυριότητά του." Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε και ότι κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ο ενάγων μεταβίβασε κατά κυριότητα λόγω δωρεάς το εν λόγω ακίνητο στην αδελφή του (προσθέτως παρεμβαίνουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) Χ.
Χ. δυνάμει του υπ’ αριθ. .../16-5-2013 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.-Β. Μ., το οποίο καταχωρήθηκε νόμιμα την 6-6-2013 με αριθμό καταχώρησης ... στο τηρούμενο κτηματολογικό φύλλο των ακινήτων του κτηματολογικού γραφείου … με ΚΑΕΚ .... Απαντώντας δε στην ένσταση των εναγομένων ότι η μεταβίβαση αυτή είναι απολύτως άκυρη διότι επί του ακινήτου υπήρχαν πριν από τη μεταβίβαση οι προαναφερόμενες πολεοδομικά αυθαίρετες κατασκευές, απέρριψε αυτήν, δεχόμενο ότι το δωρητήριο συμβόλαιο δεν είναι άκυρο, "καθόσον η ανέγερση επί οικοπέδου κτίσματος κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων δεν ασκεί επιρροή στην επ’ αυτού κυριότητα, αλλά επισύρει μόνο τις κυρώσεις που προβλέπει η πολεοδομική νομοθεσία".
Κατέληξε δε στο τελικό συμπέρασμα ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα κατέστη μετά την εκκρεμοδικία κυρία του οικοπέδου και γι’ αυτό οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να αποδώσουν σ’ αυτήν τη χρήση του, δεδομένου ότι ο ενάγων με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις, μεταβάλλοντας επιτρεπτά το αρχικό αίτημα της αγωγής να αποδοθεί η χρήση του ακινήτου σ’ αυτόν, ζήτησε να διαταχθεί η απόδοση σ’ εκείνη ως ειδική διάδοχό του.
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, απέρριψε όλους τους λόγους της εφέσεως των εναγομένων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
4.-Ενόψει των παραδοχών αυτών, οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως (με ψευδή ερμηνεία) και εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 23 παρ.1 ν. 4014/2011, διότι, αν και δέχθηκε ότι στο ένδικο ακίνητο υπήρχαν αυθαίρετες οικοδομικές κατασκευές, με αποτέλεσμα την απόλυτη ακυρότητα του δωρητηρίου συμβολαίου, δυνάμει του οποίου η δεύτερη αναιρεσίβλητη (προσθέτως υπέρ του πρώτου παρεμβαίνουσα) ισχυρίσθηκε ότι κατέστη ειδική διάδοχος αυτού μετά την άσκηση της αγωγής, με συνέπεια να μην έχει καταστεί ειδική διάδοχος, εν τούτοις απέρριψε την παραδεκτά προβληθείσα και στο δεύτερο βαθμό σχετική ένστασή τους, ακολούθως δε, δεχόμενο την αγωγή, διέταξε την απόδοση της χρήσεως στην ειδική διάδοχο.
Όμως, οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, διότι, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αφού για την θεμελίωση της ιδιότητας της δεύτερης αναιρεσίβλητης (πρόσθετα παρεμβαίνουσας) ως ειδικής διαδόχου του ενάγοντος στο αντικείμενο της ένδικης συμβάσεως αρκούσε η (άτυπη) μεταβίβαση της νομής αυτού σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 976 επ.
ΑΚ. Δεν απαιτούνταν οπωσδήποτε και η μεταβίβαση της κυριότητας αυτού κατά τον προβλεπόμενο από το νόμο τύπο, αφού, όπως ο χρήστης, έτσι και ο διάδοχός του δεν απαιτείται να είναι οπωσδήποτε κύριος του πράγματος.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της από 3.7.2013 υπ’ αριθ. κατ. 11239/2013 πρόσθετης παρέμβασης της δεύτερης αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι αυτή θεμελίωσε την ιδιότητά της ως ειδικής -μετά την εκκρεμοδικία- διαδόχου του ενάγοντος στην προς αυτήν μεταβίβαση λόγω δωρεάς όχι μόνο της κυριότητας αλλά και της νομής και κατοχής του επιδίκου οικοπέδου.
Η δε μεταβίβαση της νομής δεν καταλαμβάνεται από την προβληθείσα ακυρότητα του άρθρου 23 ν. 4014/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 ν. 4030/2011, κατά το οποίο "Από τη δημοσίευση του παρόντος απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η μεταβίβαση ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο, στο οποίο έχει εκτελεστεί αυθαίρετη κατασκευή ή αλλαγή χρήσης, όπως ειδικότερα ορίζεται στα άρθρα 5 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του ν. 1577/1985 ..." Από τη διάταξη αυτή ευθέως συνάγεται ότι από τη δημοσίευση του νόμου (21.9.2011) είναι απολύτως άκυρη κάθε εμπράγματη δικαιοπραξία εν ζωή, που αφορά ακίνητο στο οποίο έχει εκτελεστεί αυθαίρετη κατασκευή ή αλλαγή χρήσης, όπως η έννοια αυτών ορίζεται στα άρθρα 5 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του ν. 1577/1985.
Δεν εμπίπτει όμως στην ανωτέρω απαγόρευση και η μεταβίβαση της νομής, που δεν συνιστά εμπράγματο δικαίωμα κατά το άρθρο 973 ΑΚ και μπορεί να μεταβιβασθεί άτυπα (άρθρα 976 επ. ΑΚ). Εν τέλει, από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την απόρριψη της ελεγχόμενης ενστάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ κατά το οποίο αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης (ΟλομΑΠ 30/1998).
5.-Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσίβλητοι αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι, για τη βασιμότητα του ισχυρισμού τους ότι η διάρκεια του ένδικου χρησιδάνειου θα ήταν εφόρου βίου του πρώτου απ’ αυτούς, αφενός μεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, αφού ο εξετασθείς μάρτυρας των αναιρεσίβλητων ουδόλως επιβεβαίωσε τους αντίθετους ισχυρισμούς και επί πλέον ήταν αναξιόπιστος, αφετέρου δε δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκομίστηκαν, αφού ο εξετασθείς δικός τους μάρτυρας κρίθηκε αναξιόπιστος αν και επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς τους. Ο λόγος όμως αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, η τελευταία έλαβε υπόψη (και) τους ανωτέρω μάρτυρες, οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από την εκτίμηση των μαρτυρικών αυτών καταθέσεων συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση αναφορικά με το χρόνο λήξεως του χρησιδανείου, κρίνονται απαράδεκτες καθόσον με την επίκλησή τους πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων ως αναφερόμενες σε κρίση του δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων, των οποίων τις καταθέσεις έλαβε υπόψη.
6.-Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση (με κακή εφαρμογή) του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 200 ΑΚ, διότι με βάση όσα αποδείχθηκαν (ότι η διάρκεια του χρησιδανείου θα ήταν ισόβια, ότι κατασκεύασε εν γνώσει και με τη συναίνεση του χρήστη κουζίνα και μπάνιο στο οικόπεδο και ότι επί 15ετία δεν ενοχλήθηκε) η καταγγελία της ένδικης συμβάσεως χρησιδανείου ήταν αντίθετη προς την καλή πίστη. Ωστόσο, ο λόγος αυτός πρέπει πρωτίστως να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι με τα ανωτέρω πλήττονται οι ανέλεγκτες κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου για το χρόνο λήξεως της συμβάσεως και το κύρος της καταγγελίας του ενάγοντος. Σε κάθε δε περίπτωση, στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προέβη σε ερμηνεία κάποιας δικαιοπραξίας με τη χρήση της ερμηνευτικής διατάξεως του άρθρου 200 ΑΚ, αλλά (ερευνώντας ουσιαστικά την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση των εναγομένων) έκρινε ότι η άσκηση από τον ενάγοντα του δικαιώματος της καταγγελίας δεν αντίκειται στην καλή πίστη και γι’ αυτό απέρριψε την εν λόγω ένσταση.
7.-Τέλος, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση άφησε αίτηση αδίκαστη και συγκεκριμένα δεν απάντησε στα νομικά επιχειρήματα, που πρόβαλαν προς υποστήριξη του ισχυρισμού τους ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικά για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης. Ωστόσο, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, ως αίτηση αδίκαστη που θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, νοείται μόνον εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, δηλαδή δεν εμπίπτουν στην έννοια αυτή οι ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων, πολύ δε περισσότερο τα νομικά επιχειρήματα προς υποστήριξη ενστάσεων. Ο ίδιος λόγος εκτιμώμενος ως λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικά για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης και τον απέρριψε.
8.-Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.7.2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 885/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ