1231/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣτις 17-10-2008, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ... επιταγή ποσού 35.000ευρώ σε διαταγή ... προς την ASPIS BANK η οποία εμφανίσθηκε για πληρωμή την 17-10-2008 και δεν πληρώθηκε γιατί στον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό του κατηγορουμένου δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια.
Legislator headnote
AI generated1231/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα ως άνω γεγονότα δεν επικαλέ4σθηκε με αίτησή της προς το δικηγορικό σύλλογο, ώστε να της χορηγηθεί σχετική άδεια εκπροσωπήσεως, το δε αίτημα υπό τις ανωτέρω περιστάσεις κρίνεται ότι ασκείται παρελκυστικά και κατά κατάχρηση δικαιώματος. Πρέπει, επομένως, το ως άνω αίτημα αναβολής της συζητήσεως να απορριφθεί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1231 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1231/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Β. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Χριστοφορίδη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2723/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Mε πολιτικώς ενάγουσες: 1. Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν εκπροσωπήθηκε και 2. Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βαϊνανίδη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 797/2015.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 515 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠοινΔ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 7 του ΚΠοινΔ, η οποία εφαρμόζεται στα ποινικά δικαστήρια της ουσίας, η αποχή των δικηγόρων συνιστά λόγο ανώτερης βίας για την αναβολή της δίκης, που δεν περιλαμβάνεται μάλιστα στους περιορισμούς που ορίζονται στο άρθρο 349 ΚΠοινΔ.
Κατά συνέπεια συνιστά και ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση για αναβολή της συζητήσεως και στον ‘ Αρειο Πάγο κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠοινΔ. ‘ Ομως, η άσκηση από το δικηγόρο του δικαιώματος αποχής από τα καθήκοντά του για την προστασία εργασιακών και συναφών συμφερόντων του, είναι έννομο αγαθό μικρότερης σημασίας από την απονομή της δικαιοσύνης, άποψη που αναγνωρίζουν και οι οικείοι δικηγορικοί σύλλογοι με το να επιτρέπουν στους δικηγόρους, που είναι μέλη τους να παρίσταται σε ποινικές υποθέσεις όταν επίκειται κίνδυνος παραγραφής του αξιοποίνου του εγκλήματος και ματαιώσεως της αξιώσεως της πολιτείας προς τιμωρία των ποινικά κολάσιμων πράξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου κατά την ανωτέρω δικάσιμο, εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, ως άγγελος, ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Βαϊνανίδης και υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζητήσεως της προκειμένης υποθέσεως για λογαριασμό της πληρεξουσίας δικηγόρου της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας "...", ‘ Αννας Γεωργακά - Βαϊνανίδη, για το λόγο ότι απέχει από τα καθήκοντά της, λόγω της απεργίας που έχει κηρύξει ο δικηγορικός σύλλογος.
Ενόψει των ανωτέρω εκτιθεμένων στη μείζονα σκέψη το ως άνω αίτημα αναβολής συζητήσεως της υποθέσεως που υπέβαλε ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Βαϊναναίδης για λογαριασμό της πληρεξουσίας δικηγόρου της πολιτικώς εναγούσης ‘ Αννας Γεωργακά - Βαϊνανίδη με λόγο την αποχή των δικηγόρων και την αδυναμία λήψεως αδείας για παράσταση ενώπιον του Δικαστηρίου είναι απορριπτέα καθόσον έχει χορηγηθεί μία αναβολή στις 27.1.2016 για τον ίδιο λόγο και επιπλέον δεν προσκομίζεται σχετική αίτηση για λήψη αδείας ενόψει και του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων παρίσταται, σε περίπτωση δε που γίνει δεκτή η αναίρεσή του, αφού η πράξη του τελέσθηκε στις 17.10.2008, επίκειται η παραγραφή της ένδικης πράξης με τη συμπλήρωση οκταετίας από της τελέσεώς της την 17.10.2016.
Τα ως άνω γεγονότα δεν επικαλέ4σθηκε με αίτησή της προς το δικηγορικό σύλλογο, ώστε να της χορηγηθεί σχετική άδεια εκπροσωπήσεως, το δε αίτημα υπό τις ανωτέρω περιστάσεις κρίνεται ότι ασκείται παρελκυστικά και κατά κατάχρηση δικαιώματος. Πρέπει, επομένως, το ως άνω αίτημα αναβολής της συζητήσεως να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972), ορίζετο, "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών".
Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το όρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι, "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".
Κατά το ίδιο άρθρο 79 παρ. 1 του άνω ν. 5960/1933, περί επιταγής, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/72, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ.1 περ. α του Ν. 2408/1996, ορίζεται πλέον ότι "εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών".
Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι, το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν, α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, β) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και δ) έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, δόλος, η ύπαρξη του οποίου δεν απαιτείται να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, για δε την ύπαρξή του αρκεί η γνώση του εκδότη για την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων.
Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος)δόλος και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως. Άρα, για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων.
Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα.
Ήτοι, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ’ αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ’ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Η αιτιολογία τέλος της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίος όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσον αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 2723/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/νικης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την οποία και ανέστειλε επί τριετίαν. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα κάτωθι: "Στη Θεσσαλονίκη, στους παρακάτω χρόνους, με πρόθεση με περισσότερες μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, ως νόμιμος εκπρόσωπος και δη Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας "..., εξέδωσε επιταγές μη πληρωθείσες από την πληρώτρια τράπεζα στην οποία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως των επιταγών και κατά το χρόνο της πληρωμής αυτών, συγκεκριμένα:
1. Στις 17-10-2008, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ... επιταγή ποσού 35.000ευρώ σε διαταγή ... προς την ASPIS BANK η οποία εμφανίσθηκε για πληρωμή την 17-10-2008 και δεν πληρώθηκε γιατί στον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό του κατηγορουμένου δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια.
2. Στις 31-10-2008, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ... επιταγή, ποσού 8.611,44ευρώ σε διαταγή .... προς την Τράπεζα Αττικής η οποία εμφανίσθηκε για πληρωμή την 9-10-2008 και δεν πληρώθηκε γιατί στον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό της προαναφερόμενης εταιρίας δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης, να του αναγνωριστεί όμως το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (άρθρο 84§2β ΠΚ), καθόσον αποδείχθηκε ότι στην τέλεση της πράξης του προέβη λόγω οικονομικής αδυναμίας την οποία δεν μπορούσε να προβλέψει με ασφάλεια, καθόσον μέχρι το 2008 ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του, πλην όμως σταμάτησαν να εξοφλούν τις προς αυτόν οφειλές τους οι πελάτες του και σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση δεν μπόρεσε να καλύψει τα ποσά των ως άνω επιταγών.
Ακολούθως δε κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη, στους παρακάτω χρόνους, με πρόθεση, με περισσότερες μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, ως νόμιμος εκπρόσωπος και δη Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας "..., εξέδωσε επιταγές μη πληρωθείσες από την πληρώτρια τράπεζα στην οποία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως των επιταγών και κατά το χρόνο της πληρωμής αυτών, συγκεκριμένα:
1. Στις 17-10-2008, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ... επιταγή ποσού 35.000ευρώ σε διαταγή ... προς την ASPIS BANK η οποία εμφανίσθηκε για πληρωμή την 17-10-2008 και δεν πληρώθηκε γιατί στον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό του κατηγορουμένου δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια.
2. Στις 31-10-2008, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ... επιταγή, ποσού 8.611,44 ευρώ σε διαταγή .... προς την Τράπεζα Αττικής η οποία εμφανίσθηκε για πληρωμή την 9-10-2008 και δεν πληρώθηκε γιατί στον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό της προαναφερόμενης εταιρίας δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια.
Το δικαστήριο αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο τα ελαφρυντικό 84§2β, ότι ο κατηγορούμενος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια." Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, κατ’ αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 του ΠΚ και 79 παρ. 1 του Ν.5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ΝΔ 1325/1972, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι, δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσεως.
Δεν ήταν δε αναγκαία και ιδιαίτερη αναφορά στην αιτιολογία, της από μέρους του κατηγορουμένου γνώσεως του ακαλύπτου των αναφερομένων επιταγών, τις οποίες αυτός εξέδωσε, ούτε των περιστατικών από τα οποία συνάγεται η γνώση αυτή, αφού όπως αναφέρθηκε για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί πλέον (μετά δηλαδή την ισχύ από το έτος 1972 του νδ 1325/1972) ο απλός δόλος και δεν είναι αναγκαίος ο άμεσος δόλος η εν γνώσει δηλαδή ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως.
Η περαιτέρω αιτίαση ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ του ότι το σκεπτικό της εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού είναι αβάσιμη, αφού εν προκειμένω, το διατακτικό περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού.
Τέλος, δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλόμενης, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, από το γεγονός ότι, ενώ κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών εν συνεχεία αναγνωρίσθηκε σ’ αυτόν το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων λόγω της οικονομικής του αδυναμίας να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις οφειλομένης στην οικονομική κρίση.
Συνεπώς, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως ως και ελλείψεως νόμιμης βάσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, υπέρ βάση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση καθώς και όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η οποία του παρέχεται από το νόμο, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι’ αυτό κατά νόμο όροι.
Εν προκειμένω με τον σχετικό λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπερβαίνοντας την εξουσία του προέβη στην καταδίκη του δεχόμενο ως χρόνο έκδοσης της με αριθμό ... επίδικης επιταγής την 31-10-208, ήτοι χρόνο μεταγενέστερο της εμφάνισής της προς πληρωμή που κατά τις παραδοχές ήτο η 9-10-2008 και έτσι δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος λόγω μη κατάφασης του στοιχείου του κρίσιμου χρόνου. Όμως όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου και συγκεκριμένα από την με αριθμό ... επιταγή, χρόνος έκδοσης αυτής είναι η 3.10.2008, πλην όμως από προφανή παραδρομή αναγράφηκε αυτός της 31.10.2008, εμφανίστηκε δε αυτή νομίμως και εμπροθέσμως προς πληρωμή ήτοι εντός προθεσμίας οκτώ ημερών από την έκδοσή της και δεν εξοφλήθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Επομένως με το να χωρήσει το δικαστήριο στην καταδίκη του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντα για την ανωτέρω πράξη δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε πλημμέλεια και δη αυτή της υπέρβασης εξουσίας και ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚποινΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρ. 583 ΚποινΔ) ως και τη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς εναγούσης (αρ. 176, 183 ΚπολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα αναβολής.
Απορρίπτει την υπ’ αριθμ. 27/9-7-2015 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2723/2015 απόφασης του Β’ Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ ως και στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της πολιτικώς εναγούσης "...", που ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ