Legislator Case Law & Legislation
1231/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as the claim of error was not properly raised in lower court proceedings.

Case Number 1231/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeals' decision to reject the appellant's claim. The appellant argued the lower court erred in applying civil code provisions regarding the termination of a charterparty and the agent's duty to know about the vessel's abandonment. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant failed to demonstrate that this specific argument was formally raised before the Court of Appeals or the First Instance Court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews lower court decisions based on the factual and legal situation the lower judge was required to consider, meaning all grounds for appeal must be properly pleaded in the lower court, and failure to do so renders the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal proper pleading requirement lower court proceedings civil code interpretation termination of charterparty duty to know abandonment of vessel

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 189 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 914 and 922 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1231 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1231/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Μ. ΓΟΥΒΙΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Βασίλειο Παπαγεωργίου και Δημήτριο Καρύδη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π.-Κ. Β. του Σ., κατοίκου Κέρκυρας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Σκούρα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/8/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 124/2014 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/12/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 23/4/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 124/2014 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, η οποία απέρριψε την από 10-1-2013 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, καθώς και την από 25-4-2013 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθ. 103/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 4-8-2008 αγωγή του πρώτου κατά της δεύτερης για αποζημίωσή του από την σε βάρος του αναφερόμενη σ’ αυτή αδικοπραξία.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ.552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Επομένως, "πράγματα" κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 148/2009, ΑΠ 1765/2005).

Ο προβαλλόμενος από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης προϋποθέτει τη μη λήψη υπ’ όψη πραγμάτων με την προαναφερθείσα έννοια, που έχουν προταθεί από εκείνον ο οποίος ζητεί την αναίρεση της απόφασης και όχι από τον αντίδικό του, διότι στην τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης έννομο συμφέρον (ΑΠ 435/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο, αν και οι αγωγικοί ισχυρισμοί, επί των οποίων ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος θεμελίωνε την ευθύνη της προς αποζημίωσή του, ερείδοντο επί δόλιας συμπεριφοράς της, δεν τους έλαβε υπόψη, αφού δέχθηκε αμελή συμπεριφορά αυτής, συνιστάμενη στην παράλειψη άσκησης εποπτείας των καταστατικών της οργάνων επί του προσωπικού φύλαξης που απασχολούσε.

Ο λόγος όμως αυτός της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, διότι δεν ήταν αυτή που είχε υποβάλλει τους άνω αγωγικούς ισχυρισμούς που, κατά την αιτίαση, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, αλλά ο αναιρεσίβλητος αντίδικός της.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η παράνομη συμπεριφορά αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Ειδικότερα, όταν ο ίδιος δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση, οφείλει κατά την καλή πίστη να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο για την αποτροπή ζημιών τρίτων, έστω και αν η υποχρέωση δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά (πράξη ή η παράλειψη) του δράστη ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο, γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.

Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 347/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του.

Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που δόθηκαν σ’ αυτόν ή καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ’ αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας, που κατέστη δυνατή (η τέλεση), εξαιτίας ακριβώς της θέσης, των μέσων και των ευκαιριών που χορήγησε ο αντιπρόσωπος στα πλαίσια της ειδικής σχέσης προς τον αντιπροσωπευόμενο, και με τη χρησιμοποίηση τους για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο του ανατέθηκαν.

Αντιθέτως, δεν ευθύνεται ο προστήσας όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του δράστη, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του.

Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ’ αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (ΑΠ 225/2014).

Περαιτέρω, ο προστήσας απαλάσσεται της ευθύνης, όταν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ’ αυτόν υπηρεσίας, αλλά ο ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση αυτή. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1967/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "....Ο ενάγων, ιδιοκτήτης τον αριθ.νηολογίου ... και ... αλιευτικού σκάφους, με το όνομα "...", με το οποίο μέχρι το Μάιο του έτους 2005 ασκούσε το επάγγελμα του αλιέως, στις 28-5-2005, κατέπλευσε στον τουριστικό λιμένα Γουβιών.

Στο λιμένα αυτόν, όπως κάθε χρόνο, κατόπιν σχετικής συμβάσεως με την εναγομένη, μίσθωσε χώρο στην ξηρά, όπου εναπόθεσε το σκάφος του, με σκοπό την επισκευή και περαιτέρω φύλαξη του μέχρι το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους που είχε πρόθεση να το ξαναχρησιμοποιήσει με την έναρξη της αλιευτικής περιόδου. Προς το σκοπό δε αυτόν αποδείχθηκε ότι, προ της αναχωρήσεώς του από τον τουριστικό λιμένα, παρέδωσε τα κλειδιά του σκάφους στο αρμόδιο γραφείο της εναγομένης ώστε κατά τη διάρκεια της πολύμηνης απουσίας του να είναι δυνατή η φύλαξη και προστασία του σκάφους και παράλληλα η προστασία των εγκαταστάσεων του λιμένος, όπου ήταν το σκάφος τοποθετημένο, από οποιονδήποτε κίνδυνο μπορούσε να προκύψει.

Ωστόσο, ο ενάγων δεν επανήλθε για να παραλάβει το σκάφος του το Σεπτέμβριο του 2005, καθόσον τον Ιούλιο του ίδιου έτους, εξαιτίας ατυχήματος που είχε ως συνέπεια την αποκοπή των τενόντων των μέσου και του παράμεσου δακτύλων του δεξιού του χεριού, περιήλθε σε αδυναμία άσκησης του επαγγέλματος του αλιέως.

Έτσι, εγκατέλειψε το σκάφος του στον τουριστικό λιμένα, χωρίς έκτοτε να ενδιαφερθεί γι’ αυτό, μέχρι τις 3-3-2006 που αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών συνέλαβαν επ’ αυτοφώρω τον Σ. Φ., υπάλληλο της εναγομένης, να έχει αποθηκεύσει στην καμπίνα του σκάφους του 221 δέματα ακατέργαστης κάνναβης, συνολικού βάρους 221 κιλών.

Τούτο είχε ως συνέπεια να θεωρηθεί ο ενάγων, ιδιοκτήτης του σκάφους, συναυτουργός του Σ. Φ. στην τέλεση της ως άνω πράξης και ασκήθηκε ποινική δίωξη για κατοχή και αποθήκευση ναρκωτικών ουσιών από κοινού με τον τελευταίο. Ακολούθως διενεργήθηκε κύρια ανάκριση, στα πλαίσια της οποίας, μετά την απολογία του, εκδόθηκε το αριθ. 10/17-3-2006 ένταλμα προσωρινής κρατήσεως, δυνάμει του οποίου κρατήθηκε για χρονικό διάστημα 13 μηνών στις φυλακές της Άμφισσας, των Ιωαννίνων και της Κέρκυρας.

Όμως, στις 9-3-2007, με την 117/2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κέρκυρας, στο οποίο παραπέμφθηκε με το συγκατηγορούμενό του για να δικασθεί για τις άνω πράξεις, κηρύχθηκε αθώος, καθόσον κρίθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι τέλεσε τις πράξεις αυτές, σε αντίθεση με το συγκατηγορούμενό του, ο οποίος τόσο με την ανωτέρω απόφαση, όσο και με την 9/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως κατά της τελευταίας, κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως 12 ετών.

Εξαιτίας της άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του συγκατηγορουμένου του που τελέσθηκε με τη χρήση του σκάφους του ενάγοντος εν αγνοία τούτου, και είχε ως συνέπεια να θεωρηθεί αυτός συνένοχος του και να προφυλακισθεί, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, λόγω προσβολής της προσωπικότητας του, καθόσον στερήθηκε της ελευθερίας του για ικανό χρονικό διάστημα και βίωσε την οδυνηρή εμπειρία του εγκλεισμού του στις φυλακές, με αποτέλεσμα τη διατάραξη της ψυχικής του υγείας και ισορροπίας.

Επίσης, στιγματίσθηκε, ως να είχε διαπράξει τις άνω αξιόποινες πράξεις, και μειώθηκε η τιμή και υπόληψή του, με συνέπεια να γνωρίσει την απαξίωση και τον κοινωνικό αποκλεισμό, ακόμη και από τους στενούς του συγγενείς, παρά δε την αθώωση του εξακολουθεί να μη γίνεται αποδεκτός από τον κοινωνικό του περίγυρο και αντιμετωπίζει μεγάλη δυσχέρεια στην ανεύρεση εργασίας.

Επομένως, η ηθική βλάβη του ενάγοντος οφείλεται στην άνω συμπεριφορά του συγκατηγορουμένου του, η οποία είναι παράνομη, ως αντικείμενη στο από το δίκαιο επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως, και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την άσκηση της σε βάρος του ποινικής δίωξης για τις άνω κακουργηματικού χαρακτήρα πράξεις της κατοχής και αποθήκευσης ναρκωτικών και, στη συνέχεια, με την προφυλάκισή του.

Η αιτιώδης δε αυτή συνάφεια ουδόλως διασπάσθηκε από την επικαλούμενη από την εναγομένη μεσολάβηση της κρίσης των αρμοδίων δικαστικών αρχών, διότι, ενόψει του ότι βρέθηκε εντός του σκάφους ιδιοκτησίας του, η άνω ιδιαιτέρως μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών εξαιτίας της συμπεριφοράς του συγκατηγορουμένου του, η τελευταία, στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα ήταν ικανή και πρόσφορη κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το επίδικο επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στην προκειμένη περίπτωση, καθώς αποτέλεσε τον κύριο και καθοριστικό όρο που δρομολόγησε την εξέλιξη προς τη δυσμενή ποινική μεταχείριση του ενάγοντος, στο διαδικαστικό στάδιο της προδικασίας της ποινικής δίκης, κατά το οποίο, για την επιβολή μέτρων δικονομικού καταναγκασμού, αρκεί η συνδρομή σοβαρών ενδείξεων και όχι αποδείξεως ενοχής του κατηγορουμένου.

Κατ’ ακολουθίαν, ο άνω συγκατηγορούμενος του ενάγοντος, Σπυρίδων Φίλιππας, τέλεσε σε βάρος του αδικοπραξία, για την οποία η εναγόμενη υπέχει, κατ’ άρθρο 922 του ΑΚ, αντικειμενική ευθύνη έναντι του ενάγοντος, ως προστήσασα τον συγκατηγορούμενό του. Πιο συγκεκριμένα, ο Σπυρίδων Φίλιππας, ήταν υπάλληλος της εναγομένης, η οποία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, τον είχε προσλάβει, αντί μηνιαίων αποδοχών, ως φύλακα στον επίδικο τουριστικό λιμένα, που εκμεταλλευόταν ως άνω, και τελούσε υπό την επίβλεψη, τις οδηγίες και τις εντολές της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Στα καθήκοντα του δε, όπως προαναφέρθηκε, αναγόταν, σύμφωνα με το Γενικό Κανονισμό Λειτουργίας Τουριστικών Λιμένων, και η φύλαξη και προστασία των σκαφών και εγκαταστάσεων του λιμένα από έκτακτα περιστατικά και κινδύνους που ήταν δυνατόν να προκύψουν. Έτσι, ως εκ της ιδιότητας του αυτής, έχοντας πρόσβαση στα κλειδιά του σκάφους του ενάγοντος, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε αφήσει αυτός φεύγοντας στο αρμόδιο γραφείο που διατηρούσε η εναγομένη στον τουριστικό λιμένα, με το πρόσχημα διενέργειας ελέγχου στο σκάφος προς άσκηση των καθηκόντων του, το επισκεπτόταν, όταν είχε υπηρεσία στο λιμένα και, σταδιακά, εκμεταλλευόμενος τη μακρά απουσία του ενάγοντος, κατόρθωσε να αποθηκεύσει σ’ αυτό την προεκτεθείσα μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών που κατελήφθη να κατέχει.

Συνεπώς, η αποθήκευση των ναρκωτικών στο σκάφος του ενάγοντος, είχε εσωτερική αιτιώδη συνάφεια με την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, υπό την έννοια ότι η τελευταία αποτελούσε το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση της εν λόγω παρανόμου πράξεως..".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε Α) ότι υπήρξε α) σχέση πρόστησης της αναιρεσείουσας προς τον υπάλληλό της Σ. Φ., β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ, γ) ενέργεια που έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, αλλά κατά κατάχρηση αυτής, (δηλαδή που έγινε επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του αυτής, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ’ αυτόν και δ) εσωτερική συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε, υπό την έννοια ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας, που κατέστη δυνατή εξαιτίας ακριβώς των μέσων που χορήγησε η αναιρεσείουσα στον προστηθέντα της στα πλαίσια της ειδικής σχέσης μεταξύ τους περί φύλαξης του χώρου και του σκάφους και Β) ότι η παράνομη και υπαίτια πράξη του προστηθέντος α) αποτελεί την πρόσφορη αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλ.

της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου και της υλικής του ζημίας, που ήταν αναγκαίο αποτέλεσμα της ποινικής δίωξης του για τις κακουργηματικού χαρακτήρα πράξεις της κατοχής και της αποθήκευσης ναρκωτικών και της προσωρινής εντεύθεν κράτησης του και β) ότι δεν διακόπηκε ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της προαναφερθείσας αδικοπραξίας του προστηθέντος της αναιρεσείουσας και των άνω επιζήμιων αποτελεσμάτων σε βάρος του αναιρεσίβλητου με την παρεμβολή της κρίσης των δικαστικών αρχών, διότι η ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη και η επιβληθείσα στη συνέχεια σε βάρος του προσωρινή κράτηση είχαν ως προϋπόθεση την άνω αδικοπραξία, η οποία και αποτέλεσε τον κύριο και καθοριστικό όρο που δρομολόγησε την εξέλιξη για τη δυσμενή ποινική του μεταχείριση κατά το στάδιο της προδικασίας της ποινικής δίκης και την επιβολή μέτρων δικονομικού καταναγκασμού.

Στη συνέχεια δε το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, (αλλά και του αναιρεσίβλητου) κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του αναιρεσίβλητου και είχε αναγνωρίσει ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλλει σ’ αυτόν το ποσό των 100.000,00€ για χρηματική του ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, εξαιτίας της εις βάρος του αδικοπραξίας του προστηθέντος υπαλλήλου της, καθώς και το ποσό των 21.000,00€, που αντιστοιχεί στην αξία του σκάφους του, λόγω του ότι αυτό κατέστη μη πλεύσιμο, εξαιτίας της αδυναμίας του να επιμεληθεί της απαιτούμενης συντήρησης και επισκευής του κατά το χρόνο εγκλεισμού του στις φυλακές, μετά την αφαίρεση του ποσοστού συνυπαιτιότητάς του από 30% στην επέλευση της ζημίας του αυτής, διότι δεν φρόντισε να αναθέσει τη συντήρηση και επισκευή του σε τρίτο πρόσωπο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 922 ΑΚ και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που αναιρετικώς ανέλεγκτα δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στις διατάξεις αυτές και ειδικότερα στις έννοιες αυτών, ότι η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος της αναιρεσείουσας έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, αλλά κατά κατάχρηση αυτής, ότι υπήρχε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος, καθώς και ότι τελούσε σε εσωτερική συνάφεια με την υπηρεσία του και ότι δεν παρενεβλήθη μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος διακοπτικό γεγονός της αιτιώδους συνάφειας.

Κατ’ ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τα τρία σκέλη του οποίου προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία. Εξάλλου, οι, υπό την επίκληση του ίδιου αναιρετικού λόγου, αιτιάσεις ότι η αδικοπρακτική ενέργεια του προστηθέντος της αναιρεσείουσας οφειλόταν σε αίτια ανεξάρτητα από την ανατεθείσα σ’ αυτόν υπηρεσία και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα αυτού και ότι έτσι διεκόπη η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ενέργειας του αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος σε βάρος του αναιρεσίβλητου, αλλά και λόγω της παρεμβολής της κρίσης των αρμοδίων δικαστικών αρχών, είναι απαράδεκτες, διότι οι κρίσεις αυτές αφορούν την εκτίμηση πραγμάτων.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, από το άρθρο 14 του Ειδικού Κανονισμού του Τουριστικού Λιμένα Γουβιών (ΥΑ Τ/4022/13-8-1998, ΦΕΚ Β’ 908/ 21-8-1998), που εκδόθηκε με ΥΑ, κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης και δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ, προκύπτει ότι τα μισθώματα των καταπλεόντων σκαφών προκαταβάλλονται με τον κατάπλου του σκάφους, σκάφη που παραμένουν ελλιμενιζόμενα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του μηνός, οφείλουν να προκαταβάλλουν τουλάχιστον κάθε μήνα και εντός του πρώτου πενθημέρου αυτού τα μισθώματα ελλιμενισμού, η καθυστέρηση καταβολής των τελών ελλιμενισμού πέραν των δύο μηνών συνεπάγεται αυτοδικαίως την απώλεια κάθε δικαιώματος ελλιμενισμού του σκάφους και παρέχεται στη Διεύθυνση του λιμένα το δικαίωμα απομάκρυνσης τούτου από το λιμένα χωρίς καμία αξίωση του ιδιοκτήτη του σκάφους για αποζημίωση.

Εξάλλου κατά το άρθρο 822 ΑΚ "με τη σύμβαση της παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάξει με την υποχρέωση να το αποδώσει όταν του ζητηθεί. Αμοιβή μπορεί να απαιτηθεί μόνον όταν συμφωνηθεί ή συνάγεται από τις περιστάσεις", ενώ κατά το άρθρο 823 ΑΚ "ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που καταβάλλει στις δικές του υποθέσεις.

Αν όμως οφείλεται αμοιβή για τη φύλαξη, ευθύνεται για κάθε πταίσμα" και τέλος κατά το άρθρο 828 παρ. 2 ΑΚ "Αν δεν ορίστηκε προθεσμία για τη φύλαξη, ο θεματοφύλακας μπορεί να επιστρέψει το πράγμα οποτεδήποτε". Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι η σύμβαση παρακαταθήκης, δυνάμει της οποίας ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από τον παρακαταθέτη για φύλαξη κινητό πράγμα με την υποχρέωση απόδοσης του όταν ζητηθεί, μπορεί να καταρτισθεί ρητά ή σιωπηρά, δηλαδή να συνάγεται από τις πράξεις των μερών που περιέχουν την, γι’ αυτό το σκοπό, κατευθυνόμενη βούλησή τους και να είναι ορισμένης ή αόριστης διάρκειας, οπότε στην τελευταία περίπτωση μπορεί ο θεματοφύλακας να επιστρέψει το πράγμα οποτεδήποτε.

Περαιτέρω, η σύμβαση παρακαταθήκης μπορεί κατ’ αρχήν να καταρτίζεται και στα πλαίσια άλλης ρυθμισμένης σύμβασης, οπότε για τη μικτή αυτή σύμβαση, εάν μεν κάθε παροχή, ανεξάρτητα από τον τύπο στον οποίον ανήκει, είναι της αυτής σπουδαιότητας για τους συμβαλλομένους, θα εφαρμοσθούν οι για τον τύπο καθεμίας ισχύοντες κανόνες, εάν δε η μία από τις δύο είναι απλώς παρακολουθηματική της άλλης και οι εξ αυτής υποχρεώσεις είτε ανήκουν στις συνήθεις υποχρεώσεις από την κύρια σύμβαση είτε είναι παρακολουθηματικές της κύριας σύμβασης, οι για την κύρια σύμβαση εφαρμοστέες διατάξεις είναι κρίσιμες για την όλη σύμβαση.

Όταν δε για τη φύλαξη του πράγματος οφείλεται αμοιβή, θα πρόκειται, κατά κανόνα, για αυτοτελή σύμβαση παρακαταθήκης στα πλαίσια άλλης κύριας σύμβασης, οπότε ο θεματοφύλακας ευθύνεται για κάθε πταίσμα, δηλαδή για δόλο ή αμέλεια (ΑΠ1024/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε σχετικώς τα ακόλουθα: "Και είναι γεγονός ότι η σύμβαση ελλιμενισμού του σκάφους του ενάγοντος στον τουριστικό λιμένα εκμετάλλευσης της εναγομένης, ως τελούσα υπό τη διαλυτική αίρεση της καθυστέρησης καταβολής των μισθωμάτων δύο και πλέον μηνών, είχε λήξει, δεδομένου ότι ο ενάγων από 28-6-2005 δεν είχε καταβάλει κανένα μίσθωμα.

Ωστόσο, η εναγομένη, καίτοι είχε δικαίωμα από τον Ειδικό Κανονισμό της Μαρίνας Γουβιών, δεν απομάκρυνε το σκάφος του ενάγοντος από αυτή ούτε τον κάλεσε να παραλάβει τα κλειδιά τούτου και συγχρόνως τον χρέωνε με τα οφειλόμενα δικαιώματά της. Τούτο δε έπραξε διότι, συγχρόνως με τη σύμβαση ελλιμενισμού του σκάφους του ενάγοντος, αποδείχθηκε ότι είχε συνάψει με τον τελευταίο και σύμβαση παρακαταθήκης αορίστου χρόνου δυνάμει της οποίας είχε αναλάβει και τη φύλαξη του σκάφους του κατά τη διάρκεια της απουσίας του, πράγμα που προκύπτει και από το γεγονός ότι εξακολουθούσε να κατέχει τα κλειδιά του εν λόγω σκάφους, τα οποία καίτοι είχε δικαίωμα, δεν είχε επιδιώξει να του επιστρέψει...Περαιτέρω, ενόψει και της ιδιαιτέρως μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών που ανευρέθησαν στο σκάφος του ενάγοντος, αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω φύλακας της εναγομένης είχε επισκεφθεί αυτό περισσότερες από μία φορές για να αποθηκεύσει αυτά στην καμπίνα του.

Τούτο δε έπραξε, χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν, καθόσον, όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρος της εναγομένης και Διευθυντή του τουριστικού λιμένος, Δ. Κ., αυτή δια των αρμοδίων οργάνων της δεν επόπτευε τους φύλακες που απασχολούσε, αν ασκούν με τον προσήκοντα τρόπο τα καθήκοντά τους, στα οποία περιλαμβανόταν και αυτό της διενέργειας ελέγχων στις εγκαταστάσεις του τουριστικού λιμένος και στα σκάφη και οχήματα που βρίσκονταν στη ζώνη τούτου για την προστασία τους από ενδεχόμενο κίνδυνο, αλλά ήλεγχε μόνον αν πραγματοποιούσαν τον αριθμό ελέγχων που είχαν υποχρέωση να διενεργούν και ήταν τρεις σε κάθε βάρδια φύλακος.

Ωστόσο, σύμφωνα με τη σύμβαση παρακαταθήκης, που είχε καταρτίσει με τον ενάγοντα...η εναγομένη είχε υποχρέωση δια των αρμοδίων οργάνων της να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα φύλαξης και προστασίας του εν λόγω σκάφους και των υπολοίπων σκαφών, των οχημάτων και των ατόμων που βρίσκονταν στη ζώνη του λιμένος, και ως εκ τούτου όφειλε να επιβλέπει τους φύλακες που απασχολούσε αν εκτελούν με τον προσήκοντα τρόπο το σχετικό καθήκον.

Η παράλειψη δε άσκησης της αναγκαίας εποπτείας στους τελευταίους για το σκοπό αυτό, η οποία οφειλόταν σε αμέλεια των καταστατικών οργάνων της, είχε ως συνέπεια να εκδηλωθεί η επίδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά του άνω υπαλλήλου της σε βάρος του ενάγοντος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε α) ότι η αναιρεσείουσα είχε συνάψει σύμβαση ελλιμενισμού του σκάφους του αναιρεσίβλητου στον ανήκοντα στην εκμετάλλευση του λιμένα Γουβιών Κέρκυρας και συγκεκριμένα είχε διαθέσει χώρο στην ξηρά για την εναπόθεσή του, προκειμένου αυτός να προβεί σε επισκευές και στη συντήρησή του, ότι η σύμβαση αυτή έληξε, διότι τελούσα υπό τη διαλυτική αίρεση της καθυστέρησης καταβολής των μισθωμάτων πέραν των δύο μηνών, αυτός από 28-6-2005 μέχρι και της 3-3-2006, που συνελήφθη επ’ αυτοφώρω ο προστηθείς της αναιρεσείουσας να έχει αποθηκεύσει σ’ αυτό την ακατέργαστη κάνναβη, δεν είχε καταβάλλει μίσθωμα, β) ότι συγχρόνως με την άνω σύμβαση η αναιρεσείουσα είχε συνάψει με τον τελευταίο και σύμβαση παρακαταθήκης αυτού, δυνάμει της οποίας είχε αναλάβει τη φύλαξή του για αόριστο χρόνο και η οποία ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς σε βάρος του, συνάγοντας την κατάρτιση της άνω σύμβασης παρακαταθήκης και την ισχύ της από το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα, αν και είχε δικαίωμα με βάση τον Ειδικό Κανονισμό Λειτουργίας του λιμένα, μετά την καθυστέρηση καταβολής εκ μέρους του αναιρεσίβλητου μισθωμάτων πέραν των δύο μηνών, να απομακρύνει το σκάφος από τις εγκαταστάσεις του, δεν προέβη στην ενέργεια αυτή, αλλά αντίθετα συνέχισε να τον χρεώνει με τα οφειλόμενα δικαιώματά της και να κατέχει τα κλειδιά του σκάφους, τα οποία, ενόψει της αόριστης διάρκειας της σύμβασης παρακαταθήκης, θα μπορούσε να τα είχε επιστρέψει οποτεδήποτε, οπότε θα επερχόταν και η λύση της σύμβασης αυτής και γ)ότι, ενόψει της ισχύος της σύμβασης παρακαταθήκης η αναιρεσείουσα, αν και είχε υποχρέωση δια των αρμοδίων οργάνων της να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα φύλαξης και προστασίας των ευρισκομένων στη ζώνη του λιμένος σκαφών και να επιβλέπει τους φύλακες που απασχολούσε για το σκοπό αυτό, να εκτελούν με την προσήκοντα τρόπο τα καθήκοντά τους, παρέλειψε από αμέλεια την υποχρέωσή της αυτή με αποτέλεσμα την εκδήλωση αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος της σε βάρος του αναιρεσίβλητου και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί εν μέρει.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 14 της ΥΑ/Τ/4022/13-8-1998 ΦΕΚ Β’ 908/21-8-1998 και του άρθρου 822 ΑΚ και υπήγαγε τα άνω πραγματικά περιστατικά, που αναιρετικώς ανέλεγκτα δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, σ’ αυτές. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και υποστηρίζονται τα αντίθετα και συγκεκριμένα ότι δεν υφίστατο υποχρέωση εποπτείας και φύλαξης του σκάφους εκ μέρους της αναιρεσείουσας, διότι έπαυσε υφισταμένη η σύμβαση ελλιμενισμού και ούσα ειδική σύμβαση παρακαταθήκης, απέκλειε τη σύναψη, είτε κυρίως είτε παρεπομένως, σιωπηρής σύμβασης παρακαταθήκης του ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, ανεξαρτήτως εάν έληξε ή όχι η σύμβαση ελλιμενισμού, εξαιτίας μη καταβολής των συμφωνημένων μισθωμάτων πέραν των δύο μηνών, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε επιπλέον ότι είχε καταρτισθεί παράλληλα και σύμβαση παρακαταθήκης, η οποία, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, μπορεί να καταρτίζεται και στα πλαίσια άλλης ρυθμισμένης σύμβασης, όπως είναι η σύμβαση ελλιμενισμού, που συνιστά σύμβαση διάφορη αυτής (παρακαταθήκης) και συγκεκριμένα συνιστά σύμβαση μίσθωσης πράγματος.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 114/2009). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 922 ΑΚ, διότι ο αναιρεσίβλητος ώφειλε να γνωρίζει, ότι ο προστηθείς από αυτήν έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ’ αυτόν υπηρεσίας, υπό την έννοια ότι ώφειλε να θεωρήσει ως ενδεχόμενη την κατάχρηση, ως εκ του ότι είχε λυθεί η μεταξύ τους σύμβαση ελλιμενισμού και είχε εγκαταλειφθεί το σκάφος.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται ότι έγινε επίκληση του ισχυρισμού αυτού στο Εφετείο, αλλά και από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός στο δικαστήριο της ουσίας .Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί.

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 36/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-12-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 124/2014 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22 Σεπτεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8 Οκτωβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ