Supreme Court dismisses appeal due to applicant's failure to appear and lack of valid notice of hearing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the applicant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding his government job placement. The applicant failed to appear at the hearing without submitting a formal declaration of non-appearance or valid power of attorney. The court ruled that the appeal was inadmissible because the applicant did not properly expedite the proceedings as required by law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1), 498, 229, 230, 271, 139 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear at the hearing without having expedited the proceedings and submitted the necessary documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1231 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1231/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευαγγελία Σκαλτσά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 907/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3869/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/3/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 11/2/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1 σε συνδ. προς 498 και 229, 230, 271 επ., 139 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσείων, ο οποίος είχε επισπεύσει τη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος, προκειμένου να προχωρήσει στην ερήμην αυτού συζήτηση, οφείλει να εξετάσει αν αυτός είχε εγκύρως επισπεύσει, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη την κατά την παρ. 3 του άρθρου 139 ΚΠολΔ επισημείωση του δικαστικού επιμελητή επάνω στο δικόγραφο που επιδόθηκε (αναιρετήριο ή κλήση), το οποίο πρέπει να προσκομίζεται από τον αναιρεσίβλητο. Εφόσον αυτό δεν προσκομίζεται η συζήτηση είναι απαράδεκτη για όλους (άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο στη σειρά της, ο αναιρεσείων δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Το αναιρεσίβλητο προσκομίζει ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 22-2-2011 (από την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε κατόπιν αιτήσεως του για την παρούσα δικάσιμο), που του επιδόθηκε την 26-3-2010 από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την επ' αυτού επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... . Επομένως, αφού ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά τη παρούσα μετ' αναβολή εκ του πινακίου δικάσιμο, για την οποία δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευση του (αρθρ. 226 παρ. 4 και 575 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Στην παρ. 1 του άρθρου 17 του Ν. 2839/2000 "ρυθμίσεις θεμάτων του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι "Προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή υπηρέτησε μέσα στο χρονικό διάστημα από 1.8.1999 μέχρι 31.3.2000, στο Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α α' και β' βαθμίδας στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα τελευταίας απασχόλησης, εφόσον κατά την 31.3.2000:
α) είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες, β) δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με περισσότερες της μιας συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα διακοπής, μεταξύ των συμβάσεων, μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών, γ) η απαιτούμενη κατά το εδάφιο α' συνολική παροχή υπηρεσίας, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, έχει παρασχεθεί, από 1-1-1005 και εφεξής, δ) κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α') και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 (ΦΕΚ 206 Α'), ε) πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται".
Περαιτέρω, στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: "Για την, κατά την παράγραφο 1, κατάταξη απαιτούνται: α) υποβολή αίτησης μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, β) συνδρομή των προβλεπόμενων από την κείμενη νομοθεσία γενικών προσόντων διορισμού, εκτός από το ανώτατο όριο ηλικίας, και με την επιφύλαξη των οριζομένων στις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 10 του Ν. 2266/1994 (ΦΕΚ 218 Α'), γ)...".
Τέλος, κατά μεν την παράγραφο 6 του παραπάνω Νόμου, ορίζεται ότι "οι κατατασσόμενοι εντάσσονται σε υφιστάμενες θέσεις αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας και αν δεν υπάρχουν, σε προσωρινές θέσεις αντίστοιχης ειδικότητας, που συνιστώνται με την απόφαση κατάταξης" κατά δε την παράγραφο 7 αυτού, ορίζεται ότι "η κατάταξη γίνεται με απόφαση του αρμοδίου για την πρόσληψη οργάνου ύστερα από γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου ως προς τη συνδρομή της προϋπόθεσης που ορίζεται στο εδάφιο ε' της παρ. 1 και ως προς την παρεμφερή ειδικότητα της προηγούμενης παραγράφου, εφαρμοζομένων, κατά τα λοιπά, αναλόγως, των διατάξεων των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 10 και των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 11 του Ν. 2266/1994".
Εξάλλου, ο από το αρθρ. 559 αρ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Δυνάμει συνεχών συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων απασχολήθηκε στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο και συγκεκριμένα στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων κατά τα χρονικά διαστήματα από 24-9-1991 έως 31-12-1997, από 1-1-1998 έως 31-12-1998 και από 1-1-1999 έως 31-12-1999.
Μετά τη λήξη της τελευταίας, ορισμένου χρόνου διάρκειας μίσθωσης έργου, ο ενάγων έπαυσε να απασχολείται στο εναγόμενο, αφού η σύμβαση του δεν ανανεώθηκε. Στη συνέχεια, όμως, και μετά την ισχύ του Ν. 2839/2000, ο ίδιος, στο πρόσωπο του οποίου συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της παραγρ. 1 του άρθρου 17 του Ν. 2839/2000, υπέβαλε -εντός της προβλεπόμενης απ' αυτόν προθεσμίας - στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο του Υ.Εθ.Π.Θρ.
την υπ' αριθμ. πρωτ. 5338/10-11-2000 αίτηση του, με την οποία ζητούσε να καταταγεί σε οργανική θέση του Δημόσιου αυτού φορέα, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης, κατά τις διατάξεις του παραπάνω Νόμου. Η αίτηση του ενάγοντος έγινε δεκτή με την Φ, 908/3410/Η/2-4-2002 απόφαση του Υπουργού Υ.Εθ.Π.Θρ. (140 Φ.Ε.Κ./18-6-2002 τ.
Γ) αφού προηγήθηκαν οι 23/19-12-2001 και 6/14-3-2002 (διορθωτική) Πράξεις Γνωμοδοτήσεις του Κ.Υ.Σ.ΔΙ.Π σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που όριζε η παράγραφος 1 του άρθρου 17 του προαναφερόμενου Νόμου και ο ενάγων κατατάχθηκε σε προσωρινή θέση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ειδικότητος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υ.Εθ.Π.Θρ.
Ισχυρίζεται ο ενάγων, με την έφεση του, ότι το εναγόμενο καθυστέρησε αδικαιολόγητα να κρίνει και, συνακόλουθα, να κάνει δεκτή την αίτηση του και ότι δεν τον απασχόλησε, όπως ήταν υποχρεωμένο, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 16-6-2002. Οι ισχυρισμοί αυτοί του ενάγοντος δεν είναι ουσιαστικά βάσιμοι, καθόσον για να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί η επίμαχη αίτηση, έπρεπε να προηγηθεί ο προβλεπόμενος από τις διατάξεις του Ν. 1839/2000 έλεγχος καθώς, επίσης, (έπρεπε) να λάβουν χώρα οι απαραίτητες ενέργειες από τους συναρμόδιους φορείς (γνωμοδοτήσεις, εγγραφή προβλέψεων στον προϋπολογισμό εξόδων του Υ.ΕΘ.Π.Θρ., δημοσιεύσεις στο Φ.Ε.Κ.
κ.τ.τ.) ενέργειες οι οποίες έγιναν για όλους όσους υπέβαλαν ανάλογες αιτήσεις. Εξάλλου ο Νόμος (1839/2000) έθετε προθεσμία μόνο ως προς την υποβολή των αιτήσεων και όχι προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε αυτές να κριθούν από τους αρμόδιους φορείς. Ουσιαστικά αβάσιμος, βέβαια, είναι και ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι μετά την κατά την 31-12-1999 λήξη της ορισμένου χρόνου διάρκειας σύμβασης έργου, μετατράπηκε η εν λόγω σύμβαση σε αορίστου χρόνου τοιαύτη, καθόσον τούτο έρχεται ,σε ευθεία διάσταση, τόσο με το άρθρο 103 παρ. 8 του αναθεωρημένου Συντ/τος, όσο και την 1999/70/ΕΞ Οδηγία.
Τέτοιον, εξάλλου, ισχυρισμό ουδέποτε (από 1-1 έως 10-11-2000) προέβαλε ο ενάγων ο οποίος, σημειωτέον, δεν προσήλθε να αναλάβει υπηρεσία τόσον εντός της προθεσμίας που τάχθηκε σ' αυτόν με την Φ. 908/34110/Η-8/28-6-2002 απόφαση (30νθήμερη) όσο και εντός της εξάμηνης παράτασης (μέχρι την 15-2-2003) που του χορηγήθηκε - ύστερα από αίτηση του - με την Φ. 908/83681-Η/27-8-2002 απόφαση του Υπουργού Υ.ΕΘ.Π.Θρ.
Μετά ταύτα, με την Φ 908/1993/Η/26-2-2003 απόφαση του αυτού Υπουργού ανακλήθηκε η Φ 908/34110/Η/2-4-2002 προγενέστερη απόφαση του, κατά το μέρος που αφορούσε τον ενάγοντα. Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ., 656, 914 Α.Κ., 104 και 105 Εισ. Ν.Α.Κ. σε συνδ. με 4 παρ. 1 Ν. 2690/1999 και επομένως είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης, ιδρύει τον από το αρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, μόνο όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών. Ειδικότερα, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας υπάρχει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τις άνω αρχές, για την ανεύρεση με βάση αυτές της εννοίας του κανόνα δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου. Αν η παραβίαση αυτή υπάρχει στην εκτίμηση των αποδείξεων δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, διότι η εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας είναι ανέλεγκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔικ. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την ερμηνεία των εφαρμοζόμενων στην ένδικη εργατική διαφορά κανόνων δικαίου. Ο λόγος όμως αυτός είναι, προεχόντως, αόριστος, γιατί δεν αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας πού παραβιάστηκαν, ή ότι το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, ενώ καθό μέρος με αυτόν επιχειρείται η διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως, των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως.
Όμως ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 371/2004, ΑΠ 89/2002, ΑΠ 663/2001). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψεως υπόψη των και με σχετικό λόγο της εφέσεως προβληθέντων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί αδικαιολόγητης καθυστερήσεως της διαβίβασης της από 10.11.2000 αιτήσεως του προς το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων για κατάταξη του σε οργανική ή προσωρινή θέση του Υπουργείου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 του ν. 2839/2000, καθώς και περί αδικαιολόγητης καθυστερήσεως της ολοκληρώσεως της σχετικής διοικητικής διαδικασίας και εκδόσεως της σχετικής υπουργικής απόφασης κλπ.
είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί ελήφθησαν υπόψη και απερρίφθησαν από το Εφετείο ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως μέμφεται το δικαστήριο της ουσίας ότι άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής του για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο υπέβαλε επικαλούμενος εις βάρος του αδικοπραξία των οργάνων του αναιρεσίβλητου, συνιστάμενη στην υπαίτια καθυστέρηση της διαδικασίας κατατάξεως του σε οργανική ή προσωρινή θέση του Υπουργείου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 του ν. 2839/2000 και το οποίο επανέφερε με λόγο εφέσεως. Όμως, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο δεν δέχθηκε την τέλεση αδικοπραξίας εκ μέρους των οργάνων του αναιρεσίβλητου και επομένως το αίτημα αυτό, που προϋποθέτει την τέλεση αδικοπραξίας (αρθρ. 932 Α.Κ.), ορθώς δεν εξετάσθηκε, ως αλυσιτελές. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-3-2008 αίτηση του Κ. Σ. για αναίρεση της 3869/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ