Legislator Case Law & Legislation
1231/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for procedural impropriety regarding absent defendant's notice and evidence evaluation.

Case Number 1231/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to retry the case, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued the lower court ignored crucial evidence regarding lost rental income and failed to properly evaluate proof, while the respondent appeared without proposals. The court found the appeal baseless because the lower court had already considered and rejected the identical arguments, and the alleged defects were not material to the outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 568, 498, 226 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine of its own motion if a defendant is absent from the appeal hearing and declare the hearing inadmissible if the summons was not lawful and timely, unless the delay was caused by the court itself.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility absence of defendant summons validity procedural impropriety evaluation of evidence indispensable facts court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure
Article 226 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 111, 118, 216 of the Code of Civil Procedure
Articles 197, 198 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AP 964/96
OLAP 11/1996
AP 1202/2000
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1231 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1231/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Δαλιάνη (λόγω κωλύματος του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα), Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος :Χ1, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου : Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Φαγογένη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29.06.2000 και 03.07.2000 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείοντος αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5707/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7126/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 01.03.2004 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1637/2006 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει σε συζήτηση ο παριστάμενος αναιρεσίβλητος με την από 06.11.2006 κλήση του, μετά από αναβολή κατά τη δικάσιμο στις 26.02.2007. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 19.12.2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου, Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, εκ των διατάξεων των άρθρων 576§2 και 3, 568§§1 και 4 και 498§1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν κάποιος απουσιάζει κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν εκλήθη νομίμως και εμπροθέσμως ή αν επέσπευσε αυτός τη συζήτηση και σε αρνητική περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 226§4 εδ. α' ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην μετ' αναβολή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφαρμόζεται και στη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 964/96). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. .....

έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού ..... ακριβές αντίγραφο της από 6.11.2006 κλήσεως του αναιρεσιβλήτου, επισπεύδοντος τη συζήτηση, μετά της κάτω από αυτή πράξεως ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 26.2.2007, μετά την οποία η συζήτηση δι' επισημειώσεως στο πινάκιο, ανεβλήθη για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, (4.2.2008) νομίμως και εμπροθέσμως επεδόθη προς τον αναιρεσείοντα.

Κατά τη δικάσιμο, όμως, αυτή, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από την σειρά του οικείου πινακίου, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 573§1, 242§2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, ως εάν ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με το άρθρο 576§2 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Επειδή, σύμφωνα με την Α.Κ. 197 κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Κατά δε την ΑΚ 198 παρ. 1, όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξένησε υπαίτια στον άλλον ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε.

Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει, ότι το στάδιο των διαπραγματεύσεων αρχίζει από τη στιγμή που 6α πραγματοποιηθεί η προσέγγιση των προσώπων, που ενδιαφέρονται για τη σύναψη ισχυρής μεταξύ τους σύμβασης, για τη διερεύνηση των δυνατοτήτων σύναψης και καθορισμού των όρων αυτής και λήγει είτε με την οριστική διακοπή των διαπραγματεύσεων είτε με τη σύναψη της συμβάσεως (προσυμφώνου ή της κυρίας συμβάσεως) και φυσικά άμα η σύμβαση αυτή περιληφθεί τον τυχόν απαιτούμενο, νόμιμο ή δικαιοπρακτικό, τύπο κατά τις ΑΚ 158 και 159 παρ. 2.

Ακόμη για τη δημιουργία ευθύνης εκ των διαπραγματεύσεων απαιτείται παράνομη υπαίτια συμπεριφορά κατά το ανωτέρω στάδιο, συνιστάμενη στην εκ πταίσματος παράβαση των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, ήτοι των υπό των αρχών τούτων επιβαλλόμενων κυρίως δύο υποχρεώσεων, εκείνων της διαφωτίσεως και της προστασίας του άλλου.

Η ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις έχει εφαρμογή και επί ματαιώσεως καταρτίσεως της συμβάσεως σε χρόνο κατά τον οποίο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών έχουν τερματισθεί οριστικώς και δεν υπολείπεται παρά μόνον η τυπική υπογραφή της συμβάσεως, περί της οποίας ο υπαίτιος της ματαιώσεως είχε δώσει στον αντισυμβαλλόμενο σαφείς διαβεβαιώσεις ότι θα πρέπει να θεωρείται αυτή ως βεβαία.

Στην περίπτωση αυτή, επίσης, ο υπαίτιος της ματαιώσεως της συμβάσεως είναι υπόχρεος να αποζημιώσει τον άλλον, στον οποίο δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση περί βεβαίας συνάψεως της συμβάσεως. Η αποζημίωση δε αυτή περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και την αποθετική, που τυχόν υφίσταται από την ίδια αιτία εκείνος που επίστευσε ως επικείμενη την κατάρτιση της (διαφέρον εμπιστοσύνης ή αρνητικό της συμβάσεως διαφέρον).

Εξ άλλου, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στον έλεγχο δε του αναιρετικού αυτού λόγου υπάγονται και τα συναλλακτικά ήθη εφόσον η εφαρμογή τους επιβάλλεται από κανόνα δικαίου. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπάρκειας αυτής, επαγόμενη αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις, από το αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, τα πραγματικά περιστατικά, όσα είναι κατά νόμον αναγκαία για την στη συγκεκριμένη περίπτωση στοιχειοθέτηση της εφαρμοσθείσης διατάξεως κανόνος του ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση ή αξιολόγηση των αποδείξεων, το εκ της οποίας, όμως, πόρισμα εκτίθεται σαφώς.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων και κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: Περί τον Σεπτέμβριο του 1999 ο ενάγων -εναγόμενος, στη συνέχεια εφεσίβλητος και τώρα αναιρεσίβλητος, σκοπεύοντας να αγοράσει διαμέρισμα για κατοικία, ήλθε σε επαφή με τη μεσίτρια ....., για να του υποδείξει ανάλογη ευκαιρία.

Με τη μεσολάβηση της ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τη μητέρα του εναγομένου -ενάγοντος , στη συνέχεια εκκαλούντος και τώρα αναιρεσείοντος, ....., που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του γιου της. Ο τελευταίος πωλούσε ένα διαμέρισμα με αποθήκη και θέση στάθμευσης σε πολυκατοικία επί των οδών ...... και ..... στη Γλυφάδα.

Οι διάδικοι συμφώνησαν το τίμημα της πώλησης στο ποσό των 140.000.000 δραχμών, ένα μέρος από το οποίο (100.000.000 δρχ.) ο αγοραστής θα κατέβαλε μέσω τραπεζικού δανείου και το υπόλοιπο (40.000.000 δρχ.) θα κατέβαλεν εξ ιδίων σε 4 άτοκες εξαμηνιαίες δόσεις, ενώ έναντι του τιμήματος προκατέβαλε συνολικά 3.000.000 δρχ. (1.000.000 δρχ.

στις 28.9.1999 και 2.000.000 δρχ. στις 8-11-1999). Χωρίς χρονοτριβή ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε στις .... αίτηση δανειοδότησης στην Τράπεζα Εurobank και έτσι τέθηκε σε κίνηση η διαδικασία έγκρισης του δανείου. Στις .... έγινε αυτοψία στο διαμέρισμα από μηχανικό της Τράπεζας προς εκτίμηση της αξίας του, ενώ παράλληλα ο αναιρεσίβλητος έδωσε εντολή στο δικηγόρο του Ηλία Αθανασόπουλο να διενεργήσει έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας, ο οποίος και έγινε διαπιστωθείσης της νομιμότητας και κανονικότητας των τίτλων.

Για τη σχετική εργασία του ο δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου έλαβεν ως αμοιβή, από τον εντολέα του, το ποσό των 250.000 δρχ. Τα μέρη στην αρχή είχαν ορίσει ότι το πωλητήριο συμβόλαιο θα υπογραφόταν μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 1999. Επειδή, όμως: μεσολάβησε ο θάνατος του πατέρα της μνηστής του αναιρεσιβλήτου, με κοινή συμφωνία των διαδίκων η προθεσμία αυτή μετατέθηκε μέχρι τις 10-1-2000.

Ωστόσο, ούτε τότε έγινε: παρότι ο αγοραστής είχε απευθυνθεί στη συμβολαιογράφο Αθηνών Ελένη Χατζή, στην οποία είχε δώσει εντολή για την προετοιμασία σύνταξης του συμβολαίου. Αιτία ήταν η καθυστέρηση έγκρισης του δανείου από την Τράπεζα, η οποία εν τέλει προέβη σε προέγκριση του δανείου στις 25-1-2000. Ο πωλητής γνωρίζοντας εξ αρχής ότι το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος (100.000.000 δρχ.) θα εξασφάλιζε ο αγοραστής μέσω τραπεζικού δανείου, και ο ίδιος θα ελάμβανε αυτό μετά την εκταμίευση του δανείου, είχε σιωπηρά συμφωνήσει στην παράταση του χρόνου κατάρτισης του πωλητηρίου συμβολαίου μέχρι την τελική έγκριση του δανείου, η καθυστέρηση του οποίου δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα του αγοραστή, αλλά στο συνήθη ρυθμό προόδου του ζητήματος αυτού από την Τράπεζα.

Επιθυμώντας, όμως, πλέον ο πωλητής την άμεση κατάρτιση της σύμβασης και την συνακόλουθη είσπραξη όλου του τιμήματος, με την υπογραφή του συμβολαίου σε μετρητά, αν και είχε συγκατατεθεί αρχικά για τη χρηματοδότηση του αγοραστή με τραπεζικό δάνειο, η εκταμίευση του οποίου απαιτεί συνήθως χρονικό διάστημα περί τους τρεις μήνες μετά την υπογραφή του συμβολαίου, μετέβαλε γνώμη και εματαίωσε την κατάρτιση της πωλητήριας σύμβασης με τους συμφωνημένους όρους, αξιώνοντας την ταυτόχρονη με την κατάρτιση του συμβολαίου καταβολή των 100.000.000 δρχ.

Με την αυθαίρετη αυτή ενέργεια του έγινε υπαίτιος να ματαιωθεί η τελική σύναψη της πωλήσεως, για την οποία είχε δημιουργήσει στον αγοραστή βάσιμες και εύλογες προσδοκίες ότι θα συναφθεί με τους ανωτέρω όρους και συνθήκες. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι ποτέ δεν εξαρτήθηκε ο χρόνος σύναψης της πωλήσεως από την ολοκλήρωση της διαδικασίας της δανειακής σύμβασης και η καταβολή των 100.000.000 δραχμών από την εκταμίευση του δανείου, αλλ' ότι η σύμβαση πώλησης έπρεπε να καταρτισθεί το αργότερο μέχρι τις 10.1.2000, με ταυτόχρονη καταβολή του άνω ποσού, δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα.

Συνεπώς. εφόσον η κατάρτιση της πωλήσεως, που απετέλεσε την αιτία της προκαταβολής από τον αγοραστή, έναντι του τιμήματος, των 3.000.000 δρχ ματαιώθηκε, ο πωλητής έγινε πλουσιώτερος σε βάρος της περιουσίας του αγοραστή κατά το ποσό αυτό, χωρίς νόμιμη αιτία και οφείλει να αποδώσει τον πλουτισμό αυτόν στον αγοραστή, ο οποίος ζημιώθηκε κατά το ποσό αυτό.

Περαιτέρω, για τον ίδιο λόγο, ήτοι ως υπαίτιος για τη ματαίωση της πωλήσεως οφείλει να αποκαταστήσει και τη ζημία των 250.000 δρχ., που υπέστη ο αγοραστής, ο οποίος, προσδοκώντας ευλόγως την σύναψη της πωλήσεως, έδωσε εντολή στον δικηγόρο του να προβεί σε έλεγχο των τίτλων κυριότητας. Αντιθέτως, και αν ακόμη υποτεθεί αληθινός ο ισχυρισμός του αναίρεσε ιόντος, ότι εν όψει της προς τον άνω αγοραστή πώλησης του διαμερίσματος προέβη σε πρόωρη λύση της μίσθωσης του διαμερίσματος, απωλέσας εκ του λόγου τούτου μισθώματα 850.000 δραχμών το μήνα και συνολικά 6.545.000 δρχ., ο αναιρεσίβλητος, ως μη βαρυνόμενος με πταίσμα κατά τις διαπραγματεύσεις, δεν έχει υποχρέωση να αποκαταστήσει τη ζημία του.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η από 29.6.2000 αγωγή του αναιρεσιβλήτου με την οποία, με βάση τις ΑΚ 197 και 198, ζητούσε αυτός να υποχρεωθεί ο αναίρεσε ίων να του καταβάλει τα άνω ποσά των δρχ. 3.000.000 και 250.000 και να απορριφθεί η αντίθετη από 3.7.2000 αγωγή του δεύτερου κατά του πρώτου, με βάση τις αυτές διατάξεις, με την οποία ζητούσε αυτός να του επιδικασθεί το ανωτέρω ποσό των δρχ. 6.545.000.

Έτσι, το Εφετείο δεχθέν υπαίτια και αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ζημιογόνο συμπεριφορά. του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της άνω σύμβασης, απέρριψε στην ουσία της την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που δέχτηκε τα ίδια.

Κατ' ακολουθία τούτων, το Εφετείο δεν παραβίασε καμιά από τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικά ίο υ, καθώς και τα συναλλακτικά ήθη, ούτε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε πλαγίως, αφού δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξ αιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, διότι εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που εκείνο δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Ειδικότερα η αναιρεσιβαλλόμενη αναφέρει σαφώς: α) ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε μεταγενέστερα παράταση του χρόνου κατάρτισης του πωλητηρίου συμβολαίου μέχρι την τελική έγκριση του δανείου, ενόψει και του ότι η καθυστέρηση της τελευταίας δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα του αγοραστή αλλά στο συνήθη ρυθμό προόδου του ζητήματος αυτού από την Τράπεζα β) ότι η συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου και μετά την 25-1-2000, όταν και προεγκρίθηκε το δάνειο του από την ΕUROΒΑΝΚ, δήλωνε την εμμονή του στην κατάρτιση της σύμβασης, ως εκ του ότι ανέμενε την οριστική έγκριση του δανείου, με παράλληλη διατήρηση της εντολής του προς τη συμβολαιογράφο Αθηνών Ελένη Χατζή για τη σύνταξη του σχετικού συμβολαίου γ) ότι η ματαίωση της κατάρτισης του πωλητηρίου συμβολαίου οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, ο οποίος, καίτοι είχε δημιουργήσει στον αναιρεσίβλητο, με την εκτιθέμενη προηγηθείσα συμπεριφορά του, βάσιμες και εύλογες προσδοκίες ότι θα συναφθεί με τους συμφωνημένους όρους και συνθήκες η σύμβαση, αιφνιδίως μετέγνωσε ως προς τον συμφωνημένο τρόπο καταβολής μέρους του τιμήματος εκ δραχμών 100.000.000 (μέσω δανείου από την EUROBΑΝΚ) και αυθαίρετα δήλωσε στον αναιρεσίβλητο, ότι ματαιώνει την υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου ^αφού δεν έγινε δεκτή η παρά τη συμφωνία νέα αξίωση του για άμεση (με την υπογραφή του συμβολαίου) καταβολή του άνω ποσού των 100.000.000 δραχμών, ενώ είχαν τελειώσει οι διαπραγματεύσεις και ανεμένετο η κατάρτιση και υπογραφή του συμβολαίου, με σύγχρονη εκταμίευση του δανείου, που βρισκόταν στο στάδιο της τελικής έγκρισης, το οποίο και θα καταβαλλόταν στον πωλητή περί τους τρεις μήνες μετά την υπογραφή του συμβολαίου, κατά τη συνήθη τραπεζική πρακτική και τη συμφωνία των διαδίκων.

Και δ) ότι ο αναιρεσίβλητος , μη βαρυνόμενος με πταίσμα κατά τις διαπραγματεύσεις, δεν έχει υποχρέωση να αποκαταστήσει τη ζημία του αναιρεσείοντος, και αν ακόμη ο τελευταίος, εν όψει της προς τον αναιρεσίβλητο πώλησης του εν λόγω διαμερίσματος, προέβη σε πρόωρη λύση της μίσθωσης του, απωλέσας εκ του λόγου τούτου μισθώματα συνολικώς εκ δρχ. 6.545.000 (850.000 δρχ.

μηνιαίως). Τα αντίθετα δε υποστηρίζοντες οι πρώτος, δεύτερος (πρώτο μέρος) και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Επειδή, κατά τον αριθμό 8 περ. β' της ΚΠολΔ 559 αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγμα" δε κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. (ΟλΑΠ 11/1996). Εν τούτοις, η μη λήψη υπόψη πραγματικού ισχυρισμού περιεχομένου σε λόγο εφέσεως, ιδρύει λόγο αναίρεσης, βάσει του άρθρου αυτού, μόνον αν ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1202/2000).

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης του (δεύτερο μέρος) μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' της ΚΠολΔ 559, ως εκ του ότι, κατά τον αναιρεσείοντα, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα την επαναφερθείσα με τον τέταρτο λόγο της από 8.3.2002 έφεσης του ένσταση συμψηφισμού ανταπαίτησής του κατά του αναιρεσιβλήτου ποσού δρχ. 6.545.000, με βάση τις ΑΚ 197 και 198, για απώλεια μισθωμάτων λόγω πρόωρης λύσης της μίσθωσης του προς πώληση διαμερίσματος στον αναιρεσίβλητο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί, όπως προλέχθηκε, το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ένσταση αυτή, που είχε το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο και αίτημα με την αγωγή του αναιρεσείοντος, και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την προεκτιθέμενη αιτιολογία. Κατά το νοηματικά τρίτο μέρος του ο δεύτερος αυτός λόγος αναίρεσης πλήττει απαραδέκτως, κατά την ΚΠολΔ 561 παρ. 1, την αναιρεσιβαλλομένη γιατί κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψεν, ως ουσιαστικά αβάσιμο, τον πρώτο λόγο της από 8.3.2002 εφέσεως του με τον οποίο έπληττε την εκκαλουμένη για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.

Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του μόνον από τον αριθμό 8 της ΚΠολΔ 559, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη γιατί αγνόησε τον ισχυρισμό του, που περιεχόταν στον τρίτο λόγο της έφεσης του, με τον οποίο έπληττε το εκ δραχμών 250.000 κονδύλιο της αγωγής για αοριστία, ως εκ του ότι παρότι αφορούσε καταβληθείσα αμοιβή σε δικηγόρο για έλεγχο τίτλων του υπό πώληση διαμερίσματος, δεν αναφέρονταν στην αγωγή τα στοιχεία του δικηγόρου, η ημερομηνία καταβολής του σχετικού ποσού και η ύπαρξη αντίστοιχης αποδείξεως παροχής υπηρεσιών.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, ο περιλαμβανόμενος στην έφεση ισχυρισμός αυτός περί αοριστίας της αγωγής, όσον αφορά το συγκεκριμένο αυτό αγωγικό αίτημα, δεν είναι ουσιώδης, αφού οι αποδιδόμενες σχετικώς ελλείψεις στην αγωγή δεν καθιστούν το αίτημα αυτό αόριστο, σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ. 2, 118 εδ. 4, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και 197, 198 ΑΚ, αφού πρόκειται για επουσιώδη στοιχεία, δυνάμενα να συμπληρωθούν από το Δικαστήριο μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο βλάβης το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, όσον αφορά την υπεράσπιση του σχετικώς.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.3.2004 αίτηση για αναίρεση της απόφασης 7126/2003 του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων εβδομήντα (1.200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 26.5.2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ