Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague arguments and failure to cite specific precedent decisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a labor dispute. The appellant raised procedural objections, including vague claims of arbitrary application of the law and failure to consider specific prior decisions, but failed to provide necessary details or properly cite the referenced cases. Consequently, the court ruled that these grounds were inadmissible or unfounded due to lack of specificity and proper citation, resulting in the rejection of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 260, 559, and 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be specific and substantiated with clear factual premises and proper citation of precedent decisions, otherwise it is inadmissible or unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1231 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1231/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Αγροτικού Πιστωτικού Συνεταιρισμού Αμπέλου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Λεοντόπουλο - Βαμβέτσο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 508/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 305/2000 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-10-2001 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 25-11-2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου (σκέλη 2.1 περ. β' και 2., 2.3, 2.6, 2.7 και 2.8) και την απόρριψη αυτού κατά τα λοιπά, ως και του πρώτου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Επειδή, από το άρθρο 260 Α.Κ., που ορίζει ότι η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο, συνάγεται σαφώς, ότι δεν απαιτείται μεν δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως του οφειλέτη γενόμενη προς σκοπό δεσμεύσεως και παραγωγής υποχρεώσεως, ήτοι αναγνώριση κατά τους όρους του άρθρου 873 Α.Κ., αλλ' αρκεί οποιαδήποτε πραγματική ενέργεια και συμπεριφορά αυτού.
Η τέτοια όμως ενέργεια του οφειλέτη πρέπει να απευθύνεται προς τον δανειστή και να περιέρχεται σ' αυτόν. Επομένως δεν αποτελεί αναγνώριση της αξιώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 260 Α.Κ., προς διακοπή της παραγραφής η υπό του οφειλέτη απλή, άνευ άλλου τινός, εγγραφή του χρέους εις τα βιβλία αυτού, ως μη απευθυνόμενη προς τον δανειστή, ουδέ περιερχόμενη σ' αυτόν.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε και τα εξής : Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου ο ενάγων-αναιρεσείων προσλήφθηκε από τον (πρώτο)εναγόμενο - αναιρεσίβλητο συνεταιρισμό την 1-11-1983, ως διαχειριστής του πρατηρίου του γεωργικών φαρμάκων και προσέφερε τις υπηρεσίες του σ' αυτόν έκτοτε μέχρι τις 25-8-1994, οπότε τέθηκε από τον αναιρεσίβλητο σε διαθεσιμότητα για τριάντα ημέρες (απόφ. .
Δ.Σ. 671/25-8-1994), λόγω διαχειριστικών ανωμαλιών. Κατά τη διάρκεια του χρόνου της διαθεσιμότητάς του και δη στις14-9-1994 ο αναιρεσείων προέβη σε επίσχεση εργασίας, λόγω καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών του από τον αναιρεσίβλητο. Καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσεως ο αναιρεσείων εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντά του, ήτοι παρέλειπε να εκδίδει αποδείξεις για τα πωλούμενα φάρμακα και εμφάνιζε διαχειριστικά ελλείμματα, ενώ επί πλέον κατά το έτος 1992 παρακράτησε (απέκρυψε) τα βιβλία εσόδων και συναφή παραστατικά, τα εντάλματα πληρωμής και τα τιμολόγια αγοραπωλησιών, των οποίων, ως διαχειριστής, είχε την κατοχή.
Έκτοτε αρνείται να επιτρέψει τον έλεγχό τους από τον αναιρεσίβλητο. Για την τελευταία αυτή πράξη υπάρχει εναντίον του εκκρεμής ποινική κατηγορία για υπεξαγωγή εγγράφων, ενώ καταδικάστηκε (με την απ. 1464/1997 του Τρ. Πλ/κείου Καρδίτσας) σε φυλάκιση 10 μηνών για υπεξαίρεση γεωργικών φαρμάκων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση.
Τέλος, με αποφάσεις του Δ.Σ. του αναιρεσίβλητου επιβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα, λόγω διαχειριστικών ατοπημάτων του, διάφορες πειθαρχικές ποινές, όπως στέρηση αποδοχών 50 ημερών(αρ. απ. 619/1992), καταλογισμός ευθύνης για ακατάλληλα εμπορεύματα αξίας 443.951 δραχμών (απ. 658/1994), σύσταση (απ. 645/1994) και απόλυση λόγω υποβολής μηνύσεως εναντίον του (απ. 718/1996).
Ο αναιρεσείων, ως διαχειριστής του αναιρεσίβλητου, τηρούσε και φύλασσε στο γραφείο του όλα τα εμπορικά βιβλία του τελευταίου και όλα τα παραστατικά εισπράξεων και δαπανών που εκδίδονταν για λογαριασμό του, και εισέπραττε όλες τις νόμιμες αποδοχές του, που ανέρχονταν στα αναφερόμενα (για το διάστημα από 1-1-1992 έως 31-8-1993) ποσά και συνολικώς σε 5.821.615 δραχμές.
Το έτος 1992 συντάχθηκε μεν ισολογισμός του αναιρεσίβλητου από το λογιστή της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Καρδίτσας ... ...(λόγω ανεπαρκών γνώσεων του αναιρεσείοντος), ωστόσο οι επ' αυτού εγγραφές στηρίχθηκαν στα βιβλία και παραστατικά έγγραφα που παρέδωσε στο συντάκτη του ισολογισμού ο αναιρεσείων, ο οποίος, αφού ανέλαβε πάλι αυτά, αρνήθηκε στη συνέχεια, με διάφορα προσχήματα, την παράδοσή τους προς έλεγχο του Δ.Σ.
του συνεταιρισμού και στο τέλος επικαλέστηκε απώλεια αυτών από το γραφείο του, στο οποίο όμως είχε πρόσβαση μόνον αυτός. Η επιλεκτική και αποσπασματική επίκληση από τον αναιρεσείοντα εγγραφών στο βιβλίο του ημερολογίου του συνεταιρισμού, περί οφειλής σ' αυτόν ποσών 2.063.475, 932.458, 522.000 και 291.963 δραχμών, αντίστοιχα, δεν αποτελεί απόδειξη της ύπαρξης αυτών των οφειλών.
Διότι, εκτός του ότι οι εγγραφές αυτές έγιναν από τον αναιρεσείοντα, δεν κατέστη δυνατό να ελεγχθούν σε συνδυασμό με τα λοιπά εμπορικά βιβλία και παραστατικά έγγραφα του συνεταιρισμού που υπεξήγαγε ο αναιρεσείων και δεν έχουν περιληφθεί στον ισολογισμό. Άλλωστε οι εγγραφές αυτές δεν αποτελούν αναγνώριση χρέους του αναιρεσίβλητου προς τον αναιρεσείοντα, προεχόντως, επειδή δεν προέρχονται από όργανο του συνεταιρισμού, αρμόδιο να προβεί σε τέτοια δήλωση αναγνώρισης οφειλής, όπως είναι το Δ.Σ.
και η Γενική Συνέλευση του συνεταιρισμού. Βάσει αυτών, το Εφετείο, μετά παραδοχή των, παραδεκτώς προταθέντων, ισχυρισμών του αναιρεσίβλητου περί : α) αποσβέσεως μέρους των αγωγικών αυτών αξιώσεων με καταβολή ποσού 900.000 δραχμών (άρθρ. 416-417 Α.Κ.) και β) παραγραφής των προ του 1992 αγωγικών αξιώσεων, λόγω παρόδου πενταετίας από της γενέσεως τους μέχρι την άσκηση (3-2-1997) της αγωγής (άρθρ. 250 αριθ. 17 Α.Κ.), ως βασίμων, απόρριψη δε του ισχυρισμού (αντένστασης) του αναιρεσείοντος περί διακοπής της παραγραφής λόγω αναγνωρίσεως της αξιώσεώς του από τον αναιρεσίβλητο (άρθρ. 260 Α.Κ.) ως αβασίμου, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, έκρινε ότι ο αναιρεσείων για το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 έως 14-9-1994 είχε δικαίωμα να λάβει την αμοιβή του, την οποία, μετ' εκκαθάριση, προσδιόρισε σε (2.559.353 - 900.000 =) 1.659.353 δραχμές.
Συνακόλουθα, αφού απέρριψε στην ουσία την έφεση του ενάγοντος, δέχθηκε στην ουσία την έφεση του εναγομένου συνεταιρισμού και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά τη διάταξη με την οποία είχε γίνει εν μέρει (για ποσό 6.328.431 δραχμών) δεκτή η αγωγή εις βάρος του συνεταιρισμού και δέχθηκε αυτή εν μέρει για το ως άνω ποσό των 1.659.353 δραχμών, νομιμοτόκως κατά τις εις αυτή διακρίσεις.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, κατά το κεφάλαιο τούτο της αγωγής, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως (με εσφαλμένη εφαρμογή), ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 260 και 873 Α.Κ. και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, στο, ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, ζήτημα της διακοπής της παραγραφής μέρους της αγωγικής αξιώσεως λόγω αναγνωρίσεως του σχετικού χρέους.
Διότι, αφού δέχθηκε ότι οι εγγραφές των προαναφερόμενων ποσών, ως οφειλών του συνεταιρισμού προς τον αναιρεσείοντα, έγιναν από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) δεν κατέστη δυνατόν να ελεγχθούν σε συνδυασμό με τα λοιπά εμπορικά βιβλία και παραστατικά έγγραφα του συνεταιρισμού και δεν έχουν περιληφθεί στον ισολογισμό, δέχθηκε σαφώς και ότι τα ποσά αυτά, ως μη αποτελούντα περιεχόμενο του ισολογισμού, διότι εγκρίθηκαν από την Γενική Συνέλευση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων και εντεύθεν δεν αναγνωρίστηκαν από τον αναιρεσίβλητο.
Επομένως, ο πρώτος(α' και γ' σκέλη), από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του (β' σκέλος), με το οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση και πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν έλαβε υπόψη τον, παραδεκτώς προταθέντα, ουσιώδη ισχυρισμό του ότι ο αναιρεσίβλητος αναγνώρισε την άνω οφειλή του, με την 134/1993 απόφαση της Γενικής του Συνέλευσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού το Εφετείο με την παραπάνω παραδοχή του ότι τα ποσά της οφιλής αυτής δεν είχαν περιληφθεί στον ισολογισμό - και συνακόλουθα δεν εγκρίθηκαν, ούτε αναγνωρίστηκαν από τη Γ.Σ.
κατά τα προεκτεθέντα - έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος.
2.Επειδή, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά τα τρία πρώτα σκέλη του από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 19, 1 και 19 αντίστοιχα, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο α) δεν απάντησε στον ουσιώδη ισχυρισμό που πρότεινε ο αναιρεσείων ότι η διαθεσιμότητα στην οποία δέχεται ότι τέθηκε από τον αναιρεσίβλητο, δεν ήταν νόμιμη, αφού δεν έγινε εγγράφως, ούτε αναφέρεται στην απόφαση ότι έγινε εγγράφως, β) παραβίασε το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955 που επιβάλλει τον έγγραφο τύπο ως συστατικό της διαθεσιμότητας και γ) στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, αφού δεν αναφέρει πότε άρχισε και πότε περατώθηκε η διαθεσιμότητα του αναιρεσείοντος, μετά την οποία δέχεται ότι ήταν καταχρηστική η άσκηση από αυτόν του δικαιώματος επισχέσεως της εργασίας του.
Οι ως άνω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αλυσιτελείς, διότι, αν και αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων τέθηκε σε διαθεσιμότητα στις 25-8-1994 για τριάντα ημέρες (μέχρι τις 24-9-1994), ότι κατά τη διάρκεια του χρόνου της διαθεσιμότητας και ειδικότερα στις 14-9-1994, προέβη σε επίσχεση της εργασίας του και ότι η επίσχεση αυτή για όσο διάστημα διαρκούσε η διαθεσιμότητα ήταν ανίσχυρη και μετά ταύτα ασκήθηκε καταχρηστικά, επιδικάζονται τελικά στον αναιρεσείοντα και οι αποδοχές του από 1-1-1994 έως 14-9-1994 χρονικού διαστήματος - δηλαδή και του από 25-8 έως 14-9-1994 διαστήματος, κατά το οποίο φέρεται ότι βρισκόταν σε διαθεσιμότητα - ενώ το μετά τις 14-9-1994 διάστημα, κατά το οποίο είχε ασκηθεί από τον αναιρεσείοντα το δικαίωμα επισχέσεως, καλύπτεται πλήρως από την αιτιολογία της αποφάσεως για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού.
Ενόψει αυτών παρέπεται ότι η νομιμότητα ή εγκυρότητα της αναφερόμενης διαθεσιμότητας του αναιρεσείοντος και ο χρόνος ενάρξεως και λήξεως αυτής δεν άσκησαν οποιαδήποτε επιρροή στην τελική κρίση του Εφετείου και συνεπώς οι σχετικές αιτιάσεις προβάλλονται αλυσιτελώς και είναι γι' αυτό απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως ως προς τα παραπάνω τρία πρώτα σκέλη του.
Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, με το τέταρτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 17 του Κ.Πολ.Δ., μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, διότι επιδικάζει στον αναιρεσείοντα μισθούς μέχρι της 14-9-1994, που άσκησε επίσχεση της εργασίας του και δέχεται ταυτόχρονα ότι δεν δικαιούται μισθούς κατά το διάστημα που βρισκόταν σε διαθεσιμότητα, χωρίς να διευκρινίζει το σαφές χρονικό όριο της διαθεσιμότητας, που αρχίζει κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης από 25-8-1994.
Και το σκέλος αυτό του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως είναι απαράδεκτο και απορριπτέο, διότι, πέραν του ότι η σχετική αιτίαση προβάλλεται αλυσιτελώς για τους λόγους που εκτέθηκαν παραπάνω, η επικαλούμενη αντίφαση υπάρχει μόνο στις αιτιολογίες της αποφάσεως και δεν στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται όταν οι αντιφατικές διατάξεις εντοπίζονται στο διατακτικό και προκαλείται από αυτές αοριστία που καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της αποφάσεως και όχι όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες ή μεταξύ αιτιολογιών και διατακτικού. 3. Επειδή, με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και οι ακόλουθες πλημμέλειες :
α) από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη, ως αόριστη, την ένσταση του αναιρεσίβλητου για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως της εργασίας του αναιρεσείοντος, β) από τους αριθμούς 1 και 19 του ιδίου άρθρου, διότι δέχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 281 του Α.Κ., με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως αυτής και χωρίς να περιέχει καμία αιτιολογία για την συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της και γ) από τους αριθμούς 17 και 19 του άνω άρθρου, διότι δεν έλαβε υπόψη τις 889/1998 και 2969/1999 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης και Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, με τις οποίες απηλλάγη , αλλά έλαβε υπόψη μόνο την καταδικαστική απόφαση 1464/1997 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, που εξαφανίστηκε και επί πλέον περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με τις ανωτέρω αποφάσεις.
Η πρώτη από τις αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστη, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε η αοριστία της ενστάσεως του άρθρου 281 Α.Κ. στο Εφετείο. Η δεύτερη αιτίαση, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παράβαση της άνω διατάξεως (από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) είναι αόριστη, αφού δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο της εν λόγω ενστάσεως, και η έλλειψη αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ27/1998), ενώ κατά το μέρος που αποδίδει στην απόφαση παντελή έλλειψη αιτιολογιών, είναι αβάσιμη, αφού η απόφαση περιέχει αιτιολογίες, η πληρότητα και σαφήνεια των οποίων δεν μπορεί να ελεγχθεί αφού δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, ούτε επισημαίνονται οι τυχόν υπάρχουσες σ' αυτές ελλείψεις, ασάφειες ή αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 32/1996).
Η Τρίτη αιτίαση δεν εμπίπτει στους επικαλούμενους από τους αριθμούς 17 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγους αναιρέσεως, αλλά στον προβλεπόμενο από τον αριθ. 11 γ' του άνω άρθρου λόγο αναιρέσεως (μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι όπως προκύπτει από τις υποβληθείσες ενώπιον του Εφετείου έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος- τις οποίες επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, για τον έλεγχο της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) - ο αναιρεσείων ανέφερε αορίστως σ' αυτές ότι εξεδόθη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης που εξαφάνισε την πρωτόδικη και τον απήλλαξε της κατηγορίας, χωρίς να αναφέρει τον αριθμό της και κυρίως χωρίς να σημειώσει ότι την προσκομίζει.
Δεν έγινε επομένως ορισμένη επίκληση της άνω αποφάσεως, ούτε προκύπτει ότι είχε προσκομισθεί και συνεπώς το Εφετείο που δεν την έλαβε υπόψη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Οκτωβρίου 2001 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 305/2000 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ