Supreme Court dismisses appeal against insurance company's reduction of mental distress damages as proportional.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against a lower court ruling that reduced mental distress damages. The insureds argued the amounts were excessive, but the court found the reduction proportional to judicial practice. Consequently, the appeal was rejected and the appellant was ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a reduction of damages for mental distress is admissible but must be examined on merits, where the court's discretion is limited by the principle of proportionality and established judicial practice.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1230 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1230/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (πρώην "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ"), που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παγώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. χας Α. Π., 2) Δ. Π. του Α., 3) Α. Π. του Α., κατοίκων ..., 4) Π. Π. του Δ., κατοίκου ... και 5) Ε. Π. του Δ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1η, 2ος, 3η και 5η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρινέττα Γούναρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 4ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 22-6-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 27/25-6-2020), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 103/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 13-5-2020), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 103/2020, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 20-5-2016 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 31/24-5-2016) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, κατά των εναγομένων:
α) Π. Π. και β) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι την 1η-11-2015, ο πρώτος των εναγομένων, οδηγώντας το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, από αποκλειστική υπαιτιότητά του, προκάλεσε το θανάσιμο τραυματισμό του Α. Π., συζύγου της πρώτης, πατέρα των δεύτερου και τρίτης και αδελφού των λοιπών αυτών κατά το ατύχημα που έλαβε χώρα υπό τις σ'αυτή αναφερόμενες συνθήκες.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν, μετά από νόμιμο μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να τους καταβάλουν αποζημίωση (η πρώτη ενάγουσα) και χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του ως άνω οικείου.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου, με την υπ' αριθμ. 50/2017 οριστική απόφασή του, έκρινε ως αποκλειστικό υπαίτιο του ατυχήματος τον πρώτο εναγόμενο οδηγό του ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, Π. Π., δεχόμενο εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν επιδίκασε στους ενάγοντες (πρώτη, δεύτερο, Τρίτη, τέταρτο και Πέμπτη των αναιρεσιβλήτων τα αναφερόμενα σ'αυτή ποσά αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως.
Κατά της προαναφερομένης αποφάσεως η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", άσκησε την από 18-9-2017 έφεση. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 103/2020 τελεσίδικη, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία έγινε τυπικώς δεκτή η έφεση, και απερρίφθη κατ' ουσίαν, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των τετάρτου και πέμπτης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, και έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των τριών πρώτων εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δίκασε η αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδικάστηκαν στους ενάγοντες (πρώτη, δεύτερο και τρίτη) τα αναφερόμενα σ'αυτή ποσά αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από τη καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ.
Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 12/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού Δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό - την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1673/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 88/2019, Α.Π. 85/2019).
Επίσης, στα άρθρα 12 και 19 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999) ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες, προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, στο άρθρο 12 παρ. 1 ορίζεται ότι "Οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους", ενώ στο άρθρο 19 παρ. 1 ορίζεται ότι "Ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται "Ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως στις κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν", κατά δε την παρ. 3 "...ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας....αν οι πεζοί που βρίσκονται σε τροχιά του καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας" (Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1663/2017, Α.Π. 1048/2017, Α.Π. 1207/2004).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 38 του Κ.Ο.Κ., με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες για την κυκλοφορία των πεζών, στην παράγραφο 4 αυτού ορίζεται ότι "Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται: α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του" (Α.Π. 1663/2017, Α.Π. 1048/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 103/2020 προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Πατρών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώραν το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Την 1η-11-2015 και περί ώρα 18.00, ο Α.
Π. του Δ., γεννηθείς το έτος 1953, κάτοικος εν ζωή τοπικής κοινότητας ..., σύζυγος της πρώτης των εναγόντων, πατέρας των δεύτερου και τρίτης εξ αυτών και αμφιθαλής αδελφός των υπολοίπων εναγόντων, εκινείτο πεζός στο δεξιό άκρο ανωνύμου δημοτικής οδού της ως άνω κοινότητας, η οποία είναι κάθετη στην επαρχιακή οδό ...
και συγκεκριμένα, στο 8ο χιλιομετρικό σημείο της τελευταίας. Η ως άνω ανώνυμη οδός, στο σημείο της συμβολής της με την επαρχιακή οδό ..., έχει πλάτος 10 μέτρων. Κατά το ανωτέρω χρονικό σημείο, ο Α. Π., συνοδευόμενος από τη σύζυγό του (πρώτη ενάγουσα) και έχοντας υπό την επίβλεψή του κοπάδι με αιγοπρόβατα, βάδιζε επί της προαναφερθείσας ανωνύμου οδού, κατευθυνόμενος προς την επαρχιακή οδό που προαναφέρθηκε, με πρόθεση να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα αυτής, με κατεύθυνση από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με το ρεύμα κυκλοφορίας της εν λόγω επαρχιακής οδού που οδηγεί στο Κερί.
Η ανωτέρω επαρχιακή οδός στο συγκεκριμένο ύψος, ήτοι πριν και μετά τη διασταύρωση με την ανώνυμη οδό που προαναφέρθηκε, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8,20 μέτρων, με επικάλυψη ασφάλτου, είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης και με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους οδοστρώματος εκάστης 4,10 μέτρων, και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται μεταξύ τους με συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή, ενώ στο ύψος της ως άνω διασταύρωσης χωρίζονται με διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή.
Κατά τον ως άνω χρόνο, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και των πεζών μηδαμινή, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από κάποιο φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν αυτό των 50 χλμ/ώρα (περί όλων των ανωτέρω βλ.
την από 1-11-2015 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας Ζακύνθου, με το συνοδεύον αυτή, σχεδιάγραμμα). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις φωτογραφίες που προσαρτώνται στην ως άνω έκθεση αυτοψίας, κατά μήκος τόσο του δεξιού όσο και του αριστερού άκρου του οδοστρώματος υπάρχει σήμανση με εμφανή διαχωριστική γραμμή λευκού χρώματος, η οποία διαχωρίζει και οριοθετεί τα άκρα του οδοστρώματος από τα σημεία εκείνα που χρησιμεύουν ως ειδικά ερείσματα για την κυκλοφορία των πεζών.
Περαιτέρω, όπως κατατέθηκε τόσο από τη μάρτυρα όσο και από τον πρώτο εναγόμενο, που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στο σημείο της ως άνω διασταύρωσης υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός. Κατά το ίδιο ως άνω χρονικό σημείο, ο Π. Π. του Θ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής FIAT, τύπου PANDA, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", (καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... ΜΟΝΟΠΡΌΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ"), εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση από Ζάκυνθο προς Κερί. Κατά τη διέλευση του Π. Π. από το 8ο χιλιομετρικό σημείο της ανωτέρω επαρχιακής οδού, αυτός, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα άνω των 50 χλμ/ώρα, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, εξετράπη δεξιά της πορείας του και εισήλθε αιφνιδίως στο τμήμα του οδοστρώματος που βρίσκεται πέραν της οριογραμμής του δεξιού άκρου αυτού, με αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του οχήματος του επί του Α.
Π., ο οποίος στεκόταν στο δεξιό άκρο της συμβολής της ανωνύμου δημοτικής οδού με την προαναφερθείσα επαρχιακή οδό, στην πέραν του οδοστρώματος ακραία λωρίδα της οδού, αναμένοντας να ελευθερωθεί η ως άνω επαρχιακή οδός από την κυκλοφορία των οχημάτων ώστε ακολούθως να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα αυτής.
Συγκεκριμένα, το ανωτέρω όχημα επέπεσε στον ως άνω πεζό, τον οποίο ακολούθως εκσφενδόνισε σε παρακείμενο, δεξιά του οδοστρώματος, χαντάκι, και σε απόσταση περίπου δέκα μέτρων, ενώ το όχημα συνέχισε την πορεία του και ακινητοποιήθηκε τελικά σε απόσταση περίπου τριάντα μέτρων από το σημείο του ατυχήματος.
Αμέσως μετά το ατύχημα, ο πεζός διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο Ζακύνθου, όπου και απεβίωσε περί ώρα 18.30 της ίδιας ημέρας. Από τη διενεργηθείσα νεκροψία - νεκροτομή, διαπιστώθηκε ότι έφερε εκχυμώσεις και εκδορές στο πρόσωπο και στο σώμα, αιμορραγικές διηθήσεις μετωπιαίων χώρων και δεξιάς κροταφικής περιοχής, κατάγματα προσθίου και μέσου κρανιακού βόθρου, εγκεφαλική αιμορραγία ημισφαιρίων, αιμορραγικές θλάσεις μετωπιαίων λοβών και δεξιού κροταφικού λοβού, εξάρθρημα Α5 σπονδύλου και κάταγμα Α6 σπονδύλου, κατάγματα πλευρών δεξιά και αριστερά παρασπονδυλικά, αιμοθώρακα άμφω, ρήξη δεξιού πνεύμονος (άνω λοβός) και ρήξη αριστερού πνεύμονος (κάτω λοβός), επήλθε δε ο θάνατός του συνεπεία κακώσεων κεφαλής, αυχένος και θώρακος (βλ.
την υπ' αριθμ. πρωτ. 1480/15/24-3-2016 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, που συνέταξε η ιατροδικαστής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πατρών, Α. Τ.). Με βάση τα περιστατικά που εκτέθηκαν ανωτέρω, το ένδικο τροχαίο ατύχημα, που επέφερε αιτιωδώς τον θανάσιμο τραυματισμό του Α. Π., οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Π.
Π., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ο οποίος από αμέλεια και ανεπιτηδειότητα ως προς την οδήγηση, δεν κατέβαλε την προσοχή την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και την οποία κάθε μέσος συνετός οδηγός θα κατέβαλε εάν βρισκόταν σε παρόμοιες με αυτόν συνθήκες, με αποτέλεσμα να μην προβλέψει και να μην αποφύγει το εν λόγω ατύχημα.
Η υπαιτιότητά του (αμέλεια) συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 19 παρ. 1, 2 και 3, 20 παρ. 1 και 39 παρ. 1 του ΚΟΚ, δεν οδηγούσε με σύνεση και δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός θα έπραττε στη θέση του ώστε να μην εκθέσει σε κίνδυνο τους λοιπούς χρήστες της οδού (οδηγούς και πεζούς), δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του και δεν ρύθμισε την ταχύτητα αυτού, λαμβάνοντας υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ενόψει του ότι εκινείτο εντός κατοικημένης περιοχής, κατά τις νυκτερινές ώρες και πλησίον ισόπεδου οδικού κόμβου, αλλά, αντιθέτως, οδηγούσε έχοντας αναπτύξει ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ/ω, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματος του, να παρεκκλίνει της πορείας του προς τα δεξιά και να εισέλθει στην πέραν του οδοστρώματος ακραία λωρίδα της οδού, ήτοι σε ειδικό έρεισμα προοριζόμενο για την κυκλοφορία των πεζών, χωρίς να συντρέχει περίπτωση απόλυτης ανάγκης ή ειδικές ρυθμίσεις που να το επιτρέπουν, και να επιπέσει έτσι με σφοδρότητα στον Α.
Π., ο οποίος στεκόταν επί του ερείσματος. Η συμπεριφορά αυτή του εν λόγω οδηγού βρίσκεται σε άμεση και απόλυτη αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τα αποτελέσματα αυτού, τα οποία και επήλθαν εξαιτίας του αποκλειστικού πταίσματός του. Αντίθετα, καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον Α. Π., ο οποίος δεν διέσχιζε το οδόστρωμα, όπως αβάσιμα διατείνεται η εναγομένη, ισχυριζόμενη επιπλέον ότι, κατά παράβαση του άρθρου 38 του ΚΟΚ, δεν βάδιζε αντίθετα με την κατεύθυνση της κυκλοφορίας, αλλά, όπως κατά τα ανωτέρω αποδείχθηκε, ανέμενε επί του προοριζόμενου για την κυκλοφορία των πεζών, ειδικού ερείσματος, να ελευθερωθεί η ως άνω επαρχιακή οδός από την κυκλοφορία των οχημάτων ώστε στη συνέχεια να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα αυτής, χωρίς να παρεμποδίζει με οποιαδήποτε ενέργεια την κυκλοφορία των οχημάτων επί της επαρχιακής οδού.
Δεν αποδείχθηκε δε ότι είχε τη δυνατότητα να πράξει οτιδήποτε προς αποφυγή του ατυχήματος. Το γεγονός ότι είχε προηγουμένως καταναλώσει αλκοόλ, καθώς ανευρέθη στο αίμα του ποσότητα αλκοόλης 0,45 g/l, δεν μπορεί να θεμελιώσει εν προκειμένω συνυπαιτιότητά του στην πρόκληση του ατυχήματος, καθώς δεν συνδέεται αιτιωδώς με αυτό, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, στεκόταν επί του ερείσματος, και όχι επί του οδοστρώματος, ούτε και διέσχιζε αυτό.
Τέλος, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο Α. Π., κατά παράβαση του άρθρου 14 παρ. 4 του ΚΟΚ, δεν είχε επισημάνει τα ζώα του, ως και την αρχή και το τέλος του κοπαδιού, με ευδιάκριτα φώτα, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο. Σε κάθε δε περίπτωση, ήτοι ακόμα και αν πράγματι ο Α. Π. δεν είχε συμμορφωθεί προς την ανωτέρω διάταξη, η παράλειψή του αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, δεδομένου ότι το κοπάδι με τα αιγοπρόβατα δεν είχε εισέλθει στο οδόστρωμα της επαρχιακής οδού ..., αλλά βρισκόταν όπισθεν του Α.
Π., επί της ανωνύμου δημοτικής οδού που προαναφέρθηκε, η οποία είναι κάθετη στην ως άνω επαρχιακή οδό και, συνεπώς, ουδόλως παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων επί της επαρχιακής οδού. Με βάση όλα τα ανωτέρω, η ένσταση της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, περί συνυπαιτιότητας, κατά ποσοστό 90%, του Α.
Π. στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, τυγχάνει απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου, Π. Π., και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την ένσταση της ανωτέρω εναγομένης περί συνυπαιτιότητας του θανόντος πεζού στην πρόκληση του ατυχήματος, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και, συνακόλουθα, ο σχετικός λόγος της έφεσης της εναγόμενης, με την οποία η τελευταία υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι ορθώς η εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοδικείου απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητος του θανόντος Α. Π. στην πρόκληση του ατυχήματος και του εξ αυτού θανασίμου τραυματισμού που είχε προβάλλει πρωτοδίκως και επαναφέρει με λόγο εφέσεως η αρχικώς εναγομένη ασφαλιστική εταιρείας, με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ακολούθως, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το σχετικό λόγο εφέσεως της της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ., καθώς και αυτές των άρθρων 12, 19 παρ. 1, 2, 3 και 38 παρ. 4 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), τις οποίες ορθά εφάρμοσε όσον αφορά το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του υπ' αριθμ. ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Π. Π. στην πρόκληση του ατυχήματος και την συνεπεία τούτου θανάσιμου τραυματισμού του Α. Π. και της έλλειψης οποιασδήποτε υπαιτιότητας του θανόντος, στην πρόκληση του τραυματισμού του, αφού έκρινε ότι αυτός, κατά το χρόνο της παρασύρσεώς του δεν είχε εισέλθει στο οδόστρωμα της επαρχιακής οδού Ζακύνθου - Κιερίου, στην οποία εκινείτο το οδηγούμενο από τον Π.
Π. υπ'αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, με κατεύθυνση προς Κερί, αλλά ανέμενε ιστάμενος, στο δεξιό άκρο της συμβολής της ανωνύμου δημοτικής οδού (από την οποία προερχόταν) και της κάθετης σ'αυτήν επαρχιακής οδού ..., αναμένοντας τη διέλευση των με κατεύθυνση προς Κερί κινουμένων οχημάτων, ώστε, ακολούθως, α διεκπεραιώσει το ποίμνιο του στο μετά τη διασταύρωση τμήμα της δημοτικής οδού, έκρινε δε, ότι η ανεύρεση στο αίμα του θανόντος οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,45g/L και η μη επισήμανση του ποιμνίου του, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ., δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα, καθόσον, αφενός μεν, ο πεζός, κατά τον κρίσιμο χρόνο της παρασύρσεώς του, δεν είχε εισέλθει στο οδόστρωμα, όπου εκινείτο το υπ'αριθμ....
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, αφετέρου δε, ότι το ποίμνιο, του οποίου η μη σήμανση δεν αποδείχθηκε, βρίσκονταν στην ανώνυμη δημοτική οδό και δεν είχε εισέλθει στο οδόστρωμα της επαρχιακής οδού, όπου εκινείτο το ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο. Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου (των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ.
και των προαναφερθέντων κανόνων του Κ.Ο.Κ.), τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί η αποκλειστική υπαιτιότητα του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός στην πρόκληση αυτού (ατυχήματος) και του επελθόντος αποτελέσματος της αποκλειστικής υπαιτιότητας αυτού, και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς του και, εντεύθεν, στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, καθώς και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε αμελούς συμπεριφοράς του θανόντος πεζού στην επέλευση του τραυματισμού του.
Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο ανωτέρω οδηγός, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις από αυτόν των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή ότι ο ως άνω οδηγός, οδηγώντας το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του και κινούμενος με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, απώλεσε το έλεγχο αυτού και αφού παρέκκλινε της πορείας του προς τα δεξιά, εισήλθε στη λωρίδα δίπλα από το οδόστρωμα και παρέσυρε τον ιστάμενο και αναμένοντα πεζό, με αποτέλεσμα να τον εκτινάξει σε ικανή απόσταση και να του προκαλέσει τις αναφερόμενες σωματικές βλάβες, συνεπεία των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του.
Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι: α) δεν αναφέρει την ακριβή ταχύτητα του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου κατά το χρόνο του ατυχήματος και κατά πόσον αυτή ήταν υπερβολική για τις περιστάσεις, β) δεν δικαιολογεί το σύννομο της κινήσεως του θανόντος, γ) δεν αιτιολογεί την προς τα δεξιά παρέκκλιση του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου και δ) δεν αιτιολογεί την ύπαρξη οινοπνεύματος στο αίμα του θανόντος πεζού, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε περιέχουν αντίφαση, σχετικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα.
Οι ως άνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, τυγχάνουν απαράδεκτες, διότι αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψή της, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του υπαιτίου οδηγού του ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Οι ανωτέρω αιτιάσεις δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, της αναιρεσείουσας για τα οποία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας αυτών, εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκτίθενται αναλυτικά οι επικρατούσες συνθήκες της οδού, η αρχική πορεία του Ι.Χ.Ε.
καθώς και η κίνηση του θανόντος. Ακόμη και σχετικώς με την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του θανόντος πεζού, το Εφετείο διέλαβε ότι αυτός δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά, που να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος. Ειδικότερα, δέχθηκε, ότι, κατά την άφιξή του στην ανωτέρω διασταύρωση, στάθηκε σε λωρίδα, παρακείμενη του οδοστρώματος και ανέμενε εντός αυτής τη διέλευση των οχημάτων επί της επαρχιακής οδού, ώστε, στην συνέχεια, να κινηθεί με το ποίμνιό του καθέτως επ' αυτής και να εισέλθει στην προέκταση της δημοτικής οδού.
Επομένως, με τις ανωτέρω σαφείς παραδοχές, που έχουν λογική ακολουθία, δικαιολογείται το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δεν στερείται νομίμου βάσεως και καθίσταται, έτσι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για την ορθή ή όχι υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ.
και 12, 19 παρ. 1, 2, 3 και 38 παρ. 4 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), που το Εφετείο εφάρμοσε, και τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και της ελλείψεως νομίμου βάσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. και γι' αυτό ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ.
Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 736/2021), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 1361/2013). Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως.
Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 213/2017). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η Αρχή της Αναλογικότητας, ως γενική νομική Αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 162/2023, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 1043/2021, Α.Π. 931/2021, Α.Π. 736/2021). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1.055/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 306/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 1445/2021, Α.Π. 1443/2021, Α.Π. 1043/2021).
Εξάλλου, με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.
Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται, όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, έτσι, τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο Δικαστήριο, Δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς.
Τέτοιες είναι, κατά το Ελληνικό Δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 του Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 40/1998, Α.Π. 1043/2021).
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και υπό την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 περ. δ' του Συντάγματος, 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 932 του Α.Κ. η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, περ. α' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά ευθεία παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας και των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους πρώτη, δεύτερο και τρίτη των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη πρώτη, δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων χρηματικά ποσά, τα οποία είναι υψηλότερα αυτών που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.
Το Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αναφορικώς με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της επιδικασθείσας στους πρώτη, δεύτερο και τρίτη των εναγόντων και ήδη πρώτη, δεύτερο και Τρίτη των αναιρεσιβλήτων χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης (άρθρο 932 του Α.Κ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο θανών, Α. Π., ηλικίας 62 ετών, κτηνοτρόφος στο επάγγελμα, ευρίσκετο προ του ατυχήματος σε πολύ καλή κατάσταση υγείας, διέμενε δε μαζί με τη σύζυγό του, πρώτη ενάγουσα, και τα τέκνα του, δεύτερο και τρίτη των εναγόντων, στο Μουζάκι Ζακύνθου, και αποτελούσαν όλοι μαζί μία δεμένη και αγαπημένη οικογένεια. Επίσης, διατηρούσε στενό ψυχικό δεσμό και με τους αμφιθαλείς αδελφούς του, τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων, με τους οποίους συνδεόταν με αμοιβαία αισθήματα αγάπης και στοργής. Ο αιφνίδιος θάνατος αυτού, που επήλθε κατά το προαναφερόμενο ατύχημα, προξένησε μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά του προσώπου των ως άνω μελών της οικογένειάς του, που συνδέονταν μαζί του με μεγάλη αγάπη, στενό ψυχικό δεσμό και στενή συγγένεια, προκαλώντας σε αυτούς έντονα και βαθύτατα συναισθήματα λύπης και ψυχικού πόνου.
Συνεπώς, οι ενάγοντες υπέστησαν από τον θάνατό του ψυχική οδύνη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ύψος δε αυτής, λαμβανομένων υπόψη της ηλικίας του θανόντος, των συνθηκών του ατυχήματος, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, καθώς και του βαθμού του συγγενικού δεσμού εκάστου των εναγόντων με τον θανόντα, ανέρχεται στα ακόλουθα ποσά: α) για την πρώτη ενάγουσα, στο ποσό των 60.000 ευρώ, β) για έκαστο των δεύτερου και τρίτης των εναγόντων, στο ποσό των 50.000 ευρώ....τα οποία, μετά τη στάθμιση των προεκτεθέντων στοιχείων, κρίνονται εύλογα (άρθρο 932 ΑΚ).
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση, στην πρώτη ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) το ποσό των 80.000 ευρώ, σε έκαστο των δεύτερου και τρίτης των εναγόντων (ήδη δεύτερο και Τρίτη των αναιρεσιβλήτων), το ποσό των 70.000 ευρώ...έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων....κατά τον βάσιμο περί τούτου, σχετικό 4ο λόγο της έφεσης.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω.....πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του τέταρτου λόγου της έφεσης, να γίνει δεκτή η έφεση, ως βάσιμη και κατ'ουσίαν, να εξαφανισθεί η, εκκαλουμένη....και, αφού κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το Δικαστήριο αυτό (....), να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή, ως βάσιμη και κατ'ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει α)στην πρώτη ενάγουσα, το συνολικό ποσό των 60.730 (60... + 730) ευρώ και β)σε έκαστο των δευτέρου και τρίτης των εναγόντων (ήδη δευτέρου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των 50.000 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε ως βάσιμο το τέταρτο λόγο της από 18-9-2017 εφέσεως της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" καθολικής διαδόχου της αρχικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κατά το μέρος αυτής που στρέφονταν εναντίον των τριών πρώτων εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο η τελευταία παραπονείτο ότι τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα στους ενάγοντες (πρώτη, δεύτερο και τρίτη) χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης, είναι υψηλά και επιδίκασε σ' αυτούς, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα προαναφερθέντα ποσά.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης καθενός των πρώτης, δευτέρου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων στα παραπάνω ποσά, δεν παραβίασε την Αρχή της Αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνουν και, μάλιστα, καταφανώς, εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε στη δίκη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2020 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 103/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα, παραβόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ